Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Η Ελλάδα, σαν την αρκούδα του ποιήματος του Σικελιανού, χορεύει (αθέλητα) στο ρυθμό που παίζει το ντέφι του ΔΝΤ

[[ δαμ-ων ]]

Δύσκολη, πολύ δύσκολη η εποχή μας. Κι ακόμη πιο δύσκολη η κατάσταση που βρίσκεται η πατρίδα μας. Αλυσίδες αόρατες σκλαβιάς την έχουν ζώσει. Ο Έλληνας σκυφτός κι αγέλαστος, για πρώτη φορά απαισιόδοξος. Πρόσφατα δημοσιεύματα αναφέρουν: « Πρωταθλητές στην απαισιοδοξία οι Έλληνες! ..Όχι και τόσο ρόδινη φαντάζονται τη ζωή τους σε 20 χρόνια οι Έλληνες. Όπως κατέγραψε το ευρωβαρόμετρο, σχεδόν επτά στους δέκα Έλληνες την περιμένουν πολύ χειρότερη σε διάφορους τομείς, γεγονός που τους κατατάσσει στους πιο απαισιόδοξους της Ευρώπης των “27”». Αυτή η απαισιοδοξία περιγράφεται με τους πρώτους στίχους του Άγγελου Σικελιανού στο ποίημά του “Ιερά Oδός”:
« Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π’ ολοένα
βουλιάζει... »
Η “Ιερά Οδός” είναι ένα λυρικό συμβολικό ποίημα, εμπνευσμένο απ' τις αρχαίες ελληνικές παραδόσεις. Γράφτηκε το 1935, ανήκει στη σειρά “Ορφικά” και είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Σικελιανού. Το ποίημα έχει ως σκηνικό την Ιερά Οδό, το δρόμο δηλαδή που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα. Εκεί τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Το ποίημα είναι γραμμένο στο πρώτο ενικό πρόσωπο και έχει αφηγηματικό χαρακτήρα. Σ’ αυτό ο ποιητής περιγράφει καταστάσεις ανάλογες με αυτές που ζούσαν οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια. Μας παρουσιάζει τον άνθρωπο που προσπαθεί να λυτρωθεί από τη σκλαβιά, αλλά δεν τα καταφέρνει, επειδή υποδούλωσε τη Μάνα Γη- σύμβολο της μητρότητας και της αγάπης- (στη δική μας ανάλυση μάνα είναι η Ελλάδα). Σε μια εποχή πολιτικής αστάθειας και συνεχών στρατιωτικών πραξικοπημάτων, ο Σικελιανός γράφει το ποίημα “Ιερά Οδός”, για να τονίσει ότι η σωτηρία και η λύτρωση για τον άνθρωπο βρίσκεται στην ταύτισή του με τους νόμους της ζωής και της φύσης ( στη δική μας ανάλυση με την επαναφορά της ηθικής στη ζωή και της διαφάνειας στην πολιτική ζωή του τόπου).

Η συνέχεια >>> εδώ …
Ας δούμε πρώτα την περίληψη του ποιήματος:
Ο ποιητής περπατά μόνος του το δρόμο που οδηγεί από την Αθήνα στην Ελευσίνα, στον τόπο όπου τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια στην αρχαιότητα. Καθώς προχωρά νιώθει τον ήλιο να τρυπώνει στην καρδιά του. Αισθάνεται σαν τον άρρωστο που πρωτοβγαίνει στον κόσμο, έπειτα από πολύ καιρό και θέλει να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Ξαφνικά του φαίνεται ότι ο δρόμος μεταμορφώθηκε σ’ ένα μεγάλο ποταμό, γεγονός που του δίνει την ευκαιρία για σκέψη και περισυλλογή. Όταν αντικρίζει μια πέτρα στην άκρη του δρόμου και κάθεται πάνω της, δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν ξεκίνησε τώρα αυτό το δρόμο ή πριν από αιώνες. Ξαφνικά βλέπει ένα γύφτο να σέρνει πίσω του δυο αλυσοδεμένες αρκούδες. Ο γύφτος δίνει μια παράσταση μπροστά στον ποιητή. Καθώς χτυπά το ντέφι η μάνα αρκούδα χορεύει, θυμίζοντας στον ποιητή πονεμένη μάνα. Ο ποιητής βλέποντας την παράσταση, φέρνει στο νου του παραδείγματα μανάδων, που πόνεσαν για τα βάσανα των παιδιών τους (Δήμητρα, Αλκμήνη, Παναγία). Η μάνα αρκούδα ακολουθείται από το μικρό αρκουδάκι της, που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ακόμα την πίκρα της σκλαβιάς. Καθώς περνά η ώρα, η αρκούδα κουράζεται και δεν μπορεί να χορέψει. Για να την αναγκάσει να συνεχίσει, ο γύφτος τραβά το χαλκά που είχε περασμένο από το ρουθούνι του μικρού αρκουδιού. Παρ’ όλη την κούρασή της, η αρκούδα συνεχίζει το χορό, για να μην πονάει το παιδί της. Ο ποιητής θεωρεί την αρκούδα σύμβολο όλου του κόσμου και όλου του πόνου. Αυτός ο πόνος δεν έχει ξεπληρωθεί ακόμα. Γι’ αυτό η ανθρώπινη ψυχή βρίσκεται ακόμα στον Άδη, δηλαδή στη σκλαβιά. Ο ποιητής ρίχνει μια δραχμή στο ντέφι του γύφτου, συμμετέχοντας έτσι σ’ αυτά που διαδραματίζονται μπροστά του. Έπειτα, ο γύφτος και οι αρκούδες φεύγουν και ο ποιητής μένει πάλι μόνος. Καθώς επιστρέφει στην Ιερά Οδό, αναρωτιέται αν θα ενωθούν κάποτε οι ψυχές των ανθρώπων. Ο ποιητής νιώθει την καρδιά του να πνίγεται μέσα στο σκοτάδι από απελπισία για την τυχόν αρνητική απάντηση στο ερώτημά του. Τελικά, όμως ακούει ένα μουρμουρητό, που του λέει ότι θα ‘ρθει κάποτε η ώρα, που ο άνθρωπος θα λυτρωθεί από τη σκλαβιά και θα ενωθεί με τους συνανθρώπους του. Τώρα ας απολαύσουμε το ποίημα στην ολοζώντανη γλώσσα, που χρησιμοποιεί ο Σικελιανός
« Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π’ ολοένα βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ’ έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ’ έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K’ η πέτρα
π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ’ τους αιώνες. K’ έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να• στην ησυχία αυτή, απ’ το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να• ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με το ‘να
χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. Κ’' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία, (ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά ‘ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ’ εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ’ ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται ζωηρά.
K’ εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ’ εικόνες•
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα
δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ’ είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
“Θά ‘ρτει τάχα ποτέ, θε νά ‘ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κ’ η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;”
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο, κ’ έμοιαζ’ έλλε: “Θά ‘ρτει.”»
Μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια ήσαν στην αρχαιότητα άνθρωποι με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, που ξέφευγαν από τον μέσο πολίτη. Άνθρωποι με πνευματικές και γνωστικές ανησυχίες, αβόλευτοι στην κατεστημένη γνώση. Μέσα από τη σταδιακή μύηση- γιατί τα μυστήρια αυτά διακρίνονταν σε ελάσσονα και μείζονα- αποκτούσαν γνώσεις, που οι ιεροφάντες κρατούσαν μυστικές από τους απλούς πολίτες. Έτσι οι γνώσεις τους για τα μυστήρια της ζωής, της φύσης και του θείου ήσαν βαθύτερες. Ο δρόμος προς την Ελευσίνα, ο δρόμος προς τη γνώση, είναι ο δρόμος της ψυχής. Της ψυχής που αποφορτισμένη από τις βιοτικές μέριμνες ατενίζει πέρα, στο βάθος του ορίζοντα. Από κάπου καθοδηγείται και αναζητεί κάτι υψηλότερο, κάτι συγκλονιστικότερο από τα καθημερινά.
Ο μυημένος μπορεί να διακρίνει τον συμβολισμό που υπάρχει διάχυτος παντού φανερώνοντας την άπειρη Σοφία του Ενός, του Πανταχού Παρόντος. Χρησιμοποιεί τον συμβολισμό για να μιλήσει, για να δώσει συμπυκνωμένους τους στοχασμούς του. Ο μύστης Άγγελος Σικελιανός χρησιμοποίησε τη γλώσσα του συμβολισμού, όπως αναφέραμε παραπάνω. Εμείς θα προσπαθήσουμε να αναπροσαρμόσουμε αυτόν τον συμβολισμό στη σύγχρονη εποχή και στα σημερινά γεγονότα.
Αν κάνουμε μια αναπροσαρμογή στην εποχή μας, αρκούδα είναι η Ελλάδα και αρκουδόπουλο ο Έλληνας πολίτης. Ο γύφτος, που την αιχμαλώτισε και τις πέρασε τις αλυσίδες, η συμπαιγνία πολιτικών, κεφαλαιοκρατών, ντόπιων τραπεζιτών και ξένων δανειστών. Αλυσίδες το μνημόνιο και οι αντιλαϊκοί νόμοι που ψηφίζουν κατ’ επιταγή του βιομηχανικού και τραπεζικού κατεστημένου οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος με τους συνοδοιπόρους τους.
Για πολλά χρόνια τα δύο κυβερνώντα κόμματα ακολούθησαν πολιτική χωρίς σύνεση, που θύμιζε τα τερτίπια νεόπλουτου. Με μόνη τη διαφορά ότι ο πλούτος ήταν δανεικός με υποθήκη την εθνική μας υπόσταση. Οι κυβερνήσεις σαν την στρουθοκάμηλο έβαζαν το κεφάλι μέσα στην άμμο για να μην αντικρίσουν την πραγματικότητα. Ενώ προεκλογικά ο Προβόπουλος τους είχε δώσει τα οικονομικά στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδας, τόσο ο Καραμανλής, όσο και ο Παπανδρέου τα αγνόησαν. Κερδίζοντας τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ, χάθηκε άσκοπα (ή εντέχνως σκόπιμα;) πολύτιμος χρόνος και συρθήκαμε στην παγίδα των διεθνών τραπεζιτών. Παίχτηκε στην πλάτη της χώρας μας ένα εντελώς ανήθικο παιγνίδι- αλλά η διεθνής μαφία των τοκογλύφων δεν γνωρίζει τη λέξη ηθική, την έχει αντικαταστήσει με τη λέξη έγκλημα- που κατέληξε στις αλυσίδες της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και του ΔΝΤ. Η μητέρα- Ελλάδα, η μαμά αρκούδα του ποιήματος, αλυσοδέθηκε με το αρκουδάκι της, τον έλληνα πολίτη, στις αλυσίδες του μνημονίου. Χάσαμε την ελευθερία μας. καταργήθηκε το ελληνικό Σύνταγμα. Η ίδια η βουλή ψήφισε νομοσχέδιο ισχυρότερο του Συντάγματος, με δικαίωμα στους δανειστές να πάρουν δικό τους οποιοδήποτε κομμάτι ελληνικού εδάφους αν δεν είμαστε σε θέση να αποπληρώσουμε. Υποθηκεύσαμε την εθνική μας κυριαρχία, ενώ η εξωτερική μας πολιτική σχεδιάζεται και υλοποιείται από εξωελλαδικά ή εξωκυβερνητικά κέντρα. Πληροφορούμαστε από τα ΜΜΕ ότι θα εγκατασταθεί σύντομα μόνιμος επίτροπος. Ξένος πρωθυπουργός, πάνω από τον πριν από ένα χρόνο εκλεγέντα Έλληνα- κατά το ληξιαρχείο!!!- πρωθυπουργό.
Από αυτό τον τόπο ποτέ δεν έλειψαν οι Μηδίσαντες και οι γραικύλοι. Στήθηκε πολύ καλά η παγίδα για να πιαστεί η αρκούδα. Εκεί που νόμιζε πως ανακάλυψε μια κερήθρα λαχταριστό μέλι- τα δάνεια των ξένων οίκων- βρέθηκε τυλιγμένη στο δίχτυ. Δε μπορούσε να κουνήσει ούτε τα πισινά ποδάρια, ούτε τα μπροστινά που τα ‘χε σαν χέρια. Απορημένο στεκόταν δίπλα στη μάνα του το μικρό της, ένα χαριτωμένο αρκουδάκι. Έτσι οι γύφτοι πέρασαν τις αλυσίδες της αιχμαλωσίας σε αρκούδα κι αρκουδάκι και τον χαλκά στη μύτη. Αν έκαναν πως αγρίευαν, τους τραβούσαν τον χαλκά και μπρος στον αφόρητο πόνο κατάπιναν την αγριάδα.
Ο γύφτος, που ανέλαβε την αρκούδα, την έβγαλε στη γύρα και πότε χτυπώντας με το καμτσίκι, πότε τραβώντας το χαλκά, την ανάγκαζε να χορεύει, αντάμα με το σπλάχνο της, στο σκοπό που έπαιζε με το ντέφι. Κι ο γυρολόγος γύφτος έλαχε να είναι ο πρωθυπουργός. Έκαμε ταξίδι στην πραγματική του πατρίδα, εκεί όπου ένας πρόγονος του αρκουδόπουλου, πήγε για να πάρει τα μήλα των εσπερίδων. Έσερνε την αρκούδα και την έβαζε να χορεύει για λίγες δεκάρες. Χάριζε απλόχερα, γιατί γύφτική είχε καρδιά- και οι γύφτοι δεν έχουν παντοτινή πατρίδα- τον πλούτο της πατρίδας. Όσο- όσο έδινε αυτά που αποχτήθηκαν με περισσό κόπο. Κι ως υπήρχε απροθυμία από την αρκούδα, τράβαγε το χαλκά, που λέγεται ανεργία, του αρκουδόπουλου. Πριν από δέκα μέρες ο πρωθυπουργός με τη συνοδεία του βγήκε στη γύρα για επενδύσεις. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ του ‘πλεξε το εγκώμιο. Και πώς να γινόταν αλλιώς, αφού εφάρμοζε κατά γράμμα όσα οι εντολείς του είχαν αναθέσει; Απομακρύνθηκε κάθε υποψία για συνεργασία Ελλάδας με Ρωσία, ενώ έγινε η γέφυρα για να ελέγξουν οικονομικά οι ΗΠΑ την Ε.Ε. Μα πάνω απ’ όλα έγινε ο εγγυητής να μη χάσουν οι τοκογλύφοι με έδρα την Αμερική τον “αέρα” που μας δάνεισαν. Και είναι μεγάλο πράγμα να δανείζεις αέρα κοπανιστό και να εισπράττεις πραγματικό πλούτο, ζυμωμένο με ιδρώτα και αίμα! «Δεν θα οδηγηθούμε σε παύση πληρωμών. Κάναμε ό,τι έπρεπε να κάνουμε, όχι μόνο εμείς στην Ελλάδα, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, που μας έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης», δήλωσε ο κ. Παπανδρέου, σημειώνοντας: «Και εμείς συνεχίζουμε να ακολουθούμε τους στόχους μας και αυτό γίνεται, ακριβώς για να είμαστε σε θέση να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας». Η κυβέρνηση αναγνωρίζει το χρέος της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στους τοκογλύφους, αυτούς που με μαθηματική ακρίβεια εκπόνησαν και υλοποίησαν το σχέδιό τους για πλήρη κατοχή αυτής της ιστορικής χώρας, στην οποία αν μη τι άλλο οφείλει τον πολιτισμό η οικουμένη. Μα αυτοί δε νογούν από πολιτισμό. Γιατί όσοι απεργάζονται την Παγκόσμια Διακυβέρνηση, δηλαδή την Δικτατορία της οικονομικής ελίτ, είναι αγροίκοι. Θεωρούν ότι η κυριαρχία τους εδραιώνεται και γι’ αυτό σχεδιάζουν για τη φτώχεια μας σε βάθος χιλιετίας. Μέσα από τις λέξεις, σύροντας τα πέπλα της λεκτικής απάτης, νιώθεις ότι ετοιμάζεται ένας παγκόσμιος έλεγχος των λαών.
Στην ομιλία του στη συνεδρίαση του προεδρείου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, που πραγματοποιήθηκε στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, ο κ. Παπανδρέου είπε: «Οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας είναι εξαιρετικά σημαντικοί για έναν προοδευτικό, παγκόσμιο οργανισμό, όπως είναι ο δικός μας, δεδομένου ότι συνδέονται με τις προσπάθειες για την εξάλειψη της παγκόσμιας φτώχειας, την προώθηση ανοικτού, χωρίς διακρίσεις, πολυμερούς εμπορίου και χρηματοπιστωτικού συστήματος, την χρηστή διακυβέρνηση και την ελάφρυνση του χρέους για τις πιο ευάλωτες χώρες», και υπογράμμισε ότι η πρόοδος στην επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας είναι αλληλένδετη με την ικανότητα της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Ακόμη, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι: «Τα τελευταία στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι η οικονομική κρίση εμπόδισε τη μείωση της φτώχειας και αυτό εμποδίζει την πρόοδο προς την επίτευξη των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας.»
Τόσο ο ΟΗΕ, όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα είναι ο πολιορκητικός κριός για την άλωση των κρατών. Όχι μόνο δεν μειώνουν τη φτώχεια, αλλά την επιτείνουν. Το νιώσαμε πολύ καλά στο πετσί μας στο εξάμηνο που πέρασε και θα το νιώσουμε εντονότερα στους επόμενους μήνες. Οι λαοί σήμερα δεν σκλαβώνονται με την ισχύ του πυρός. Σκλαβώνονται με την ισχύ των δανείων. Δεν φορούν στρατιωτικές στολές οι νέοι κατακτητές. Φορούν ακριβά κοστούμια και κρατούν δερμάτινες τσάντες. Είναι αυτοί που ετοιμάζουν το έδαφος για την Παγκόσμια Διακυβέρνηση. Την εγκατάσταση της Νέας Τάξης των εκτός Ισραήλ Εβραίων κατά κύριο λόγο και των Αγγλοσαξόνων συνεταίρων τους. Με αυτούς συνεργάζονται, με αγαστή ταύτιση απόψεων, οι πολιτικοί και η νεοαστική μας τάξη. Ναι, είναι τόσο σίγουροι, που κάνουν σχέδια σε βάθος χιλιετίας. Νομίζουν πως θα εγκαταστήσουν παντού τις πρόθυμες μαριονέτες τους και κινώντας τα νήματα από το παρασκήνιο οι κλειστές και σκοτεινές λέσχες θα μας καταστήσουν πρόθυμα ρομποτάκια εφοδιασμένα με κάρτες πολίτη, για να μας ελέγχουν πλήρως. Αλλά λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο…
Το ταξίδι του πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη, δείχνει πως εξυπηρετούσε έναν πολύ απλό κεντρικό στόχο: να πειστεί η Wall Street αλλά και γενικότερα οι αγορές πως η Ελλάδα αποτελεί πλέον χώρα πρότυπο για τις αγορές. Δηλαδή, πως αποτελεί μια χώρα όπου βασιλεύει το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους, η εργασιακή επισφάλεια, η μισθολογική υποβάθμιση, η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η άνευ όρων παράδοση του περιβάλλοντος στα μεγάλα συμφέροντα. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη “μεγάλη προσπάθεια” που καταβάλλει η κυβέρνηση για να αλλάξει το επενδυτικό τοπίο στη χώρα μας, δημιουργώντας ενθαρρυντικές προοπτικές στον τομέα της ανάπτυξης. Προσφέρουμε ως κράτος, ως κοινωνία, «γην και ύδωρ», παραβλέποντας κάθε εργασιακό δικαίωμα, για επενδύσεις, ενώ στρατηγικούς τομείς τους παραχωρούμε έναντι «πινακίου φακής». Τόνιζε σε κάθε ευκαιρία ο πρωθυπουργός πως η Ελλάδα έχει κάνει πολύ σοβαρά βήματα, «ότι είμαστε σοβαροί», επειδή η Κυβέρνησή του έχει τηρήσει απαρέγκλιτα το Μνημόνιο. Ως γνωστόν η εθελόδουλη “σιδηρά πειθαρχία” της Κυβέρνησης έχει αφήσει έκπληκτους ακόμα και τους τροϊκανούς! Με άλλα λόγια, λοιπόν, βλέπουμε πως ο Γ. Παπανδρέου προσπαθεί από τη Νέα Υόρκη να «προωθήσει» την Ελλάδα ως τη χώρα – πρότυπο εργασιακής και κοινωνικής κατεδάφισης η οποία φυσικά θα είναι παράδεισος για το μεγάλο κεφάλαιο και τις πολυεθνικές. Για να γίνει πιο ελκυστικός πρόσφερε
για αξιοποίηση τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου αξίας € 270 δις.
Αθέλητα έρχεται στο νου μας μια παραλλαγή από ένα πολύ γνωστό τραγούδι: «Πάρε ό,τι θέλεις, παλιατζή, /από μια Ελλάδα που δε ζει…». Η αιώνια μάνα, η Ελλάδα, αυτή που μας έκανε μέχρι τους Ολυμπιακούς αγώνες υπερήφανους, τώρα αλυσοδεμένη χορεύει στο ρυθμό που της χτυπάει το ντέφι του ΔΝΤ. Και ο ρυθμός είναι λάθος, όπως λένε οι κακές γλώσσες. Γιατί τα μέτρα που πρότεινε η εκτελεστικό του όργανο, η Τρόϊκα, ήσαν σε λανθασμένη κατεύθυνση. Ξέρεις τι φοβερό είναι να πληρώνεις τα λάθη των άλλων; Πειραματόζωο καταντήσαμε… Οι διεθνείς τοκογλύφοι μοιάζουν σαν το μπαρμπέρη που μαθαίνουν να κουρεύουν στου κασίδη το κεφάλι… Ο άνθρωπος που τους πρόσφερε τον κασίδη άρχισε να αναγνωρίζεται παγκόσμια για τη διεθνή προσφορά του. Έτσι βραβεύεται ο πρωθυπουργός μας από το πρόεδρο της Deutsche Bank Γιόζεφ Άκερμαν, στο Βερολίνο με το βραβείο «Quadriga» στην κατηγορία «Δύναμη της Ειλικρίνειας». Αναδύεται από μέσα μας η ερώτηση: που βρέθηκε η ειλικρίνεια (;), αφού πριν από ένα χρόνο, στις προεκλογικές εξαγγελίες, έλεγε άλλα και στη πράξη εφάρμοσε τα αντίθετα. Αλλά κάναμε το λάθος ερώτηση με το να συνδέσουμε την ειλικρίνεια με τον ελληνικό λαό. Ζητάμε συγνώμη, φίλε αναγνώστη για την αφελή ερώτηση. Η ειλικρίνεια αναφερόταν στους διεθνείς επενδυτές. Σε αυτούς είχε εγγυηθεί πως θα πάρουν και με το παραπάνω τα δανεικά τους.
Σε λίγο θα ανακηρυχθεί και σωτήρας του ΔΝΤ, αφού κατά την διάσημη Καναδέζα δημοσιογράφο Ναόμι Κλάιν η Ελλάδα έσωσε το ΔΝΤ: «το ΔΝΤ ήταν έτοιμο κυριολεκτικά να χρεοκοπήσει, τόσο ιδεολογικά όσο και χρηματικά. Σε αυτό είχε βοηθήσει και η οικονομική κρίση μετά το 2008. Μην ξεχνάτε ότι το ΔΝΤ είχε αναγκαστεί να πουλήσει ακόμη και χρυσό από τα αποθέματά του. Και βέβαιη εικόνα του στον αναπτυσσόμενο κόσμο ήταν τόσο κακή που οι ηγεσίες των χωρών αυτών δεν ήθελαν να το δουν μπροστά τους». «Τώρα όμως» επισημαίνει «το ΔΝΤ βρήκε μια νέα “αγορά”: την Ευρώπη. Κατά έναν περίεργο τρόπο, σώσατε το ΔΝΤ από τη χρεοκοπία».
Κάποιοι από αυτούς που ρίχνουν στο ντέφι του γυρολόγου- γύφτου την πολύτιμη δραχμή τους, τον ιδρώτα και το αίμα τους, αναρωτιούνται: “Θά ‘ρτει τάχα ποτέ, θε νά ‘ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κ’ η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;”
Θα έρθει, όταν μάθουμε να ελέγχουμε τους κυβερνήτες μας, είτε στην κεντρική εξουσία, είτε στην τοπική αυτοδιοίκηση. Όταν πάψουμε να είμαστε ωχαδελφιστές και τιποτόφρονες. Όταν γίνουμε ενεργοί πολίτες. Όταν η κατ’ όνομα δημοκρατία πάψει να είναι οχλοκρατία. Όταν γίνονται έλεγχοι στα πεπραγμένα και στα οικονομικά όλων των φορέων και όλων εκείνων που είναι στη διοίκηση. Όταν σπάσουμε το κουκούλι του εαυτούλη μας και πάνω από το “εγώ” βάλουμε το “εμείς”. Όταν οι τραπεζίτες καταλάβουν ότι για να εξακολουθήσουν να υπάρχουν πρέπει να δώσουν ένα μέρος του συσσωρευμένου πλούτου. Και βασικά, όταν καταλάβουν ότι όλοι έχουμε το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης πάνω στον πλανήτη που μας θρέφει. Τα αγαθά του ανήκουν σε όλους μας, γιατί όλοι είμαστε παιδιά της ίδιας μάνας- τροφού, της Γης.
Για να έρθει αυτή η ευλογημένη ώρα πρέπει να γίνει μια βαθιά εσωτερική αλλαγή μέσα μας. Αυτή η μεγάλη εσωτερική αλλαγή, γίνεται χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όλο το Σύμπαν συνωμοτεί γι’ αυτό. Οι κοσμικές ενέργειες, που μας κατακλύζουν, η έντονη ηλιακή δραστηριότητα, αυτή την αλλαγή προμηνύουν. Όλος ο πλανήτης, όλη η ανθρωπότητα, ασυνείδητα ετοιμάζονται για μια μεγάλη αλλαγή… Ο πλανήτης μας, όπως αναφέρουν οι διδάσκαλοι της κοσμικής σοφίας, σαν ζώσα οντότητα θα λάβει μια μεγάλη μύηση. Θα γίνει “φωτεινότερος”, αγνότερος, θα γίνει “ιερός” πλανήτης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται… Και τα πλάσματά του, επομένως και οι άνθρωποι, θα γίνουν “φωτεινότερα”. Όλη αυτή η αναταραχή είναι η προετοιμασία για ό,τι θα ακολουθήσει. Πριν τη γέννα έχουμε έντονους πόνους. Έτσι και η Γη κοιλοπονάει, και αυτούς τους πόνους τους νιώθουμε όλοι μας γιατί ένα αόρατο ενεργειακό δίχτυ μας συνδέει, για να έρθει στον κόσμο το “νέο”, ο πολιτισμός της πραγματικής και άδολης αλληλεγγύης, ο πολιτισμός με κέντρο τον άνθρωπο και όχι το κέρδος. Στον μύστη η απάντηση δόθηκε από την καρδιά του. Και στο εναγώνιο διαχρονικό ερώτημα, αυτή είναι η απάντηση και για εμάς,: « Θα έρθει…»

Δεν υπάρχουν σχόλια: