Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Σύζυγοι και τέκνα του Δία: vi. Λητώ- Απόλλωνας- Άρτεμη

[[ δαμ- ων ]]

Απόλλωνας (Γ΄ μέρος)

Δυο φορές χρειάστηκε ο Απόλλωνας να χρησιμοποιήσει τις σαΐτες του για να υπερασπίσει τη μητέρα του, τη Λητώ. Η πρώτη φορά ήταν όταν ο γίγαντας Τιτυός επιθύμησε τη Λητώ και προσπάθησε να τη βιάσει. Ο θεϊκός γιος της ενέργησε αστραπιαία σκοτώνοντας με τα βέλη του το γίγαντα λίγο πριν πραγματοποιήσει την βέβηλη σκέψη του. Κάποια άλλη φορά μαζί με την αδερφή του Άρτεμη εξόντωσαν τα παιδιά της Νιόβης, εκτός από δύο, όταν αυτή καυχήθηκε ότι ήταν πιο ευτυχισμένη και πιο τυχερή από τη Λητώ που είχε μόνο δυο παιδιά, ενώ η ίδια είχε δεκατέσσερα. Ο Απόλλωνας σκότωσε με τα βέλη του τα αρσενικά παιδιά και η Άρτεμη τις κόρες. Ο Δίας λυπήθηκε τη δύστυχη Νιόβη που θρηνούσε τα νεκρά παιδιά της και τη μεταμόρφωσε σε βράχο απ’ όπου αναβλύζει νερό συμβολίζοντας τη μάνα που κλαίει ακόμη για το χαμό των παιδιών της.
Ο Απόλλωνας αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερο μέρος συμπαντικών δυνάμεων που αποβλέπουν στην κοσμική εξέλιξη. Ο Πρόκλος λέει: «Γιατί ο Δίας και η Ήρα και ο Απόλλωνας και η Αθηνά, μετά το υπερουράνιο μερίδιό τους, έχουν προόδους και συμπαρατάξεις κοινές με τους εγκόσμιους θεούς• γιατί και από όλους τους ανεξάρτητους από τον κόσμο θεούς κατεβαίνουν στο σύμπαν δυνάμεις που συμπληρώνουν ακόμα και την τελευταία βαθμίδα των θεών.» (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 103)
Οι αρχαίοι θεολόγοι ταυτίζουν τον Απόλλωνα με τον Ήλιο, συνδέοντάς τον με την υψηλή έννοια του Αγαθού και του υπερούσιο φως: «Πρώτα, λοιπόν, ας κατανοήσουμε πώς και ο Πλάτωνας, όπως και ο Ορφέας. Κατά κάποιο τρόπο ταυτίζει τον Ήλιο με τον Απόλλωνα και πρεσβεύει την ένωση τούτων των θεών. Γιατί ο Ορφέας μιλά ξεκάθαρα και με ολόκληρη, μπορούμε να πούμε, την ποίησή του• ο Αθηναίος ξένος, όμως, το υποδεικνύει με την ένωσή τους, κατασκευάζοντας έναν κοινό ναό για τον Απόλλωνα και τον Ήλιο, άλλοτε μνημονεύοντας και τους δύο και άλλοτε μόνο τον ένα, σαν να έχουν λάβει υπόσταση αυτοί με βάση μία ένωση. Λέει μάλιστα τα εξής: «Κάθε χρόνο, μετά το ηλιοστάσιο που από το καλοκαίρι οδηγεί στον χειμώνα, πρέπει να συγκεντρώνεται ολόκληρη η πόλη στο κοινό τέμενος του Ήλιου και του Απόλλωνα, διαλέγοντας για το θεό τρεις άντρες από ανάμεσά τους.» Αφού, λοιπόν, μίλησε από κοινού και για τους δύο, ότι δηλαδή πρέπει να είναι του Ήλιου και του Απόλλωνα το τέμενος στο οποίο να μαζευτεί η πόλη μετά το θερινό ηλιοστάσιο, στη συνέχεια μιλάει και για τους δύο σαν για έναν, προσθέτοντας: «διαλέγοντας για το “θεό” τρεις άντρες από ανάμεσά τους», επιστρέφοντας από τη διαίρεση στην ένωσή τους και υποδεικνύοντας συγκαλυμμένα τη μεταξύ τους κοινότητα. Αλλά και στη συνέχεια λέει ότι οι άντρες προσφέρουν άλλοτε κοινή προσφορά στον Ήλιο και στον Απόλλωνα και άλλοτε μόνο στον Ήλιο σαν να υπάρχει σε αυτόν και ο Απόλλωνας.

Η Συνέχεια >>> εδώ …

Άρα, σύμφωνα με τον Πλάτωνα υπάρχει σύνδεση της φύσης των δύο θεών, επικοινωνία των δυνάμεών τους και απόρρητη ένωσή τους. … Στην “Πολιτεία” θεωρεί τον Ήλιο αντίστοιχο του Αγαθού, όπως και το αισθητό φως το θεωρεί ανάλογο με το φως που από το Αγαθό απλώνεται στην περιοχή του νοητού, και χαρακτηρίζει “αλήθεια” (*1) το φως το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του νοητού προερχόμενο από το Αγαθό και το οποίο συνδέει μεταξύ τους το νου και το νοητό• με όλα αυτά, είναι φανερό ότι συνδέει τις δυο αυτές σειρές, εννοώ τη σειρά του Απόλλωνα και του Ηλίου. Γιατί καθένας από τους δύο αυτούς θεούς είναι ανάλογος με το Αγαθό, ενώ το αισθητό φως και η νοητική αλήθεια είναι ανάλογη με το υπερούσιο φως• και τα τρία αυτά φώτα ακολουθούν το ένα το άλλο, το θεϊκό, το νοητικό και το αισθητό• το αισθητό φτάνει στα αισθητά από τον ορατό ήλιο, το φως του Απόλλωνα φτάνει στα νοητικά, και το φως του Αγαθού φτάνει στα νοητά. Και πάλι, λοιπόν, εμφανίζονται ενωμένοι μεταξύ τους οι θεοί με βάση την αντιστοιχία τους με το Αγαθό, διατηρώντας, όμως, μαζί με την ένωσή τους, και τον διαχωρισμό που τους ταιριάζει. Και γι’ αυτό από τους θεόπνευστους ποιητές εξυμνούνται ξεχωριστά τα αίτια που τους γεννούν και έχουν διακριθεί οι πηγές από τις οποίες έλαβαν υπόσταση, ενώ παρουσιάζονται συγγενικοί και ενωμένοι μεταξύ τους και τους εγκωμιάζουν με τις ίδιες προσωνυμίες• γιατί και ο Ήλιος ιδιαιτέρως απολαμβάνει την εξύμνησή του ως Απόλλων, και ο Απόλλωνας, αποκαλούμενος ως Ήλιος, ακτινοβολεί γενναιόδωρα το φως της αλήθειας.» (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 58- 59)
Οι Αθηναίοι τραγικοί ποιητές παρουσιάζουν τον Απόλλωνα ως από μηχανής θεό στις τραγωδίες τους να δίνει λύση στις διενέξεις των ηρώων:
« Μενέλαε, σταμάτα το θυμό σου•
ο Φοίβος, της Λητώς ο γιος, σε σένα
μιλάω• κι Ορέστη εσύ που με το ξίφος
γυμνό την κόρη φοβερίζεις, στάσου κι άκου
τις εντολές που φέρνω. Την Ελένη
που ‘θελες ν’ αφανίσεις, οργισμένος
τόσο με τον Μενέλαο κι όμως
δεν μπόρεσες να σφάξεις, να, εκεί πάνω
τη βλέπετε μες στον αιθέρα, να ‘χει
σωθεί• δε θανατώθηκε από σένα.
Εγώ με προσταγή του Δία την έχω
γλιτώσει, απ’ το σπαθί σου αρπάζοντάς την.
Σαν κόρη του Διός αθάνατή ‘ναι
και στον αιθέρα πλάι στον Πολυδεύκη
σύνθρονη και στον Κάστορα θα στέκει,
των ναυτικών σωτήρας. » (Ευριπίδης, “Ελένη”, 1625- 1637)
Άλλοτε τον εμφανίζουν ως φύλακα και προστάτη των ηρώων:
« Δε θ σε παρατήσω, φύλακάς σου
θα στέκομαι στο πλάι σου ως στο τέλος,
κι ας είμαι αλάργα, κι ούτε στους εχθρούς σου
θα δείξω μαλακός. Βλέπεις, πιαστήκαν
οι ξέφρενες αυτές• έχουνε τώρα
παραδοθεί στον ύπνο οι σιχαμένες
πανάρχαιες γριές, κόρες της Νύχτας,
…………………………………….
Μην κουραστείς τους μόχθους να σηκώσεις•
όταν στην πόλη φτάσεις της Παλλάδας,
γονάτισε κι αγκάλιασε τ’ αρχαίο
ξόανο της θεάς. Εκεί για τούτα
κριτές θα σε δικάσουν και με λόγια
μιλώντας πειστικά θα βρω τον τρόπο
για πάντα να σε σώσω απ’ τα δεινά σου.
Γιατί εγώ σε πρόσταξα να σφάξεις
τη μάνα σου. Να το θυμάσαι, μήτε
να πλημμυρίζει την ψυχή σου ο φόβος.
Κι εσύ, αδερφέ μου Ερμή, που ‘χεις του ίδιου
μ’ εμέ το αίμα, φύλαγέ τον
κι όπως ταιριάζει στ’ όνομά σου γίνε
του ικέτη μου οδηγός που συνοδεύεις•
τιμά των ικετών το δίκιο ο Δίας,
όταν καλή τους οδηγάει τύχη. » (Αισχύλος, “Ευμενίδες”, 64- 69 και 78- 93)
Ο Όμηρος παρουσιάζει τον Απόλλωνα να θυμώνει με το φέρσιμο του αρχηγού των Αχαιών Αγαμέμνονα προς τον ιερέα του Χρύση, τον οποίο δε σεβάστηκε και γι’ αυτό επέφερε πολλά δεινά στο στρατόπεδο των Αχαιών:
« Ποιος τάχα από τους θεούς άναψε την έχθρα;
Ο γιος του Δία, της Λητώς• θύμωσε με το ρήγα
κι αρρώστια στο στρατό κακή έριξε• και χανόταν
στρατός πολύς• ο Ατρείδης τον ιερέα Χρύση
δε σεβάστηκε, σαν πήγε στα γρήγορα καράβια
των Αχαιών, την κόρη του με λύτρα να λυτρώσει
άπειρα• του Απόλλωνα του μακροσαγιτάρη
στεφάνια σε χρυσό είχε• παρακαλούσε
όλους και πιο πολύ τους δυο πολέμαρχους Ατρείδες.
«Γιοι του Ατρέα κι Αχαιοί αντρειωμένοι όλοι,
του Όλυμπου κάτοικοι θεοί την πόλη ας σας δώσουν
του Πρίαμου να πάρετε, στον τόπο σας να πάτε.
Λυτρώστε μου την κόρη μου, τα λύτρα της δεχθείτε,
το μακροσαγιτάρη γιο του Δία σεβαστείτε.»
Συμφώνησαν οι Αχαιοί όλοι τον ιερέα
Να σεβαστούν και να δεχτούν τα λαμπρά λύτρα τότε•
όμως στον Αγαμέμνονα δεν άρεσε καθόλου•
άσχημα τον απόδιωχνε, λόγο βαρύ του είπε:
«Γέροντα, μη σε ξαναϊδώ κοντά στα κοίλα πλοία
ή τώρα να αργοπορείς ή να γυρίζεις πάλι,
ραβδί, στεφάνια του θεού μήπως δε σ’ ωφελήσουν.
Δε λυτρώνω την κόρη σου, πριν πρώτα αυτή γεράσει
στο Άργος, στο παλάτι μου, μακριά από τη γη της,
δουλεύοντας στον αργαλειό, στην κλίνη βλέποντάς με.
Μη μ’ ερεθίζεις, πήγαινε, γερός αν θες να φύγεις.»
Είπε• κι ο γέρος τρόμαξε κι υπάκουσε στο λόγο•
στου πολυτάραχου γιαλού βουβός τον άμμο πήγε•
αφού απομακρύνθηκε, ο γέρος προσευχόταν
στης ομορφόμαλλης Λητώς το γιο, το ρήγα Φοίβο:
«Άκου με, αργυρότοξε, που κυβερνάς τη Χρύσα,
Που αφεντεύεις δυνατά τη Τένεδο κι άγια Κίλλα,
ποντικοθεέ• αν ναό στη χάρη σου έχω χτίσει,
αν κάποτε παχιά μεριά σ’ εσένα έχω προσφέρει
βοδιών, γιδιών, ό,τι ζητώ κάνε να γίνει πράξη:
οι Δαναοί τα δάκρυά μου με βέλη ας πληρώσουν!»
Έτσι αυτός προσευχήθηκε. Τον άκουσε ο Φοίβος
κι απ’ του Ολύμπου τις κορφές χύθηκε οργισμένος
τόξο στον ώμο έχοντας και σκεπαστή φαρέτρα•
τα βέλη αντιβρόντησαν στον ώμο του οργισμένου,
καθώς μπήκε σε κίνηση• κι έμοιαζε με νύχτα.
Απ’ τα καράβια μακριά έριξε ένα βέλος•
ακούστηκε ήχος τρομερός απ’ τ’ ασημένιο βέλος.
Μουλάρια και γοργά σκυλιά χτυπούσε πρώτα πρώτα
κι ύστερα βέλη μυτερά έριχνε στους ανθρώπους•
κι άναβαν διαρκώς πυρές, να θάψουν τους νεκρούς τους. » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Α΄, 8- 52)
Στον Τρωικό πόλεμο υποστήριζε τους Τρώες. Με κάθε τρόπο προσπάθησε να τους βοηθήσει στην υπεράσπιση της πόλης τους:
« Τραβήχτηκαν ο Έκτορας κι οι πρόμαχοι οι Τρώες•
τότε οι Αργείοι φώναξαν και τους νεκρούς τραβούσαν
κι εμπρός πολύ προχώρησαν. Μα θύμωσε ο Φοίβος
κοιτώντας απ’ τα Πέργαμα και φώναξε στους Τρώες:
«Τρώες αλογοδαμαστές, μη δείχνετε δειλία
μπρος στους Αργείους! Σίδερο ή πέτρα τα κορμιά τους
δεν είναι, ώστε το χαλκό τον αιχμηρό ν’ αντέξουν•
κι ο γιος της ωριοπλέξουδης Θέτιδας Αχιλλέας
δεν πολεμά, μα το θυμό κοντά στα πλοία τρέφει.»
Έτσι είπε ο φοβερός θεός ψηλά από την πόλη• » (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Δ΄, 505- 514)
Με αναγραμματισμό του ονόματος του θεού, ΑΠΟΛΛΩΝ→ Ο ΠΑΛΛΩΝ καταλήγουμε στο φως που πάλλεται και σκορπίζει το σκοτάδι της ψυχής. Το φως που καθαίρει τους θνητούς από τη σκουριά και τους φωτίζει το δρόμο να επανενωθούν με τον Πατέρα τους και Πατέρα του Σύμπαντος. Το φως του Απόλλωνα – Ήλιου φωτίζει τον αισθητό κόσμο και από παχυλό και αδιαφανή τον κάνει διαφανή, ώστε να αναφαίνεται η θεία του καταγωγή και ο τελικός προορισμός διαμέσου της εξέλιξης. Με το απολλώνιο φως από τον αισθητό κόσμο οδηγούμαστε στον νοητό κόσμο. Ο Απόλλωνας μετασχηματίζει το νοητικό φως του πατέρα του Δία- Νου, και διαμέσου των Δελφικών μυστηρίων το μεταφέρει στους μύστες, οι οποίοι ανυψώνουν την συνειδητότητά τους και έρχονται, διαμέσου του φωτοδότη Απόλλωνα, σε επαφή με τον Δία- Νου καθιστάμενοι κοινωνοί του θείου σχεδίου.
Το Απολλώνιο φως κατευθύνει τις διασπασμένες από την ολότητα- την ψυχή του σύμπαντος- μερικές ψυχές, που εγκλωβίστηκαν στα σώματα, να επανενωθούν με την αρχική τους πηγή. Ο Πλωτίνος μας λέει: «Η ψυχή του σύμπαντος δεν έγινε ούτε ήρθε για να είναι οπουδήποτε, διότι δεν υπάρχει τόπος• αλλά το σώμα, με τη γειτονία του μαζί της, μετέσχε σ’ αυτήν• για τον λόγο αυτό επίσης ο Πλάτων δεν λέει πουθενά ότι αυτή είναι στο σώμα, αλλά ότι το σώμα είναι σ’ αυτήν. Οι άλλες ψυχές βέβαια έχουν έναν τόπο από τον οποίο ήρθαν- από την ψυχή- και έναν τόπο στον οποίο κατευθύνονται, την κάθοδο και τη συμμετοχή, συνεπώς και την άνοδο. Η ψυχή του σύμπαντος όμως είναι πάντοτε επάνω, εκεί που είναι η φύση της να βρίσκεται• το συνεχόμενο αυτού είναι το σύμπαν, και το κοντινό του και αυτό που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο. Η μερική ψυχή λοιπόν φωτίζεται όταν οδηγείται προς το πρότερό του- διότι συναντά το ον- ενώ, όταν πηγαίνει προς το ύστερό της, πηγαίνει προς το μη ον.» (Πλωτίνος, “Εννεάδες”, εννεάς τρίτη, 9- επισκέψεις διάφοροι, 3)
Αποσυμβολίζοντας την πνευματική σημασία του θεού, ο Εδουάρδος Συρέ γράφει στο βιβλίο “Η γένεσις της τραγωδίας και η επίδραση των Ελευσινίων Μυστηρίων”, αναφερόμενος στους δύο γιους του Δία, τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα, όπου ο πρώτος αντιπροσωπεύει το Διονυσιακό στοιχείο και ο δεύτερος το Απολλώνιο : «Ο Διόνυσος αντιπροσωπεύει την επιθυμία για σωματική εκδήλωση. Όντας το ακτινοβόλο πνεύμα της ενσαρκώσεως, είναι το πολύμορφο και ακατάβλητο ρεύμα της ζωής που εισβάλλει και διαποτίζει όλα τα όντα, ωθώντας τα σε ζωή και δράση. Ο Διόνυσος είναι η έξαρση της ζωής, το πνεύμα της Ατομικότητας. Ο Απόλλων, ο αδελφός του, είναι ο ήλιος του θείου κόσμου, ο Θεός του Ονείρου και της Εμπνεύσεως, ο Λόγος της ουράνιας διάνοιας και όλων των Αρχετύπων, η ακτινοβολούσα εκδήλωση του αμετάβλητου Κάλλους. Απόλλων και Διόνυσος αποτελούν μια συμπληρωματική αντίθεση, επειδή ο ένας ελέγχει τον πνευματικό και ο άλλος τον υλικό κόσμο. Εν τούτοις, δεν είναι αντίπαλοι. Εργάζονται από κοινού σε ολόκληρο το σύμπαν πραγματώνοντας μιαν αδελφική και άοκνη συνεργασία- ενώ χωρίς αυτούς το σύμπαν δεν θα μπορούσε να υπάρξει…
Ο Απόλλων είναι το Φως, ο Θείος Λόγος, προτού το Θείον κατέλθει εντός της Ύλης και εκδηλωθεί διαμέσου αυτής. Περιφέρεται μέσα στην γήινη ζωή σαν τον κορυφαίο του χορού του πνευματικού κόσμου. Πρωτοστατεί στους χρησμούς των Δελφών και εμπνέει την Πυθία.»
Ο Φρειδερίκος Νίτσε στο βιβλίο του “Η γέννηση της Τραγωδίας” αναφέρει: «Αλλά ο Απόλλων μας φαίνεται στο εξής σαν η θεοποίηση της αρχής της εξατομίκευσης, της μόνης που εκπροσωπεί τον αιώνια πραγματοποιούμενο σκοπό της πρωταρχικής Ενότητας: Τη δικαίωσή της με τη φαινομενικότητα. Μας δείχνει με μια υπέροχη χειρονομία πως ο κόσμος του πόνου είναι ολότελα αναγκαίος για να μπορέσει το άτομο, ωθούμενο απ’ αυτόν, να γεννήσει το όραμα που το αποζημιώνει και, βυθισμένο σ’ αυτή την ενατένιση, να μείνει ήρεμο μέσα στη θαλασσοδαρμένη βάρκα του…
Ο Απόλλων, ηθική θεότητα, απαιτεί από τους πιστούς του να τηρούν το μέτρο, δηλαδή ν’ αρχίσουν απ’ τη γνώση του εαυτού τους. Μ’ αυτό τον τρόπο, εκτός από την ηθική αναγκαιότητα του ωραίου, αναγνωρίζει κανείς και τις επιταγές του «Γνώθι σαυτόν!» και «Μηδέν άγαν!» ενώ η υπερβολική υπερηφάνεια και η έλλειψη μέτρου θεωρούνται σαν οι κατ’ εξοχήν εχθρικοί δαίμονες, που προέρχονται από τη μη απολλώνια σφαίρα, σαν ιδιότητες που ανήκουν στη μη απολλώνια εποχή, την εποχή των τιτάνων, και στον μη απολλώνιο κόσμο, δηλαδή στους βαρβάρους.»
Εδώ να τονίσουμε ότι το περίφημο «Γνώθι σαυτόν» ουσιαστικά αντιπροσώπευε το «άνθρωπε, γνώρισε τον θεό που υπάρχει μέσα σου», δηλαδή συνειδητοποίησε ότι είσαι πολύ περισσότερο από αυτό που νομίζεις ότι είσαι. Είσαι υιός Θεού! και πρέπει με την προσπάθειά σου να γίνεις Υιός Θεού!
Ο Απόλλωνας είναι ο θεός της νεότητας, αλλά και της αιωνιότητας. Η αιωνιότητα συνδέεται με το νοητό κόσμο. Ο Πλωτίνος συνδέει αυτές τις δύο έννοιες και με ένα βήμα παραπέρα συνδέει το χρόνο με τις Μούσες, τις συνοδούς του Απόλλωνα. Ας δούμε τις απόψεις του για τη σύνδεση αιωνιότητας- νοητού κόσμου: «Τι πράγμα λοιπόν να πούμε ότι είναι η αιωνιότητα; Μήπως ότι είναι η ίδια η νοητή ουσία, σαν να έλεγε κανείς ότι ο χρόνος είναι ο σύμπας ουρανός και ο κόσμος; Λένε, άλλωστε, ότι μερικοί φιλόσοφοι αυτή τη γνώμη είχαν για τον χρόνο. Επειδή βέβαια την αιωνιότητα τη φανταζόμαστε και τη σκεφτόμαστε ως κάτι μεγαλοπρεπέστατο, και η ύψιστη μεγαλοπρέπεια ανήκει στη νοητή φύση, και δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάτι περισσότερο μεγαλοπρεπές- τούτο δεν πρέπει να αποδοθεί ως προσδιορισμός ούτε στο επέκεινα αυτού-, θα μπορούσε κάποιος να καταλήξει κατ’ αυτό τον τρόπο στην ταύτιση αιωνιότητας και νοητής φύσης. Και πάλι ο νοητός κόσμος και η αιωνιότητα είναι αμφότερα περιεκτικά, και μάλιστα περιέχουν τα ίδια πράγματα. Όταν λέμε ότι τα μεν βρίσκονται στα δε- τα νοητά όντα στην αιωνιότητα- και όταν αποδίδουμε στα νοητά τον χαρακτηρισμό του αιώνιου- διότι, λέει ο Πλάτων, η φύση του υποδείγματος ήταν αιώνια-, λέμε πάλι ότι η αιωνιότητα είναι κάτι άλλο, ωστόσο λέμε ότι σχετίζεται με τη νοητή φύση ή βρίσκεται μέσα σ’ εκείνη ή είναι παρούσα σ’ εκείνη. (Πλωτίνος, “Εννεάδες”, εννεάς τρίτη, 7 περί αιώνος και χρόνου, 2)
Επομένως ο Απόλλωνας είναι ο μεγάλος διαφωτιστής θεός της θεραπευτής, της μαντικής, της δημιουργικής έμπνευσης και της μουσικής. Θεός του φωτός, του εξαγνισμού, του πολιτισμού, της ηθικής, ο οποίος μάχονταν εναντίον κάθε βαρβαρότητας, αναρχίας και κακίας. Είναι επίσης προστάτης της νεότητας, της υγείας και θεός αλεξίκακος ή ακόμα πολεμικός. Η αριθμητική αξία του ονόματός Απόλλων είναι 1061. Ο Θ. Μανιάς παρατηρεί ότι αν προσθέσουμε όλες της πτώσεις της λέξης “ανήρ” βρίσκουμε πάλι 1061. Έτσι ο Απόλλωνας αντιπροσωπεύει τον ιδανικό άνδρα. Εξάλλου η αριθμητική αξία του ονόματος της αδελφής του Άρτεμης είναι 656, ή θεοσοφικά 17 ή 8. Ο Θ. Μανιάς παρατηρεί ότι ο λόγος Απόλλων προς Άρτεμις =1061:656 δίνει το Χρυσό Αριθμό Φ (Φ= 1,618), με τον Απόλλωνα ν’ αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο τμήμα της Χρυσής τομής.
------------------------------------------------
(*1) Ο Πλάτωνας στον “Κρατύλο” συνδέει τον Απόλλωνα με την αλήθεια, η οποία είναι το φως που από το Αγαθό δίνεται στα νοητά. Στην “Πολιτεία” συνδέει τον Ήλιο με το φως του Αγαθού, άρα με την αλήθεια. Από αυτά γίνεται φανερό πως ο Πλάτωνας συνδέει τον Ήλιο με τον Απόλλωνα.




Δεν υπάρχουν σχόλια: