Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Διόνυσος (Β΄): Οι περιπλανήσεις του σε όλο τον κόσμο



[[ δαμ-ων ]]

Α΄. Ο Μύθος
Πρώτος σταθμός στις περιπλανήσεις του Διόνυσου ήταν η Θράκη, όπου ο ισχυρός ηγεμόνας των Ηδωνών, που ήσαν χτισμένες κοντά στο Στρυμόνα ποταμό, ο γιος του Δρύαντος, Λυκούργος, όπως μας λέει ο Όμηρος ( *1 ) έγινε εχθρός του θεού. Μια μέρα που ο θεός και η συνοδεία του γλεντούσαν, τους επιτέθηκε ο Λυκούργος. Οι γυναίκες άφησαν τους θύρσους να πέσουν καταγής και σκορπίστηκαν στο βουνό. Ο βασιλιάς θέλησε να συλλάβει τον Διόνυσο, αλλά αυτός κατατρομαγμένος κατέφυγε στα δώματα της Θέτιδας, όπου βρήκε καταφύγιο στην αγκαλιά της τρέμοντας σύγκορμος, στα βάθη κάτω από το θαλασσινά κύματα. Μετά ο Λυκούργος έπιασε τις Βάκχες, τις συνοδούς του θεού, αλλά κι εδώ απέτυχε, γιατί οι αιχμάλωτες απελευθερώθηκαν με θαυμαστό τρόπο με τη βοήθεια του θεού. Ο ίδιος ο βασιλιάς καταλήφθηκε από μανία, όπου κρατώντας ένα τσεκούρι και νομίζοντας πως χτυπούσε το ιερό φυτό του θεού, το κλίμα, έκοψε το πόδι του και σκότωσε το παιδί του, τον μικρό Δρύαντα. Οι θεοί για να τον τιμωρήσουν προκάλεσαν ακαρπία στη χώρα. Οι υπήκοοί του, για να γλιτώσουν τη σιτοδεία τους, έδεσαν το βασιλιά τους, τον έφεραν στο Παγγαίο, όπου τον δίκασαν με υπόδειξη του Διόνυσου και τον καταδίκασαν σε φρικτό θάνατο. Τον έδεσαν σε ένα βράχο και άγρια άλογα τον σπάραξαν διαμελίζοντάς τον.
Φτάνοντας στην Αιτωλία πέτυχε να έχει φιλική υποδοχή και με χαρά τον φιλοξένησε ο βασιλιάς της, ο Οινέας. Το όνομά του είναι χαρακτηριστικό και συνδέεται με τον “οίνο ”. Για να τον ευχαριστήσει ο θεός για την φιλοξενία του, του παραδίνει το πρώτο κλήμα αμπελιού για να το φυτέψει. Ο Οινέας είχε γυναίκα την Αλθαία, που γέννησε μια όμορφη κόρη, την Δηιάνειρα, που ήταν καρπός της ένωσής της με τον φιλοξενούμενό τους Διόνυσο κι όχι με τον άντρα της Οινέα. Μετά ο θεός έγινε ο αρχηγός μιας εκστρατείας στις Ινδίες. Πέρασε τον ποταμό Ευφράτη, κοντά στην πόλη Ζεύγμα, φτιάχνοντας γεφύρι με παλαμάρι, που ήταν πλεγμένο με κληματίδες και κλωνιά από κισσό. Για να περάσει τον Τίγρη ποταμό ο πατέρας του Δίας του έστειλε ένα λιοντάρι, που το καβαλίκεψε κι έτσι καβαλάρης στο βασιλιά των θηρίων πέρασε ο βασιλιάς των ανθρώπων. Έχοντας πορεία προς την ανατολή με την συνοδεία των σατύρων και των μαινάδων έφτασε στην Ινδία. Στην αρχή οι κάτοικοι κορόϊδεψαν αυτό τον αλλόκοτο στρατό, όμως μετά από πόλεμο, που κράτησε τρία χρόνια, αναγκάστηκαν να υποταχθούν. Νικήθηκαν από τα πραγματικά αλλά κι από τα μυστικά όπλα του θεού. Ο ερχομός του Διόνυσου ωφέλησε πολλαπλά τους Ινδούς, γιατί τους έδωσε πολλά πολιτιστικά στοιχεία, ενώ τους βοήθησε στη γεωργία και στην αμπελουργία.

H συνέχεια εδώ ..

Γυρνώντας στην Ελλάδα επισκέφτηκε την γενέτειρά του Θήβα και διέδωσε τις γιορτές του κάνοντας τους κατοίκους, κύρια τις γυναίκες, να τον λατρεύουν τρέχοντας στην εξοχή εκστασιασμένες. Όμως συνάντησε την αντίδραση του ξάδελφού του, του Εχιονίδη Πενθέα, που ήταν γιός της Αγαύης, της αδελφής της μητέρας του Σεμέλης. Ο βασιλιάς της Θήβας Πενθέας ( παράγωγο του πένθους, ο πάσχων Διόνυσος) διαλαλούσε παντού ότι οι μάντεις ψευδόντουσαν σχετικά με τη θεότητα του Διονύσου, ενώ πρόσβαλε τον Τειρεσία, που τον συμβούλευε να τον δεχθεί ως θεό. Παρεμπόδιζε την λατρεία του ονομάζοντας παράφρονες και μανιακούς τους πιστούς στον θεό συμπατριώτες του. Ήταν τόσο μεγάλη η αντίθεσή του ώστε έδωσε διαταγή να οδηγήσουν σιδηροδέσμιο τον θεό μπροστά του. Παρασύρθηκε από τον μεταμορφωμένο Διόνυσο στο δάσος να παρακολουθήσει από κοντά τις βακχικές τελετές, οπότε ο Πενθέας ντυμένος γυναίκα, κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο και παρατηρούσε τις εκστασιασμένες γυναίκες κι εκεί βρίσκει το θάνατο από τις μαινάδες, που με αρχηγό τη μάνα του Αγαύη, τον ξέσκισαν νομίζοντας, πάνω στη μανία τους, πως είναι θηρίο, ενώ αυτή κράδαινε το κεφάλι του πιστεύοντας πως είναι το κεφάλι του κατακρεουργημένου λιονταριού. Στη συνέχεια ο Διόνυσος εμφανίστηκε στην Αττική, στην Ικαρία, τον σημερινό Διόνυσο, σε μια από τις πιο καρπερές περιοχές, στους πρόποδες της Πεντέλης, όπου βασίλευε ο Ικάριος. Αυτός είχε παντρευτεί την Φαινοθέα, η οποία λένε πως επινόησε τον εξάμετρο στίχο. Από τότε η Αττική διεκδικούσε τα πρωτεία στην αμπελοκαλλιέργεια. Σαν ήρθε ο Διόνυσος σ’ αυτόν τον τόπο έγινε δεκτός με αγάπη και πολλές τιμές από τον ήρωα Ικάριο. Ο θεός για να τον ευχαριστήσει, σαν ανταπόδοση στη φιλοξενία του βασιλιά, του χάρισε ένα κλήμα, του έμαθε την καλλιέργεια του αμπελιού και την τέχνη να φτιάχνει το κρασί. Του σύστησε όμως να κρύψει τα ασκιά με τον θαυμάσιο χυμό των σταφυλιών γιατί μπορούσαν να τον βρουν μεγάλες συμφορές. Ο βασιλιάς, που πολύ αγαπούσε τους υπηκόους του, θέλησε να νιώσουν κι αυτοί τη γλυκιά αίσθηση του κρασιού. Έτσι διατρέχοντας τη χώρα του με τα ασκιά γεμάτα, φορτωμένα σε μια άμαξα, μοίρασε σε όλους τους κατοίκους το δώρο του θεού. Άλλοι λένε πως τα ασκιά τα βρήκαν κάποιοι τσοπάνηδες και ήπιαν πάρα πολύ, ή κοντά στην Αθήνα βρήκε κάποιους βοσκούς και τους έδωσε να πιουν. Καθώς ήταν ανέρωτο το κρασί κι αυτοί αμάθητοι, μέθυσαν. Όποια κι αν είναι η εκδοχή, αυτοί πάνω στο μεθύσι τους, νομίζοντας πως ο βασιλιάς θέλησε να τους δηλητηριάσει, όρμησαν εναντίον του και τον καταξέσχισαν. Όταν πέρασε το μεθύσι όμως κατάλαβαν την επόμενη μέρα την αποτρόπαια πράξη τους, τον έσυραν μέχρι την πηγή Άνυγρη, όπου τον έθαψαν σκεπάζοντάς τον με πέτρες. Σε κανένα δεν φανέρωσαν το μυστικό τους Η κόρη του ήρωα Ηριγόνη, έχοντας κακά προαισθήματα, αφού ο προσφιλής πατέρας της δεν έδινε σημεία ζωής, έτρεχε παντού αλλόφρονη ψάχνοντάς τον. Η πιστή τους σκυλίτσα, η Μαίρα, την οδήγησε και της υπέδειξε τον τόπο ενταφιασμού του άτυχου βασιλιά. Πάνω από τον σωρό από τις πέτρες, υψωνόταν ένα δέντρο, που έσβηνε τη δίψα του στο νερό της πηγής. Από την απελπισία της η κόρη κρεμάστηκε στα κλαδιά αυτού του δέντρου, πάνω από το πτώμα του αδικοχαμένου πολυαγαπημένου πατέρα της. Ο βασιλιάς Ίκαρος, η κόρη Ηριγόνη και η σκυλίτσα Μαίρα τοποθετήθηκαν από τον Δία ( ή από τον Διόνυσο ) στον ουρανό ,ανάμεσα στους αστερισμούς. Σαν έμαθε ο Διόνυσος τα νέα θύμωσε πολύ με τους Αθηναίους και τους έριξε μια παρόμοια τιμωρία, όπου τα κορίτσια τους τα έπιανε ένα είδος τρέλας και κρεμιόντουσαν. Τρομοκρατημένοι οι Αθηναίοι έστειλαν να ρωτήσουν το μαντείο των Δελφών με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να γλιτώσουν απ’ αυτή την συμφορά. Η απάντηση του θεού Απόλλωνα ήταν πως το κακό, που τους βρήκε, οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν έδειξαν φροντίδα για τον Ικάριο και την Ηριγόνη. Γι’ αυτό αν ήθελαν να σωθούν έπρεπε να αποδώσουν τιμές και να κάνουν θυσίες και για τους δύο.
Η ασέβεια προς τον θεό δεν έμενε ατιμώρητη. Οι κόρες του Προίτου στην Τίρυνθα αρνήθηκαν να λατρέψουν τον Διόνυσο και τις χτύπησε μανία, ώστε παράτησαν το σπιτικό τους κι έτρεχαν με άγριες κραυγές στα βουνά και στα λαγκάδια.( Άλλοι έλεγαν πως την μανία την έστειλε η Ήρα, γιατί οι κόρες είτε δεν την τιμούσαν όπως έπρεπε σαν θεά, είτε γιατί είχαν τολμήσει να καυχηθούν πως το παλάτι τους ήταν πιο όμορφο και πιο πλούσιο από το ναό της στην Τίρυνθα, ενώ άλλοι έλεγαν ότι την μανία έστειλε η Αφροδίτη ). Ο πατέρας τους Προίτος τις υπεραγαπούσε και το πήρε τόσο βαριά, που πάνω στην απελπισία του θέλησε να αυτοκτονήσει. Τον πρόφτασαν όμως τα πρωτοπαλίκαρά του τη στιγμή που έσυρε το σπαθί. Δεκατρείς ολόκληρους μήνες έτρεχαν στην εξοχή μουγγανίζοντας σαν αγελάδες οι κόρες κι ο άμοιρος πατέρας τους έτρεχε ξοπίσω τους για τις βρει και να τις φέρει στο παλάτι. Η τρέλα τους έγινε μεταδοτική, κι άλλες γυναίκες της Τίρυνθας τις ακολούθησαν στις περιπλανήσεις τους, φτάνοντας μέχρι την Αρκαδία. Έντρομος ο βασιλιάς αναγκάστηκε να καλέσει τον ξακουστό μάντη και γιατρό Μελάμποδα από την Μεσσηνία. Εκείνος δέχτηκε να γιατρέψει από την τρέλα τις κόρες αρκεί να του δώσει το μισό βασίλειό του και τη μια κόρη για γυναίκα. Αυτή η απαίτηση εξόργισε τον Προίτο, κι απέρριψε την πρόταση του μάντη. Σαν απλώθηκε το κακό σε όλη την πόλη κι όλες πλέον οι γυναίκες άφησαν τα σπίτια τους κι έτρεχαν αναστατωμένες, βγάζοντας άγριες κραυγές στα δάση και στις ερημιές, κακό που κράτησε πολλά χρόνια, μερικοί λένε πως η συμφορά κράτησε δέκα χρόνια, και κατασπάραζαν τα ίδια τους τα παιδιά μέσα στην παραφορά τους, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να υποχωρήσει στις απαιτήσεις του μάντη-γιατρού. Ο Μελάμποδας επανήλθε με μεγαλύτερες αξιώσεις. Ζήτησε τη δεύτερη φορά να μοιραστεί το βασίλειο στα τρία, να κρατήσει το ένα τρίτο ο Προίτος, το άλλο να το πάρει ο ίδιος και το τρίτο ο αδελφός του ο Βίας. Επιπλέον τα δύο αδέλφια να παντρευτούν τις δύο από τις τρεις κόρες του. Ο δύστυχος πατέρας και βασιλιάς μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να δεχτεί. Τότε ο Μελάμποδας συγκέντρωσε τα καλύτερα παλικάρια της χώρας, με αυτά κυνήγησε τις γυναίκες, μπήγοντας κάθε τόσο άγριες κραυγές για να τις φοβίσουν, και φτάνοντας μέχρι τη Σικυώνα τις έπιασε. Μετά, κάνοντας παρακλήσεις, καθαρμούς και θυσίες, χρησιμοποιώντας τα γιατροσόφια του, τις ξανάφερε στα λογικά τους. Όμως πάνω στο κυνήγημά τους, η μια κόρη του Προίτου, η Ιφινόη, δεν άντεξε και πέθανε. Τις άλλες δύο, που επέζησαν, τις παντρεύτηκαν τα δύο αδέλφια, την Ιφιάνασσα ο Μελάμποδας και την Λυσίππη ο Βίας. Την ίδια τύχη είχαν και οι κόρες του ονομαστού Μινύα από τον Ορχομενό. Ο βασιλιάς Μινύας είχε αποκτήσει πολύ πλούτο και δόξα, η χώρα του ήταν μεγάλη κι ευτυχισμένη και γι’ αυτό την θαύμαζαν και την μακάριζαν. Στην τόσο μεγάλη φήμη του Μινύα οφείλεται το γεγονός πως οι κόρες του ήσαν περιζήτητες νύφες. Έτσι μεγάλοι βασιλιάδες γύρευαν τις βασιλοπούλες του Ορχομενού, τις όμορφες Αλκίππη, Αρσινόη και Αλκαθόη (*2). Αυτές είτε γιατί αγαπούσαν τους άντρες που παντρεύτηκαν είτε γιατί ήσαν αφοσιωμένες στο νοικοκυριό τους, αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στις λατρευτικές τελετές προς τιμήν του Διόνυσου. Καθόντουσαν στα σπίτια τους απασχολημένες κυρίως με τον αγαπημένο τους αργαλειό, κι αρνιόντουσαν να βγουν στα βουνά και τα λαγκάδια με τις άλλες γυναίκες, που έτρεχαν εκστασιασμένες. Κακολογούσαν δε αυτές που κάθε τόσο ξεπόρτιζαν στην εξοχή ξεμυαλισμένες από την οργιαστική λατρεία του θεού. Ήταν φυσικό να επιφέρουν την οργή του Διόνυσου, ο οποίος στην αρχή χρησιμοποίησε όλα τα μέσα για να τις μεταπείσει.
Παίρνει πρώτα τη μορφή κοπέλας και παρουσιάζεται μπροστά τους κάποια μέρα, που αυτές ύφαιναν ενώ οι άλλες γυναίκες γιόρταζαν με Διονυσιακό πάθος τον θεό. Τις παρακίνησε να πάνε κι αυτές στη γιορτή, όμως δεν του ‘δωσαν καμία σημασία δουλεύοντας το αδράχτι και το στημόνι. Τότε κατέφυγε στην τρομοκρατία και μεταμορφώθηκε πρώτα σε ταύρο, μετά σε λιοντάρι και στη συνέχεια σε πάνθηρα. Την ίδια ώρα φίδια κουλουριάστηκαν στους αργαλειούς ενώ άλλα φώλιασαν στα καλάθια με το μαλλί. Φυλλώματα από κλήματα αμπελιού και κισσό τυλίχτηκαν γύρω από τους αργαλειούς κι απλώθηκαν από πάνω τους ενώ άρχισε να στάζει από τη στέγη μέλι, γάλα και κρασί. Και πάλι οι Μυνιάδες έμειναν ασυγκίνητες. Τότε ο θεός τις κάνει να παραφρονήσουν. Πάνω στην παραφορά τους άρπαξαν τον Ίππασο, γιο της Αλκίππης, και τον κατασπάραξαν νομίζοντας πως είναι ελάφι. Άφησαν ύστερα τα σπίτια τους κι αλαφιασμένες κατέφυγαν στα βουνά. Εκεί τις βρήκε ο γοργοπόδαρος Ερμής, τις σπλαχνίστηκε κι αγγίζοντάς τες με το χρυσό ραβδί του τις μεταμόρφωσε τη μια σε νυχτερίδα, την άλλη σε κουκουβάγια και την τρίτη σε κουρούνα τη γιδοβυζάχτρα. Ο Βούτης, που ήταν εγκατεστημένος στη Νάξο, ζούσε από πειρατικές επιδρομές. Στη διάρκεια μιας λεηλασίας στη Φθιώτιδα συνέλαβε την Κορωνίδα, τροφό του Διόνυσου. Ο θεός τον χτύπησε με μανία και αφανίστηκε πάνω στην τρέλα του πέφτοντας σ’ ένα πηγάδι.

Β΄. Παραλλαγές
* Όσα αναφέραμε σχετικά με τον Λυκούργο, τον βασιλιά των Ηδωνών, μας τα μετέφερε ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος. Ο Υγίνος μας μεταφέρει κάποια άλλη εκδοχή. Αναφέρει ότι ο Λυκούργος, πάνω στη μανία του ενάντια στο θεό Διόνυσο, θέλησε να βιάσει τη μητέρα του κι απ’ όλο το βασίλειό του να ξεριζώσει τα αμπέλια. Τότε θύμωσε ο θεός και του πήρε τα λογικά, με αποτέλεσμα ο βασιλιάς να σκοτώσει τη μητέρα του και το παιδί του, ενώ πάνω στην τρέλα του πέρασε το πόδι του για κλήμα και το έκοψε. Μετά πήγε στην κορυφή του όρους Ροδόπη, απ’ όπου γκρεμίστηκε και πάνθηρες κατασχίσανε το τραυματισμένο του κορμί.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας λέει ότι ο Διόνυσος επιστρέφοντας από το θριαμβευτικό του ταξίδι στις Ινδίες, έφτασε στη χώρα του Λυκούργου. Άφησε ο θεός το στρατό του και την ακολουθία του στην άλλη πλευρά του Ελλήσποντου, και συνοδευόμενος μόνον από τις Μαινάδες του επισκέφτηκε το ανάκτορο του βασιλιά, που του έκανε, δήθεν τον σύμμαχο. Ο Λυκούργος σχεδίαζε να στραγγαλίσει το θεό τη νύχτα, όταν θα κοιμόταν. Αποκαλύφτηκε, όμως, η συνωμοσία και έφυγε κρυφά ο θεός από το παλάτι και να καταφύγει στην άλλη όχθη του Ελλησπόντου, ενώ οι Μαινάδες κρύφτηκαν στο όρος Νύσα. Εκεί ο Διόνυσος συνέταξε το στράτευμά του κι επανερχόμενος στη Θράκη, κατανίκησε τον εχθρικό στρατό του Λυκούργου, τον οποίο έπιασε αιχμάλωτο. Τον υπέβαλε σε φριχτότατα βασανιστήρια, τον τύφλωσε και στο τέλος τον θανάτωσε με σταύρωση.
Με τον μύθο του Λυκούργου συνδέεται ένας άλλος μύθος, που αναφέρεται στον αδελφό του, τον Βούτη. Μετά τον θάνατο του Λυκούργου, σαν έγινε βασιλιάς των Θρακών ο Βούτης, πήρε ορισμένους από το βασίλειό του, τους οδήγησε στη Νάξο, όπου εγκαταστάθηκαν. Είχαν όμως έλλειψη γυναικών. Έτσι για να βρουν γυναίκες έκαναν επιδρομή στις ακτές της Θεσσαλίας. Έτυχε όταν έγινε η επιδρομή να τελούν εκεί γιορτές τιμώντας τον Διόνυσο. Ο Βούτης και οι σύντροφοί του όρμησαν στις Μαινάδες και τις απήγαγαν. Με την επέμβαση όμως του θεού ο επιδρομέας βασιλιάς τρελάθηκε κι έπεσε σ’ ένα πηγάδι.

* Σχετικά με τη Νάξο υπήρχε κι ένας άλλος μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος είχε διεκδικήσει την εξουσία του νησιού από τον Ήφαιστο. Νικητής βγήκε ο Διόνυσος.
Κατ’ άλλον συγγραφέα, οι δύο γιοι του κεραυνορίχτη Δία είχαν συνάψει συμμαχία στο νησί. Για να τιμήσει αυτή τη συμμαχία ο κουτσοπόδαρος θεός των τεχνών είχε χαρίσει στο θεό της ευθυμίας χρυσό κύπελλο. Ο Διόνυσος αργότερα το χάρισε στη Θέτιδα κι εκείνη στο γιο της Αχιλλέα.

* Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του μύθου, ο Διόνυσος είχε κέρατα και μ’ αυτά έσχισε τον μηρό του πατέρα του, οπότε βγήκε μόνος του. Το όνομα Διόνυσος το πήρε γιατί “ ένυξε ”, έσχισε τον Δία. Παραδίδοντας το νήπιο στον Ερμή ο Δίας, ο γοργοπόδαρος θεός το έφερε στις Νύμφες του βουνού “Nύσσα ”, και γι’ αυτό λένε πως το όνομα του θεού προέρχεται από το Διό και Νύσος.

Γ΄. Σχόλια *Από το στόμα του Διόνυσου, στις “Βάκχες” του Ευριπίδη, απ’ όπου παραθέτουμε την μετάφραση του κειμένου, μαθαίνουμε τους τόπους, στους οποίους περιηγήθηκε ο θεός:
« Ήρθα στη πόλη αυτή ( τη Θήβα ), την πόλη των Ελλήνων,
τη χρυσοφόρα αφήνοντας τη γη των Λυδών και των Φρυγών
κι επέρασα από των Περσών τους λιοκαμένους κάμπους,
τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη,
τη ζάπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη
που απλώνει ως τη θάλασσα, που Έλληνες και βάρβαροι
ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι.
Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες
και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήλθα δω για να φανώ
θεός μπρος στους ανθρώπους.
Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων
να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν
με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν
κισσόδετο κοντάρι…»

* Πολλοί ερμηνευτές των μύθων γύρω από τον Διόνυσο βλέπουν συμβολικά τις διάφορες φάσεις, που παρουσιάζει η ωρίμανση του σταφυλιού.
Η Γη, που ξυπνάει από τον μακρύ λήθαργο του χειμώνα, αποκτά την γονιμοποιό της δύναμη από τα νερά της βροχής και τις ηλιακές ακτίνες, που και τα δυο αγαθά έρχονται από τον ουρανό. Ο χυμός, που προσδίνουν στα κλήματα οι ανοιξιάτικες βροχές, ανεβαίνει στα κλαδιά και αρχίζει να διαμορφώνεται η θεότητα- σταφύλι. Έρχεται μετά ο καυτερός ήλιος-Δίας του θέρους, κεραυνοβολεί με τις θερμές του ακτίνες τη Γη- Σεμέλη και γεννιέται απ’ αυτήν ο καρπός- Διόνυσος. Αλλά δεν είναι ακόμα τέλειος και θα καιγόταν από την επίδραση της “ ουρανογενούς ” θερμότητας του ήλιου, οπότε χρειάστηκε η ευεργετική επέμβαση της Γης που έβγαλε τον προστατευτικό κισσό, ο οποίος με το φύλλωμά του προφύλαξε τον μικρό Διόνυσο, δηλαδή το σταφύλι χρειάζεται τα προστατευτικά φύλλα των αμπελοκλημάτων. Έπειτα πάλι ο ουρανός θα φροντίσει για την τέλεια διαμόρφωση του θεού-καρπού. Θα απλώσει ξανά τα ευεργετικά του σύννεφα και με την δροσιά των τελευταίων ημερών του καλοκαιριού θα πάρει την τέλεια μορφή η θεότητα-σταφύλι .
Όπως λέει ο μύθος, μόλις γεννήθηκε ο Διόνυσος παραδόθηκε στις Νύμφες. Λυγερόκορμες κόρες στον τρύγο κόβουν τα σταφύλια. Στα τρυφερά τους χέρια παραδίδει το κλήμα τον καρπό του. Αλλά κι αν θεωρήσουμε ότι οι Νύμφες συμβολίζουν τα νερά στη γη, μήπως από τα γήινα νερά δεν σχηματίζονται τα σύννεφα στον ουρανό;
Κάποια άλλη παράδοση μας λέει ότι το βρέφος Διόνυσος παραδόθηκε όχι στις Νύμφες αλλά στην Ινώ, την αδελφή της Σεμέλης, για ανατροφή. Κι αυτή όμως είναι θεότητα των υδάτων, με την ονομασία Λευκοθέα.
Ο Φερεκύδης μας λέει πως οι Νύμφες, στις οποίες ο νεογεννημένος θεός παραδόθηκε, ήσαν οι Δωδωνιαίες Υάδες, που είναι απλές προσωποποιήσεις των βροχών, αλλά και προάγγελοι βροχών, όταν αργότερα πήραν θέση στον ουρανό και αποτέλεσαν τον γνωστό αστερισμό των Υάδων.

* Ο Διόνυσος οφείλει τη μεγάλη δημοτικότητά του στο γεγονός ότι αποδίδεται σ’ αυτόν η ανακάλυψη του αμπελιού, που η καλλιέργειά του επεκτάθηκε σ’ όλη την Ελλάδα. Οι αρχαίοι συγγραφείς δε συμφωνούν για τον τρόπο, που έγινε αυτή η ανακάλυψη. Ο Victor Berard μας αναφέρει: « Ο Θεόπομπος διηγείται ότι η άμπελος βρέθηκε στις όχθες του Αλφειού στην Ολυμπία. Οι Βοιωτοί ισχυρίζονται πως η ανακάλυψη έγινε στην περιοχή τους. Για τον Ελλάνικο η άμπελος ανακαλύφθηκε στην Αίγυπτο. Για τον Φιλωνίδη, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις όχθες της Ερυθράς θάλασσας, απ’ όπου ο Διόνυσος την έφερε στην Ελλάδα. Τέλος, οι Τύριοι διεκδικούσαν τον Διόνυσο σαν εφευρέτη του οίνου. Σύμφωνα μ’ αυτούς όλα τα αμπέλια του ελληνικού κόσμου προέρχονταν από το πρώτο κλήμα, που είχε φυτρώσει στο έδαφός τους ».
Οι Έλληνες, προφανώς, υποστήριζαν την εμφάνιση της αμπέλου στο ελληνικό έδαφος, κι αυτό συνέβη αμέσως μετά τον κατακλυσμό, από τον οποίο επέζησαν μόνον ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα.
Ένας από τους γιους του Δευκαλίωνα, ο Ορεσθέας, εγκαταστάθηκε στην Αιτωλία. Όπως μας αναφέρει ο Clavier, εκεί η σκύλα του Οροσθέα γέννησε ένα κομμάτι ξύλου, το οποίο ο γιος του Δευκαλίωνα έθαψε. Αυτό έβγαλε ένα κλήμα αμπελιού, φορτωμένο με σταφύλια. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, ονόμασε Φύτιο το γιο, που απόχτησε αργότερα ο Οροσθέας. Όταν μεγάλωσε ο Φύτιος και παντρεύτηκε απόχτησε γιο, που τον ονόμασε Οινέα. Το όνομα αυτό προέρχεται από τη λέξη “οίνη”, όπως τότε αποκαλούσαν οι πρόγονοί μας την άμπελο. Ο Παυσανίας διηγείται τα ίδια αποδίδοντάς τα στους Οζολούς Λοκρούς. « Η δε γη η λοκρών των καλουμένων Οζολών προσεχής τη Φωκόδι εστί κατά την Κίρραν. Ες δε την επίκλησιν των λοκρών τούτων διάφορα ήκουσα, ομοίως δε άπαντα δηλώσω: Ορεσθεί τω Δευκαλίωνος βασιλεύοντι εν τη χώρα κύων έτεκεν αντί σκύλακος ξύλον. Κατορύξαντος δε του Οροσθέως το ξύλον άμα τω ήρι φύναι άμπελον απ’ αυτού λέγουσι και από του ξύλου των όζων γενέσθαι το όνομα τοις ανθρώποις.» [ Μετάφρ.: Η χώρα των λοκρών των λεγομένων οζολών συνέχεται με τη Φωκίδα στην περιοχή της Κίρρας. Ως προς το προσωνύμιο των λοκρών αυτών άκουσα διαφορετικές ερμηνείες και θα τις αναφέρω όλες: μια σκύλα του βασιλιά της χώρας Ορεσθέα, γιου του Δευκαλίωνα, γέννησε ξύλο αντί για σκυλάκι. Ο Ορεσθέας παράχωσε το ξύλο και λένε πως την άνοιξη φύτρωσε απ’ αυτό αμπέλι. Οι άνθρωποι λοιπόν πήραν το όνομά τους από τους όζους ( κλάδους ) του ξύλου αυτού.] ( Παυσανίου Ελλάδος περιηγήσεως, “Φωκικά”, Χ 38, 1 ).
Σύμφωνα με άλλο μύθο, που αναφέρει ο Σέρβιος, ο Οινέας, βασιλιάς της Αιτωλίας, είχε ένα βοσκό, που ονομαζόταν Στάφυλος, ο οποίος είχε παρατηρήσει ότι μια από τις γίδες δεν βοσκούσε μαζί με τις άλλες και μέρα με τη μέρα πάχαινε. Την παρακολούθησε και είχε ότι πήγε σε κάτι κλήματα κι έτρωγε σταφύλια. Έκοψε κι αυτός να δοκιμάσει και τα βρήκε νόστιμα. Έκοψε μερικά και τα πήγε στον κύριό του. Ο Οινέας τα έστυψε, πήρε το χυμό κάνοντας ποτό, που το ονόμασε “οίνο”, και προς τιμή του βοσκού, που ανακάλυψε το φυτό, έδωσε στον καρπό το όνομα “σταφύλι”.
O Υγίνος διηγείται με διαφορετικό τρόπο το μύθο του Οινέα. Ο Διόνυσος κάποτε επισκέφθηκε τον Οινέα κι ερωτεύτηκε τη γυναίκα του βασιλιά, την Αλθαία. Ο βασιλιάς αντιλήφθηκε τα αισθήματα του θεού και για να τους αφήσει μόνους, προσποιήθηκε ότι έπρεπε ν’ απουσιάσει για να κάνει κάποια θυσία. Από το σμίξιμο του Διόνυσου με την Αλθαία γεννήθηκε η Δηιάνειρα, ενώ κατ’ άλλους ο Μελέαγρος. Ο θεός για ν’ ανταμείψει τον Οινέα για τη συγκατάβασή του, του έμαθε την τέχνη της καλλιέργειας του αμπελιού κι έδωσε στο ποτό (*3), που βγαίνει από τους καρπούς του, το όνομα του βασιλιά.

* Στον μύθο του Ικάριου, που τον σκότωσαν οι μεθυσμένοι συμπολίτες του ή οι βοσκοί και τον βρήκε η κόρη του Ηριγόνη με τη βοήθεια της σκυλίτσας τους Μαίρας, ας σταθούμε στα δύο τελευταία ονόματα. Τι να σημαίνουν αυτά; Ηριγόνη είναι η “ νεαρά σταφυλή ”, η “ εαρογενής ”, δηλαδή το τσαμπί με το σταφύλι, που κρέμεται από την άνοιξη στο κλίμα, που το γέννησε, όπως η κόρη κρεμάστηκε από το δέντρο, που ήταν πάνω από τον τάφο του πατέρα της.
Μαίρα σημαίνει την απαστράπτουσα από την ρίζα μαρ- , που εκφράζει το “ στίλβον ”, το γυαλιστερό, κι από την οποία σχηματίστηκε το ρήμα « μαρ-μαίρω». Αργότερα η Μαίρα αποτέλεσε τον “ αστερισμό του Κυνός ”, του οποίου το αστέρι Σείριος πολλές φορές λέγεται “ αστέρας της Μαίρας ”.
Σε ανάμνηση του απαγχονισμού της Ηριγόνης οι κάτοικοι της Ικαρίας αργότερα θεσμοθέτησαν την “γιορτή της αιώρας ”, όπου έφτιαχναν ειδώλια από κερί ή πηλό, τα κρεμούσαν στα κλαδιά των δέντρων και ο αέρας τα κουνούσε πέρα-δώθε. Άλλο έθιμο, στην εποχή του τρυγητού, ήσαν τα “ φαιδρά Ασκώλια ”, όπου γέμιζαν με αέρα ένα μεγάλο ασκί, που το άλειφαν με λάδι και πηδούσαν μετά πάνω του, ονομάζοντας αυτό “ ασκωλιασμό ”. Αυτό το παιγνίδι γινόταν για να μιμηθούν τον Ικάριο, ο οποίος κάποτε βρήκε έναν τράγο να κατατρώγει το αμπέλι του, το έπιασε και αφού το έγδαρε, κατασκεύασε από το δέρμα του ασκό, πάνω στον οποίο χόρεψε από την χαρά του την ημέρα του πρώτου τρυγητού.
Σε ανάμνηση της καθόδου του θεού στον Άδη και του γεγονότος της κατασκευής του φαλλού από συκιά χρησιμοποιούσαν στεφάνια από μυρτιά κατά την μύηση στα μυστήρια του Διόνυσου και τις γιορτές του στο Άργος κι αλλού χαρακτήριζαν οι φαλλοφορίες.

* Ο κύκλος των μύθων για τις εκστρατείες και τις αποστολές του Διόνυσου ακολουθεί την διεύρυνση των Ελλήνων στον τότε γνωστό κόσμο. Έτσι ο Διόνυσος, στις μυθικές παραδόσεις, κατέκτησε όλες τις χώρες (*4), που είχαν σχέση με τους Έλληνες. Καταγράφεται η παρουσία του τόσο στην Ασία, όσο και στην Αφρική. Τον συναντάμε από την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Αιθιοπία και τις Αραβικές χώρες, μέχρι τη Λυδία, τη Φρυγία, τη Βακτριανή και τις Ινδίες. Αργότερα, ο Μέγας Αλέξανδρος σαν νέος Διόνυσος προελαύνει, πετυχαίνοντας τη μια νίκη μετά την άλλη, μέχρι τα έσχατα όρια του τότε γνωστού κόσμου. Στα μέρη αυτά υπήρχε η παράδοση για τον εκπολιτιστή και δάσκαλο της γεωργίας και της αμπελουργίας Διόνυσο.
Ο Παυσανίας αναφέρεται στην εκστρατεία στις Ινδίες. Κάνοντας την περιγραφή των ζωγραφικών εικόνων του καλλιτέχνη Πολύγνωτου, στη Δελφική λέσχη των Κνιδίων, για μια συγκεκριμένη εικόνα μας αναφέρει: « Στη συνέχεια της εικόνας, πολύ κοντά στον στρέφοντα το σκοινί, παριστάνεται η Αριάδνη, η οποία κάθεται σε βράχο και κοιτάζει την αδελφή της Φαίδρα, που αιωρείται πάνω σε κούνια και πιάνει με τα χέρια από τη μια κι από την άλλη μεριά το σκοινί της κούνιας. Η παράσταση, αν και έχει πολλή χάρη, φέρνει στο νου το τέλος της Φαίδρας (*5). Την Αριάδνη, που τη συνάντησε κατά δαιμονική σύμπτωση ή κι επίτηδες γι’ αυτήν έστησε ενέδρα, την αφαίρεσε από το Θησέα ο Διόνυσος, ο οποίος αντιμετώπισε το Θησέα με μεγαλύτερο στόλο, όχι κανένας άλλος Διόνυσος, κατά τη γνώμη μου, αλλά εκείνος που πρώτος έκαμε κατά των Ινδών εκστρατεία και που πρώτος γεφύρωσε τον Ευφράτη ποταμό. Το όνομα Ζεύγμα (*6) δόθηκε σε μια πόλη στο μέρος εκείνο της χώρας, όπου ζεύχτηκε ο Ευφράτης, και στο μέρος αυτό σώζεται ως την εποχή μας η χοντρή τριχιά, με την οποία ζεύχτηκε ο ποταμός, πλεγμένη με βλαστούς αμπέλου και κισσού. Οι παραδόσεις των Ελλήνων και των Αιγυπτίων, οι σχετικές με τον Διόνυσο, είναι πολλές… »
( Παυσανίου “Ελλάδος Περιήγησις, Φωκικά”, Χ, 3-4 )
Επίσης οι Έλληνες, όποτε στις άλλες χώρες συναντούσαν κάποιο θεό, που παρουσίαζε αναλογία με τον Διόνυσο, δεν δίσταζαν να τον ταυτίσουν με το γιο του Δία και της Σεμέλης, με αποτέλεσμα να διευρυνθεί πολύ ο κόσμος, που λάτρευε το θεό της φύσης και της βλάστησης. Όλες αυτές οι παραδόσεις για τις εκστρατείες του θεού στις διάφορες χώρες τροφοδότησε με άφθονο υλικό τόσο τους ποιητές, όσο και τους ζωγράφους των αγγείων και τους γλύπτες, που απεικόνισαν τον θρίαμβο του νικητή θεού στις εκστρατείες του , και κυρίως στις Ινδίες.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). «Γιατί κι ο γιος του Δρύαντα, ο δυνατός Λυκούργος,
φιλονικούσε με θεούς κι έζησε έτσι λίγο.
Του μανιακού Διόνυσου κάποτε αυτός τις βάγιες
από τ’ άγιο βουνό της Νύσσας έδιωχνε, αυτές όλες
τους θύρσους κάτω σκόρπιζαν. Ο φονικός Λυκούργος
με βουκέντρα τις κέντριζε. Βυθίστηκε στο κύμα
σκιαγμένος ο Διόνυσος. Τον δέχτηκε σκιαγμένο
στην αγκαλιά η Θέτιδα απ’ τις φωνές του ανθρώπου.
Μα οι καλότυχοι θεοί οργίστηκαν μ’ εκείνον
κι ο Δίας τον ετύφλωσε. Μα δεν έζησε πάλι
για πολύ, καθώς το μίσος των θεών όλων είχε.» ( Ομήρου Ιλιάδα, Ζ’ 130-140 )

(*2). Ο Jean Richepin στο έργο του “Ελληνική Μυθολογία”, τόμος Α’, ΟΙ ΘΕΟΙ, αναφέρει τα ονόματα Λευκίππη, Αρσίππη και Αλκαθόη.

(*3). Για το ποτό, που ο θεός χάρισε στους ανθρώπους, ο Ευριπίδης λέει:
« Μετά ήρθε ο Διόνυσος, ο γιόκας της Σεμέλης,
που βρήκε το αντίδοτο υγρό ποτό, τον οίνο,
και στους ανθρώπους το ‘φερε τις λύπες τους να γιάνει.
Και σαν χορτάσουν το ποτό απ’ τα’ αμπελιού το ρεύμα,
ύπνο δίνει και λησμονιά στις πίκρες της ημέρας,
δεν θα ‘βρεις όμοιο φάρμακο.
Θεός κι αυτός και χύνεται σπονδή στους αθανάτους,
Ώστε για χάρη του οι θνητοί να μη στερούνται πλούτη.» ( Ευριπίδου “Βάκχαι”, στιχ.278- 285 )

(*4). Για την πολεμική αρετή, ο Ευριπίδης μας αναφέρει έμμετρα:
« Κι ακόμη αρκετή αρετή έχει ο θεός πολεμική,
έτσι, που όταν στράτευμα σε τάξη είν’ κι οπλισμένο,
το κόβει φόβος ξαφνικός προτού η λόγχη αγγίξει,
γιατί μανία είν’ κι αυτή δοσμένη απ’ τον Βακχέα. » ( Ευριπίδου “Βάκχαι”, στιχ. 333-305 )

(*5). Ο Θησέας πήρε μέρος με τον Ηρακλή στην εκστρατεία του Ηρακλή κατά των Αμαζόνων στον Πόντο. Εκεί ερωτεύτηκε η Αμαζόνα Αντιόπη το νεαρό, τότε, Θησέα τους παρέδωσε με προδοσία την πόλη Θεμίσκυρα, που πολιορκούσαν για καιρό, χωρίς να μπορούν να την καταλάβουν. Στον γυρισμό στην Αθήνα ο Θησέας την πήρε μαζί του και απόχτησε μαζί της τον Ιππόλυτο. Η απαγωγή της Αντιόπης προκάλεσε την εκστρατεία των Αμαζόνων στην Αττική, που έφτασαν μέχρι την Αθήνα. Στην μάχη που έγινε οι Αθηναίοι κατανίκησαν τις Αμαζόνες, που είχαν μεγάλες απώλειες. Όμως στη μάχη αυτή σκοτώθηκε η άτρομη Αντιόπη, που πολεμούσε στο πλευρό του αγαπημένου της Θησέα.
Μετά το θάνατο της Αμαζόνας ο Θησέας παντρεύτηκε τη Φαίδρα, που είχε ακολουθήσει την αδελφή της Αριάδνη από την Κρήτη. Ο Ιππόλυτος ήταν πολύ ωραίος, αγνός κι αθλητικός και η Φαίδρα τον αγάπησε με πάθος. Στη γιορτή των Παναθηναίων, που είχε έρθει ο νέος από την Τροιζήνα, κι αφού μάταια προσπάθησε να πνίξει το πάθος της, του έγραψε ένα γράμμα, όπου του ξομολογιόταν τον παράφορο έρωτά της και του έκανε ανήθικες προτάσεις. Ο Ιππόλυτος θύμωσε με τη μητριά του και την απέρριψε. Η Φαίδρα, φοβούμενη μήπως ο προγονός της φανερώσει στο Θησέα το πάθος της, αυτοκτόνησε με απαγχονισμό. Προτού περάσει τη θηλιά στο λαιμό της, για να εκδικηθεί τον νέο, άφησε ένα γράμμα στον άντρα της, κατηγορώντας τον, ψέματα, πως τόλμησε να της γυρέψει τον έρωτά της.
Όταν ο Θησέας γύρισε και διάβασε το γράμμα της νεκρής γυναίκας του, καταράστηκε το γιο του. Ο πατέρας του ο Ποσειδώνας του είχε υποσχεθεί να του εκπληρώσει τρεις ευχές- επιθυμίες. Καθώς ο Θησέας θυμωμένος έδιωξε από το παλάτι της Αθήνας τον Ιππόλυτο, ο Ποσειδώνας εισάκουσε την κατάρα, και φεύγοντας μεσ’ τη ζάλη και την έξαψη από την αδικία ο νέος πάνω στο άρμα του για την Πελοπόννησο, ο θεός έβγαλε από τα νερά της θάλασσας έναν αγριεμένο ταύρο στο δρόμο του νέου. Τρόμαξαν τα άλογα κι αφηνιασμένα ξέφυγαν από το δρόμο, όπου έσπασε το άρμα και τα ηνία τυλίχτηκαν στον άτυχο νέο, που παρασύρθηκε και σκοτώθηκε πάνω στις μυτερές πέτρες.

(*6). Η πόλη Ζεύγμα χτίστηκε από τον Σέλευκο Α’ περί το 300 π.χ. Το όνομά της οφείλεται σε μια κοντινή γέφυρα, που είχε το όνομα Ζεύγμα, γιατί είχε φτιαχτεί από ζευγμένα πλοία το ένα με το άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: