Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Σύζυγοι και τέκνα του Δία: vi. Λητώ- Απόλλωνας- Άρτεμη

[[ δαμ- ων ]]

Άρτεμη
Πρώτα η Λητώ γέννησε την Άρτεμη. Ο Σωκράτης για την ερμηνεία του ονόματός της λέει: «Η Άρτεμις φαίνεται ότι πήρε το όνομά της από το “αρτεμές” (ακεραιότητα) και την κοσμιότητα του χαρακτήρα της, επειδή επιθυμούσε την παρθενία. Ίσως πάλι εκείνος που έδωσε την ονομασία ν’ αποκάλεσε τη θεά “αρετής ίστορα” (γνώστη της αρετής) ή ίσως ως τον “άροτον μισησάσης” (επειδή εναντιώθηκε στη γονιμότητα) του άνδρα προς τη γυναίκα. Για κάτι από αυτά, ή και για όλα, έδωσε στη θεά το όνομα τούτο ο ονοματοδότης.» (Πλάτωνας, “Κρατύλος”, 406b). Αρτεμής (ους) είναι ο ακέραιος, ο σώος και αβλαβής και αρτεμία η ακεραιότητα, αλλά και η υγεία. Επίσης έχουμε: “Άρτεμις”: «Η θεός, αερότεμίς τις ούσα, η τον αέρα τέμνουσα• η αυτή γαρ εστι τη σελήνη• ή από του αρτεμή ποιείν• λέγεται γαρ η θεός αναιρετική των γυναικών• και Όμηρος, «τις νυ σε κήρ αδάμασσε τανηλεγέος θανάτοιο; ή δολιχή νούσος, ή Άρτεμις ιοχέαιρα;» Ή από του αρτεμής παρωνύμως Άρτεμις, τουτέστιν η υγιής και ανεπίληπτος δια την παρθενίαν• παρθένος γαρ η θεός και φιλοσώφρων. Ή ότι άρτια και τέλεια και ανελλιπή εποίησε τα κατά κόσμον φανείσα.» (Μέγα Ετυμολογικόν)
H Άρτεμη είναι μια από τις παλαιότερες, πιο περίπλοκες αλλά και πιο ενδιαφέρουσες μορφές του ελληνικού πανθέου. Κόρη του Δία από τη Λητώ γεννήθηκε στο νησί Ορτυγία όπου πρώτη ήρθε στο φως και λίγο αργότερα ο αδερφός της ο Απόλλωνας. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της γέννησής της η Άρτεμη παίρνει πρωτοβουλίες. Αν και νεογέννητο βρέφος, βοηθά την εξουθενωμένη μητέρα της να ξεγεννήσει και το δεύτερο της παιδί, τον Απόλλωνα. Έτσι δικαιολογείται ότι η λατρεία της Άρτεμης είναι παλιότερη απ’ αυτή του Απόλλωνα. Βοηθώντας την επίτοκη μητέρα της, η Άρτεμη ανέλαβε την προστασία του τοκετού και γι’ αυτό αποκαλούνταν “Άρτεμις λοχεία”. Κατ’ επέκταση του ρόλου της η Άρτεμη συνδέεται με τη μητρότητα και την ανατροφή των παιδιών. Σιγά- σιγά υποκατέστησε την θεά των τοκετών Ειλειθυία.
Πανέμορφη και πανέξυπνη η Άρτεμη, είχε από πολύ νωρίς κερδίσει την εκτίμηση των άλλων θεών. Ήδη από τα τρία της χρόνια είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις, που αφορούσαν την ενδυμασία της, τον εξοπλισμό της και την ακολουθία της στην πιο αγαπημένη της ενασχόληση, το κυνήγι. Ήταν παιδί που ήξερε τι ήθελε και πραγματικά σταθερό και άκαμπτο στις αποφάσεις του.
Ο Δίας τη θαύμαζε για την επιμονή της και, λόγω της ευστροφίας της, της έτρεφε πολύ μεγάλη αγάπη και ικανοποιούσε όλες της τις επιθυμίες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που ζήτησε η Άρτεμη σαν δώρο από τον πατέρα της ήταν η αιώνια αγνότητα και παρθενία.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ο Καλλίμαχος στον ύμνο του αναφέρει:
« παίς έτι κουρίζουσα τάδε προσέειπε γονήα:
‘δός μοι παρθενίην αιώνιον, άππα, φυλάσσειν,
καί πολυωνυμίην, ίνα μή μοι Φοίβος ερίζη,
δός δ' ιούς καί τόξα -- έα πάτερ, ού σε φαρέτρην
ουδ' αιτέω μέγα τόξον: εμοί Κύκλωπες οϊστούς
αυτίκα τεχνήσονται, εμοί δ' ευκαμπές άεμμα: »
[ « Αρχίζουμε από τότε που καθισμένη στου πατέρα της τα γόνατα
ενώ ήταν ακόμη κοριτσάκι, αυτά τα λόγια είπε στον πατέρα:
δώσε μου τη δύναμη αιώνια να φυλάω την παρθενιά μου, πατερούλη,
και τα πολλά μου ονόματα• για να μη φιλονικεί μαζί μου ο Φοίβος.
Δώσε μου βέλη και τόξα• δε τα θέλω σε φαρέτρα, πατερούλη,
ούτε και τόξο μεγάλο σου ζητάω• γιατί σε μένα οι Κύκλωπες
αμέσως θα φτιάξουν βέλη και τόξο εύκαμπτο•
μα εσύ δώσ’ μου φωτισμό και χιτώνα μέχρι το γόνατο να έχω επίτρεψέ μου
να ζώνομαι με χρώματα στα άκρα του, για να μπορώ να κυνηγώ ζώα άγρια.
Δώσ’ μου και εξήντα ικανές χορεύτριες, κόρες του Ωκεανού,
όλες εννιά χρονών, όλες ακόμα μικρά κορίτσια… » ] (Καλλίμαχος, “Ύμνος στην Άρτεμη”, 4- 14)
Πιστή και σταθερή σ’ ό,τι ζητούσε και τη δέσμευε, η παρθενική θεά δε σπίλωσε ποτέ ούτε το ήθος της, ούτε και το χαρακτήρα της. Σοβαρή και περήφανη, διατήρησε την αγνότητά της περιφρονώντας ερωτικές πολιορκίες κι επιθέσεις. Αφοσιωμένη στο κυνήγι και τη φύση, αδιαφόρησε για τις χαρές του γάμου και τις απολαύσεις του έρωτα. Με επιβολή και αυστηρότητα απαίτησε την αθωότητα και την παρθενικότητα όχι μόνο του εαυτού της, αλλά και των Νυμφών που την περιστοίχιζαν κι επίσης αυτών που με τις υπηρεσίες τους την τιμούσαν. Στον ομηρικό ύμνο της Αφροδίτης, τονίζεται ότι η θεά του έρωτα δεν μπόρεσε να μπλέξει σε ερωτικές περιπέτειες την κόρη της Λητώς:
« Αλλά και την Αρτέμιδα ποτέ, τη χρυσόβελη και πολυθόρυβη,
σ’ αγάπη την τιθάσεψε η Αφροδίτη η χαμογελαστή.
Αυτή με τα τόξα χαιρόταν και το σκοτωμό θηρίων στα βουνά,
με φόρμιγγες, με χορούς και με ξαναμμένες ολολυγές
με τα άλση τα σκιερά και με την πόλη των δίκαιων ανθρώπων .» ( Ομηρικός Ύμνος 5, “Στην Αφροδίτη”, 16- 20)
Μια από τις πιο αγαπημένες ενασχολήσεις της Άρτεμης ήταν το κυνήγι. Γυναίκα δραστήρια, ορμητική και ευκίνητη, η ελεύθερη και αεικίνητη θεά διοχέτευε το μεγαλύτερο μέρος της ενεργητικότητάς της στην αναζήτηση και καταδίωξη θηραμάτων στα βουνά. Συνοδευόμενη από δροσερές και όμορφες νύμφες και περιστοιχισμένη από άγρια κυνηγόσκυλα, έτρεχε γύρω από λίμνες, ποτάμια, λιβάδια και βουνά προκειμένου να απαντηθεί με άγρια κυρίως ζώα. Ντυμένη με λιτό ελαφρύ ρούχο και εφοδιασμένη με τον κατάλληλο για την περίσταση εξοπλισμό ριχνόταν με ενθουσιασμό και μανία σ' αυτό που κυρίως την ενδιέφερε. Αδάμαστη, σκληρή κι αγέρωχη, δεινή γνώστρια της τοξευτικής τέχνης και πολύ ικανή δρομέας και κυνηγός, επιδίδονταν με πάθος στο κυνήγι.
Ένα από τα βασικότερα γνωρίσματα της Άρτεμης ήταν η καθολική της κυριαρχία στη φύση. Ήμερα και άγρια ζώα, ψάρια στα νερά και πουλιά στον αέρα ήταν όλα τους κάτω από την προστασία της. Στο πρόσωπό της απορρόφησε την αχαϊκή θεότητα “Πότνια θηρών”.
Ως θεά και προστάτιδα της φύσης η Άρτεμη θεωρείτο υπεύθυνη τόσο για τη γεωργία όσο και για την κτηνοτροφία. Περιοχές που τη λάτρευαν και την τιμούσαν ανελλιπώς είχαν πάντα εύφορη γη, κατάσπαρτα χωράφια, πλούσια συγκομιδή και ζώα υγιή και γόνιμα. Αντίθετα, όσες από τις περιοχές δεν τηρούσαν σωστά τις υποχρεώσεις τους απέναντί της και επιπλέον παρέβλεπαν την ύπαρξή της, είχαν να αντιμετωπίσουν την εκδικητική οργή και μανία της, που ισοδυναμούσε με καταστροφή των σπαρτών και αποδεκατισμό των κοπαδιών. Στον ομηρικό ύμνο ψάλλονται όλα όσα αρέσουν στη θεά:
« Την Άρτεμη με τα χρυσά τα βέλη υμνώ, τη θορυβώδη,
παρθένα ντροπαλή που με τα βέλη της ελάφια κυνηγάει,
του χρυσοδόξαρου Απόλλωνα την αδερφή,
που σε όρη σκιερά και ανεμώδεις κορυφές
βρίσκει χαρά με το κυνήγι κι ολόχρυσα τεντώνει τόξα
τις πολυστέναχτες σαΐτες εκτοξεύοντας• τρομάζουν οι ψηλές
ακροκορφές κι αντιλαλεί το δάσος φοβερά
απ’ των θηρίων τις φωνές, και φρίττει η γη
κι η ψαροτρόφα θάλασσα• με τη γενναία της καρδιά
ολούθε πάει κι έρχεται σκοτώνοντας τα γένη των θεριών.
Κι όταν νιώσει χαρούμενη η κυνηγήτρα των θηρίων η τοξεύτρα
κι ο νους της ευφρανθεί, τα τόξα τα ευλύγιστα αφήνει χαλαρά
και πάει στο μεγάλο δώμα του καλού της αδερφού
του Φοίβου Απόλλωνα, στην πλούσια πόλη των Δελφών,
να οργανώσει τον ωραίο χορό χαρίτων και Μουσών.
Κρεμάει τότε τα παλίντονά της τόξα και τα βέλη
και μπρος πηγαίνει ομορφοστολισμένη στο κορμί
να σύρει πρώτη τον χορό κι άλλες με θεϊκή φωνή
δοξολογούσε την καλλίσφυρη Λητώ για τα παιδιά που γέννησε,
άριστα μέσα στους θεούς στις σκέψεις και στα έργα.
Χαίρετε, του Δία τέκνα και της ωριόμαλλης Λητώς•
και σ’ άλλο άσμα μου κι εγώ θα σας μνημονεύσω. » ( Ομηρικός Ύμνος 27, “Στην Άρτεμη”,
Ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Τρώων δε βρίσκει την Άρτεμη αδιάφορη,. Μαζί με τον αδερφό της τον Απόλλωνα τον Άρη, την Αφροδίτη και τη Λητώ συμμετέχει ενεργά με το μέρος των Τρώων. Ένα από τα πρώτα περιστατικά που συνέβησαν προτού ακόμη ξεκινήσει ο πόλεμος οφειλόταν στο θυμό και την οργή της Άρτεμης. Ο ελληνικός στόλος, εξαιτίας της άπνοιας που είχε δημιουργήσει η θεά, δεν μπορούσε να ξεκινήσει. Ένα τυχαίο περιστατικό του αρχηγού των Αχαιών Αγαμέμνονα είχε προκαλέσει την κατάσταση αυτή. Κάποτε χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί είχε εισβάλει σ’ ένα άλσος αφιερωμένο στην Άρτεμη και είχε σκοτώσει ένα ιερό ελάφι. Η θεά εξοργίστηκε τόσο πολύ που απαίτησε τη θυσία της κόρης του Ιφιγένειας προκειμένου ευνοϊκοί άνεμοι να βοηθήσουν το σαλπάρισμα των ελληνικών καραβιών.
Στη θεομαχία της “Ιλιάδας”, απέναντι στη διστακτικότητα του Απόλλωνα να μονομαχήσει με τον Ποσειδώνα, η Άρτεμη κρατά στάση αρνητική και αντιμετωπίζει το δίδυμο αδερφό της με λόγια ειρωνικά, αναιδή και περιφρονητικά. Η Ήρα, παρούσα στο περιστατικό, εξοργίζεται με τη συμπεριφορά της και με μανία αρχίζει να τη χτυπά με τις ίδιες τις σαΐτες της. Ας αφήσουμε, όμως, τον Όμηρο να κάνει την περιγραφή:
« Σ’ αυτό τότε απάντησε ο μακρορίχτης Φοίβος:
«Κοσμοσείστη, δε θα ‘λεγες πως έχω φρονιμάδα,
αν μαζί σου θα χτυπηθώ για των θνητών τη χάρη
των άμοιρων, που μοιάζοντας τα φύλλα μια τρανεύουν
γεμάτοι φλόγα τρώγοντας απ’ τον καρπό της γης τους,
μια πεθαίνουν και χάνονται. Ας φύγουμε απ’ τη μάχη
το γρηγορότερο• αυτοί μόνοι τους ας χτυπιούνται.»
Αυτά είπε και έφυγε• να χτυπηθεί ντρεπόταν
μ’ αδερφό του πατέρα του. Θύμωσε η αδερφή του
η αφέντρα των αγριμιών, η Άρτεμη του δάσους,
και κατηγόριες λέγοντας αυτά τα λόγια είπε:
«Μακρορίχτη, φεύγεις λοιπόν κι όλη τη νίκη αφήνεις
στον Ποσειδώνα και άδικα τον κάνεις να καυχιέται.
Άμυαλε, έτσι άχρηστο τι μου κρατάς το τόξο;
στου πατέρα τ’ αρχοντικό να μη σε ξανακούσω
να μου καυχιέσαι, όπως πριν, μέσα στους αθανάτους
πως βαστάς να χτυπηθείς και με τον Ποσειδώνα.
Έτσι είπε• δεν απάντησε ο μακρορίχτης Φοίβος.
Θυμό γεμάτη η σεβαστή ομόκλινη του Δία
μάλωσε την τοξεύτρια με τέτοιες κατηγόριες:
«Σκύλα ξεδιάντροπη, τώρα πώς θέλησες να έρθεις
αντίκρυ μου; Σαν δύσκολο μαζί μου να τα βάλεις,
κι ας είσαι και τοξεύτρια• για τις θνητές λιοντάρι
ο Δίας σ’ έκαμε κι όποιον συ θέλεις να σκοτώνεις
σ’ άφησε. Είναι πιο καλό αγρίμια να σκοτώνεις
ή ελάφια μες στα βουνά παρά με άξιους μάχη.
Πόλεμο να γευτείς αν θες, για να καλογνωρίσεις
πόσο είμαι ανώτερη, να μετρηθείς μαζί μου…»
Είπε και με το ζερβί της τής έπιασε τα χέρια•
της έβγαλε με το δεξί τα τόξα απ’ τους ώμους
και με αυτά τη χτύπησε στ’ αφτιά χαμογελώντας•
εκείνη στριφογύριζε, της έπεφταν τα βέλη.
Θρηνώντας έφυγε η θεά σαν άγριο περιστέρι
που εξαιτίας γερακιού χώνεται σ’ ένα βράχο,
σε μια σχισμάδα, δεν είναι στα νύχια του να πέσει•
έτσι θρηνώντας έφυγε κι άφησε κει τα τόξα.
Κι ο οδηγός Αργοφονιάς προς τη Λητώ μιλούσε:
«Λητώ, δε θα σε χτυπήσω• δύσκολο με τα ταίρια
Να χτυπηθεί κάποιος θεός του νεφελοστοιβάχτη.
Μα τράβα στους αθάνατους να καυχηθείς μπροστά τους
πως μ’ όσην έχεις δύναμη μ’ ενίκησες εμένα.»
Είπε• κι η Λητώ μάζεψε τα κυρτωμένα τόξα
που είχαν πέσει εδώ κι εκεί στο στρόβιλο της σκόνης.
Κι έφυγε εκείνη παίρνοντας της κόρης της τα τόξα.
Στον Όλυμπο πήγε η κόρη, στ’ αρχοντικό του Δία•
στου πατέρα τα γόνατα κάθισε δακρυσμένη•
τ’ αθάνατα τα ρούχα της έτρεμαν• ο Κρονίδης
την αγκάλιασε, ρώτησε γλυκοχαμογελώντας:
«Παιδί μου, ποιος απ’ τους θεούς αυτά σου έχει κάμει
άδικα, σαν να έκανες κακό μπροστά σε όλους;»
Και είπε η ωριοστέφανη σ’ αυτόν η κυνηγήτρα:
«Με χτύπησε η γυναίκα σου, η λευκοχέρα Ήρα,
που σπέρνει στους αθάνατους το μάλωμα, το μίσος.» » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Φ΄, 461- 513)
Ο πληγωμένος σε μια μάχη από τον Διομήδη ήρωας των Τρώων Αινείας είχε δεχτεί τη βοήθεια της Άρτεμης και της Λητώς και είχε κατορθώσει χάρη σ’ αυτές να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να επιστρέψει στη μάχη.
Η Άρτεμη, όπως και ο Απόλλωνας, σχετίζεται με το ουράνιο φως, γι` αυτό και στα αρχαιότερα κείμενα τη βρίσκουμε ως “χρυσηλάκατον”, “χρυσόθρονον” και “χρυσήνιον” θεά. Η διαφορά ανάμεσα στα αδέρφια είναι ότι ο μεν Απόλλωνας είναι θεός ηλιακός, ενώ η Άρτεμη θεότητα σεληνιακή. Η φαντασία των Ελλήνων σύγκρινε τις ακτίνες της Σελήνης με τα γρήγορα και αιχμηρά βέλη. Η Σελήνη εξαρχής ήταν συνδεμένη με τη μητρότητα και τη γονιμότητα και γι’ αυτό η Άρτεμη με βάση τη σεληνιακή φυσιογνωμία έχει μεγάλη σημασία για τη μητρότητα, τη γονιμότητα και την κανονική ανάπτυξη της ζωής στη φύση.
Ως θεά του καθαρού φωτός η Άρτεμη είναι η αγνή παρθένος, που δε γνώρισε ποτέ τον έρωτα. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η άσπιλη αγνότητα. Γι` αυτό της αφιέρωναν λιβάδια, όπου όμως ποτέ δεν έβοσκαν κοπάδια και που ποτέ δεν τα θέριζαν• τα ανοιξιάτικα άνθη τους συμβόλιζαν την αγνότητα των παρθενικών ψυχών. Η Άρτεμη είχε στην προστασία της τις νέες που διαφύλαγαν την αγνότητά τους. Την θεωρούσαν και θεά της Γης. Αυτά τα γνωρίσματα υμνούνται στον ακόλουθο ορφικό ύμνο:
« Εισάκουσέ με, βασίλισσα, του Δία πολυώνυμη κόρη,
Τιτανίδα, βροντερή, μεγαλώνυμη, τοξεύτρια, σεπτή,
ολόφωτη, δαδούχε θεά, Δίκτυννα, προστάτιδα
του τοκετού, της γέννας βοηθέ και από γέννα άπειρη,
ξενολύτρια, εκστασιακή, κυνηγέτιδα,
λυτρώτρια των μεριμνών, γοργόδρομη, τοξόχαρη,
κυνηγόφιλη, νυχτοδρομούσας, ένδοξη, καταδεκτική,
λυτρώτρια, αντρόμορφη, Ορθία, ξεγεννήτρα,
ανδροθρέφτα θεά των θνητών, αγροτέρα, κυνηγέτρια,
χθόνια, θηριοφόνισσα, καλόμοιρη,
που κατέχεις
τα δάση των βουνών, ελεφοκυνηγέτρια, σεπτή, σεβάσμια,
παμβασίλισσα, όμορφο βλαστάρι, που πάντοτε υπάρχεις,
δασική, προστάτιδα των σκύλων, Κυδωνιάδα,
ποικιλόμορφη• έλα, θεά σώτειρα, αγαπητή,
καταδεκτική προς όλους τους μύστες, φέρνοντας
καλούς καρπούς από τη γη, ειρήνη λατρευτή
κι ομορφοπλέξουδη υγεία• κι ας στέλνεις
στων βουνών τις κορφές τις αρρώστιες και τους πόνους. » (Ορφικός Ύμνος 36, “Στην Άρτεμη”)
Η θεά αποκαλείται από τους θεολόγους και Κόρη, καταλαμβάνοντας τη μία θέση σε μία τριάδα κατά τον Πλάτωνα. Ο ερμηνευτής του έργου του, ο Πρόκλος, γράφει γι’ αυτή την τριάδα: «Τρεις μονάδες, λοιπόν, υπάρχουν σε αυτήν: η πρώτη έχει τοποθετηθεί στην κορυφή και στον χώρο της ύπαρξης, η δεύτερη στην περιοχή της δύναμης που παράγει τη ζωή, και η τρίτη βρίσκεται στη θέση του νου που ζωογονεί· οι θεολόγοι , μάλιστα, συνηθίζουν την πρώτη να την ονομάζουν Άρτεμη Κορική, τη δεύτερη Περσεφόνη και την Τρίτη Αθηνά Κορική… Τη βαθμίδα της Άρτεμης την παρουσιάζει (ο Πλάτωνας) όταν στον ίδιο διάλογο (Κρατύλος) αποκαλεί την Άρτεμη “ίστορα (γνώστρια) της αρετής”. Είναι φανερό, λοιπόν, πως, καθώς ολόκληρη η τριάδα είναι ενωμένη μεταξύ της, η πρώτη μονάδα περιέχει κατά τρόπο ενιαίο την Τρίτη, ενώ η τρίτη έχει επιστρέψει στην πρώτη και η ενδιάμεση απλώνει τη δύναμή της και προς τις δύο. Αυτές οι τρεις, λοιπόν, ζωογονικές μονάδες υπάρχουν, η Άρτεμη, η Περσεφόνη και η δέσποινά μας η Αθηνά· και η πρώτη είναι η κορυφή ολόκληρης της τριάδας, η οποία επιστρέφει στον εαυτό της την Τρίτη, η δεύτερη είναι δύναμη ζωοποιός των πάντων, ενώ η Τρίτη είναι νους θεϊκός και άχραντος, ο οποίος περιλαμβάνει μέσα σε ένα το σύνολο των αρετών κατά τρόπο ηγεμονικό.» (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 52)
Επομένως η Άρτεμη είναι η κορυφή σε ένα τρίγωνο θεαινών που έχουν σχέση με τη ζωή και βρίσκεται σε μια αμφίδρομη σχέση με την Αθηνά. Να υπενθυμίσουμε ότι και οι δύο θεές είναι ορκισμένες να παραμείνουν αγνές, συμβολίζοντας την αγνότητα της ζωής και της σοφίας. Η Άρτεμη κατά την ερμηνεία του Πρόκλου είναι υπεύθυνη για την γέννηση στη φύση, την εξέλιξη και την πνευματοποίηση της ύλης. Την παρουσιάζει σε μια άλλη τριάδα τώρα, ζωοποιό τριάδα, όπως την αποκαλεί, που αποτελείται από την ίδια, τη Δήμητρα και την Ήρα: «Της ζωοποιού τριάδας είναι αρχηγός η Δήμητρα, η οποία γεννά ολόκληρη την εγκόσμια ζωή, και τη νοητική και την ψυχική και αυτή που είναι αχώριστη από τα σώματα. Η Ήρα συγκρατεί τη μέση, προκαλώντας τη γέννηση της ψυχής· γιατί και η νοητική θεότητα από τον εαυτό της προκαλούσε όλες τις προόδους των ψυχικών γενών. Η Άρτεμις συμπλήρωσε το τέλος, παρακινώντας τους φυσικούς όρους σε ενέργεια και τελειοποιώντας την ατέλεια της ύλης· γι’ αυτό και οι θεολόγοι και ο Σωκράτης στον “Θεαίτητο” την αποκαλούν Λοχία, καθώς επιβλέπει τη φυσική πρόοδο και γέννηση. (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 98)
Οι μύστες της αρχαιότητας έδιναν τεράστια σημασία στη γεννητική δύναμη της θεάς. Διαμέσου της γέννησης των όντων ο νους – η παγκόσμια διάνοια- διασπειρόταν στο σύμπαν: «… η Άρτεμη, που είναι επικεφαλής ολόκληρης της γέννησης μέσα στη φύση και ξεγεννά τους φυσικούς λόγους, την απλώνει (το νου, την αδιαίρετη ουσία του Διόνυσου) από ψηλά μέχρι τα υποχθόνια, ενδυναμώνοντας τη γόνιμη δύναμή της.» (Πρόκλος, “Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος”, Γ΄, 146)
Η Άρτεμη αγαπήθηκε απ’ όλους τους νέους και τις νέες, γιατί συμβόλιζε τα νιάτα και τη γεμάτη υγεία και ειλικρίνεια ζωή. Όμως ήταν και μια θεά αμείλικτη, που ποτέ σχεδόν δε συγχωρούσε όσους έκαναν παρατυπίες σε βάρος της και παρέκλιναν από τα πιστεύω της και τις αρχές της. Σε αυτούς επεφύλασσε την τιμωρία της. Η αδυσώπητη οργή της ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κάθε στιγμή απέναντι στον παραβάτη των αυστηρών κανόνων της. Τα θανατηφόρα της βέλη επέβαλαν την τιμωρία σε θνητούς, θεούς και ήρωες που παρέβλεπαν την ύπαρξή της και τις αρχές της και σε όσους αμελούσαν τη λατρεία της.
Κάποτε ο Ακταίωνας, ο γιος της Αυτονόης και του Αρισταίου από τη Θήβα, έτυχε να δει την Άρτεμη γυμνή, την ώρα που λουζόταν στα γάργαρα νερά μια πηγής. Η θεά θύμωσε που την είδε γυμνή, τον μεταμόρφωσε σε ελάφι κι έβαλε τα πενήντα σκυλιά, που τον συνόδευαν στο κυνήγι, να τον κατασπαράξουν. Σε μια άλλη περίπτωση η Καλλιστώ, η κόρη του Λυκάονα- και μια από τις συνοδούς της Άρτεμης στο κυνήγι- παρά λίγο να χάσει τη ζωή της (ή κατ’ άλλη εκδοχή έχασε τη ζωή της) από τα βέλη της θεάς γιατί αποπλανημένη από τον Δία είχε χάσει την αγνότητά της και είχε μείνει έγκυος. Κατά μία εκδοχή η Άρτεμη σκότωσε και την Αριάδνη, γιατί σύμφωνα με το μύθο είχε απαχθεί και αποπλανηθεί από τον Θησέα στη Νάξο. Τέλος ο Ωρίωνας, ο γιος του Ποσειδώνα, βρήκε κι αυτός τραγικό θάνατο από τα βέλη της Άρτεμης, γιατί σύμφωνα με μια παράδοση είχε σμίξει με τη θεά της αυγής Ηώ, ή γιατί σύμφωνα με κάποια άλλη παράδοση είχε καυχηθεί ότι ήταν καλύτερος απ’ αυτήν στην τέχνη του τόξου. Η θεά ποτέ δεν τιμώρησε αναίτια! Τόξευσε τις κόρες της Νιόβης (*1), γιατί η μητέρα τους παινεύτηκε πως ήταν ανώτερη από τη Λητώ αφού είχε περισσότερα παιδιά. Σκότωσε τον Τιτυό (*2) γιατί θέλησε να βιάσει την μητέρα της Λητώ. Έριξε νεκρή στο χώμα την Καλλιστώ (*3) γιατί αν κι είχε ορκιστεί αγνότητα, δόθηκε στον Δία. Τιμώρησε τον Οινέα (*4), στέλνοντας τον άγριο κάπρο, γιατί παραμέλησε τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις. Συμβολικά, αυτές οι προειδοποιητικές σαϊτιές είναι να τιναχτεί ο άνθρωπος από τον ύπνο της απατηλής ευμάρειας, της απάθειας, της έπαρσης, και να διορθωθεί, όσο γρηγορότερα μπορεί από τα λάθη του.
Η Άρτεμη προστάτευε και αγαπούσε τα παιδιά και τους έφηβους. Νέοι και νέες που διατηρούσαν την αθωότητά τους και που ζούσαν σύμφωνα με τις αρχές της ήταν πάντοτε ευνοούμενοί της και βρίσκονταν διαρκώς κάτω από την προστασία της. Ένα παράδειγμα είναι γιος του Θησέα, ο Ιππόλυτος. Ο νέος αυτός ήταν αφοσιωμένος στη θεά Άρτεμη, ορκισμένος να μη παρασυρθεί στα δίκτυα του έρωτα και να παραμείνει αγνός. Ήταν δεινός κυνηγός κι αλογοδαμαστής, και πολλές φορές συνόδευε τη θεά στα κυνήγια. Καμιά πρόκληση, καμιά γυναίκα δε στάθηκε ποτέ ικανή να τον παρασύρει. Ούτε και η Φαίδρα, η γυναίκα του Θησέα, μπόρεσε με τη γοητεία της να τον αποπλανήσει. Για να σώσει την τιμή της η Φαίδρα κατηγόρησε στον άντρα της τον Ιππόλυτο πως της επιτέθηκε ερωτικά κι αυτός παρακάλεσε τον πατέρα του Ποσειδώνα να τον εκδικηθεί. Ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας έστειλε ένα άγριο τέρας που τρόμαξαν τα άλογα του νέου, ανέτρεψαν το άρμα του και τον παρέσυραν φονεύοντάς τον. Η υποδειγματική του συμπεριφορά έκανε τη θεά να συγκινηθεί και να του χαρίσει τιμές, δόξες και αιώνια -μετά το θάνατό του- μνήμη του ονόματός του. Η παράδοση λέει ότι η Άρτεμη παρακάλεσε τον Ασκληπιό να τον αναστήσει και επειδή αυτή του η ενέργεια ήταν αντίθετη με τους νόμους των θεών, ο Δίας κεραύνωσε το θεό της ιατρικής.
Πολλές φορές τα δύο αδέλφια αναλαμβάνουν κοινή δράση. Γι’ αυτό πολλές φορές από κοινού υμνούνται, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
« Ψάλε, Μούσα, την Άρτεμη, την αδερφή του Εκάτου,
την παρθένα τοξεύτρα, την ομότροφη του Απόλλωνα,
εκείνη που ποτίζει τα πουλάρια του Μέλητα με τα πυκνά τα σκίνα
κι ευθύς τ’ ολόχρυσο το άρμα οδηγεί από τη Σμήρνη
στην κατάφυτη μ’ αμπέλια Κλάρο, όπου ο αργυρότοξος Απόλλων
κάθεται και την καρτερεί τη μακροβόλα την τοξεύτρα.
Χαίρε, λοιπόν, με το τραγούδι μου- μαζί σου κι όλες οι θεές,
αλλά εγώ εσένα υμνώ και με αρχή εσένα ψέλνω,
κι αρχίζω πάλι από σένα να πάω σ’ άλλο μου τραγούδι. » ( Ομηρικός Ύμνος 5, “Στην Αφροδίτη”,
Σε πολλά περιστατικά η Άρτεμη συμπράττει με τον αδερφό της τον Απόλλωνα για την επίτευξη κάποιου σκοπού. Έτσι η θεά του κυνηγιού παίρνει ενεργό μέρος και σ’ έναν από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή. Ο Ηρακλής για μεγάλο διάστημα καταδίωκε μια πανέμορφη ελαφίνα με χρυσά κέρατα και χάλκινα πόδια, αφιερωμένη στη θεά Άρτεμη. Η Άρτεμη, με τη συνδρομή του αδερφού της, του Απόλλωνα, τον εμποδίζει να σκοτώσει το άγριο ζώο και τον προτρέπει να το παραδώσει στην Τίρυνθα, στο βασιλιά Ευρυσθέα. Με την παραλαβή του ζώου ο Ευρυσθέας αναλαμβάνει να της το αφιερώσει ξανά.
Ο Απόλλωνας, κατά έναν μύθο, την βοήθησε να ξεπεράσει κι έναν έρωτα, που ίσως την έκανε να πατήσει τον όρκο της… Ας δούμε κι αυτή την εκδοχή του μύθου: Κάποτε η θεά ένιωσε την αγάπη να φουντώνει μέσα της, μόλις αντίκρισε τον όμορφο κυνηγό Ωρίωνα. Τον αγάπησε μάλιστα τόσο πολύ, που είχε αρχίσει να σκέφτεται το γάμο, ξεχνώντας την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα της. Τότε ο Απόλλωνας, για να μην θυμώσει ο Δίας, αποφάσισε να βάλει τέλος σ’ αυτή την ιστορία και μάλιστα με πονηρία. Έτσι μια μέρα, καθώς η θεά κάθονταν λυπημένη στην όχθη μιας λίμνης, φανερώθηκε μπροστά της κι άρχισε να την πειράζει με διάφορα αστεία για να την κάνει να γελάσει. Όταν είδε πως η αδελφή του συνήλθε λίγο, της πέταξε αυτό που φύλαγε για τελευταίο.
-Σίγουρος είμαι, αδελφή, πως τόσες μέρες που έχεις να πιάσεις το χρυσό σου τόξο, μιας και μονάχα λυπημένη τριγυρνάς μέσα στα δάση, αν τώρα σου δείξω κάποιο στόχο μακρινό, όσες φορές κι αν προσπαθήσεις, τόσες θα σου ξεφύγει…
Θύμωσε η Άρτεμη μόλις τον άκουσε να μιλά έτσι για τις ικανότητες της. Αμέσως σηκώθηκε όρθια παίρνοντας το τόξο της και βγάζοντας ένα βέλος απ΄ τη φαρέτρα της ετοιμάστηκε να στοχέψει.
- Εμπρός λοιπό, του είπε, τι κάθεσαι και με κοιτάς; Δείξε μου μέρος να χτυπήσω κι όσο μακριά κι αν είναι, θα το πετύχω με τούτο δω το βέλος, χωρίς να χρειαστεί να ρίξω δεύτερη φορά.
Ευχαριστημένος ο Απόλλωνας που είχε πετύχει το σκοπό του, της έδειξε ένα μικρό μαύρο σημαδάκι που ήταν στο άλλο μέρος της λίμνης. Η Άρτεμη χωρίς να περιμένει τέντωσε το πρώτο βέλος πέτυχε τον μακρινό εκείνο στόχο. Αμέσως όμως ένιωσε ένα ράγισμα στην καρδιά της κι ένας πόνος απλώθηκε μέσα της. Σαν θεά που ήταν κατάλαβε πως εκείνο το σημαδάκι που χτυπημένο βούλιαζε στα βαθιά νερά της λίμνης, ήταν το κεφάλι του αγαπημένου της Ωρίωνα που κολύμπαγε. Δυστυχισμένη γύρισε τα μάτια της στον αδελφό της, σα να τον ρώταγε «γιατί;». Μα ο Απόλλωνας είχε κιόλας εξαφανιστεί και μόνο η φωνή του πλανιόταν γύρω της λέγοντας…
-…Συγχώρα με αδελφή, μα έτσι έπρεπε να γίνει. Πρέπει να ξέρεις πως σαν ένας θεός δίνει τον όρκο του για κάτι, πρέπει αιώνια να τον κρατάει.. κι εσύ ξέχασες, τον δικό σου, όταν αντίκρισες τον όμορφο Ωρίωνα… μα ο Δίας είναι μεγαλόψυχος γι΄ αυτό σε συγχωράει…
Η Άρτεμη κατάλαβε το σφάλμα της και σε λίγο καιρό έτρεχε ξένοιαστη από κι από κει με την αχώριστη συντροφιά τη, έχοντας ξεχάσει. Γι’ αυτό κι ο Όμηρος λέει:
« Όπως κινάει η Άρτεμη στα όρη η σαγιτεύτρια
στον αψηλό Ταΰγετο, στου Ερύμανθου τις ράχες,
και χαίρεται να κυνηγά τους κάπρους, τα ελάφια
και παίζουν μαζί της οι κόρες του ασπιδοφόρου Δία
και νιώθει ολόχαρη η Λητώ βαθιά μες στην ψυχή της
κι ανάμεσα στις όμορφες εκείνη ξεχωρίζει
στο κεφάλι, στο μέτωπο, εύκολα πάνω απ’ όλες… » (Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. ζ΄, 102- 108)
Αναφέραμε πως η Άρτεμη συνδέεται με τη Σελήνη. Εξάλλου η Σελήνη σχετίζεται με τον κόσμο των ψυχών. Της αποδίδεται η συνδετική, η συνεκτικὴ ιδιότητα, κυρίως με την πλατωνική άποψη ότι η ψυχή αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του σώματος και του νου, του καθαρού πυρός, που προέρχεται από τα αστέρια. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Ήλιος προσφέρει το θείον πυρ (Νου), η Σελήνη την ψυχή και η Γη το σώμα. Μετά το θάνατο οι ψυχές περιπλανιούνται στην υποσελήνια περιοχή και από εκεί ανέρχονται στη Σελήνη, όπου σταδιακά αποβάλλουν τη βαρύτερη ύλη και εξαγνισμένες μπορούν να επαναγεννηθούν ή να διαλυθούν σαν ψυχές καθώς ο νους επιστρέφει στον Ήλιο.
Η Άρτεμη, ως θεά της αγνότητας και της παρθενίας, αντιπροσωπεύει τη δύναμη εκείνη με την οποία συντελείται η κάθαρση του ανθρώπου από τα πάθη κι επομένως η κάθαρση της ψυχής . Σαν θεά του κυνηγιού, η οποία κυνηγώντας στα δάση, στο εσωτερικό δηλαδή του ανθρώπινου ψυχισμού, με το ολόχρυσο τόξο της έριχνε τα βέλη και εξολόθρευε το γένος των αγρίων ζώων, τη ζωώδη δηλαδή φύση του ανθρώπου με τα πάθη και τις επιθυμίες της. Φόνευε με άλλα λόγια, το μέρος εκείνο της ψυχής το οποίο ο Πλάτων ονομάζει επιθυμητικόν, και το παρομοιάζει με ποικίλο και πολυκέφαλο τέρας που έχει γύρω του άλλες μεν κεφαλές ήμερων ζώων και άλλες αγρίων. Έτσι η θήρα ψυχών ήταν το κυριότερο χαρακτηριστικό, από εσωτερική άποψη, της ελληνικής κόρης της Λητώς. Ο δε Φοίβος Απόλλωνας, θεός του φωτός, συνδεόταν με το πνεύμα και αντιπροσώπευε την αναγεννητική και ανανεωτική δύναμη με την οποία φωτιζόταν και αναγεννιόταν η ανθρώπινη διάνοια. Η εξαγνισμένη ψυχή γινόταν αγνό πνεύμα έτοιμο να επιστρέψει στον Οίκο του Πατρός. Ως τέκνα λοιπόν του Δία, οι δύο αυτοί θεοί αποτελούν τα δύο μέρη της μιας υπερφυσικής δύναμης η οποία ενεργεί ως εξαγνιστική και φωτιστική. Αποσπώντας την ανθρώπινη ψυχή από τα γήινα και στρέφοντάς την προς τα επουράνια μπορούν να την οδηγήσουν στον Όλυμπο.
Πέρα από την αγνότητα της φύσης, την οποία έχουμε βιάσει στην εποχή μας από την απληστία και τον εγωισμό μας, η Άρτεμη συμβολίζει και την αγνότητα του βίου. Να έχουμε αγνές προθέσεις, να μας αρέσει το κάλλος και η αρμονία τόσο στη φύση, όσο και στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. αλλά και με τον ή την σύντροφό μας. Αγνότητα ζωής δεν σημαίνει πως πρέπει να μην έχουμε ερωτικές σχέσεις. Σημαίνει η σχέση μας να μην είναι κτητική και ζωώδης. Να νιώθουμε τον έρωτα σαν την επαφή δύο ψυχών, με σεβασμό και αγάπη, βλέποντας στον άλλο το συμπλήρωμά μας. Όπως Άρτεμη και Απόλλωνας ήσαν τα δίδυμα παιδιά του Δία, έτσι και οι ερωτευμένοι σύντροφοι να είναι οι δίδυμες ψυχές- παιδιά του επουράνιου Πατέρα- που μέσα από τον έρωτα μπορούν να οδηγηθούν στον θείο Έρωτα.

------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Νιόβη: θυγατέρα του Τάνταλου και της Διώνης, αδελφή του Πέλοπα. Παντρεύτηκε τον Αμφίονα, δίδυμο αδελφό του Ζήθου, που είχαν πατέρα τον Δία και μητέρα την Αντιόπη. Ο Αμφίονας ήταν βασιλιάς της Θήβας την οποία τείχισε μαζί με τον αδελφό του. Το βασιλικό ζευγάρι απόχτησε επτά γιους κι επτά κόρες και το γεγονός αυτό γέμισε έπαρση την Νιόβη, που διατυμπάνιζε πως ήταν ανώτερη από τη Λητώ, η οποία είχε γεννήσει μόνο δύο παιδιά. Αυτό εξόργισε τη θεά, που ζήτησε από τα παιδιά της να τιμωρήσουν τη θνητή εγωίστρια γυναίκα. Ο Απόλλωνας τόξευσε τα αγόρια και η Άρτεμη τα κορίτσια. Απ’ όλα τα παιδιά σώθηκε ένα αγόρι και μια κόρη. Αφού έκλαψε τα παιδιά της η πονεμένη μάνα κατέφυγε στην πατρίδα της τη Σίπυλο της Λυδίας, όπου στιγμή δεν σταμάτησε να θρηνεί. Ο Δίας τη λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε βράχο, που με τη μορφή πηγήσιου νερού έβγαζε τα δάκρυα της Νιόβης.

(*2). Τιτυός: γίγαντας, γιος του Δία και της Ελάρας, που ήταν κόρη του Μινύα ή του Ορχομενού. Για να γλυτώσει την ερωμένη του ο πατέρας των θεών από την οργή της ζηλότυπης Ήρας την έκρυψε στα έγκατα της γης, όπου και γεννήθηκε ο Τιτυός. Γι’ αυτό κάποιοι θεωρούσαν τη Γη μητέρα του γίγαντα. Κάποτε πήγαινε στους Δελφούς και στο δρόμο συνάντησε τη Λητώ στην οποία επιτέθηκε με άγριες ερωτικές διαθέσεις. Στις φωνές της έτρεξαν τα παιδιά της, ο Απόλλωνας και η Άρτεμη, τα οποία σκότωσαν τον Τιτυό.
Υπάρχει και η παράδοση ότι τον κατακεραύνωσε ο Δίας και τον έριξε στον Τάρταρο, όπου δύο γύπες συνέχεια του κατέτρωγαν το συκώτι, που διαρκώς αναγεννιόταν.

(*3). Καλλιστώ: κόρη του Λυκάονα, που ήταν ηγεμόνας της Αρκαδίας, ή του Νυκτέα. Η Καλλιστώ ήταν νύμφη των δασών και ζούσε ως παρθένα ακόλουθος της Άρτεμης. Γιατί της άρεσε πολύ το κυνήγι. Ο Δίας την ερωτεύθηκε κι ενώθηκε μαζί της παίρνοντας τη μορφή της Άρτεμης ή του Απόλλωνα. Απ’ αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Αρκάς, ο γενάρχης των Αρκάδων. Αποκαλύφτηκε πως η ακόλουθος είχε χάσει την παρθενία, καταπατώντας τον όρκο που έδιναν όσες αποτελούσαν τον θίασο της θεάς, όταν μετά από ένα κυνήγι γυμνώθηκαν για να λουστούν στα νερά μιας πηγής και φανερώθηκε η εγκυμοσύνη της. Η θεά θύμωσε για την προδοσία της παρθενίας και την μεταμόρφωσε σε αρκούδα. Κάποιοι ισχυρίζονται πως την μεταμόρφωση την έκανε η Ήρα από ζήλεια. Αργότερα ο Δίας την καταστέρισε και την τοποθέτησε στον ουρανό, αποτελώντας την Μεγάλη Άρκτο.
Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι η Άρτεμη θυμωμένη που δεν τήρησε την παρθενία της, τη σκότωσε.
Το επίθετο καλλίστη ( υποκοριστικό καλλιστώ, δηλ. η πανωραία ) δείχνει πως η ηρωίδα προέκυψε από τις ιδιότητες της Άρτεμης ως προστάτιδας της μητρότητας. Η Καλλιστώ αποτελούσε μια αειπάρθενη μητέρα και ο μύθος τεκμηριώνει έναν ιερό γάμο.

(*4). Οινέας: βασιλιάς της Καλυδώνας στην Αιτωλοακαρνανία, γιος του Πορθέα και της Ευρύτης. Πήρε ως γυναίκα του την Αλθαία από την οποία απόκτησε αρκετά παιδιά, μεταξύ των οπίων τον Μελέαγρο και Δηιάνειρα. Μετά τον θάνατο της Αλθαίας παντρεύτηκε την Περίβοια, από την οποία απόχτησε τον Τυδέα, έναν από τους επτά στρατηγούς της Αργείας εκστρατείας κατά της Θήβας και πατέρα του Διομήδη. Κάποτε ο βασιλιάς Οινέας ξέχασε να προσφέρει θυσία στην θεά Άρτεμη και γι’ αυτή την ασέβεια η θεά έστειλε τον καταστροφικό Καλυδώνιο κάπρο να ρημάξει τη χώρα της Αιτωλίας.
Αυτός πρώτος πήρε σαν δώρο από τον Διόνυσο το αμπέλι κι έτσι το όνομά του σχετίστηκε με το κρασί

1 σχόλιο:

Ιστολόγια Άγγελος Ευάγγελος 1 - 18 είπε...

ΕΥΓΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΟΧΘΟ ΣΟΥ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΔΑ!!!!!!!!