Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος…

[[ δαμ-ων ]]

Χθες ήταν του Αγίου Βαλεντίνου. Το επίκεντρο της γιορτής η γυναίκα! Η γυναίκα η μυριοτραγουδισμένη που μπορεί να σε πάει στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Μερικές φορές πηγαίνεις στην Κόλαση αφού κάνεις μια μικρή περατζάδα από τον Παράδεισο της αγκαλιάς της. Για τα μάτια της ωραίας Ελένης έγινε ο αντροφθόρος δεκαετής Τρωικός πόλεμος, ενώ στην ποδιά της Μαρίας της Πενταγιώτισσας σφάχτηκαν παλικάρια ! Λένε ότι πίσω από κάθε μεγάλο άντρα πάντοτε υπάρχει μια γυναίκα που τον εμπνέει ή τον κατευθύνει.
Πρώτη γυναίκα για τη θρησκεία μας η Εύα. Ο Θεός όμως ολόπρωτα έπλασε τον Αδάμ, ολομόναχο. Για χάρη του πλάσματός του φύτεψε τον κήπο της Εδέμ. Εκεί, όμως, ο Αδάμ, αν και είχε έναν ειδυλλιακό τόπο κατοικίας, ήταν έρμος και μόνος. Δεν είχε κάποιον να του πει πόσο θλιβερή ήταν η μοναξιά, να γελάσει μαζί του, να κλάψει, να τον ξύσει, έστω, στην πλάτη όταν τον έπιανε φαγούρα, να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Κι ο Θεός σκέφτηκε να του φτιάξει σύντροφο. Έτσι μας προέκυψε η Εύα, η γυναίκα, το γλυκό βάσανο του άντρα! Διαβάζουμε, λοιπόν, στη “Γένεση”:
[[ Για τον άνθρωπο όμως δεν βρέθηκε σύντροφος όμοιός του. Τότε ο Κύριος ο Θεός τον έριξε σε βαθύ ύπνο κι αποκοιμήθηκε• πήρε μία από τις πλευρές του και τη θέση της τη συμπλήρωσε με σάρκα. Μετά, από την πλευρά που πήρε από τον Αδάμ, σχημάτισε μια γυναίκα και την οδήγησε σ’ αυτόν. Τότε ο Αδάμ είπε:
«Αυτό επιτέλους είναι κόκαλο από τα κόκαλά μου και σάρκα από τη σάρκα μου. “Γυναίκα” αυτή θα λέγεται, γιατί απ’ τον άντρα πάρθηκε». Γι’ αυτόν το λόγο θα εγκαταλείπει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενώνεται με τη γυναίκα του• θα γίνονται ένα σώμα. Ο Αδάμ και η γυναίκα του ήταν και οι δύο γυμνοί και δεν ντρέπονταν. ]] ( Γένεσις,β’ 20-25)
Και μετά αναρωτιέται ο Φραγκίσκος, ο ήρωας του Ν. Καζαντζάκη στο μυθιστόρημα “Ο Φτωχούλης του Θεού”:
[[ - Γιατί έπλασε ο Θεός τη γυναίκα; Ξέρεις να μου πεις; Γιατί ξεκόλλησε από τον άντρα ένα πλευρό και την έπλασε; Και γιατί ζητάει σε όλη του τη ζωή ο άντρας να ξανασμίξει με το ξεκολλημένο πλευρό του; Είναι ετούτο η φωνή του Θεού; είναι του δαιμόνου; Τι λες, φράτε Λεόνε; Είναι ο γάμος μυστήριο ιερό, ο γάμος κι η γέννα κι ο γιός; ]]
Ακόμη, αν κι έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια για την εκκλησία- εκατομμύρια για την επιστήμη- δεν έχει δοθεί απάντηση. Το ίδιο ερώτημα βασανίζει τον άντρα: Γιατί ο Θεός έπλασε τη γυναίκα;

Η συνέχεια >>> εδώ …

Δεν είναι απάντηση- και δεν τη δεχόμαστε- για να πολλαπλασιάζεται ο άνθρωπος. Γιατί υπήρχε και προαδαμική ανθρωπότητα που πολλαπλασιαζόταν με μια έκκριση από το σώμα του τότε ανθρώπου! Ο Ησίοδος μας έχει μιλήσει για πέντε γένη ανθρώπων. Αυτό που ξέρουμε εμείς είναι το πέμπτο γένος. Το ίδιο αναφέρει η αρχέγονη γνώση που είναι καταγεγραμμένη στα ιερά βιβλία της ανθρωπότητας. Σήμερα έχουμε την πέμπτη φυλή και μάλιστα την πέμπτη υποφυλή αυτηνής. Η ελληνική μυθολογία μιλάει για ανθρωπότητα πριν οι θεοί πλάσουν τη γυναίκα. Σαν πρώτη γυναίκα αναφέρει την Πανδώρα. Δίνουμε στη συνέχεια τον σχετικό μύθο:
[[ Σαν έκλεψε ο Προμηθέας τη φωτιά από τους αθάνατους και την έδωσε στους θνητούς, μάνιασε ο βροντορίχτης Δίας. Δεν μπορούσε να δεχτεί που ο Τιτάνας έμαθε στους ανθρώπους τις τέχνες και τα γράμματα, που τους χάρισε τη γνώση, προνόμιο μέχρι τότε μόνο των θεών. Οι θνητοί έφτιαχναν εργαλεία, καλλιεργούσαν τη γη, χτίζανε σπίτια, θεράπευαν τις αρρώστιες, μπορούσαν να γράφουν, να διαβάζουν και να μετρούν. Μ’ όλα αυτά ζούσαν ευτυχισμένοι και δεν είχαν ανάγκη τους θεούς, τους οποίους έπαψαν να τιμούν. Γι’ αυτό πιότερο χόλωσε ο ρήγας του κόσμου. Έτσι διέταξε ν’ αλυσοδέσουν τον Προμηθέα στον Καύκασο και στους θνητούς έστειλε πολλά κακά. Σαν κουβαλητή των δεινών θέλησε να στείλει κάποιο όν που μέχρι τότε δεν υπήρχε στη γη.
Πρόσταξε τον τεχνίτη των θεών, τον χωλό Ήφαιστο, με πηλό και νερό να φτιάξει το σώμα μιας ωραιότατης και γοητευτικής παρθένας, που να ήταν όμοια με θεά. Ζήτησε να έχει τη δύναμη των ανθρώπων, γλυκιά και σαγηνευτική φωνή, και βλέμμα που να σ’ αναρριγεί. Στο άψυχο αυτό σώμα ο βασιλιάς του Όλυμπου φύσηξε ζωή και μετά ζήτησε απ’ όλους τους θεούς να προικίσουν το ον με δώρα. Πρόθυμοι οι θεοί, στόλισαν με πολλά δώρα τη σύντροφο του άντρα. Η Αθηνά της χάρισε πλούσια και πλουμιστά ρούχα, ενώ οι Χάριτες τη στόλισαν με χάρη, σκέρτσο και γοητεία. Οι Ώρες τη γέμισαν στολίδια και γιορντάνια. Η Αφροδίτη τη γέμισε με του έρωτα τη χάρη και τη σαγήνη, η Ήρα την έκανε να λαμποκοπά από θηλυκότητα. Ο Ερμής την προίκισε με τη τέχνη της ψευτιάς, τους γοητευτικούς και δολερούς λόγους, το εύστροφο μυαλό και την πονηριά. Ο Άρης με τον άστατο χαρακτήρα κι ο Απόλλωνας με το φωτεινό χαμόγελο. Απ’ όλους τους θεούς πήρε δώρα και γι’ αυτό ο κεραυνορίχτης Δίας την ονόμασε Πανδώρα.
Ο ερχομός της πανώριας πηλοπλασμένης παρθένας έφερε τα βάσανα στην ανθρωπότητα. Από τότε γνώρισαν τον πόνο της αρρώστιας και κάθε είδους δεινά έδιωξαν την ανεμελιά τους.
Ο βροντόχαρος ρήγας του Κόσμου έβαλε όλα τα δεινά σ’ ένα κουτί, που το ΄κλεισε καλά, και το έδωσε σαν προίκα στην Πανδώρα να το πάρει μαζί της. Την ορμήνεψε να μην το ανοίξει ποτέ της. Μετά πρόσταξε τον αγγελιοφόρο των θεών, τον Ερμή, να την οδηγήσει στη Γη και να την παραδώσει στον Επιμηθέα.
Ο πανέξυπνος Προμηθέας είχε προειδοποιήσει τον αδερφό του ποτέ του να μη δεχτεί δώρο από τους Ολύμπιους, και κυρίως από τον Κρονίδη Δία. Μα ο Επιμηθέας, σαν είδε μπροστά του την Πανδώρα έχασε τα λογικά του από τη θεσπέσια παρουσία. Μεμιάς πλανεύτηκε από την ομορφιά της και του έρωτα ο σεβντάς γέμισε την καρδιά του. Την πήρε γυναίκα του και γνώρισε μαζί της τις χαρές του έρωτα.
Κι ενώ ζούσαν μέσα στη χαρά, η περιέργεια γαργαλούσε της Πανδώρας το μυαλό για το τι να έχει μέσα το δοχείο. Ξέχασε την ορμήνια του Δία. Κάποια μέρα, που έλειπε ο άντρας της, δεν άντεξε κι άνοιξε το δοχείο. Ευθύς ξεπετάχτηκαν τα δεινά από μέσα. Σάστισε από το ξεπέταγμα η γυναίκα και έκλεισε τρομαγμένη το δοχείο. Μα είχαν προλάβει να ξεφύγουν οι δυστυχίες και τα κακά και σκόρπισαν στη γη. Μονάχα η Ελπίδα απόμεινε στον πάτο του δοχείου, που ήταν η πιο βαριά. Από τότε η ανθρωπότητα γνώρισε τη δυστυχία και υποφέρει. ]]
Ο Πλάτωνας στο “Συμπόσιο” μας αναφέρει πως στο αρχικό γένος η φύση των ανθρώπων ήταν διπλή: αρσενικό-αρσενικό, θηλυκό- θηλυκό, αρσενικό- θηλυκό. Η υπεροψία των διπλών ανθρώπων ανάγκασε τον Δία να προστάξει τον διαχωρισμό τους. Ας δούμε το σχετικό απόσπασμα:
[[ Τον παλιότερο καιρό η ανθρώπινη φύση δεν ήταν όμοια με τη σημερινή, αλλά διαφορετική. Όταν δηλαδή πρωτοφάνηκαν στη γη τα φύλα των ανθρώπων ήταν τρία, όχι δύο ( όπως τώρα, αρσενικό και θηλυκό ), αλλά εκτός απ’ αυτά υπήρχε κι ένα τρίτο, που μέσα του είχε τα δυο άλλα ενωμένα· σήμερα κρατούμε τ’ όνομά του, το ίδιο όμως χάθηκε· τότε λοιπόν υπήρχε και φύλο με ξεχωριστή μορφή και όνομα, το αρσενικοθήλυκο, που το συναποτελούσαν και τα δυο, και το αρσενικό και το θηλυκό· τώρα απόμεινε μόνο το όνομα, που το τυλίγει η ντροπή.
Που λες, το παρουσιαστικό του κάθε τέτοιου ανθρώπου ήταν στρογγυλό• η ράχη σχημάτιζε περιφέρεια, το ίδιο και η μέση• χέρια τέσσερα, σκέλη όσα και τα χέρια και δυο πρόσωπα πάνω σε σβέρκο κυλινδρικό, το ‘να ολόιδιο με τ’ άλλο• πάνω απ’ αυτά τα δυο πρόσωπα, που το καθένα τους αντίκριζε το αντίθετο σημείο του ορίζοντα, είχε ένα κεφάλι με τέσσερα αυτιά• είχε δυο γεννητικά όργανα κι όλα τα υπόλοιπα ανάλογα και όπως μπορούσε κανείς να τα φανταστεί σύμφωνα με τα παραπάνω. Μπορούσε να μετακινείται και όρθιο, προς όποια διεύθυνση ήθελε, όπως και σήμερα• όποτε όμως του ερχόταν να τρέξει γρήγορα- έχετε δει σαλτιμπάγκους και στριφογυρίζουν και να κάνουν ακροβατικά με τα πόδια όρθια επάνω; Έτσι ακριβώς, μια και τότε είχε οκτώ άκρα, στηριζόταν σ’ αυτά και μετακινιόταν γρήγορα, σαν τροχός.
Τώρα, ποιος ο λόγος που τα ανθρώπινα φύλα ήταν τρία και τέτοιας λογής; Επειδή στην αρχή το αρσενικό ήταν βλαστάρι του ήλιου, το θηλυκό της γης κι εκείνο που τα ‘χε ενωμένα μέσα του και τα δυο ήταν της σελήνης, γιατί και η σελήνη είχε πάρει κι απ’ τα δυο αυτά ουράνια σώματα• κι έτσι και το παρουσιαστικό και το βάδισμά τους ήταν κυκλικά, έπρεπε να μοιάζουν τα γονικά τους. Έτσι είχαν φοβερή δύναμη και ρώμη, τόσο που τα μυαλά τους πήραν αέρα και τα έβαλαν με τους θεούς• και τα όσα λέει ο Όμηρος για τον Εφιάλτη και τον Ώτο- που βάλθηκαν δηλαδή να σκαρφαλώσουν στον ουρανό για να πέσουν πάνω στους θεούς- τα λέει για κείνους. Τότε ο Δίας και οι άλλοι θεοί συσκέπτονταν πώς να τα βγάλουν πέρα μ’ αυτούς και λύση δεν έβρισκαν• γιατί δεν τους καλοφαινόταν ούτε να τους σκοτώσουν και κεραυνοβολώντας τους- όπως πρωτύτερα τους Γίγαντες- να τους αφανίσουν από το πρόσωπο της γης (γιατί τότε ποιος θα τους πρόσφερε λατρεία και θυσίες;) ούτε να τους αφήσουν στ’ αθεόφοβα καμώματά τους.
Τέλος ο Δίας βρήκε τη λύση- κούρασε όμως το μυαλό του- και είπε: «Μου φαίνεται ότι έχω τον τρόπο, ώστε να τα ‘χουμε και τα δυο, και να υπάρχουν οι άνθρωποι και να σταματήσουν τα αθεόφοβα καμώματά τους: να χάσουν την μεγάλη δύναμη που έχουν. Δηλαδή τώρα, είπε, θα κόψω τον καθένα τους στα δυο κι έτσι θα γίνουν και λιγότερο δυνατοί. Αλλά και πιο χρήσιμοι για μας, αφού θα είναι περισσότεροι• θα βαδίζουν όρθιοι, πάνω σε δυο πόδια. Αν όμως και πάλι δείχνονται αθεόφοβοι και δε θελήσουν να μας αφήσουν να κλείσουμε μάτι, είπε, θα τους κόψω στα δυο κι άλλη μια φορά, έτσι που να βαδίζουν πάνω σ’ ένα πόδι, σα να παίζουν κουτσό».
Μ’ αυτά τα λόγια πήρε κι έκοβε τους ανθρώπους στα δυο, να, όπως κάνουν εκείνοι που κόβουν στα δυο τα σούρβα για να τα ξεράνουν ή εκείνοι που σχίζουν στα δυο τ’ αυγά με αλογότριχα. Καθέναν που έκοβε, παράγγελνε τον Απόλλωνα να του γυρίζει το πρόσωπο προς την αντίθετη μεριά, και το λαιμό- τον μισό πια- προς το μέρος που έγινε το σκίσιμο, για να βλέπει ο άνθρωπος το πάθημά του κι έτσι να μάθει να φέρεται πιο προσεχτικά• κατόπι του παράγγειλε να σουλουπώσει και τ’ άλλα αχνάρια της εγχείρησης. Με τη σειρά του ο Απόλλων και στο πρόσωπο έδινε αντίθετη κατεύθυνση και τραβούσε το δέρμα απ’ όλες τις μεριές προς το μέρος που σήμερα λέμε κοιλιά- ολόιδια όπως κάνουμε στα πουγγιά με τις σούφρες- δένοντας γερά τις άκρες γύρω από το μοναδικό κόμπο, στη μέση της κοιλιάς, αυτόν δα που τον λέμε αφαλό. Και τις υπόλοιπες ζάρες που έμεναν τις εξαφάνιζε ισιώνοντάς τες• ακόμα συμμάζευε τα στήθια χρησιμοποιώντας ένα όργανο όμοιο μ’ αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες για να ισιάζουν τις ζάρες του δέρματος γύρω απ’ το καλοπόδι• απ’ αυτές άφησε κάνα δυο, εκεί γύρω από την κοιλιά και τον αφαλό, για να μας θυμίζουν την παλιά δοκιμασία μας.
Που λες, από την ώρα που η ανθρώπινη φύση σχίστηκε σε δυο κομμάτια, το καθένα απ’ αυτά ποθώντας το άλλο – τον μισό του εαυτό του – έτρεχε να το συναντήσει· και τύλιγαν τα χέρια τους το ένα γύρω στο άλλο και σφιχταγκαλιάζονταν λαχταρώντας να γίνουν ένα, κι έτσι πέθαιναν από την πείνα και γενικά από την απραξία, αφού σαν έστρεγαν να καταπιαστούν με τίποτε, όσο ήταν χωρισμένα το ΄να από το άλλο. Και κάθε φορά που το ένα τους πέθαινε και έμενε στη ζωή το άλλο μισό, αυτό που έμενε άρχιζε να ψάχνει κάποιο άλλο· κι όταν συναντούσε είτε το μισό από ένα ολόκληρο θηλυκό – αυτό δηλαδή που τώρα το λέμε γυναίκα – είτε το μισό από ένα ολόκληρο αρσενικό, το σφιχταγκάλιαζε· το αποτέλεσμα ήταν να πεθαίνουν με τον τρόπο που είπα. Ο Δίας τότε τους σπλαχνίστηκε και σοφίζεται άλλο τέχνασμα: παίρνει τα γεννητικά τους όργανα από την πρώτη τους θέση και τα φέρνει μπροστά ( γιατί στην προηγούμενη κατάσταση και αυτά τα είχαν οι άνθρωποι από την έξω μεριά και πιάναν γκάστρι και γεννούσαν όχι με το σμίξιμό τους, αλλά στο χώμα, όπως τα τζιτζίκια )· που λες, τους άλλαξε τη θέση και τα έφερε μπροστά, έτσι που να πιάνεται στην κοιλιά το έμβρυο περνώντας από το αρσενικό στο θηλυκό. Ο Δίας τα ‘κανε αυτά ώστε από τη μια, αν άντρας συναντούσε γυναίκα, με το σφιχταγκάλιασμα να γεννοβολήσουν και να μη χαθεί η ράτσα, από την άλλη, αν αρσενικός συναντούσε αρσενικό, να τους ερχόταν μπούκωμα από το αγκάλιασμα, να σταματούσαν για κάποιαν ώρα, να γύριζαν στις δουλειές τους και να καταπιάνονταν με τις υπόλοιπες ανάγκες της ζωής.
Έτσι ρίζωσε ο έρωτας στον άνθρωπο από τη μακρινή εκείνη εποχή και μ’ αυτόν ξαναβρίσκει την ενότητά της η πρώτη μας φύση· κι αυτός κάνει ό,τι μπορεί, για να σχηματίσει από τα δύο ένα και να φέρει τη γιατριά στην ανθρώπινη φύση. Από τα παραπάνω βγαίνει ότι ο καθένας μας είναι το μισό απ’ ολόκληρο άνθρωπο, αφού είναι κομμένος όπως η γλώσσα ( το ψάρι ) – το ένα από τα δυο κομμάτια της πρώτης του φύσης· γι’ αυτό δεν κουράζεται ποτέ ο κάθε άνθρωπος ν’ αποζητά το άλλο μισό του. ]] ( Πλάτωνας, “Συμπόσιον”, 189d- 191d )
Ο έρωτας, λοιπόν, ρίζωσε στον άνθρωπο όταν έγινε η γυναίκα! Τι ήταν ο άντρας πρώτα. Ένα κούτσουρο συναισθηματικά. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει τρελά, να χάνει τα λόγια του και πολλές φορές τα λογικά του από τη στιγμή που η γυναίκα μπήκε στη ζωή του. Κι μερικές φορές αυτός ο μεγαλοδύναμος σκαρώνει κάτι πλάσματα που εκστασιάζεσαι και δίκαια αναφωνείς: «Μέγας είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου»! Και είσαι έτοιμος χίλιες φορές να πας και στην κόλαση ακόμη…
Μα μπορεί η γυναίκα να είναι και η ανάσταση όπως λέει ο Ν. Καζαντζάκης στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο”, όπου γράφει για την επαφή ενός καλόγερου με το θηλυκό γένος. Παρουσιάζει το καλόγερο από το Άγιο Όρος να διηγείται το συμβάν:
[[ Αφήκε το πιάτο και το κρασί απάνω στο τραπέζι, πήρε, ποιος ξέρει γιατί; γιατί ‘ταν λουσμένη; γιατί ήταν ξεκούραστη; και το λουτρό, και μια μυρωδιά, κι ένα κουμπί ξεκούμπωτο μπορεί να βοηθήσει τον Πειρασμό να κολάσει τον άνθρωπο· πήρε το λοιπόν θάρρος, δεν έφυγε απόψε, στάθηκε.
- Γιατί δεν τρως τούτες τις μέρες, πάτερ Ιγνάτιε; Έκαμε, και η φωνή της ήταν όλο συμπόνια, ανήσυχη.
Δεν της αποκρίθηκα· αυτή δεν έφευγε· δεν έφευγε, ξέρεις γιατί; Είσαι νέος και δεν ξέρεις· γιατί ο διάολος μέσα στην κοιλιά της γυναίκας δεν κοιμάται· δουλεύει.
- Θ’ αδυνατίσεις, πάτερ Ιγνάτιε, έκαμε πάλι· και το κορμί από Θεού είναι, πρέπει να το ταΐζουμε.
- Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, μουρμούριζα από μέσα μου και δε σήκωνα τα μάτια να δω τη γυναίκα.
Κι άξαφνα έσυρα φωνή, σαν να πνίγουμουν:
- Φεύγα!
Φοβήθηκε η γυναίκα, δρόμωσε κατά την πόρτα. Μα ως την είδα να ζυγώνει στην πόρτα, τρόμαξα θαρρείς μη φύγει, χύθηκα και την άρπαξα από τα μαλλιά. Φύσηξα το λυχνάρι, να μην κοιτάζει ο Σταυρωμένος, έσβησε. Το σκοτάδι είναι το κατοικητήριο του σατανά, την κρατούσα ακόμα από τα μαλλιά και την έριξα απάνω στο στρώμα. Μούγκριζα σαν το μουσκάρι· αυτή σώπαινε· άρπαξα το κεφαλομάντιλό της, έδωκα μια και ξεκούμπωσα όλη μεμιάς την μπλούζα της…
Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; τριάντα; σαράντα; τίποτα δεν πέρασε· ο καιρός στάθηκε. Είδες ποτέ σου τον καιρό να στέκεται; Εγώ τον είδα. Τριάντα χρόνια ξεκουμπώνω την μπλούζα της, ξεκουμπωμό δεν έχει.
Ως τα ξημερώματα την κρατούσα, δεν την άφηνα να φύγει. Τι χαρά ήταν εκείνη, Θεέ μου, τι αλάφρωση, τι ανάσταση! Όλη μου τη ζωή ήμουν σταυρωμένος, τη νύχτα εκείνη αναστήθηκα. Κι ακόμα ετούτο, το φοβερό· κι αυτό θαρρώ πως είναι, αυτό μονάχα, η αμαρτία μου, και γι’ αυτό σ’ έφερα στο κελί μου, να μου το ξεδιαλύνεις· ακόμα ετούτο το φοβερό: Για πρώτη φορά ένιωσα το Θεό να ‘ρχεται κοντά μου και να ‘χει τις αγκάλες του ανοιχτές. Τι ευγνωμοσύνη ήταν εκείνη, τι προσευχές όλη εκείνη τη νύχτα, ως τα ξημερώματα! πόσο άνοιξε η καρδιά μου και μπήκε ο Θεός! Πρώτη φορά κατάλαβα, μου το ‘λεγαν οι Γραφές μα ήταν λόγια, πρώτη φορά στη ζωή μου την αγέλαστη, την απάνθρωπη, κατάλαβα πόσο ο Θεός είναι πανάγαθος κι αγαπάει τους ανθρώπους· και πόσο θα τους πονάει, για να πλάσει τη γυναίκα και να της δώσει μια τέτοια χάρη, να μας πηγαίνει από τον πιο σίγουρο, τον πιο σύντομο δρόμο στην Παράδεισο. Πιο δυνατή η γυναίκα κι από την προσευχή, κι από τη νηστεία και, συχώρεσέ με, Θεέ μου, κι από την αρετή
Σταμάτησε. Τρόμαξε από το λόγο που ξεστόμισε· έριξε φοβισμένη ματιά στο σταυρωμένο Χριστό και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μικρά, καταχωμένα μέσα στα φρύδια, μάτια του. ]]
Έχει απόλυτο δίκιο ο Κωστής Παλαμάς, που είπε: «Η γυνή, από του πρώτου μειδιάματός της ως νήπιον μέχρι των λευκών της τριχών επλάσθη φευ! για τον έρωτα». Μπορεί η εκκλησία να την θεωρεί ως πρόξενο της αμαρτίας, αλλά τι νόημα θα είχε η ζωή χωρίς αμαρτία; Και δεν είναι μόνο θεολογική άποψη από ανέραστους θεολόγους. Η υποτίμηση της γυναίκας συναντιέται ακόμη και στην Κ. Διαθήκη. Θα παραθέσουμε κάποια χωρία από την Κ.Διαθήκη, όπου θα φανεί πως η γυναίκα ήταν σε κατώτερη θέση από τον άντρα. Ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος, λέει: « ου γαρ εστιν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός· και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ δια την γυναίκα, αλλά γυνή δια τον άνδρα. » ( Παύλου Α’ επιστολή προς Κορινθίους, ια’ 8-9 )
« Γυνή εν ησυχία μανθανέτω εν πάση υποταγή· γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέπω, ουδέ αυθεντείν ανδρός, αλλ’ είναι εν ησυχία. Αδάμ γαρ πρώτος επλάσθη, είτα Εύα· και Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή απατειθείσα εν παραβάσει γέγονε. » ( Παύλου Α’ επιστολή προς Τιμόθεον, β’ 11-14 )
« Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθε ως τω Κυρίω, ότι ο ανήρ εστι κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας…» ( Παύλου επιστολή προς Εφεσίους, ε’ 22-23 ) Κορινθίους, ιδ’ 34- 35 )
« Ως εν πάσαις ταις εκκλησίαις των αγίων, αι γυναίκες υμών εν ταις εκκλησίαις σιγάτωσαν·ου γαρ επιτέτραπται αυταίς λαλείν, αλλ’ υποτάσσεσθαι, καθώς και ο νόμος λέγει. Ει δε τι μαθείν θέλουσιν, εν οίκω τους ιδίους άνδρας επεράτωσαν· αισχρόν γαρ εστι γυναιξίν εν εκκλησίαιας λαλείν. » ( Παύλου Α’ επιστολή προς Κορινθίους, ιδ’ 34- 35 )
Αυτές οι απόψεις του Απ. Παύλου οδήγησαν τους ιεράρχες να κρατούν τις γυναίκες μακριά από την ιεροσύνη και να τους την αρνούνται μέχρι σήμερα. Για πολλούς θεολόγους, πέρα από την μητέρα του Χριστού, την Παναγία, και τις Αγίες της εκκλησίας, οι υπόλοιπες γυναίκες είναι όργανα του σατανά, και σίγουρα κατώτερες των ανδρών. Έτσι:
Ο Ιερός Αυγουστίνος μέσα από τη θεολογική του σκέψη, αποφαίνεται ότι η γυναίκα δεν έχει ψυχή.
Ο Κλήμης Αλεξανδρεύς θα διακηρύξει τον 2ο αιώνας πως η γυναίκα οφείλει να πεθάνει από την ντροπή της και με τη σκέψη και μόνο ότι γεννήθηκε γυναίκα!
Ο Θωμάς στο ευαγγέλιο του φτάνει μέχρι του σημείου να απαγορεύει στους παντρεμένους χριστιανούς κάθε επαφή με τις συζύγους τους και διακηρύσσει ότι ήλθε για να καταργήσει τα έργα της γυναίκας.
Τον 6ο αιώνα στη σύνοδο της Μάκον οι επίσκοποι συνεδρίασαν για να αποφασίσουν αν η γυναίκα έχει τελικά ή όχι ψυχή!
Λίγο αργότερα ο Θωμάς ο Ακινάτης θα γράψει ότι η γυναίκα είναι ουσιαστικά πιο άθλιο ον από τους σκλάβους. Και αυτό γιατί: «Η γυναίκα είναι υπόδουλη από αυτούς τους ίδιους τους απαράβατους νόμους της φύσης, ενώ οι σκλάβοι είναι υπόδουλοι από ένα και μόνο νόμο, εκείνον των περιστάσεων της ζωής». Κάπου αλλού ο ίδιος θεολόγος λέει: « Η γυναίκα είναι ελαττωματική και κακοφτιαγμένη επειδή η ενέργεια του αντρικού σπέρματος τείνει να παραγάγει ένα τέλειο ομοίωμα του αντρικού φύλου, ενώ η παραγωγή γυναικών προκύπτει από κάποια ατέλεια της ενεργούς δυνάμεως... »
Κάποιοι που έχουν διαποτιστεί από παράδοξες θεολογικές ερμηνείες, θεωρούν τη γυναίκα συνεργό του διαβόλου. Άνθρωποι ανέραστοι, που είδαν το σώμα σαν εχθρό, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως ο έρωτας για τη γυναίκα μπορεί να γεννήσει τον έρωτα για το Θεό!
Την άποψη αυτή παρουσιάζει ο Ν. Καζαντζάκης στον “Φτωχούλη του Θεού”, όπου αναφέρει τη μεταστοιχείωση του ανθρώπινου έρωτα του αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης σε θείο έρωτα :
[[ Και τον έρωτά σου για την Κλάρα, την κόρη του άρχοντα Φαβορίνου Σκίφη, εγώ μονάχα τον ξέρω· οι ανθρώποι θαρρούν, γιατί ‘ναι φοβητσάρηδες, πως αγαπούσες μονάχα την ψυχή της· μα εσύ, πρωτύτερα απ’ όλα, αγάπησες το κορμί της· από κει κίνησες και πήρες απίδρομο· ύστερα από αγώνα και παγίδες του πειρασμού και βοήθεια του Θεού, έφτασες στην ψυχή της· και την αγάπησες την ψυχή αυτή, όμως χωρίς ν’ απαρνηθείς το κορμί της και χωρίς ποτέ να το αγγίξεις. Κι όχι μονάχα δε σου στάθηκε εμπόδιο ο έρωτας αυτός ο σαρκικός για την Κλάρα, παρά σε βοήθησε πολύ να φτάσεις το Θεό· γιατί ο έρωτας αυτός σου ξεσκέπασε το μεγάλο μυστικό: με ποιον τρόπο, με ποιον αγώνα γίνεται η σάρκα πνέμα. Μια ΄ναι η αγάπη, η ίδια, για τη γυναίκα, για το γιο, για τη μάνα, για την πατρίδα, για την ιδέα, για το Θεό· και στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι της αγάπης να νικήσεις, ανοίγεις το δρόμο που σε πάει στο Θεό. Πολέμησες το λοιπόν τη σάρκα, την έριξες ανήλεα κάτω, τη ζύμωσες με το αίμα σου και με τα δάκρυα, κι ύστερα από πολύχρονο φοβερόν αγώνα την έκαμες πνέμα. ]]
Όλα, φίλοι μου, με Σοφία τα εποίησε ο Πανάγαθος…, και τη γυναίκα! Είναι η πύλη που πρέπει να διαβούμε για να φτάσουμε στο Θεό! Είναι το αμόνι όπου σφυρηλατείται κι ανταμώνει η σάρκα με το πνεύμα και γίνονται ένα! Το παρουσιάζει ο ίδιος συγγραφέας πάλι στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο”, με το διάλογο που παρουσιάζει ανάμεσα στον ίδιο κι έναν καλόγερο στο Σινά:
[[ Σηκώθηκα από το σκαμνί, στιμώχτηκα στη γωνιά.
- Γέροντα, μουρμούρισα, μη σταματάς, ακούω.
- Μέσα σου σε τρώει μια έγνοια μεγάλη· τη βλέπω στα μάτια σου που καίνε, στο μεσοφρύδι σου που ακατάπαυτα ζυγιάζεται, στα χέρια σου που ψάχνουν τον αέρα, σαν να ‘σαι τυφλός· ή σαν να ‘ταν ο αγέρας κορμί και τον αγγίζεις· έχε το νου σου· η έγνοια αυτή μπορεί να σε φέρει στην παραφροσύνη ή στην τελειότητα.
Ένιωθα τη ματιά του να μπαίνει και ν’ αναχουμάει τα σπλάχνα μου.
- Ποιά έγνοια; Δεν ξέρω για ποια έγνοια μιλάς, γέροντα.
- Η έγνοια της αγιότητας. Μην τρομάζεις· δεν το ξέρεις εσύ, γιατί το ζεις· σου το λέω για να ξέρεις ποιο δρόμο πήρες, κατά πού κίνησες, για να μην παραστρατίσεις. Κίνησες για τον πιο δύσκολο ανήφορο, μα βιάζεσαι να φτάσεις στην κορφή, προτού να περάσεις το ριζοβούνι και την πλαγιά, σαν τάχα να ‘σουν αϊτός με τις φτερούγες. Μα είσαι άνθρωπος, μην το ξεχνάς, άνθρωπος, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο, κι έχεις πόδια κι όχι φτερά. Ναι, το ξέρω· η ανώτατη επιθυμία του ανθρώπου είναι να γίνει άγιος· ναι, μα πρέπει πρωτύτερα όλες τις κατώτερες επιθυμίες να περάσει- τη σάρκα και να τη σιχαθεί, τη δίψα της εξουσίας, του χρυσαφιού, της ανταρσίας. Θέλω να πω, να ζήσει ως πέρα τη νιότη του κι όλα τ’ αντρίκεια πάθη, να ξεκοιλιάσει όλα τούτα τα είδωλα και να δει πως είναι παραγεμισμένα με άχερα κι αγέρα, ν΄αδειάσει, να καθαρίσει, να μην έχει πια τον πειρασμό να κοιτάξει πίσω, και τότε, τότε μονάχα, να παρουσιαστεί ομπρός στο Θεό. Αυτό θα πει αγωνιστής.
- Δε μπορώ να πάψω να παλεύω με το Θεό, αποκρίθηκα· κι ως την τελευταία στιγμή που θα παρουσιαστώ μπροστά του θα παλεύω μαζί του· θαρρώ αυτή ‘ναι η μοίρα μου. Όχι να φτάσω, δε θα φτάσω ποτέ· παρά να παλεύω.
Με ζύγωσε, με χτύπησε τρυφερά στον ώμο:
- Μην πάψεις ποτέ να παλεύεις με το Θεό· καλύτερη άσκηση δεν υπάρχει. Μα μη θαρρείς πως για να τον παλέψεις με πιο σιγουράδα πρέπει να ξεριζώσεις τις σκοτεινές ρίζες μέσα σου, τα ένστικτα· βλέπεις μια γυναίκα και σε κυριεύει φόβος· είναι ο Πειρασμός, λες, ύπαγε οπίσω μου, Σατανά· ναι, είναι ο Πειρασμός, μα για να τον νικήσεις ένας μονάχα τρόπος υπάρχει: να τον αγκαλιάσεις, να τον γευτείς, να τον σιχαθείς, να μη σε πειράζει πια· αλλιώς , κι εκατό χρονών να γίνεις, αν δε χάρηκες γυναίκα, η γυναίκα θα ‘ρχεται στον ύπνο σου και στον ξύπνο σου και θα λερώνει τον ύπνο και την ψυχή σου. Το λέω, το ξαναλέω: όποιος ξεριζώνει το ένστικτό του ξεριζώνει τη δύναμή του· γιατί με τον καιρό, με το χορτασμό, με την άσκηση μπορεί η σκοτεινή αυτή ύλη να γίνει πνέμα.
Κοίταξε γύρα του, πρόβαλε στο παράθυρο, σαν να φοβόταν μην τον ακούσει κανένας· με ζύγωσε, χαμήλωσε τη φωνή του.
- Κι ακόμα σου λέω τούτο· είμαστε μόνοι, κανένας δε μας ακούει.
- Μας ακούει ο Θεός, είπα.
- Δεν τον φοβάμαι το Θεό, αυτός καταλαβαίνει και συχωρνάει· τους ανθρώπους φοβάμαι· αυτοί δεν καταλαβαίνουν και δε συχωρνούν· και δε θέλω με κανέναν τρόπο να χάσω τη γαλήνη που βρήκα εδώ στην έρημο. Άκου λοιπόν και κράτα καλά το λόγο αυτό στο νου σου· είμαι σίγουρος θα σου κάμει καλό.
Στάθηκε μια στιγμή, μεσόκλεισε τα μάτια, με κοίταξε ανάμεσα από τα ματοτσίνουρά του, σαν να με ζύγιαζε.
- Άραγε μπορείς να τον βαστάξεις; Μουρμούρισε
- Μπορώ, μπορώ, αποκρίθηκα με ανυπομονησία· λέγε λεύτερα, γέροντα.
Χαμήλωσε ακόμα πιο πολύ τη φωνή του:
- Ο άγγελος δεν είναι τίποτα άλλο, ακούς; δεν είναι τίποτα άλλο παρά κατεργασμένος διάβολος. Και θα ‘ρθει μια μέρα, αχ, να ζούσα τη μέρα εκείνη, που οι άνθρωποι θα το καταλάβουν, και τότε…
Έσκυψε στο αυτί μου, η φωνή του πρώτη φορά έτρεμε:
- Και τότε η θρησκεία του Χριστού θα κάμει ακόμα ένα βήμα απάνω στη γης, θ’ αγκαλιάσει αλάκερο τον άνθρωπο, αλάκερο, όχι εμισό όπως τώρα που αγκαλιάζει μονάχα την ψυχή. Θα πλατύνει το έλεος του Χριστού, θ’ αγκαλιάσει και θ’ αγιάσει την ψυχή και το σώμα· θα δει και θα κηρύξει πως δεν είναι οχτροί, είναι συνεργάτες. Ενώ τώρα τι γίνεται; Πουλιούμαστε στο Διάβολο, κι αυτός μας σπρώχνει ν’ αρνηθούμε την ψυχή· πουλιούμαστε στο Θεό, κι αυτός μας σπρώχνει ν’ αρνηθούμε το σώμα. Πότε θα πλατύνει ακόμα πιο πολύ η καρδιά του Χριστού, να σπλαχνιστεί όχι μονάχα την ψυχή παρά και το σώμα, και να φιλιώσει τα δυο αυτά θεριά;
Ήμουν βαθιά συγκινημένος:
- Ευχαριστώ, γέροντα, είπα, για το ακριβό δώρο που μου κάνεις.
- Ως τώρα ζητούσα ένα νέο να τον εμπιστευτώ πριν πεθάνω· τώρα, δοξάζω το Θεό, ήρθες· πάρ’ τον· είναι ο καρπός αλάκερής μου της θητείας στη σάρκα και στο πνέμα. ]]
Αμέτρητες φορές στροβιλίζεται η σκέψη μας γύρω από τη γυναίκα. Το αιώνιο ερωτηματικό …
Μπορεί η καρδιά της να είναι μια άβυσσος, αλλά αυτή η άβυσσος μπορεί να γεφυρωθεί, αρκεί να έχεις πλατύτερη καρδιά. Και τότε, ίσως, να βρεις το μονοπάτι που να σε πάει από τον υλικό κόσμο στον κόσμο του πνεύματος…
Τον επίλογο σ’ αυτό το αφιέρωμα στη γυναίκα θα τον γράψει ο Οδ. Ελύτης:
« Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα »

Δεν υπάρχουν σχόλια: