Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Τα “Θεοφάνεια” και η αμφιβολία του Ιωάννη του Βαπτιστή…

[[ δαμ- ων ]]

Τα Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες δεσποτικές γιορτές. Η λέξη “Θεοφάνεια” σημαίνει την φανέρωση (ή αποκάλυψη) του Θεού, και αναφέρεται στην φανέρωση της τριαδικής υπόστασης του Θεού, που έγινε κατά την βάπτιση του Υιού Του.
Ο ευαγ. Ματθαίος με λίγα και λιτά λόγια παρουσιάζει αυτό το μέγα και θαυμαστό γεγονός: «Τότε έρχεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη για να βαφτιστεί απ’ αυτόν. Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε λέγοντάς του: «Εγώ έχω ανάγκη να βαφτιστώ από σένα κι έρχεσαι εσύ σ’ εμένα;» Ο Ιησούς όμως του αποκρίθηκε: «Ας τ’ αφήσουμε τώρα αυτά, γιατί πρέπει να εκπληρώσουμε κι οι δυο μας ό,τι προβλέπει το σχέδιο του Θεού. Τότε ο Ιωάννης τον άφησε να βαφτιστεί. Βαφτίστηκε, λοιπόν, ο Ιησούς κι αμέσως βγήκε από το νερό. Κι αμέσως άνοιξαν γι’ αυτόν οι ουρανοί και είδα το Πνεύμα του Θεού σαν περιστέρι να κατεβαίνει και να έρχεται πάνω του. ακούστηκε τότε μια φωνή από τα ουράνια που έλεγε: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου». ». (Ματθαίος, γ΄13- 17)
Αυτή τη βάφτιση δίνει και ο Ν. Καζαντζάκης, με τον δικό του τρόπο, στο βιβλίο του “Ο Τελευταίος Πειρασμός”. Ο Κρητικός συγγραφέας τολμάει να προβάλλει τα ερωτήματα και τις αμφιβολίες του ασκητή της ερήμου για το πρόσωπο του Χριστού. «Ποιος είσαι; Ποιος;» τολμάει να ρωτήσει τον Ιησού, όταν εμφανίστηκε αυτός στον Ιορδάνη. Και μετά τη συζήτηση και τη γνωριμία τους η αμφιβολία γίνεται βεβαιότητα πως αυτός είναι ο «αναμενόμενος», για να καταλήξει να βαπτίσει τον «γιο του Θεού, την ελπίδα του ανθρώπου»! Στα ευαγγελικά κείμενα, όμως, παρουσιάζεται η αντίθετη σειρά. Στην αρχή ο Πρόδρομος είναι βέβαιος πως ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας για να καταλήξει σε αμφιβολίες κι αμφισβήτηση όταν ο Ηρώδης τον έκλεισε στη φυλακή. Κι εδώ δημιουργείτε το μεγάλο «γιατί;». Γιατί τρύπωσαν οι αμφιβολίες στη σκέψη του Βαπτιστή;

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ας δούμε τώρα την καζαντζακική εκδοχή:
[[Πρόβαλε ο Ιησούς μέσα στον ήλιο, έκαμε δυο βήματα, διστάζοντας, παραπατώντας, στάθηκε• είχε καρφωμένα τα μάτια του απάνω στον ασκητή, όλη του η ψυχή είχε γίνει ματιά, κι έψαχνε, ανέβαινε, κατέβαινε από τα καλαμοπόδαρα ως ρο πυρπολούμενο κεφάλι, κι απάνω από το κεφάλι, στο αόρατο μπόι του προφήτη. Είχε γυρισμένη την πλάτη του ο Βαφτιστής, ένιωσε απάνω σε αλάκερό του κορμί τη βίαιη ματιά να τον ανασκαλεύει, θύμωσε, στράφηκε ολοκορμίς, μεσόκλεισε τα δυο στρογγυλά γερακίσια μάτια του να ξεχωρίσει• ποιος ήταν ο αμίλητος, ακίνητος ετούτος νέος που τον κοίταζε, ντυμένος στα κάτασπρα; Κάπου, κάποτε τον είχε μεταδεί, πού; πότε; Μάχουνταν να θυμηθεί, με αγωνία• τάχα να τον είδε μια νύχτα στ’ όνειρά του; συχνά τέτοιους ασπροφορεμένους έβλεπε στον ύπνο του• δεν του μιλούσαν, τον κοίταζαν, του κουνούσαν το χέρι τους, σα να τον χαιρετούσαν, σα να τον αποχαιρετούσαν, κι έκραζε ο κόκορας της αυγής και γίνουνταν φως και χάνουνταν.
Άξαφνα ο Βαφτιστής, ως τον κοίταξε, έσυρε φωνή, θυμήθηκε: Μια μέρα, καταμεσήμερα, είχε ξαπλώσει στον όχτο του ποταμού, πήρε, γραμμένο σε τραγίσια προβιά, τον προφήτη Ησαΐα- και μονομιάς πέτρες, νερά, ανθρώποι, καλάμια, ποταμοί αφανίστηκαν• γέμισε ο αγέρας φωτιές, τρουμπέτες και φτέρουγες• άνοιξαν τα λόγια του προφήτη σαν πόρτες και βγήκε ο Μεσσίας! Θυμάται• ήταν ντυμένος κάτασπρα, λιγνός, φαγωμένος από τους ήλιους, ξυπόλυτος, κι είχε ανάμεσα στα δόντια του, σαν και τούτον, ένα πράσινο φύλλο!
Τα μάτια του ασκητή γέμισαν χαρά και τρομάρα• κατρακύλησε από το βράχο, ζύγωσε, τέντωσε το σκεβρωμένο λαιμό:
- Ποιος είσαι; ποιος; Ρώτησε, κι η φοβερή φωνή έτρεμε.
- Δε με γνωρίζεις; Έκαμε ο Ιησούς και προχώρησε ένα βήμα.
Κι αυτουνού η φωνή έτρεμε• ήξερε, από την απάντηση του Βαφτιστή κρέμουνταν η μοίρα του.
«Ετούτος είναι, ετούτος;» διαλογίζουνταν ο Βαφτιστής, χτυπούσε δυνατά η καρδιά του και δεν μπορούσε, δεν τολμούσε να πάρει απόφαση• τέντωσε πάλι το λαιμό:
- Ποιος είσαι; Ξαναρώτησε.
- Δε διάβασες τις Γραφές; Του αποκρίθηκε ο Ιησούς με γλύκα και παράπονο, σα να τον μάλωνε• δε διάβασες τους προφήτες; Τι λέει ο Ησαΐας; Πρόδρομε, δε θυμάσαι;
- Εσύ ‘σαι; εσύ; Μουρμούρισε ο ασκητής, τον χούφτωσε κι από τους δυο ώμους και του ερευνούσε τα μάτια.
- Ήρθα… είπε δισταχτικά ο Ιησούς και στάθηκε.
Κόπηκε η πνοή του, δεν μπορούσε να προχωρέσει• θαρρείς κι άπλωνε το πόδι κι έψαχνε να δει, μπορεί; Δεν μπορεί να πατήσει, χωρίς να γκρεμιστεί…
Σκυμμένος απάνω του ο άγριος προφήτης τον ερευνούσε, αμίλητος• είχε άραγε ακούσει τον απλό, το φοβερό λόγο που ‘χε ξεφύγει από το στόμα του Ιησού;
- Ήρθα… ξανάπε ο γιος της Μαρίας τόσο σιγά, που μήτε ο Ιούδας που παραμόνευε πίσω τους, με τρουλωμένο το αυτί, μπόρεσε ν’ ακούσει.
Τη φορά ετούτη ο προφήτης τινάχτηκε• άκουσε.
- Τι; έκαμε, κι οι τρίχες του κεφαλιού του σηκώθηκαν.
Ένα κοράκι πέρασε απάνω από τα κεφάλια τους κι έσυρε βραχνή φωνή- σαν ανθρώπου που πνίγουνταν ή γελούσε ή περγελούσε• ο Βαφτιστής θύμωσε• έσκυψε να μαζέψει μιαν πέτρα να του την πετάξει• το κοράκι είχε φύγει, μα αυτός έψαχνε, έψαχνε, και χαίρουνταν που περνούσε η ώρα κι ο νους του έτσι σιγά – σιγά γαλήνευε… ανασηκώθηκε:
- Καλώς όρισες, είπε ήσυχα και τον κοίταξε χωρίς αγάπη.
Η καρδιά του Ιησού τινάχτηκε• είχαν βουίξει τ’ αυτιά του, για, αλήθεια, ο προφήτης του ‘χε πει: Καλώς όρισες; Αν ήταν αλήθεια, τι ξάφνιασμα, τι χαρά και τι τρόμος!
Έριξε γύρα του ο βαφτιστής τη ματιά, σβάρνισε τον Ιορδάνη ποταμό, τα καλάμια, τους ανθρώπους, που, γονατισμένοι στη λάσπη, ξομολογούνταν φανερά τα κρίματά τους, αγκάλιασε γοργά κι αποχαιρέτησε το βασίλειό του κι ύστερα στράφηκε στον Ιησού:
- Τώρα εγώ, μπορώ να φύγω.
Η φωνή του Ιησού ακούστηκε σίγουρη τώρα, αποφασισμένη:
- Ακόμα• πρώτα να με βαφτίσεις, Πρόδρομε.
- Εγώ; εσύ πρέπει να με βαφτίσεις εμένα, Κύριε…
- Μη μιλάς δυνατά, μη μας ακούσουν• δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου• έλα!
Τέντωσε ο Ιούδας το αυτί του ν’ ακούσει• μα ένα μούρμουρο άκουγε, ένα χορευτό χαρούμενο μούρμουρο, σα δυο τρεχούμενα νερά που σμίγουν.
Τα πλήθη που ‘χαν μαζωχτεί στον όχτο, αναμέρισαν• ποιος είναι ο παράξενος αυτός προσκυνητής, που ‘χε πετάξει αποπάνω του το άσπρο του ράσο κι έπεσε απάνω του ο ήλιος και τον σκέπασε; Και, δίχως να ξομολογηθεί τα κρίματά του, έμπαινε μέσα στο νερό με τέτοιαν αρχοντιά και σιγουράδα; Ο Βαφτιστής πήγαινε μπροστά, χώθηκαν κι οι δυο μέσα στο γαλάζιο ρέμα, ένας βράχος ξεπρόβαλε από το πρόσωπο του νερού, ο Βαφτιστής σκαρφάλωσε απάνω• πλάι του ο Ιησούς πατούσε τον άμμο του βυθού, και το νερό αγκάλιαζε το κορμί του ως το πηγούνι.
Τη στιγμή που σήκωσε ο Βαφτιστής το χέρι να του περιχύσει με νερό και το πρόσωπο και να πει την ευκή, ο λαός έσυρε φωνή: απότομα το ρέμα του Ιορδάνη στάθηκε ακίνητο κι αρμένισαν ολούθε πολύχρωμα ψάρια, περικύκλωσαν τον Ιησού κι άρχισαν, διπλώνοντας ξεδιπλώνοντας τα φτερούγια τους, παίζοντας τις ουρές τους, να χορεύουν. Κι ένα πνέμα μαλλιαρό, ένας γέρος αγαθός, ακούμπησε στα καλάμια και με ξεχάσκωτο στόμα κοίταζε τα όσα γίνουνταν μπροστά του• και τα μάτια του είχαν γουρλώσει από χαρά και τρομάρα.
Ο λαός, να δει τέτοια θαμάσματα, βουβάθηκε• πολλοί έπεσαν μπρούμυτα στον όχτο να μη βλέπουν• άλλοι, μέσα στο φοβερό λιοπύρι, τουρτούριζαν• ένας είδε το γέρο που πρόβαλε ολολάσπωτος από το βυθό, φώναξε: «Ο Ιορδάνης!» και λιποθύμησε.
Ο Βαφτιστής γέμισε νερό μια βαθιά αχιβάδα, το χέρι του έτρεμε, άρχισε να περιχύνει το πρόσωπο του Ιησού:
- Βαφτίζεται ο δούλος του Θεού… άρχισε και σταμάτησε- δεν κάτεχε τι όνομα να πει.
Στράφηκε στον Ιησού να τον ρωτήσει, κι απάνω εκεί που τεντωμένοι όλοι στα νυχοπόδαρά τους, περίμεναν ν’ ακούσουν τ’ όνομα, φτέρουγα ακούστηκε να κατεβαίνει από τον ουρανό, ένα άσπρο φωτερό πουλί- πουλί, για ένα από τα Σεραφίμ του Ιεχωβά;- χίμηξε και σοζυγιάστηκε απάνω από το κεφάλι του βαφτιζόμενου• κάμποση ώρα ακίνητο• κι έξαφνα έκαμε τρεις κύκλους, τρία στεφάνια φως έλαμψαν απάνω στον αγέρα, κι ακούστηκε το πουλί να σέρνει φωνή, σα να ξεφώνιζε όνομα, ένα πρωτάκουστο, κρυφό, λες κι αποκρίνονταν ο ουρανός στο βουβό ρώτημα του Βαφτιστή.
Βούιξαν τ’ αυτιά των ανθρώπων και τα μελίγγια τους μετασάλεψαν• λόγια ήταν ετούτα αντάμα και φτερά, φωνή Θεού, φωνή πουλιού, ένα αλλόκοτο θάμα, κι ο Ιησούς τεντώθηκε σύγκορμος ν’ ακούσει• ψυχανεμίστηκε, ετούτο ήταν το αληθινό τ’ όνομά του• μα δεν μπόρεσε ν’ ακούσει• γρίκηξε μονάχα να συντρίβονται μέσα του κύματα πολλά, φτερά πολλά, λόγια πικρά και μεγάλα. Σήκωσε τα μάτια• το πουλί είχε κιόλα τιναχτεί στην κορυφή τ’ ουρανού κι είχε γίνει φως μέσα στο φως.
Μονάχα ο Βαφτιστής, που χρόνια τώρα στην έρημο και στην απάνθρωπη μοναξιά είχε ξεσκολίσει τη γλώσσα του Θεού, κατάλαβε:
- Βαφτίζεται, μουρμούρισε μέσα του τρέμοντας, βαφτίζεται ο δούλος του Θεού, ο γιός του Θεού, η Ελπίδα του ανθρώπου!
Κι έκαμε νόημα στον Ιορδάνη πως μπορούσε τώρα τα νερά του να σαλέψουν• το μυστήριο τέλεψε. ]]
Στην συγκλονιστική αυτή περιγραφή- δυνατότερη από κάθε ευαγγελική περιγραφή- ο Ν. Καζαντζάκης έδωσε την βάφτιση του Ιησού. Την αρχική ανθρώπινη αμφιβολία: «Ετούτος είναι; Ετούτος;» του βαπτιστή, την μετουσιώνει σε βεβαιότητα! Κατάλαβε τη γλώσσα του Θεού. Τα θαυμαστά φαινόμενα μπόρεσε και τα ερμήνευσε. Έτσι με πλήρη επίγνωση βάφτισε το «γιό του Θεού κι Ελπίδα του ανθρώπου».
Πάμε τώρα στα ευαγγέλια για να δούμε την αμφιβολία του Ιωάννη:
«Ο Ιωάννης, που βρισκόταν στη φυλακή, άκουσε για τα έργα του Χριστού, κι έστειλε δυο από τους μαθητές του να τον ρωτήσουν: «Εσύ είσαι ο Μεσσίας που πρόκειται να έρθει ή να περιμένουμε κανέναν άλλο;» Κι ο Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Να πάτε και να πείτε στον Ιωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε: Τυφλοί ξαναβλέπουν και κουτσοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούν, νεκροί ανασταίνονται και φτωχοί ακούνε το χαρμόσυνο άγγελμα. Και μακάριος είναι όποιος δε χάσει την εμπιστοσύνη του σ’ εμένα». » (Ματθαίος, ια΄ 2- 6)
Εδώ δημιουργείται το μεγάλο ερώτημα: Τι μεσολάβησε και ο Πρόδρομος Ιωάννης γέμισε αμφιβολίες, φτάνοντας στο σημείο να στείλει μαθητές του να ρωτήσουν τον Ιησού: «συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν»;
Πριν καν γεννηθεί ο Ιωάννης, αναγνώρισε πως το έμβρυο που βρισκόταν στην κοιλιά της Παναγίας, ήταν ο Μεσσίας! Μετά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, αυτή επισκέφθηκε την συγγενή της Ελισάβετ, που κυοφορούσε τον Ιωάννη:
«Αμέσως ύστερα, η Μυριάμ σηκώθηκε και πήγε γρήγορα σε μια πόλη της ορεινής Ιουδαίας• μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Μόλις εκείνη άκουσε το χαιρετισμό της Μαρίας, το βράφος που ήταν στα σπλάχνα της σκίρτησε. Η Ελισάβετ τότε πλημμύρισε με το Άγιο πνεύμα και φώναξε με δυνατή φωνή: «Ευλογημένη από το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο από όλες τις γυναίκες! Ευλογημένο το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου! Αλλά πώς μου έγινε η τιμή να με επισκεφθεί η μητέρα του Κυρίου μου; Μόλις έφτασε στ’ αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, σκίρτησε από αγαλλίαση το παιδί στα σπλάχνα μου» (Λουκάς, α΄ 39- 44)
Όταν μεγάλωσαν τα δύο ξαδέρφια, ο Ιωάννης έγινε ο Πρόδρομος του Χριστού, λέγοντας: «εγώ μεν βαπτίζω υμάς εν ύδατι εις μετάνοιαν• ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστιν, ου ουκ ειμί ικανός τα υποδήματα βαστάσαι• αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι αγίω και πυρί.» (Ματθαίος, γ΄ 11) Ο ευαγ. Ιωάννης έγραψε για τη συνάντηση του Ιησού με τον Ιωάννη: «Την άλλη μέρα ο Ιωάννης βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς το μέρος του και λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού, που παίρνει πάνω του την αμαρτία των ανθρώπων. Γι’ αυτό σας μίλησα όταν είπα, “ύστερα από μένα έρχεται ένας που είναι ανώτερός μου, γιατί υπήρχε πριν εγώ να γεννηθώ”. Για να τον γνωρίσει όμως ο Ισραήλ γι’ αυτό ήρθα εγώ και βαφτίζω με νερό». Κι ο Ιωάννης διακήρυξε δημόσια και είπε: «Είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν αστέρι από τον ουρανό και να μείνει πάνω του. Εγώ δεν το ήξερα ποιος ήταν, αυτός όμως που έστειλε να βαφτίζω με νερό, αυτός μου είπε: “εκείνος που πάνω του θα δεις να κατεβαίνει και να μείνει το Πνεύμα, αυτός είναι που βαφτίζει με Άγιο Πνεύμα”. Κι αυτό εγώ το είδα• και διακήρυξα δημόσια πως αυτός είναι ο Υιός του Θεού». (Ιωάννης, α΄ 29- 34). Επομένως, ο Βαπτιστής και είδε το Άγιο Πνεύμα και διακήρυξε δημόσια ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός ρου Θεού!
Θα δώσουμε ακόμη ένα εδάφιο από το ευαγγέλιο του Ιωάννη:
«Αλλά ο Ιωάννης βάφτιζε τότε στην Αινών, κοντά στο Σαλείμ, γιατί είχε πολύ νερό εκεί, και οι άνθρωποι έρχονταν και βαφτίζονταν, αφού ο Ιωάννης δεν είχε ακόμα φυλακιστεί. Έγινε κάποτε μια συζήτηση ανάμεσα σε μερικούς από τους μαθητές του Ιωάννη και σ΄ έναν Ιουδαίο, σχετικά με το θρησκευτικό καθαρμό. Ήρθαν λοιπόν στον Ιωάννη και του είπαν: «Δάσκαλε, αυτός που ήταν μαζί σου πέρα από τον Ιορδάνη, αυτός που εσύ επίσημα τον παρουσίασες, αυτός τώρα βαφτίζει, κι όλοι πηγαίνουν σ’ αυτόν». Ο Ιωάννης απάντησε: «Τίποτα δεν μπορεί να λάβει ο άνθρωπος, αν δεν του είναι δοσμένο από το Θεό. Εσείς οι ίδιοι είστε μάρτυρες ότι είπα, δεν είμαι εγώ ο Μεσσίας, αλλά απεσταλμένος πριν απ’ αυτόν. Γαμπρός είναι εκείνος που έχει τη νύφη• ο φίλος όμως του γαμπρού, που στέκεται κοντά τον ακούει, είναι γεμάτος χαρά ακούγοντας τη φωνή του γαμπρού. Αυτή είναι η χαρά η δική μου και τώρα έχει ολοκληρωθεί. Εκείνου το έργο πρέπει να μεγαλώνει και το δικό μου να μικραίνει. Αυτός που έρχεται από το Θεό είναι ανώτερος απ’ όλους• αυτός που προέρχεται από τη γη έχει ανθρώπινη προέλευση και μιλάει ανάλογα. Αυτός που έρχεται από το Θεό είναι ανώτερος απ’ όλους• κηρύττει ό,τι είδε κι άκουσε, κανείς όμως δε δέχεται τη μαρτυρία του. Αυτός που δέχεται τη μαρτυρία του αναγνωρίζει ότι ο Θεός λέει την αλήθεια. Γιατί τα λόγια του Θεού λαλεί αυτός που στάλθηκε από το Θεό, αφού ο Θεός του δίνει το Πνεύμα απεριόριστα. Ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό και του έδωσε εξουσία πάνω σε όλα.» (Ιωάννης, γ΄ 23- 36) Και σ’ αυτό το εδάφιο ο Πρόδρομος αναγνωρίζει την ανωτερότητα του Ιησού. Επιπλέον πως το έργο του ως προδρόμου έχει τελειώσει και γι’ αυτό αισθάνεται μεγάλη χαρά: «αύτη ουν η χαρά η εμή πεπλήρωται.» Είναι φυσιολογικό η επιρροή του Ιωάννη να μικραίνει, ενώ του Ιησού να μεγαλώνει: «εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι».
Στη βάφτιση του Ιησού, ο Ιωάννης ήταν μάρτυρας των θαυμασίων του Θεού: το σταμάτημα, κατά την παράδοση, της ροής του Ιορδάνη, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, τη φωνή του Θεού: «ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Όλα αυτά ήσαν δηλωτικά της ουράνιας καταγωγής του Ιησού. Κι όμως ο Βαπτιστής έφτασε στο σημείο να αμφιβάλλει για τον θείο απεσταλμένο, του οποίου ήταν ο Πρόδρομος, αυτός που του προετοίμασε το δρόμο!
Στη φυλακή, λοιπόν, στην απομόνωση ο Πρόδρομος του Χριστού καταλαμβάνεται από την ανθρώπινη αδυναμία της αμφιβολίας! Μπορεί σε κανένα από τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια να μην ομολογείται αυτή η αδυναμία, αλλά σε κάποιο άλλο, μη κανονικό, ευαγγέλιο περιγράφεται η αμφιβολία! Παραθέτουμε το παρακάτω ενδεικτικό απόσπασμα:
«Η ζωή του (Ιωάννη) μέσα στη φυλακή ήταν σκληρή και ζούσε σε μεγάλη αγωνία και οδύνη, κι άρχισε να αμφιβάλλει. Και είπε στον εαυτό του: «Αναρωτιέμαι αν αυτός ο Ιησούς είναι ο Χριστός για τον οποίο έγραψαν οι προφήτες! Μήπως έκανα λάθος στο έργο μου; Με έστειλε πραγματικά ο Θεός για να προετοιμάσω το δρόμο γι’ αυτόν που θα λυτρώσει το λαό μας, το Ισραήλ;» Και τότε έστειλε μερικούς από τους φίλους του, που τον επισκέπτονταν στο κελί του, στην Καπερναούμ, για να μάθουν γι’ αυτόν τον άνθρωπο και να τον πληροφορήσουν.» (Υδροχοϊκό Ευαγγέλιο, κεφ. 103, 9- 12) Ο Βαπτιστής αμφιβάλει όχι μόνο για το αν είναι ο Ιησούς ο αναμενόμενος Μεσσίας, αλλά και για το έργο της ζωής του: ήταν αυτός ο πρόδρομος; μήπως έχτισε στην άμμο; μήπως η ζωή του και η προσπάθεια ήταν μια ματαιότητα;
Ήταν φυσικό και ανθρώπινο, μέσα στην αγωνία για τη ζωή του- κάπου προμάντευε τον θάνατό του- μέσα στο φόβο, να έρχονταν αμφιβολίες για τον σκοπό της ζωή του. Η αγωνία του επικείμενου θανάτου να τον κάνει να χάσει το θάρρος του, τη βεβαιότητά του. Αργότερα την ίδια αγωνία θα νιώσει και ο Ιησούς («γενόμενος εν αγωνία»), λίγο πριν τη σύλληψή του, στον κήπο της Γεσθημανή: «Εκείνος απομακρύνθηκε από αυτούς (τους μαθητές του Πέτρο,Ιάκωβο και Ιωάννη) σε απόσταση πετροβολιάς• γονάτισε κι άρχισε να προσεύχεται μ’ ετούτα τα λόγια: «Πατέρα, αν θέλεις, γλίτωσέ με απ’ αυτό το ποτήρι. Ας μη γίνει όμως το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου». Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν ένας άγγελος από τον ουρανό και τον ενίσχυε. Η αγωνία τον κυρίεψε και προσευχόταν πιο πολλή ώρα. Ο ιδρώτας του γινόταν σαν σταγόνες αίματος κι έπεφτα στη γη.» (Λουκάς, κβ΄41- 44). Ο Ιησούς που είχε τη συμπαράσταση αγγέλου εξ ουρανού, είχε καταληφθεί από τόση αγωνία ώστε «εγένετο ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος»
Η ίδια αγωνία αποτυπώνεται πιο έντονα στο ακόλουθο εδάφιο του Υδροχοϊκού Ευαγγελίου, όπου περιγράφεται η νύχτα στον κήπο της Γεσθημανή: « Είπε ο Ιησούς στους τρεις μαθητές του: «Σας αφήνω τώρα και πάω έξω στο σκοτάδι, τελείως μόνος, να μιλήσω με το Θεό. Με πνίγει η θλίψη. Σας αφήνω εδώ να αγρυπνάτε με μένα». Τότε ο Ιησούς προχώρησε τριακόσιους πήχεις προς την ανατολή κι έπεσε με το πρόσωπο μπροστά και προσευχήθηκε: «Θεέ μου! Θεέ μου! υπάρχει μήπως τρόπος ν’ αποφύγω τον τρόμο των ωρών που θα ‘ρθουν; Η ανθρώπινη σάρκα μου ζαρώνει φοβισμένη• η ψυχή μου είναι σταθερή• όμως όχι η δική μου θέληση, αλλά η δική σου ας γίνει Θεέ μου». Προσευχήθηκε με αγωνία• η ένταση πάνω στην ανθρώπινη μορφή ήταν μεγάλη• οι φλέβες του είχαν χωριστεί σε κομμάτια και το μέτωπό του είχε λουστεί με αίμα.» (Υδρ. Ευαγ., κεφ. 163, 46- 50)
. .. Για θα φτάσουμε στο θείο πάθος, όπου στην απομόνωση του σταυρού να φτάσει ο Υιός να αμφισβητήσει, μέσα στην αγωνία του, ακόμη και την παρουσία του Πατέρα του και να αναφωνήσει: « ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί;» Πικρό και εναγώνιο ερώτημα: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειπες;».
Αν ο θείος Ιησούς φτάνει στο έσχατο σημείο απελπισίας- γνωρίζοντας, ακόμη, πως σε τρεις μέρες θα αναστηθεί-, ο θνητός Ιωάννης θα μπορούσε να το αποφύγει;
Μέγα το μυστήριο του Θεού! Μεγάλη τροφή για τη σκέψη μας. Αρκεί η σκέψη να είναι καθαρή, απαλλαγμένη από δογματικές αγκυλώσεις- τις οποίες θέτουν οι θνητοί, γιατί ποτέ ο Θεός δε δογματίζει- να βάζει ερωτήσεις και σιγά- σιγά να ανεβαίνει προσπαθώντας να φτάσει στη “θεία κοινωνία” για να πάρει τις απαντήσεις από την ίδια την “Πηγή”…
Ο ίδιος ο Χριστός έχει πει: «ζητείτε, και ευρήσετε»…

Δεν υπάρχουν σχόλια: