Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Σύζυγοι και τέκνα του Δία: viii Σεμέλη- Διόνυσος

[[ δαμ-ων ]]

Διόνυσος (Α΄)
Ο Διόνυσος είναι ο αρχαίος ελληνικός θεός της βλάστησης αλλά και της ανάπτυξης των δυνάμεων της ζωής. Ανήκει στη δεύτερη γενιά των Ολύμπιων θεών, όντας γεννημένος από τον βασιλιά των θεών Δία και μια θνητή. Πρόκειται για έναν από τους πιο πλατιά, γεωγραφικά και κοινωνικά διαδεδομένους θεούς του αρχαιοελληνικού πανθέου. Αν και θεωρούσαμε τον Διόνυσο ως έναν από τους νεώτερους θεούς, σήμερα γνωρίζουμε πως λατρευόταν στον ελληνικό χώρο από τους πρώιμους μυκηναϊκούς χρόνους. Το όνομά του αναφέρεται σε κείμενα της γραμμικής γραφής Β’ από την Πύλο, κι έχει σαν πρώτο συνθετικό το όνομα του Δία, που σημαίνει πως γεννήθηκε από τον Δία, ενώ το δεύτερο συνθετικό ίσως να σημαίνει πως ανατράφηκε στη Νύσα.
Καμία θεότητα της ελληνικής Μυθολογίας, μας λέει ο Γάλλος ακαδημαϊκός Jean Richepin, δεν ήταν τόσο δημοφιλής, όσο ο Διόνυσος, αλλά και καμιάς η μυθική ιστορία και ιδιαίτερα η προέλευση δεν έθεσαν τόσα προβλήματα, ακόμη κι από την αρχαιότητα. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, γι’ αυτό το θέμα έγραψε: « Οι αρχαίοι μυθογράφοι και οι αρχαίοι ποιητές δεν είναι σύμφωνοι στα όσα λέγουν για το Διόνυσο. Διέδωσαν γι’ αυτόν πολλές θαυμαστές διηγήσεις, τόσο που είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τη γέννηση και τη δράση του θεού ».
Για το όνομά του ο Πλάτωνας αναφέρει: « … Άλλωστε και οι θεοί είναι φιλοπαίγμονες. Διόνυσος είναι ο “διδούς τον οίνον” (αυτός που προσφέρει το κρασί), “Διδοίνυσος”, όπως τον λένε στ’ αστεία, επειδή κάνει τους περισσότερους απ’ όσους πίνουν “οίεσθαι νουν έχει” (να νομίζουν πως έχουν τα λογικά τους) ενώ δεν έχουν, ώστε θα ήταν πολύ σωστό ν’ αποκληθεί “οιόνους”. » (Πλάτωνας, “Κρατύλος”, 406c)
Μετά από 8 αιώνες περίπου, ο νεοπλατωνικός Πρόκλος αναλύει τα όσα έγραψε ο Πλάτωνας, μεταφέροντάς μας την ακόλουθη εξήγηση: « Τον κύριό μας τον Διόνυσο οι θεολόγοι πολλές φορές τον αποκαλούν “Οίνο” με βάση τα τελευταία του δώρα, όπως ο Ορφέας: “Τη ρίζα από μονή που ήταν την έκαναν τριπλή.” Και πάλι: “Του Οίνου όλα τα μέλη παρ’ τα με προσοχή και φέρ’ τα μου.” Και αλλού: “Ήτανε οργισμένη με τον Οίνο, τον γιο του Δία.” Αν λοιπόν ο ίδιος ο θεός ονομάζεται έτσι, είναι φανερό ότι και οι πρώτες και οι ενδιάμεσες ενέργειές του θα μπορούσαν να πάρουν την ίδια ονομασία με την τελευταία, ώστε ο Σωκράτης, στο σημείο αυτό του διαλόγου, αποβλέποντας σε τούτο ακριβώς το στοιχείο ονομάζει τον θεό “Δεδοίνυσο”, ξεκινώντας από τον οίνο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να δηλώνει όλες τις δυνάμεις του θεού.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Όταν, λοιπόν, ακούμε κοινή ονομασία του οίνου, σχηματίζουμε την εντύπωση για τον μερικό νου. Πραγματικά, το “οιόνους” δεν είναι άλλο παρά το διαιρεμένο από το όλον και δεκτικό πλέον συμμετοχής νοητικό είδος, που γίνεται “οίον” (μόνο) και μοναχό. Ο μεν πλήρης νους δηλαδή είναι τα πάντα και ενεργεί ως προς τα πάντα με τον ίδιο τρόπο• ο μερικός όμως και δεκτικός συμμετοχής είναι τα πάντα, αλλά ενεργεί ως προς ένα είδος, εκείνο που προβάλλεται σ’ αυτόν από όλα, επί παραδείγματι το Ηλιακό, το Σεληνιακό ή το Ερμαϊκό. Τούτο λοιπόν το ιδιαίτερο και διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα δηλώνει ο οίνος που σημαίνει τον “οίον” και “τινά” νου. Επειδή λοιπόν ολόκληρη η μεριστή δημιουργία είναι εξαρτημένη από τη μονάδα του Διονύσου, διαιρώντας από τον καθολικό νου τους επιδεκτικούς συμμετοχής εγκόσμιους νόες, και το πλήθος των ψυχών από τη μια ψυχή, και όλες τις αισθητές μορφές από τις δικές τους ολότητες, γι’ αυτό και τον ίδιο τον θεό οι θεολόγοι τον προσονόμασαν “Οίνο”, και ομοίως όλα τα δημιουργήματά του• διότι όλα είναι γεννήματα του νου και μετέχουν στη μεριστή διανομή του νου άλλα από πιο μακριά και άλλα από πιο κοντά. Ανάλογα ενεργεί και ο οίνος όταν εισέλθει στα όντα• στο σώμα, αφ’ ενός, κατά τον τρόπο του ειδώλου, με εικασίες και με ψευδείς φανταστικές εικόνες, και στα νοητικά, αφ’ ετέρου, κατά τον τρόπο που ενεργεί και δημιουργεί ο νους• άλλωστε και στον διαμελισμό από τους Τιτάνες μόνο η καρδιά λέγεται ότι έμεινε αδιαίρετη, δηλαδή η αμέριστη ουσία του νου.» (Πρόκλος, “Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος”, 182)
Προς αυτόν τον θεό γινόταν η επίκληση:
« Εισάκουσέ με, μακάριε, του Δία γιε,
Βάκχε των πατητηριών , διμήτορα,
σπέρμα πολυμνημονευμένο, πολυώνυμε, λυτρωτή θεέ,
ιερό κρυφογεννημένο βλαστάρι των μακάριων,
ευοίφωνε Βάκχε, θρεπτικέ, καλόκαρπε,
που αυξάνεις τον πολύχαρο καρπό και τη γη σχίζεις,
θεέ των πατητηριών, μεγαλοδύναμε, ποικιλόμορφε,
που φανερώθηκε παυσίπονο φάρμακο για τους θνητούς,
ιερό άνθος, χάρμα που διώχνει τη θλίψη των θνητών,
θωπευτικέ, ομορφομάλλη, λυτρωτή, θυρσομανιασμένε,
βροντερέ, ευοίφωνε, ευφρόσυνε προς όλους, σ’ όσους
θνητούς κι αθάνατους θέλεις να φανερώνεσαι• τώρα
σε καλώ να έρθεις γλυκός στους μύστες, καρποφόρος. » (Ορφικός Ύμνος 50, “Στο Λύσιο Ληναίο”)
Αναφέραμε για την μεγαλοπρεπή εμφάνιση του Δία μπροστά στη Σεμέλη, που έγινε αιτία να καεί. Είχαν περάσει κιόλας έξι μήνες από το πρωτοσμίξιμο του θεού με την θνητή, και το παιδί τους είχε αναπτυχθεί αρκετά μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Η φύση όμως επιβάλει εννιάμηνη κύηση στον άνθρωπο, φυσικό νόμο που δεν μπορεί να παραβεί ούτε ο πατέρας των θεών! Απέμεναν ακόμη τρεις μήνες κυοφορίας. Η μάνα Γη, για να μη καεί το ασχημάτιστο ακόμα παιδί μέσα στην κόλαση της φωτιάς, άφησε να φυτρώσει μέσα από τα σπλάχνα της κισσό, που τα χλοερά του κλαδιά αγκάλιασαν τους πυρακτωμένους κίονες του παλατιού, σχηματίζοντας έτσι ζωντανή ασπίδα, για να προστατέψει το βρέφος. Τότε και ο θεός πατέρας όρμησε προς την θνητή αγαπημένη του, που ψυχορραγούσε, και βγάζει από την κοιλιά της τον αδιάπλαστο ακόμα καρπό του έρωτά τους, έσκισε τον μηρό του, έβαλε μέσα το έμβρυο και τον έραψε προσέχοντας να μην τον δει η Ήρα.
Σαν ήρθε ο καιρός να γεννηθεί το παιδί, ο Δίας έσπασε τα ράμματα κι έτσι ήρθε στο φως ο Διόνυσος, ο διμήτωρ και δισότοκος ( διπλογεννημένος ), ο πυριγενής, ο μηρορραφής ή διθύραμβος, όπως είναι μερικά από τα προσωνύμιά του. Ο πατέρας-θεός γνωρίζοντας την οργή της γυναίκας του Ήρας, για να προφυλάξει το βρέφος, ανέθεσε στο γιο του Απόλλωνα να παραδώσει το νεογέννητο στην Ινώ, που ήταν αδελφή της Σεμέλης, και στον άντρα της Αθάμαντα, τον βασιλιά του Ορχομενού. Τους έδωσε την εντολή να το αναθρέψουν σαν να ήταν κορίτσι, για να παραπλανήσουν την Ήρα. Έτσι η θεία του μικρού Διόνυσου έγινε η πρώτη του μητέρα, αυτή που τον λίκνισε και τον γαλούχησε. Όμως και πάλι η θεά δεν ξεγελάστηκε. Η οργή της δεν είχε κορεστεί και μίσος μεγάλο είχε για την οικογένεια του Κάδμου. Κατέβηκε στον Άδη και διέταξε την απαίσια Τισιφόνη να ανέβει στη γη και να ρίξει σε μανία το βασιλικό ζευγάρι. Εκείνη πρόθυμη ανέβηκε κι ήρθε στο φως του ζωοδότη ήλιου, έριξε μανία στους βασιλείς, που ήταν τόση ώστε να φτάσουν να σκοτώσουν τα ίδια τους τα παιδιά, ο Αθάμαντας τον Λέαρχο, που μέσα στην παραφροσύνη του τον πέρασε για θηρίο, ενώ η Ινώ έριξε σε καζάνι με βραστό νερό τον Μελικέρτη και μετά κρατώντας το άψυχο κορμί του γιου της στην αγκαλιά της έπεσε στα νερά της θάλασσας και πνίγηκε. Βλέποντας το νέο ξέσπασμα της γυναίκας του ο Δίας, αναγκάστηκε να παραδώσει το γιο του στον Ερμή, αφού τον μεταμόρφωσε πρώτα σε κατσίκι, για να τον προφυλάξει ακόμα πιο πολύ. Ο αγγελιοφόρος των θεών, ο φτεροπόδαρος Ερμής, μετέφερε τον Διόνυσο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, στη μακρινή Ασία, και το ανέθεσε στις Νύμφες που ζούσαν σε ένα απομονωμένο βουνό, τη Νύσα. Οι Νυσηίδες νύμφες το έκρυψαν στα σκοτεινά τους άντρα, και τρέφοντας με γάλα, μεγάλωσαν τον, ορφανό από την μητέρα του Σεμέλη, γιο του Δία.
Το βουνό αυτό ήταν καταπράσινο γιατί το πότιζαν απειράριθμες πηγές και ρυάκια. Όπως ο πατέρας του Δίας ανατράφηκε στο σπήλαιο της Ίδης, έτσι κι ο γιος Διόνυσος ανατράφηκε στα παχύσκια και πολύρρυτα άντρα των Νυσηίδων, πίνοντας το μυρωδάτο θρεπτικό τους γάλα. Οι θόλοι της σπηλιάς καλύπτονταν από τα παρθένα κλαδιά πολύφυλλων κλημάτων αμπελιού, δώρο του πατέρα της φύσης προς τον γιο του, που οι καρποί τους μεγάλωναν μαζί με τον θεό τους. Η τροφοδότρα γη έδινε το γάλα της στα κλήματα, όπως οι Νύμφες βύζαιναν με το γάλα τους το μικρό Διόνυσο. Κι ο θεός μεγάλωνε με τις φροντίδες και τα χάδια των νυμφών. Σαν μεγάλωσε αρκετά θέλησε να δοκιμάσει τον ( απαγορευμένο ) καρπό, που προκλητικά κρεμόταν από την κορυφή της κατοικίας του, προϊόν του άγνωστου φυτού. Ο γλυκός καρπός άρεσε πολύ στο νέο και το ουράνιο νέκταρ τον μέθυσε, δίνοντας νέα ζωή σε κάθε κύτταρο του σώματός του. Κι όπως ο δαίμονας στον Παράδεισο έδωσε το μήλο στην γυναίκα, που έγινε από το πλευρό του πρωτόπλαστου της Γραφής, έτσι κι αυτός πρόσφερε τον μυστηριώδη καρπό στις τροφούς του Νύμφες, αλλά και σε όλους τους δαίμονες του δάσους. Με την ώθηση του ουράνιου μεθυσιού, ο θεός ξεκίνησε από τη σπηλιά με γέλια και χαρές, έχοντας συντροφιά τις Νύμφες και τους δαίμονες, διέτρεξε όλη την οικουμένη πίνοντας το γλυκό του κρασί και τρεκλίζοντας για να μεταδώσει παντού την νέα ηδονή, της οποίας ήταν ο εφευρέτης. Διαβαίνει ανυπέρβατα όρη, διασχίζει αδιείσδυτα δάση, ανεβαίνει απόκρημνους βράχους, διεισδύει σε παρθένες λόχμες, γεμίζει το σύμπαν με ευθυμία και γέλια. Στεφανωμένος με κλαδιά κισσού γεμίζει τον αιθέρα με τα τρελά του τραγούδια.
Μεγάλωσε ο Διόνυσος, αλλά το μίσος της Ήρας δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Ήρθε η σειρά τώρα του ίδιου να δεχθεί τη ζηλοφθονία της θεάς, η οποία τον τρέλανε. Ο αλλοπαρμένος νεαρός Διόνυσος μέσα στην παραφροσύνη του περιπλανήθηκε στην Αίγυπτο και στη Συρία, ώσπου κατέληξε στη Φρυγία. Εκεί η θεά Ρέα ( Κυβέλη ) λυπήθηκε τον ξετρελαμένο γιο του Δία και τον γιάτρεψε. Τον κράτησε για αρκετό καιρό κοντά της, τον υπέβαλε σε καθαρμούς, τον μύησε στα μυστήριά της και του ‘μαθε τις τελετές, που αργότερα θα ονομάζονταν “ Διονυσιακές τελετές ” ή “ Διονυσιακά Mυστήρια ”, ενώ όρισε σαν στολή του θεού αλλά και των Μαινάδων τη “νεβρίδα ”, που ήταν δέρμα από μικρό ελάφι.
Ο γιατρεμένος πλέον θεός, ώριμος και με γνώσεις πολλές, συνέχισε τα ταξίδια του, διαδίδοντας τις τελετές του και την καλλιέργεια του αμπελιού. Είχε μόνιμους συντρόφους του στα ταξίδια τις Νυσαίες Νύμφες, που υπήρξαν τροφοί του, μετά τους Σάτυρους, τους Σειληνούς, τους Πάνες και τις Μαινάδες. Στις πόλεις της επίσκεψής του, άλλοι κάτοικοι τον υποδέχονταν σαν φίλο ενώ άλλοι τον έδιωχναν. Το είδος της υποδοχής καθόριζε και την συμπεριφορά του θεού απέναντί τους. Πρώτος σταθμός του Διόνυσου ήταν η Θράκη, όπου απόχτησε τον πρώτο εχθρό του, τον ηγεμόνα της περιοχής Λυκούργο. Ο Όμηρος μας αναφέρει:
«Γιατί κι ο γιος του Δρύαντα, ο δυνατός Λυκούργος,
φιλονικούσε με θεούς κι έζησε έτσι λίγο.
Του μανιακού Διόνυσου κάποτε αυτός τις βάγιες
από τ’ άγιο βουνό της Νύσσας έδιωχνε, αυτές όλες
τους θύρσους κάτω σκόρπιζαν. Ο φονικός Λυκούργος
με βουκέντρα τις κέντριζε. Βυθίστηκε στο κύμα
σκιαγμένος ο Διόνυσος. Τον δέχτηκε σκιαγμένο
στην αγκαλιά η Θέτιδα απ’ τις φωνές του ανθρώπου.
Μα οι καλότυχοι θεοί οργίστηκαν μ’ εκείνον
κι ο Δίας τον ετύφλωσε. Μα δεν έζησε πάλι
για πολύ, καθώς το μίσος των θεών όλων είχε.» ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ζ’, 130-140 )
Στη συνέχεια κατέβηκε στη Νότια Ελλάδα. Φτάνοντας στην Αιτωλία πέτυχε να έχει φιλική υποδοχή και με χαρά τον φιλοξένησε ο βασιλιάς της, ο Οινέας. Το όνομά του είναι χαρακτηριστικό και συνδέεται με τον “οίνο ”. Για να τον ευχαριστήσει ο θεός για την φιλοξενία του, του παραδίνει το πρώτο κλήμα αμπελιού για να το φυτέψει. Μετά ο θεός έγινε ο αρχηγός μιας εκστρατείας στις Ινδίες. Πέρασε τον ποταμό Ευφράτη, κοντά στην πόλη Ζεύγμα, φτιάχνοντας γεφύρι με παλαμάρι, που ήταν πλεγμένο με κληματίδες και κλωνιά από κισσό. Εκδήλωσε σ’ αυτή την εκστρατεία πολεμικές αρετές Για την πολεμική αρετή, ο Ευριπίδης μας αναφέρει έμμετρα:
« Κι ακόμη αρκετή αρετή έχει ο θεός πολεμική,
έτσι, που όταν στράτευμα σε τάξη είν’ κι οπλισμένο,
το κόβει φόβος ξαφνικός προτού η λόγχη αγγίξει,
γιατί μανία είν’ κι αυτή δοσμένη απ’ τον Βακχέα. » ( Ευριπίδου “Βάκχαι”, στιχ. 333-305 )
Για να περάσει τον Τίγρη ποταμό ο πατέρας του Δίας του έστειλε ένα λιοντάρι, που το καβαλίκεψε κι έτσι καβαλάρης στο βασιλιά των θηρίων πέρασε ο βασιλιάς των ανθρώπων. Έχοντας πορεία προς την ανατολή με την συνοδεία των σατύρων και των μαινάδων έφτασε στην Ινδία. Ο ερχομός του Διόνυσου ωφέλησε πολλαπλά τους Ινδούς, γιατί τους έδωσε πολλά πολιτιστικά στοιχεία, ενώ τους βοήθησε στη γεωργία και στην αμπελουργία.
Για το ποτό, που ο θεός χάρισε στους ανθρώπους, ο Ευριπίδης λέει:
« Μετά ήρθε ο Διόνυσος, ο γιόκας της Σεμέλης,
που βρήκε το αντίδοτο υγρό ποτό, τον οίνο,
και στους ανθρώπους το ‘φερε τις λύπες τους να γιάνει.
Και σαν χορτάσουν το ποτό απ’ τα’ αμπελιού το ρεύμα,
ύπνο δίνει και λησμονιά στις πίκρες της ημέρας,
δεν θα ‘βρεις όμοιο φάρμακο.
Θεός κι αυτός και χύνεται σπονδή στους αθανάτους,
Ώστε για χάρη του οι θνητοί να μη στερούνται πλούτη.» ( Ευριπίδου “Βάκχαι”, .278- 285 )
Γυρνώντας στην Ελλάδα επισκέφτηκε την γενέτειρά του Θήβα και διέδωσε τις γιορτές του κάνοντας τους κατοίκους, κύρια τις γυναίκες, να τον λατρεύουν τρέχοντας στην εξοχή εκστασιασμένες. Όμως συνάντησε την αντίδραση του ξάδερφού του, του Εχιονίδη Πενθέα, που ήταν γιός της Αγαύης, της αδελφής της μητέρας του Σεμέλης. Ο βασιλιάς της Θήβας Πενθέας ( παράγωγο του πένθους, ο πάσχων Διόνυσος) διαλαλούσε παντού ότι οι μάντεις ψευδόντουσαν σχετικά με τη θεότητα του Διονύσου, ενώ πρόσβαλε τον Τειρεσία, που τον συμβούλευε να τον δεχθεί ως θεό. Παρεμπόδιζε την λατρεία του ονομάζοντας παράφρονες και μανιακούς τους πιστούς στον θεό συμπατριώτες του. Ήταν τόσο μεγάλη η αντίθεσή του ώστε έδωσε διαταγή να οδηγήσουν σιδηροδέσμιο τον θεό μπροστά του. Παρασύρθηκε από τον μεταμορφωμένο Διόνυσο στο δάσος να παρακολουθήσει από κοντά τις βακχικές τελετές, οπότε ο Πενθέας ντυμένος γυναίκα, κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο και παρατηρούσε τις εκστασιασμένες γυναίκες κι εκεί βρίσκει το θάνατο από τις μαινάδες, που με αρχηγό τη μάνα του Αγαύη, τον ξέσκισαν νομίζοντας, πάνω στη μανία τους, πως είναι θηρίο, ενώ αυτή κράδαινε το κεφάλι του πιστεύοντας πως είναι το κεφάλι του κατακρεουργημένου λιονταριού.
Στη συνέχεια ο Διόνυσος εμφανίστηκε στην Αττική, στην Ικαρία, τον σημερινό Διόνυσο, σε μια από τις πιο καρπερές περιοχές, στους πρόποδες της Πεντέλης, όπου βασίλευε ο Ικάριος, που τον φιλοξένησε. Ο θεός για να τον ευχαριστήσει, σαν ανταπόδοση στη φιλοξενία του βασιλιά, του χάρισε ένα κλήμα, του έμαθε την καλλιέργεια του αμπελιού και την τέχνη να φτιάχνει το κρασί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: