Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Η μάχη του Μαραθώνα (490 π.χ.)

[[ δαμ-ων ]

«Οι Μαραθώνες- μάθετε- γεννούν τους Παρθενώνες» (Κωστής Παλαμάς)

Εφέτος οι απλοί πολίτες, αυτοί που έχουν ιστορική μνήμη και εθνική συνείδηση, τιμούν την μάχη του Μαραθώνα. Έγινε τον Σεπτέμβρη του 490 π.Χ. Πέρασαν ακριβώς 2500 χρόνια από την ιστορική και με ιδιαίτερη σημασία μάχη των λιγοστών Ελλήνων, που συγκράτησαν τις ορδές των Περσών κατά την επέλασή τους κατά της Ελλάδας και κατ’ επέκταση κατά της Ευρώπης. Και μιλάω για την απόδοση τιμής από τους απλούς πολίτες, γιατί η πολιτεία απαξιεί να ανακηρύξει το 2010 ως έτος της μάχης του Μαραθώνα. Ενώ είχαμε έτος Μαρίας Κάλλας, έτος Γιάννη Ρίτσου κ.λ.π., δεν είχαμε έτος μάχης Μαραθώνα. Πιθανόν να μην αντέχει η κυβερνώσα πολιτική παράταξη μια σύγκριση του θάρρους των ολιγάριθμων Αθηναίων και Πλαταιέων με τον δικό της ενδοτισμό στις ορέξεις των γειτόνων.
Όταν οι απεσταλμένοι του Πέρση Μεγάλου Βασιλιά κατά την αξίωσή του ζήτησαν «γην και ύδωρ» από τους προγόνους μας, τους έριξαν σε ένα πηγάδι για να έχουν όσο νερό και χώμα ήθελαν. Εμείς δεν τολμάμε να ρίξουμε ούτε μια προειδοποιητική κανονιά στα «ερευνητικά» πλοία των Τούρκων που οργώνουν τα ελληνικά χωρικά ύδατα κάνοντας έρευνες για πετρέλαιο μέσα στην ελληνική επικράτεια. Υπό τύπο επιγράμματος χρησιμοποίησα έναν στίχο του Παλαμά. Ο Παλαμάς, απ’ όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αναφέρει μόνο τρείς μάχες: την μάχη του Μαραθώνα, την μάχη των Θερμοπυλών και την ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η μάχη των Θερμοπυλών έχει ξεχωριστή αξία για τον ηρωολάτρη Παλαμά, γιατί μας δείχνει τον ηρωϊκό άθλο του Λεωνίδα και των τριακοσίων. Η μάχη του Μαραθώνα και η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι κοσμοϊστορικές και βαρύνουν όσο κανένα άλλο ιστορικό γεγονός στην τύχη του ελληνισμού και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Στις Θερμοπύλες πολέμησαν και θυσιάστηκαν τριακόσιοι ήρωες, στον Μαραθώνα και στην Σαλαμίνα πολέμησε και νίκησε το έθνος, για να θεμελιώσει τον αληθινό ανθρώπινο πολιτισμό. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως όταν ο ποιητής μιλά για την μάχη του Μαραθώνα και την ναυμαχία της Σαλαμίνας, δεν αναφέρει κανέναν αρχηγό, γιατί θέλει να αφήσει την εντύπωση ότι οι νίκες αυτές είναι αποτέλεσμα ενός ηρωϊκού λαού.
Η περίοδος της Ελληνικής Ιστορίας μεταξύ 492-479 π.Χ είναι γνωστή ως μια φάση των «Περσικών Πολέμων». Πρόκειται για μία περίοδο διαμάχης μεταξύ των πόλεων-κρατών της Ελλάδας και της πανίσχυρης Περσικής Αυτοκρατορίας Η αιτία των Περσικών Πολέμων ήταν η επεκτατική πολιτική των Περσών. Τους ήταν αδύνατο να επεκταθούν προς τα Ανατολικά (προς την Ινδία), ή πέρα από την Αίγυπτο (λόγω της Λιβυκής Ερήμου) ή προς την αφιλόξενη χώρα των Σκύθων (προς τα βόρια). Έτσι η μόνη επιλογή τους ήταν να προχωρήσουν προς τα δυτικά προς την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Ελλάδα ήταν το κύριο εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσουν για να επιτύχουν τον αντικειμενικό σκοπό τους και η Αθήνα ήταν ο πιο αποφασιστικός τους αντίπαλος στην Ελλάδα.
Οι Πέρσες χρειάζονταν μόνο μια αφορμή και οι Αθηναίοι τους την έδωσαν το 500 π.Χ όταν οι Ελληνικές πόλεις-κράτη της Μικράς Ασίας που αποτελούσαν τμήμα της Περσικής Αυτοκρατορίας επαναστάτησαν κατά των Περσών. Η Αθήνα για να τις βοηθήσει έστειλε 20 πλοία και η μικρή πόλη Ερέτρια της Ευβοίας , 5 πλοία. Οι επαναστάτες είχαν μερικές επιτυχίες αρχικά και πυρπόλησαν τις Σάρδεις την πρωτεύουσα του πέρση σατράπη της Ιωνίας. Γρήγορα όμως ηττήθηκαν από τους Πέρσες. Ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος, μαθαίνοντας ότι κάποιες άγνωστες πόλεις-κράτη της Ελλάδας είχαν στείλει βοήθεια στους επαναστάτες, ρώτησε να μάθει ποια ήταν η Αθήνα. Όταν τον ενημέρωσαν γι' αυτούς τους αναιδείς Αθηναίους, θύμωσε τόσο πολύ ώστε έριξε με το τόξο του ένα βέλος στον ουρανό και ορκίστηκε να τους τιμωρήσει. Τόσος ήταν ο θυμός του ώστε κάθε βράδυ έβαζε έναν από τους υπηρέτες του να του λέει: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων!».

Η συνέχεια >>> εδώ …

Με αυτή την ενέργεια των δύο ελληνικών πόλεων δόθηκε η αφορμή στον Μεγάλο Βασιλέα που ήθελε για να εισβάλει στην Ελλάδα και να ανοίξει το δρόμο προς την Ευρώπη. Για να εισβάλει στην Ελλάδα ο Δαρείος είχε δυο δρόμους: ένα από τη θάλασσα και ένα από την ξηρά. Κάθε ένας από αυτούς τους δρόμους είχε πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Τελικά διάλεξε τον δρόμο από τη θάλασσα και αυτό αποδείχτηκε καταστροφικό. Η πρώτη του εκστρατεία το 492 π.Χ απέτυχε επειδή μια θύελλα, «που έστειλαν οι Θεοί του Ολύμπου» κατάστρεψε το στόλο του καθώς έπλεε στη χερσόνησο του Άθω. Δυο χρόνια αργότερα επιχείρησε για δεύτερη φορά να κινηθεί και πάλι από τη θάλασσα αλλά από νοτιότερο θαλάσσιο δρομολόγιο. Η εκστρατεία αυτή κατάληξε στη μάχη του Μαραθώνα.
Μετά την αποτυχία της εκστρατείας του 492 π.Χ ο Δαρείος διέταξε να αρχίσουν νέες προετοιμασίες και σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής έστειλε κήρυκες στους Έλληνες για να ζητήσει «γην και ύδωρ» σαν δείγμα υποταγής. Πολλές από τις πόλεις συμμορφώθηκαν, άλλες όμως όχι με πρώτες την Αθήνα και τη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι θεώρησαν τόσο προσβλητική την απαίτηση των Περσών ώστε έριξαν τους κήρυκες στο βάραθρο της Ακρόπολης και καταδίκασαν σε θάνατο τους άτυχους διερμηνείς επειδή «λέρωσαν» την Ελληνική γλώσσα! Οι Σπαρτιάτες έριξαν τους κήρυκες στο πιο κοντινό πηγάδι, για να βρουν άφθονη «γη και ύδωρ»! Μετά από αυτό ο πόλεμος έγινε αναπόφευκτος. Την άνοιξη του 490 π.Χ ο Περσικός στρατός και στόλος ήταν έτοιμος. Επικεφαλής ήταν ο Δάτης, ένας Μήδος και ο Αρταφέρνης, ανεψιός του Βασιλέα. Αποστολή τους ήταν υποχρεώσουν όλες τις Ελληνικές πόλεις που δεν είχαν δώσει «γην και ύδωρ» να γίνουν υποτελείς στο Μεγάλο Βασιλέα, αλλά επίσης να καταστρέψουν την Ερέτρια και την Αθήνα και «να φέρουν μπροστά του σκλάβους όλους τους κατοίκους.» Τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ., με αφετηρία την Κιλικία, ο στόλος του έπλευσε στη Σάμο και ύστερα από σύντομη στάση στη Νάξο έβαλε πλώρη για την Ερέτρια, τον πρώτο σταθμό της περσικής επίθεσης-τιμωρίας. Έπειτα από έξι ημέρες σθεναρής αντίστασης, το ευβοϊκό λιμάνι έπεσε με δόλια μέσα στα χέρια των Περσών, η πόλη πυρπολήθηκε εκ βάθρων και οι κάτοικοί της εστάλησαν αιχμάλωτοι στα βάθη της Ασίας. Τώρα είχε έρθει η ώρα της Αθήνας. Με τις υποδείξεις του Ιππία, ο πάνοπλος στόλος προσάραξε στο απάνεμο ανατολικό τμήμα του κόλπου του Μαραθώνα και αποβιβάστηκε στη μικρή εύφορη πεδιάδα, 40 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης των Αθηνών. Εκεί ήλπιζε ο Ιππίας να εξασφαλίσει τη συνδρομή παλαιών φίλων και οπαδών του πατέρα του.

Η μάχη
Για τον ακριβή αριθμό των Περσών που παρατάχθηκαν στις ακτές του Μαραθώνα οι απόψεις διίστανται. Άλλοι μιλούν για μια τρομακτική δύναμη 110.000 ανδρών, άλλοι για 70.000, άλλοι για 50.000, για 25.000 ή ακόμη και για 15.000. Πιθανότατα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στο μέσον, δεδομένου ότι ο στρατός μεταφέρθηκε, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, με 600 περίπου πολεμικά και μεταγωγικά πλοία. Το σίγουρο είναι πάντως ότι οι Πέρσες υπερείχαν αριθμητικά των Αθηναίων που παρατάχθηκαν σύντομα απέναντί τους.
Μόλις οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν την άφιξη των Περσών στην Αττική, έστειλαν τον ημεροδρόμο Φειδιππίδη στη Σπάρτη προκειμένου να εξασφαλίσουν τη βοήθεια της στρατιωτικής υπερδύναμης της Πελοποννήσου. Την απόσταση των 240 χιλιομέτρων που χωρίζει τις δύο πόλεις θρυλείται ότι την κάλυψε σε δύο ημέρες, ωστόσο η απάντηση των Σπαρτιατών υπήρξε αποκαρδιωτική. Σύμφωνα με τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις τους, δεν ήταν σε θέση να εκστρατεύσουν τόσο μακριά από τη γενέτειρά τους και να εμπλακούν σε εχθροπραξίες πριν από την παρέλευση της πανσελήνου, ήτοι πριν από έξι τουλάχιστον ημέρες. Παράλληλα όμως δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν τη βάση τους και για τον πρόσθετο λόγο ότι υπέβοσκε ο φόβος μιας γενικευμένης επανάστασης των ειλώτων.
Τελικά, στις κορυφές των λόφων που «επιβλέπουν» την πεδιάδα του Μαραθώνα παρατάχθηκαν 10.000 Αθηναίοι και 1.000 Πλαταιείς. Αξιοσημείωτο είναι ότι η γειτονική πόλη των Πλαταιών είχε πρόσφατα περιέλθει στην αθηναϊκή κυριαρχία, έθεσε όμως πρόθυμα ολόκληρη τη στρατιωτική της δύναμη στη διάθεση των Αθηναίων για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού. Ύστερα από πρόταση του στρατηγού Μιλτιάδη αποφασίστηκε να αντιμετωπιστούν οι Πέρσες μακριά από την πόλη της Αθήνας, για να μη μετατραπεί η αναμέτρηση σε στενή πολιορκία εντός των τειχών. Οι δύο αντίπαλοι στρατοί παρατάχθηκαν αντικριστά, σε απόσταση 1,5 περίπου χιλιομέτρου και έτσι έμειναν για τις επόμενες πέντε ημέρες. Το γενικό πρόσταγμα στο ελληνικό στράτευμα κατείχε κάθε ημέρα ένας από τους δέκα αθηναίους στρατηγούς, καθένας εκ των οποίων εκπροσωπούσε μία από τις φυλές της Αθήνας.
Από την πρώτη ημέρα οι απόψεις στο ελληνικό στρατόπεδο διίσταντο. Οι μισοί εκ των στρατηγών διατράνωναν ότι ήταν πολύ λίγοι για να υψώσουν ανάστημα έναντι των Περσών, ενώ οι άλλοι μισοί, με κύριο εκφραστή τους τον Μιλτιάδη, επέμεναν να προχωρήσουν πάραυτα σε μάχη. Από το αδιέξοδο της ισοψηφίας και της απραξίας ήρθε να βγάλει τους Αθηναίους ο σεβάσμιος πολέμαρχος Καλλίμαχος ο Αφιδναίος, η γνώμη του οποίου είχε βαρύνουσα σημασία και ήταν σύμφωνα με τον νόμο ισοδύναμη με εκείνη των στρατηγών. Αφού η πλάστιγγα έγειρε προς την ανάληψη δράσης, καθένας από τους πέντε στρατηγούς που είχαν αποφανθεί υπέρ της μάχης παραχωρούσε την ημέρα της αρχιστρατηγίας του τη θέση του στον Μιλτιάδη, αφήνοντάς στη δική του ευχέρεια την επιλογή της κατάλληλης στιγμής για επίθεση. Αν και δέχθηκε την τιμή, ο 60χρονος τότε στρατηγός περίμενε διακριτικά την ημέρα της δικής του αρχιστρατηγίας προκειμένου να εμπλακεί σε μάχη.
Η ελληνική πλευρά, που δεν διέθετε ούτε ιππικό ούτε τοξότες, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους πέρσες ιππείς σε ανοιχτό πεδίο. Όταν λοιπόν λίγο πριν από την αυγή της έκτης ημέρας οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν ότι το περσικό ιππικό απουσίαζε προσωρινά από το στρατόπεδο, κατάλαβαν ότι αυτή ήταν η ιδανική συγκυρία για τη μάχη. Αφού και οι θυσίες προς τους θεούς απέβησαν αίσιες, ο Μιλτιάδης διέταξε κατά μέτωπο επίθεση και τότε ο στρατός του διήνυσε την απόσταση του 1,5 περίπου χιλιομέτρου - 8 στάδια - που τον χώριζε από την πρώτη γραμμή των αντιπάλων τρέχοντας με αλαλαγμούς, για να δυσκολέψει τους πέρσες τοξότες να βρουν τον στόχο τους. Ήταν πλέον η στιγμή να τεθεί σε εφαρμογή η ιδιοφυής τακτική του Μιλτιάδη, η λεγόμενη «λαβίδα».
Στη δεξιά πλευρά της φάλαγγας βρισκόταν ο Καλλίμαχος με τους άνδρες του. Ακολουθούσαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές φυλές και στην αριστερή πτέρυγα ήταν παρατεταγμένοι οι Πλαταιείς. Γνωρίζοντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, ο αθηναίος στρατηγός φρόντισε να παρατάξει το πεζικό του σε μέτωπο ίδιου μήκους με των αντιπάλων. Ταυτόχρονα είχε ενδυναμώσει τα δύο άκρα της φάλαγγάς του, τα οποία διέθεταν διπλάσιο βάθος από το αποδυναμωμένο κέντρο του. Μόλις λοιπόν άρχισαν οι πρώτες επαφές σώμα με σώμα, οι πέρσες στρατιώτες του κέντρου άρχισαν να προελαύνουν απωθώντας το ελληνικό κέντρο προς τα πίσω. Την ίδια στιγμή τα ισχυρά άκρα των Ελλήνων είχαν τρέψει σε άτακτη υποχώρηση τα δύο άκρα του περσικού μετώπου. Στη συνέχεια τα δύο άκρα συγκρότησαν ενιαίο μέτωπο και άρχισαν να πλαγιοκοπούν το εκτεθειμένο κεντρικό τμήμα των Περσών. Σημειωτέον ότι Αθηναίοι και Πλαταιείς υπερτερούσαν στη μάχη σώμα με σώμα γιατί ήταν πολύ βαριά οπλισμένοι - με ξίφος, δόρυ, ασπίδα, κράνος και θώρακα - σε αντίθεση με τους Πέρσες, οι οποίοι βασίζονταν κυρίως στο ελαφρύ ακόντιο και στο τόξο τους και ήταν ως επί το πλείστον εκπαιδευμένοι για μάχες εξ αποστάσεως.
Η ισχυρή αριστερή και δεξιά πτέρυγα είχαν τώρα στραφεί στο πίσω μέρος του κύριου όγκου του περσικού πεζικού, το οποίο με μια κίνηση βρέθηκε στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο ελληνικές γραμμές επίθεσης. Υπό τον κίνδυνο να κυκλωθούν από όλες τις πλευρές χωρίς οδό διαφυγής, οι πέρσες στρατιώτες τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή προς τα καράβια τους. Αθηναίοι και Πλαταιείς ακολουθούσαν κατά πόδας. Η άγρια καταδίωξη οδήγησε πολλούς πέρσες στρατιώτες στα παρακείμενα έλη και μοιραία στον πνιγμό. Λυσσώδεις μάχες δόθηκαν τόσο στο κοντινό δάσος όσο και στην ακτή, στη διάρκεια της απεγνωσμένης προσπάθειας των αντιπάλων να επιβιβαστούν στα πλοία. Εκατοντάδες πνίγηκαν επί τόπου. Οι εχθροπραξίες διήρκεσαν ως το απόγευμα, οπότε και το τελευταίο εχθρικό πλοίο είχε χαθεί πλέον από τον ορίζοντα. Παρά τη συντριβή τους, οι Πέρσες δεν έβαλαν πλώρη για κάποιο λιμάνι της Μ. Ασίας, αντίθετα, αφού περιέπλευσαν το Σούνιο, κατευθύνθηκαν προς το Φάληρο με σκοπό να αποβιβαστούν και να εξαπολύσουν ανενόχλητοι την επίθεσή τους στην ανυπεράσπιστη Αθήνα. Για κακή τους τύχη οι Αθηναίοι είχαν προβλέψει αυτή την εξέλιξη και ο Μιλτιάδης με τους στρατιώτες του κατευθύνθηκε γρήγορα προς το αθηναϊκό επίνειο. Το ελληνικό στράτευμα παρατάχθηκε ταχύτατα δίπλα στον ναό του Ηρακλή στο Κυνόσαργες, πολύ προτού φανούν τα πανιά των αντιπάλων. Στη θέα των παρατεταγμένων Ελλήνων ο περσικός στόλος άλλαξε γρήγορα πορεία και επέστρεψε αποδεκατισμένος στη βάση του.
Πίσω στο πεδίο της μάχης ο τελικός απολογισμός ήταν εντυπωσιακός: 6.400 Πέρσες έπεσαν νεκροί έναντι μόλις 192 Ελλήνων. Όσο για τα τρόπαια της μάχης, εκτός από τα επτά πλοία που κατάφεραν να ακινητοποιήσουν, Αθηναίοι και Πλαταιείς περισυνέλεξαν πλήθος πολύτιμων λαφύρων, μέρος των οποίων αποτέλεσε τον λεγόμενο αθηναϊκό «θησαυρό» στο Μαντείο των Δελφών, ενώ τα υπόλοιπα χρησιμοποιήθηκαν πιθανότατα ως πρώτη ύλη για το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του γλύπτη Φειδία.
Όσο για τους Σπαρτιάτες, έστειλαν τελικά ενισχύσεις στους Αθηναίους, μόνο που οι 2.000 πάνοπλοι πολεμιστές τους έφθασαν στην περιοχή του Μαραθώνα την επομένη της μάχης. Αφού αντίκρισαν τους χιλιάδες νεκρούς Πέρσες και συνεχάρησαν τους θριαμβευτές μαραθωνομάχους, πήραν «αμαχητί» τον δρόμο της επιστροφής. Σύμφωνα πάντα με τον θρύλο, μετά το πέρας της μάχης ένας εκ των ελλήνων πολεμιστών, άρχισε να τρέχει ενθουσιώδης και πάνοπλος με κατεύθυνση την πόλη της Αθήνας, καλύπτοντας σε μερικές ώρες την απόσταση των 40 χιλιομέτρων. Όταν έφτασε στο κέντρο της πόλης, όπου περίμεναν με αγωνία τα γυναικόπαιδα, αναφώνησε «Χαίρετε! Νενικήκαμεν!» και έπεσε νεκρός από την εξάντληση. (Από τη λαϊκή αυτή αφήγηση προέκυψε το 1896, με την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων επί ελληνικού εδάφους, η πρόταση να καθιερωθεί ως επίσημο ολυμπιακό αγώνισμα ο μαραθώνιος δρόμος, που έκτοτε καλύπτει απόσταση 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων.)
Στη μάχη του Μαραθώνα πολέμησε και τραυματίστηκε και ο τραγικός ποιητής Αισχύλος, ο οποίος αργότερα έλαβε μέρος και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τελευταία επιθυμία του μάλιστα ήταν μετά θάνατον να τον ενθυμούνται οι συμπατριώτες του ως γενναίο μαραθωνομάχο παρά ως επιτυχημένο τραγωδό, γεγονός που μαρτυρεί και το σχετικό επιτύμβιο επίγραμμα στον τάφο του. Στο πλευρό του Αισχύλου αγωνίστηκε με αυταπάρνηση και ο αδελφός του, Κυναίγειρος, ο οποίος ήταν ένας από τους 192 πολεμιστές της ελληνικής πλευράς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Κυναίγειρος προσπάθησε να ανασχέσει τη φυγή ενός από τα περσικά πλοία, πιάνοντάς το από την πρύμνη, για να του κόψουν τελικά το χέρι με τσεκούρι. Στην ίδια μάχη βρήκε τον θάνατο και ο αθηναίος πολέμαρχος Καλλίμαχος. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι για πρώτη φορά στη μάχη του Μαραθώνα οι Αθηναίοι πολέμησαν και θυσιάστηκαν πλάι πλάϊ με τους δούλους τους.
Αφού λοιπόν περισυνέλεξαν τις σορούς των πεσόντων οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τα ταφικά τους έθιμα, έκαψαν τους νεκρούς τους και έθαψαν τα οστά τους σε παρακείμενο χώρο, δημιουργώντας τύμβο ύψους 9 μέτρων και διαμέτρου 50 μέτρων - η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ακόμη και ίχνη από το τελετουργικό νεκρόδειπνο όπου συνέτρωγαν οι ζωντανοί για να τιμήσουν τους νεκρούς μετά την καύση. Στην κορυφή του τύμβου αναρτήθηκαν μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες με τα ονόματα των πεσόντων μαραθωνομάχων κατά φυλές, συνοδευόμενα από το επιτάφιο επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κείου: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν» («Πρόμαχοι των Ελλήνων οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα ταπείνωσαν τη δύναμη των χρυσοφορεμένων Μήδων»).
Λίγο μακρύτερα βρίσκονται και οι τάφοι των νεκρών Πλαταιέων καθώς και οι τάφοι των δούλων.

Στρατιωτικά - πολιτικά συμπεράσματα
Ήταν η μάχη του Μαραθώνα μία «αποφασιστική» μάχη; Δυο διακεκριμένη ιστορικοί, ο Fuller στο έργο του «Στρατιωτική Ιστορία του Δυτικού Κόσμου» και ο Creasy στο έργο του «Δεκαπέντε Αποφασιστικές Μάχες» εκφράζουν διαφορετικές γνώμες. Σύμφωνα με τον Fuller «η μάχη του Μαραθώνα ήταν μια αξιόλογη μάχη τόσο από την άποψη της στρατηγικής των Περσών που ήταν αξιοθαύμαστη όσο και της τακτικής των Ελλήνων που δεν ήταν λιγότερο αξιοθαύμαστη...Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στο δικό τους στοιχείο, δηλαδή στην ξηρά και ο Μαραθώνας προίκισε τους νικητές με την πίστη στο πεπρωμένο τους που ήταν να επιζήσουν επί τρεις αιώνες στη διάρκεια των οποίων γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός. Ο Μαραθώνας σηματοδότησε τη γέννηση της Ευρώπης.»
Ο Creasy έρχεται πιο κοντά στην γνώμη των Ελλήνων ότι η μάχη του Μαραθώνα ήταν αποφασιστική για την παγκόσμια ιστορία. Σύμφωνα με τον Creasy «Η μάχη του Μαραθώνα έσπασε για πάντα το μύθο του αήττητου των Περσών που παρέλυε τη διάνοια των λαών. Δημιούργησε στους Έλληνες το πνεύμα που απέκρουσε τον Ξέρξη και μετά οδήγησε τον Ξενοφώντα, τον Αγησίλαο και τον Αλέξανδρο σε τρομερά αντίποινα με τις εκστρατείες τους στην Ασία. Εξασφάλισε για την ανθρωπότητα τον πολιτιστικό θησαυρό των Αθηνών, την ανάπτυξη των ελεύθερων θεσμών, τον φιλελεύθερο διαφωτισμό του δυτικού κόσμου και τη σταδιακή άνοδο για πολλούς αιώνες τις μεγάλες αρχές του Ευρωπαϊκού πολιτισμού.»
Εκείνο που ήταν το πιο σημαντικό από την άποψη των Ελλήνων αναγράφεται στο επίγραμμα που γράφτηκε στον τύμβο των Αθηναίων: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν». Οι Αθηναίοι ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν ότι η ΕΝΟΤΗΤΑ όλων των Ελληνικών Πόλεων-Κρατών ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί η απειλή από τους Πέρσες.
Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από την μάχη του Μαραθώνα, τη μάχη κατά την οποία το θάρρος επιβλήθηκε στους αριθμούς και ο αγώνας εκ του συστάδην τη βολή με τα τόξα;
Το πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η μάχη αυτή υπήρξε ο θρίαμβος των ηθικών δυνάμεων έναντι των αριθμών. Οι Αθηναίοι πολίτες που πολεμούσαν στο Μαραθώνα ήξεραν γιατί πολεμούσαν: για τα χωράφια, τις οικογένειες και τα σπίτια τους. Από την άλλη μεριά οι Ασιάτες και Αφρικανοί στρατιώτες, εκτός από τους Πέρσες, δεν ήξεραν γιατί πολεμούσαν και πολλοί από αυτούς απλά έπρεπε να διαλέξουν ποιοι θα τους σκότωναν: οι Αθηναίοι ή οι Πέρσες!

Οι μύθοι γύρω από τη μάχη
Καθότι η μάχη του Μαραθώνα ήταν η πρώτη μάχη που δόθηκε και κερδήθηκε με ένα νεωτεριστικό, για την εποχή του, στρατήγημα αλλά και επειδή η Αθήνα βρισκόταν στο μεταβατικό στάδιο από την αριστοκρατία στη δημοκρατία, όπως επίσης και η δίψα των Αθηναίων για αναλάβουν τα ηνία της ηγεσίας στην Ελλάδα έδωσε τη βάση για να δημιουργηθούν διάφοροι μύθοι σχετικά με την νίκη των Αθηναίων. Σε αυτό βοήθησε και η έλλειψη ιστορικού, αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και ότι πολλά γεγονότα παραποιήθηκαν εσκεμμένα από τους Αθηναίους δημαγωγούς πολιτικούς. Πολλοί από αυτούς τους μύθους έχουν διαλευκανθεί και άλλοι όχι, οι μύθοι αυτοί όμως μας έχουν παραδοθεί σήμερα ως εξής:
• Ο Φειδιππίδης καθώς επέστρεφε από τη Σπάρτη διηγήθηκε ότι στην Αρκαδία τον συνάντησε ο θεός Πάνας και του εξέφρασε το παράπονο του, ότι οι Αθηναίοι δεν τον τιμούν όσο πρέπει, παρότι ο ίδιος αγαπάει τη πόλη τους και θα το απεδείκνυε. Οι Αθηναίοι διηγιόντουσαν πως κατά τη διάρκεια της μάχης άγριες κραυγές ακούστηκαν και σκόρπισαν το τρόμο στους Μήδους σπέρνοντας πανικό στις γραμμές τους. Η λέξη πανικός ετυμολογείται από τον Πάνα. Αργότερα οι Αθηναίοι έχτισαν σε μια σπηλιά στην Ακρόπολη ένα ιερό προς τιμή του τραγοπόδαρου ποιμενικού θεού.
• Ο Πλούταρχος, στο έργο του «Θησεύς», αναφέρει ότι πολλοί Αθηναίοι είδαν να ανοίγει η γη μπροστά τους και να ξεπροβάλει ο Θησέας από μέσα της κυνηγώντας τους Πέρσες. Ακόμα πολλοί είδαν τον ημίθεο Ηρακλή με το ρόπαλο του να ανοίγει τις σειρές των Ανατολιτών.
• Από τη φαντασία των αρχαίων μαχητών δεν έλειψε η θεά Αθηνά με το άρμα της, η θεά Άρτεμις με το τόξο της και η θεά Εκάτη.
• Ο Παυσανίας αναφέρει ότι πολλοί Αθηναίοι είδαν και ανθρώπους άγνωστης ταυτότητας να πολεμούν δίπλα τους. Πολλοί είδαν να πολεμάει δίπλα τους ένας χωρικός με άροτρο και να θερίζει τους Πέρσες. Αυτόν τον άντρα τον τίμησαν οι Αθηναίοι μετά τη μάχη και, επειδή δεν ήξεραν το όνομά του, τον ονόμασαν Εχετλαίο (εχέτλη ονομαζόταν η λαβή του αρότρου).
• Ακόμα ένας μύθος ήταν ότι ο Κέρβερος βοήθησε τους Αθηναίους στη μάχη. Ο Αιλιανός, χρησιμοποιώντας ως πηγή τη σύνθεση της μάχης του Μαραθώνα του Πάναινου και του Μίκωνα της Ποικίλης Στοάς, αναφέρει ότι οι Αθηναίοι χρησιμοποίησαν σκυλιά στη μάχη. Δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκαν σκυλιά για τη φύλαξη του στρατοπέδου και μερικά να πήραν μέρος και στη μάχη. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ξάνθιππος, ένας από τους δέκα στρατηγούς και πατέρας του Περικλή, είχε πάντα μαζί του τον πιστό του σκύλο Ξούθο, οπότε το ενδεχόμενο να υπήρχαν σκυλιά στη μάχη δεν είναι παράλογο. Ο Ξέρξης στη δικιά του εκστρατεία κουβάλησε και αυτός σκυλιά μαζί του, για να τα χρησιμοποιήσει στη διάσπαση των αντίπαλων γραμμών.

Το τέλος του στρατηγού
Μετά τον θρίαμβο στη Μάχη του Μαραθώνα ο Μιλτιάδης θεωρήθηκε ήρωας της Αθήνας. Προκειμένου να εδραιώσει τη νίκη του, την άνοιξη του 489 μ.Χ., με έναν στόλο 70 πλοίων, αποφάσισε να χτυπήσει τον στόλο των Περσών στο Αιγαίο και να τιμωρήσει τη Νάξο που τους είχε προσφέρει βοήθεια. Η νίκη ήρθε εύκολα και η Νάξος καταστράφηκε. Ο επόμενος στόχος, όμως, η Πάρος, πρόβαλε μεγάλη αντίσταση. Η πολιορκία διήρκεσε 26 ημέρες, χωρίς οι Αθηναίοι να μπορέσουν να πατήσουν το πόδι τους στο νησί. Ο Μιλτιάδης τραυματίστηκε στον μηρό από ένα βέλος και αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και να επιστρέψει στην Αθήνα άπραγος. Η ήττα του στην Πάρο κακοφάνηκε στους Αθηναίους, οι οποίοι έδειξαν να λησμονούν τη μεγάλη προσφορά του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι, οι Αλκμεωνίδες, βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία να ζητήσουν τη δίκη του Μιλτιάδη για την αποτυχία του στην Πάρο, δίκη που απαίτησε ο Ξάνθιππος, πατέρας του Περικλή, ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου. Λίγες ημέρες αργότερα ο ήρωας του Μαραθώνα, με πρησμένο πόδι από το τραύμα το οποίο είχε μολυνθεί, οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Οι Αθηναίοι τον εγκατέλειψαν στην τύχη του. Με μοναδικό υπερασπιστή τον αδελφό του Στησαγόρα ο Μιλτιάδης κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε να πληρώσει 50 τάλαντα. Ο Μιλτιάδης όμως πέθανε σχεδόν αμέσως στη φυλακή από γάγγραινα.

Επίλογος
Δεκαετίες, ίσως ακόμη και αιώνες μετά τη μάχη, δεκάδες αθηναίοι έφηβοι οδηγούνταν από τους δασκάλους τους στο πεδίο της μάχης για να προσφέρουν θυσίες και να τοποθετήσουν στεφάνι στον τάφο των πεσόντων μαραθωνομάχων. Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1810, ο φιλέλληνας ποιητής Λόρδος Βύρων, λίγο προτού φθάσει στο Μεσολόγγι, είχε επισκεφθεί τον Μαραθώνα και έγραψε: «Τα βουνά ατενίζουν τον Μαραθώνα και ο Μαραθώνας κοιτά τη θάλασσα. Μόνος για λίγο με τις σκέψεις μου εκεί, την Ελλάδα ονειρεύτηκα ελεύθερη. Γιατί στεκόμουνα στου Πέρση τον τάφο και δεν θεωρούσα τον εαυτό μου σκλάβο».
Οι σύγχρονοι ιστορικοί κάνουν λόγο για τη σημαντικότερη ίσως μάχη των αρχαίων χρόνων, επειδή άλλαξε στην κυριολεξία τον ρου της ιστορίας. Αν αντί των Αθηναίων είχαν επικρατήσει οι Πέρσες, πιθανότατα δεν θα μιλούσαμε σήμερα για τον χρυσό αιώνα και τα κλασικά χρόνια, ενώ η πορεία της Ευρώπης θα είχε πιθανότατα διαφορετική τροπή. Και ενώ η θριαμβευτική νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα δεν εξάλειψε διά παντός την περσική απειλή, την απώθησε ωστόσο για την επόμενη δεκαετία, αφήνοντας στην Αθήνα και στις άλλες ελληνικές πόλεις τον χρόνο να προετοιμαστούν κατάλληλα και με αναπτερωμένο ηθικό να αντιμετωπίσουν το αντίπαλον δέος στην τρίτη και τελευταία του απόπειρα να κυριαρχήσει στην περιοχή. Σε ότι αφορά στο πνεύμα των Αθηναίων ο Ηρόδοτος, σύγχρονος ιστορικός και θεωρούμενος πατέρας της ιστορίας γράφει σχετικά: «Ελευθερία και Ισότητα στα κοινά είναι μεγάλα κίνητρα και έτσι εκείνοι που όταν ζούσαν κάτω από το ζυγό του δεσπότη δεν ήταν καλύτεροι πολεμιστές από τους γείτονές τους, μόλις ελευθερώθηκαν έγιναν οι πρώτοι από όλους. Γιατί ο καθένας ένιωθε ότι πολεμώντας για μια ελεύθερη κοινοπολιτεία, πολεμούσε στην πραγματικότητα για τον εαυτό του και ό,τι αναλάμβανε να κάνει ήταν πρόθυμος να το κάνει ολοκληρωτικά.»
Έτσι το πρωί της 17ης Σεπτεμβρίου 490 π.Χ με τέλειο συγχρονισμό ο Μιλτιάδης έδωσε την διαταγή και οι 11.000 Αθηναίοι και Πλαταιείς σχημάτισαν τη φάλαγγα και κινήθηκαν κατά του εχθρού ενώ οι γύρω λόφοι πρέπει να αντηχούσαν από τον ύμνο που ο μεγάλος ποιητής Αισχύλος, που πολέμησε στο Μαραθώνα, μας διέσωσε στην περίφημη τραγωδία «Πέρσες»: «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων ο αγών!»
Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι «Όταν οι Πέρσες είδαν τους Αθηναίους να κατεβαίνουν χωρίς ιππικό ή τοξότες και με μικρή δύναμη, πίστεψαν ότι ήταν ένας στρατός τρελών που έτρεχε να συναντήσει την καταστροφή του.
Η τρέλα των Ελλήνων οδηγεί ανά τους αιώνες σε νικηφόρες μάχες και το γράψιμο λαμπρών σελίδων ιστορίας. Κάτι ανάλογο δεν έκαναν και οι πατεράδες μας ή οι παππούδες μας το 1940 με τους Ιταλούς; Και οι Ιταλοί δεν ήσαν αρτιότερα εξοπλισμένοι και αριθμητικά περισσότεροι; Δεν φοβήθηκαν όμως οι γνήσιοι απόγονοι των μαραθωνομάχων και τόλμησαν και είπαν το ιστορικό πλέον ΟΧΙ. Τι άλλαξε αυτά τα 70 χρόνια από τότε και γίναμε τόσο ενδοτικοί; Γιατί παντού λέμε ΝΑΙ και καταντούμε το όνειδος της ιστορίας; Ποιος πολιτικός θα μας το εξηγήσει;
Και γιατί μέχρι σήμερα η πολιτεία, έστω το Υπουργείο ( όχι εθνικής, αλλά πολυπολιτισμικής) Παιδείας και δια Βίου Μάθησης, δεν έχει εξαγγείλει σειρά εκδηλώσεων για τη μάχη αυτή, χρησιμοποιώντας την κατάλληλα για να αναπτερώσει το ηθικό των Ελλήνων; Χωρίς τον Μαραθώνα στην ισοπεδωτική Παγκόσμια Δικτατορία πώς μπορούμε να χτίσουμε τον Παρθενώνα του ανθρωπισμού;
Επειδή πολλά έχουμε καταλάβει, θα τιμήσουμε τους Μαραθωνομάχους στη σιγή της καρδιάς μας με την υπόσχεση στον εαυτό μας πως τελικά δε θα επιτρέψουμε «στους Μήδους να διαβούνε»!

Δεν υπάρχουν σχόλια: