Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Μη φοβάσαι όταν απομένει στη ζωή σου αναμμένο το κερί της ελπίδας…

[[ δαμ- ων ]]

Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τη ζωή μας με ένα κερί. Τη στιγμή που γεννιόμαστε ανάβει η φλόγα της ζωής μας. Τη στιγμή του θανάτου μας σβήνει. Το χρονικό διάστημα που φωτίζει η φλόγα του, το ονομάζουμε επίγεια ζωή. Αλλά όλα τα κεριά δεν είναι ίδια. Έχουμε τα απλά κεριά, έχουμε και τις χρωματιστές και στολισμένες λαμπάδες. Άλλα κεριά είναι μικρά και άλλα μεγάλα. Έτσι και οι ζωές μας δεν είναι ίδιες. Άλλοι είναι φτωχοί- ταπεινά κεριά, κι άλλοι πλούσιοι- φανταχτερές λαμπάδες. Άλλων κεριών η φλόγα διαρκεί λίγο κι άλλων πολύ. Κάποια κεριά με ένα φύσημα του αέρα, χωρίς να υπολογίζει αν είναι μικρά κεριά ή μεγάλες χρωματιστές λαμπάδες, σβήνουν αναπάντεχα.
Αφορμή για τους σημερινούς στοχασμούς θα δώσει η ιστορία των τεσσάρων κεριών. Δεν σχετίζονται με τη διάρκεια της ζωής. Σχετίζονται με τέσσερα αγαθά, που είναι απαραίτητα στον άνθρωπο για να ζήσει αρμονικά τη ζωή του. Τα αγαθά αυτά δεν είναι τα πολλά χρήματα, η μεγάλη ακίνητη περιουσία, η ξακουστή φήμη και η ζηλευτή θέση εργασίας. Είναι άυλα αγαθά: η ειρήνη, η πίστη, η αγάπη και η ελπίδα. Τέσσερα αγαθά που τα θεωρούμε δευτερεύοντα, δίνοντας πρωταρχική σημασία στα υλικά μόνον αγαθά. Πριν από δύο χιλιάδες χρόνια είχε διατυπωθεί το ερώτημα: «τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Ματθαίος, ιστ΄, 26) Tην απάντηση την δίνει ο καθένας μας μόνος του ανάλογα με το πώς φροντίζει να φωτίζουν τη ζωή του τα τέσσερα κεριά.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ας δούμε την σύντομη ιστορία:
[[ Τέσσερα κεριά έλιωναν αργά, αργά… Ο χώρος ήταν τόσο ήσυχος που μπορούσε να ακουστεί η συζήτησή τους…
Το πρώτο κερί είπε: «Εγώ είμαι η “Ειρήνη”. Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν. Πιστεύω πως δεν μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω!!!»
Κι έτσι αφέθηκε σιγά, σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά.
Συνεχίζοντας το δεύτερο κερί είπε: «Eγώ είμαι η “Πίστη”. Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα κι έτσι δεν έχει νόημα να μένω αναμμένο.» Μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του ένα απαλό αεράκι φύσηξε πάνω του και το έσβησε.
Πολύ λυπημένο το τρίτο κερί λέει με τη σειρά του: «Εγώ είμαι η “Αγάπη”. Δεν έχω τη δύναμη να μείνω αναμμένο. Οι άνθρωποι δεν μου δίνουν σημασία και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι. Αυτοί μισούν ακόμα κι αυτούς που τους αγαπούν περισσότερο…»
και χωρίς να περιμένει άλλο, το κερί αφέθηκε να σβήσει.
Ξαφνικά ένα παιδί μπήκε στο δωμάτιο κι είδε τα τρία κεριά σβησμένα. Φοβισμένο από το σκοτάδι είπε:
«Μα τι κάνετε; Πρέπει να παραμείνετε αναμμένα, εγώ φοβάμαι το σκοτάδι!!!» Και ξέσπασε σε κλάματα.
Τότε το τέταρτο κερί είπε με συμπόνια: «Μη φοβάσαι καλό μου, μην κλαίς… Όσο θα είμαι εγώ αναμμένο θα μπορούμε πάντα να ξανανάψουμε τα άλλα τρία κεριά… Εγώ είμαι η “Ε λ π ί δ α” !!!»
Με μάτια λαμπερά και γεμάτα δάκρυα, το παιδί πήρε το κερί της Ελπίδας και άναψε και τα άλλα τρία κεριά
που είχαν σβήσει , της Ειρήνης , της Πίστης και της Αγάπης!!! ]]
Είναι ωραία η ζωή μας όταν φωτίζεται από τα τέσσερα κεριά που αντιπροσωπεύουν την ειρήνη, την πίστη, την αγάπη και την ελπίδα. Η διατήρηση της φλόγας τους εξαρτάται από τη δική μας φροντίδα.
Το πρώτο κερί που κινδυνεύει να σβήσει είναι αυτό της ειρήνης. Τη λέξη αυτή χρησιμοποίησε σε όλες τις εμφανίσεις του προς τους μαθητές του μετά την Ανάστασή Του ο Ιησούς, όπως μας αναφέρει ο Ιωάννης: «… και των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον και λέγει αυτοίς∙ ειρήνη υμίν.» (Ιωάννης, κ΄, 19). Ειρήνη στην ψυχή μας, γαλήνη στη ζωή μας. Ο γαλήνιος άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίσει όλες τις καταστάσεις, από τις πιο εύκολες μέχρι αυτές που του φαντάζουν δυσβάσταχτες. Αρκεί να υπάρχει εσωτερική ειρήνη. Η προτροπή του μέγιστου Δάσκαλου της ανθρωπότητας είναι : «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν∙ ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν∙ μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω» (Ιωάννης, ιδ΄, 27)
Δυστυχώς, μπροστά στο γαλήνιο κερί της ειρήνης- της ειρήνης που είναι αναγκαία για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να παράγουμε ωραία και επωφελή έργα- οι άνθρωποι βάζουν τον λυσσασμένο βοριά του οργανωμένου συμφέροντος που φέρνει είτε τον διχασμό και την έριδα, είτε τον πόλεμο. Αναστατώνεται η ζωή μας τότε και γίνεται μαντάρα. Και μετά καθόμαστε και μαζεύουμε όσα απόμειναν από τα ερείπια που εμείς δημιουργήσαμε ή που με την ανοχή μας αφήσαμε να δημιουργηθούν.
Πολλά μπορούμε να αποφύγουμε αν έχουμε ειρήνη στην καρδιά μας. Όπως εμείς έχουμε αδυναμίες και κάνουμε λάθη, έτσι και οι άνθρωποι που είναι γύρω μας έχουν τις ίδιες- ίσως και πιο χτυπητές- αδυναμίες, και κάνουν τα ίδια – ίσως και χειρότερα- λάθη. Η ζωή είναι μια πυραμίδα. Στη βάση, που είναι και πιο πλατειά, βρίσκονται οι πολλοί και αδύναμοι, ο όχλος. Πιο ψηλά, όπου είναι πιο στενά, βρίσκονται λιγότεροι, που είναι καλλιεργημένοι, συγκρατούν το θυμό τους, ελέγχουν τα πάθη τους. Κι όσο ανεβαίνουμε προς την κορυφή, η πυραμίδα στενεύει. Εκεί βρίσκονται ακόμα λιγότεροι άνθρωποι, που είναι πνευματικότεροι, ανιδιοτελείς και σπουδαίο χαρακτήρες. Όσο πάμε πιο κοντά στην κορυφή, εκεί βρίσκονται οι ολοκληρωμένοι Άνθρωποι, αυτοί που κατόρθωσαν και έκαναν το σκοτάδι φως, την ύλη πνεύμα. Εμείς, οι πολλοί, βρισκόμαστε σε βαθμίδες ανάμεσα στη βάση και στη μέση. Έχουμε πολύ αγώνα μπροστά μας για να γίνουμε από άνθρωποι- με άλφα μικρό, Άνθρωποι- το άλφα κεφαλαίο. Σ’ αυτό τον αγώνα, πριν κατακρίνουμε, πριν ελέγξουμε αυστηρά τους άλλους και διαταράξουμε την ειρήνη, να λέμε συχνά στον εαυτό μας «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Πριν την κατάκριση, να σκεφτόμαστε: «ουδέ εγώ σε κατακρίνω», αλλά «φιλικά ή αδελφικά σε συμβουλεύω». Ο λαός μας πολύ σοφά λέει: «Δώσε τόπο στην οργή». Ο Σοφοκλής στην τραγωδία του “Αντιγόνη” παρουσιάζει τον Αίμονα να λέει στον πατέρα του Κρέοντα: «αλλ’ είκε θυμώ και μετάστασιν δίδου» (μετάφρ.: μα δώσε τόπο στην οργή και άλλαξε γνώμη). Είναι θαυμάσια τα λόγια του γιου προς τον πατέρα του και γι’ αυτό παραθέτουμε το απόσπασμα της τραγωδίας:
« Μην έχεις μονοφόρι ένα τρόπο να σκέφτεσαι,
αυτό που λες εσύ να ‘ναι σωστό και τίποτ’ άλλο.
Όποιος θαρρεί πως μόνο αυτός στοχάζεται σωστά,
όποιος θαρρεί πως έχει γλώσσα και ψυχή κι άλλος κανείς,
αυτοί, όταν τους ξεψαχνίσεις, είναι κούφιοι.
Ο άνθρωπος, ακόμη και σοφός, ντροπή δεν είναι
να μαθαίνει πολλά και το σκοινί να μην τεντώνει.
Κοίταξε στις νεροσυρμές τα δέντρα
που λυγάνε πώς γλυτώνουν τα κλώνια τους∙
όσα κρατάνε κόντρα, χάνονται σύρριζα.
Έτσι και στο καράβι∙ αν σφίξει κάποιος το παλαμάρι
και δεν το λασκάρει, τούμπα γυρίζει το σκαρί,
και τότε πια με την κουβέρτα στα νερά αρμενίζει.
Μα δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε γνώμη∙
και για να πω τη σκέψη μου, αν και μικρότερος,
θαρρώ πως είν’ υπέροχο να γεννηθεί κανείς
σοφός, γεμάτος μύριες γνώσεις. Αλλιώς,
μια και δεν παίρνουν τέτοιο δρόμο τα πράγματα,
είναι καλό να μαθαίνει κανείς απ’ τους στοχαστικούς. »
Κατά τον αρχαίο τραγωδό, ο εγωιστής που θαρρεί πως μόνον αυτός σκέφτεται με τον σωστό τρόπο, εκείνος που έχει την ψευδαίσθηση πως έχει την ικανότητα να πείθει με τα λόγια και το θάρρος να υποστηρίζει τις απόψεις του, όποιες κι αν είναι αυτές, είναι κούφιος. Αυτός συνήθως προκαλεί αναστάτωση γιατί είναι κλεισμένος μέσα στο καβούκι του, που το κουβαλάει νωχελικά σαν τη χελώνα, φοβούμενος να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό του να δημιουργήσει σωστές σχέσεις με τον περίγυρό του. Έχει ξεχάσει εντελώς πως: «ου γαρ εστιν ακαταστασίας ο Θεός, αλλά ειρήνης» (Απ. Παύλος, Α΄ επιστ. προς Κορινθίους, ιδ΄, 33) και το κερί της ειρήνης έχει σβήσει από τη ζωή του. Παντού βλέπει εχθρούς που τον υπονομεύουν, που τον επιβουλεύονται, που θέλουν το κακό του. Σκληραίνει την καρδιά του και πιστεύοντας πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, επιτίθεται σε όλους με την παραμικρή αφορμή. Η ζωή του είναι ένας διαρκής πόλεμος με τον περίγυρό του, προκαλώντας στενοχώριες, σοβαρά προβλήματα, ακόμη και τραγωδίες στο περιβάλλον του. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν εντελώς διαγράψει από τη ζωή τους τον μακαρισμό: «μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται» (Ματθαίος, ε΄, 9)
Απείρως πιο επικίνδυνοι είναι από τους μη ειρηνοποιούς οι μεγιστάνες του πλούτου. Αυτοί προκάλεσαν τους δύο παγκόσμιους πολέμους του προηγούμενου αιώνα και τις μεγάλες αναστατώσεις των λαών από τον 18ο μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα. Αυτοί βρίσκονται πίσω από τα καταιγιστικά πολιτικά και οικονομικά γεγονότα τον 21ο αιώνα. Οι ίδιοι ετοιμάζουν τον 3ο παγκόσμιο πόλεμο, με όποια μορφή κι αν εκδηλωθεί, είτε οικονομική- με αποτέλεσμα την εξαθλίωση και την γενοκτονία ολόκληρων κρατών από πείνα κι ανέχεια- είτε πολεμική- με επακόλουθο το πυρηνικό ολοκαύτωμα. Δεν γνωρίζουμε ποια σχέδια θα υπερισχύσουν γιατί οι πανίσχυρες 15 οικογένειες που κατευθύνουν τις πολιτικές ηγεσίες, σαν πιόνια στην παγκόσμια σκακιέρα, δεν συμφωνούν απόλυτα στον τρόπο επιβολής της παγκόσμιας κυριαρχίας τους, που από αφανή θα την καταστήσουν εμφανή και εντελώς απάνθρωπη. Και για να μη μιλάμε αόριστα, οι Εβραίοι Τραπεζίτες Lehman, Goldman Sachs, Kuhn, Loeb, Rockefeller, Max, Sidney, Paul Warburg, Jacob Schiff, Henry Mann, Rothchild, και ο επενδυτής J. Soros είναι αυτοί που σπέρνουν την καταστροφή, τον όλεθρο και τον πόλεμο, που ρουφάνε καθημερινά το αίμα των ανθρώπων για το χρήμα. Ελέγχουν όλους τους οργανισμούς και προετοιμάζουν την Παγκόσμια Δικτατορία, ώστε όλοι οι λαοί να γίνουν δουλοπάροικοι και να εργάζονται γι’ αυτούς. Αυτοί αντιμάχονται το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκάς, β΄, 14). Γιατί η ευδοκία, η ευτυχία, ο πολιτισμός, η αρμονική ζωή, η πρόοδος των ανθρώπων έχει αναγκαία προϋπόθεση την ειρήνη. Όπου κυριαρχούν οι γύπες, τα περιστέρια τρέπονται σε φυγή!
Το δεύτερο κερί που έσβησε στην ιστορία μας ήταν αυτό της πίστης. Της πίστης στον εαυτό μας, στους θεσμούς, στην κοινωνία, στην πατρίδα, στη δικαιοσύνη, στο ελπιδοφόρο μέλλον, προς τις υπερβατικές δυνάμεις και το θείον.
Η πίστη στους στόχους που βάζουμε, η πίστη στη ζωή, ανυψώνει πολύ το δυναμικό του ανθρώπου. Ο Μάρκος πολύ χαρακτηριστικά έγραψε: «ο δε Ιησούς είπεν αυτώ∙ το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκος, θ΄, 23). Ο Β. Ουγκώ είχε πει: «Η πίστη είναι απαραίτητη στον άνθρωπο. Αλίμονο σ’ αυτόν που δεν πιστεύει σε τίποτα.» Σ’ αυτή τη χαοτική εποχή που ζούμε, ο άνθρωπος έχασε την πίστη του σε όλα. Άδειασε την ψυχή του κι αυτή σαν την παρατημένη αποθήκη γέμισε αράχνες και παράξενα ζουζούνια. Ο Χ. Μύλερ είπε μια σοφότατη κουβέντα: «Αν οι άνθρωποι σταματήσουν να πιστεύουν ότι κάποια μέρα θα γίνουν θεοί, τότε σίγουρα θα γίνουν σκουλήκια.» Η σκέψη μας επικεντρώθηκε στα υλικά μόνον αποκτήματα, τα οποία κατατρώει η σήψη και τα οποία γίνονται αιτία προστριβών δημιουργώντας έριδες. Η διαχρονική συμβουλή του Ιησού είναι: «Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι∙ θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν∙ όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών.» (Ματθαίος, στ΄, 19- 21) Η προτροπή Του είναι να έχουμε τα αναγκαία για να ζούμε σωστά και άνετα, απλά να μη θησαυρίζουμε. Γιατί επικεντρώνοντας την προσοχή στο θησαύρισμα, δηλαδή των απόκτηση περιττών υλικών αγαθών, αμελούμε την απόκτηση πνευματικών αγαθών. Βάζουμε σε δεύτερη και τρίτη προτεραιότητα ή ξεχνάμε εντελώς την πνευματική μας εξέλιξη, την προσπάθεια για θέωση, και ξεπέφτουμε έρποντας στα γήινα μόνο, γινόμαστε σκουλήκια κατά τον Μύλερ.
Χάσαμε, λοιπόν, την πίστη στον εαυτό μας. Δεν μας αγγίζει καθόλου το: «εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβίσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθαίος, ιζ΄, 20). Θαρρούμε πως είμαστε ταπεινά κι αδύναμα σκουλήκια. Ξεχνάμε ότι το σκουλήκι μπορεί να βγάλει φτερά και να γίνει πεταλούδα. Κάποιοι φρόντισαν και έκρυψαν την σπουδαιότατη ρήση: «Εγώ είπα• Θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες.» (Ψαλμός 81) και την ερώτηση του Ιησού: «ουκ έστι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών, εγώ είπα, θεοί εστέ;» (Ιωάννης, ι΄, 34) Έτσι αφηνόμαστε και ξεπέφτουμε. Μας έκαναν πρόβατα σε κοπάδια, όπου ο κάθε μακελάρης μας χρησιμοποιεί σαν σφάγια και μας θυσιάζει στο βωμό του εκάστοτε Μολώχ και Μαμωνά. Λύκοι- που τους ονομάζουν πολιτικούς- βάλθηκαν να φυλάγουν τα πρόβατα ποδοπατώντας το σύνταγμα, τους νόμους, την δικαιοσύνη. Χάσαμε την πίστη μας στην πολιτική ηγεσία. Γιατί αυτή ξέπεσε, βάζοντας πάνω από το συμφέρον του λαού το προσωπικό και το κομματικό συμφέρον. Δεν πιστεύουμε ούτε στην πνευματική, ούτε στη δικαστική ηγεσία. Οι ακαδημαϊκοί κατάπιαν τη γλώσσα τους και οι δικαστικοί σφυρίζουν αδιάφορα μπροστά σε όλες αυτές τις αντισυνταγματικές παρανομίες και τα κερδοσκοπικά παιγνίδια σε βάρος του ελληνικού λαού. Ξεπουλιέται αντί πινακίου φακής η πατρίδα μας και κανείς δικαστικός δεν έκανε αυτεπάγγελτη δίωξη κατά των παρανομούντων της βουλής. Χάσαμε την πίστη στην πατρίδα. Ούτε καν ανάμνηση των μαθητικών χρόνων δεν είναι τα λόγια του Σωκράτη προς τον Κρίτωνα, όπως μας μεταφέρει ο Πλάτωνας στο έργο του “Κρίτων”: «μητρός τε και πατρός των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσι» (Πλάτωνας, “Κρίτων”, 51b). Φαίνεται η σύνεση έχει εκλείψει εντελώς απ’ αυτόν τον τόπο και γι’ αυτό δεν τιμάμε την πατρίδα. Έχουμε την απαίτηση αυτή να μας προσφέρει τα πάντα, αλλά εμείς τίποτα προς αυτήν. Έχουμε διαγράψει από το μυαλό μας ότι τα πάντα διέπονται από αμφίδρομες σχέσεις, τις οποίες πρέπει να συνάψουμε. Επιζητούμε μόνο να είμαστε εμείς το επίκεντρο του κόσμου κι όλοι να μας προσφέρουν, γιατί το “εγώ” μας είναι ο θεός μας, για το οποίο έχουμε πλάσει «το πιστεύω μας» (πιστεύω εις ένα θεό , το “εγώ” μου, πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν των πάντων, ορατών και αοράτων…) . Δίκαιο για εμάς είναι ό,τι μας συμφέρει. Κάθε τι που αντιστρατεύεται το προσωπικό μας συμφέρον είναι άδικο. Χάσαμε την πίστη μας σε όλα. Δεν είμαστε σε θέση να ψιθυρίσουμε τους στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη:
« Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες
βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι
αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι κάτι
σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη· μπορώ να διακρίνω
μια μάσκα χλωμή κι ολότελα ξένη.
Θά 'ρθω μια μέρα, γυμνός απ' αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ' οδηγό τη σιωπή μου
και σύντροφο.
Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε
μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον
πως γυρεύω ένα
τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω. »
Για να υπερασπίσουμε αυτό το ψευδεπίγραφο “πιστεύω” γινόμαστε πολλές φορές βίαιοι. Γινόμαστε βίαιοι γιατί χάσαμε την πίστη μας και προς τον συνάνθρωπό μας και προς τον πραγματικό ποιητή των πάντων. Ο Μαχάτμα Γκάντι είχε πει: «Η μη-βία προϋποθέτει διπλή πίστη: πίστη στο Θεό και πίστη στον άνθρωπο.» Παρασυρμένοι από μια αμφίβολη προοδευτικότητα- μια αριστερόστροφη ή αριστεροαλληθωρίζουσα ψευτοκουλτούρα- νομίζουμε ότι το αρμονικό σύμπαν, η με νομοτέλεια φύση, αποτελούν μια τυχαιότητα, Ο Νομοθέτης δεν υπάρχει εφόσον δεν τον έχουμε αντικρίσει. Προφανώς, γι’ αυτή την κατηγορία ανθρώπων είπε ο Θωμάς ο Ακινάτης: «Για αυτόν που έχει πίστη, καμιά εξήγηση δεν είναι αναγκαία. Για αυτόν που δεν έχει πίστη, καμιά εξήγηση δεν είναι δυνατή.» Τους διαφεύγει- ή δεν μπορούν να αντέξουν στη σκέψη- ότι ο Θεός ενοικεί σ’ αυτούς. Ο Κολομβιανός συγγραφέας Nicolás Gómez Dávila εύστοχα έγραψε: «Αν πιστεύουμε στο Θεό δεν πρέπει να λέμε “πιστεύω στο Θεό”, αλλά “ο Θεός πιστεύει σε μένα”.»
Όλα όσα μπορούν να γραφούν για την πίστη έχουν αποκρυσταλλωθεί σε μια σύντομη φράση του Χριστού: «η πίστις σου σέσωκέ σε∙ πορεύου εις ειρήνην» (Λουκάς, ζ΄, 50)
Το τρίτο κερί της ιστορίας μας είναι αυτό της αγάπης. Της αγάπης που στην ανώτατη μορφή της εκφράζεται με βάση την προτροπή του Ιησού: «εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθαίος, ε΄, 44) ή την εντολή: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάννης, ιγ΄, 34). Ίσως, όπως υποστηρίζει ο Πάολο Κοέλο: «Είναι ανώφελο να μιλάς γι’ αγάπη, γιατί η αγάπη έχει τη δική της γλώσσα και μιλάει από μόνη της.»
Όταν είναι να μιλήσεις για την αγάπη δε βρίσκεις τα κατάλληλα λόγια. Είναι τόσο πλατειά, τόσο μεγάλη, που τα λόγια είναι φτωχά να την περιγράψουν. Και τι μπορείς να πεις όταν στην Α΄ επιστολή του ο Ιωάννης λέει: «ο Θεός αγάπη εστί»; Τον ωραιότερο, κατά τη γνώμη μας, ορισμό της αγάπης έχει δώσει ο Ν. Καζαντζάκης: «Τι είναι η αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ κι εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι....». Αυτό τον ορισμό συμπληρώνει ο Τζελαλεντίν Ρουμί λέγοντας: «Η αγάπη είναι ο εξάντας της αλήθειας.»
Για να συμπληρώσει ο μύστης Κωστής Παλαμάς με το παρακάτω ποίημά του, πως ένα Θεό ξέρει, την αγάπη:
« Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,
ένα θεό εγώ ξέρω· την Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμ’ ωραίος.
Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά του γάμου•
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,
πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια με γιομίζεις•
πλαταίνεις την καρδιά μου,
σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη!
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.
Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει. »
Αυτή, την με άπειρες διαστάσεις αγάπη, την περιορίζουμε κάνοντας ένα κύκλο με κέντρο τον εαυτό μας. Και όσο περνάει ο καιρός συρρικνώνουμε την ακτίνα του κύκλου, ώστε να χωράει λιγότερους ανθρώπους. Το τραγικό μερικές φορές είναι ότι η ακτίνα είναι λίγα εκατοστά, ώστε ο κύκλος να χωράει μόνο το θλιβερό σαρκίο μας. Αντί να αποτελεί το οξυγόνο της ζωή μας, νομίζουμε ότι δείχνουμε αδυναμία όταν αφήνουμε να ανθίσει το δέντρο της αγάπης και το ποτίζουμε καθημερινά με τη σκέψη μας για να θεριέψει και να γίνει ο ίσκιος της καταφυγή στους πονεμένους- όπως στο δέντρο καταφεύγουν τα πετεινά του ουρανού ενώ οι μέλισσες αχόρταγες ροφούν το νέκταρ από τα άνθη του. Ξεχάσαμε πως όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια, παιδιά του ίδιου επουράνιου Πατέρα. Ο Ν. Καζαντζάκης γράφει στον “Τελευταίο Πειρασμό”: [[… καιρό τώρα λαχτάριζε να δει από κοντά τον καινούριο προφήτη, που κηρύχνει πως όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια∙ δεν είναι ετούτος που είπε μια μέρα: «Πιο πολύ αγαπάει ο Θεός τον αμαρτωλό που μετανιώνει από τον άνθρωπο που ποτέ του δεν αμάρτησε;» Και μιαν άλλη μέρα δεν είπε: «Εγώ δεν ήρθα για τους ενάρετους στον κόσμο∙ ήρθα για τους αμαρτωλούς∙ με αυτούς μου αρέσει να μιλώ και να τρώγω»; Και μιαν άλλη μέρα που τον ρώτησαν: «Ραβή, ποιο ‘ναι τ’ όνομα το αληθινό του Θεού;» αποκρίθηκε: «Αγάπη». ]] Διαπιστώνουμε ότι όλοι οι μύστες, είτε στα γραπτά τους, είτε στους λόγους τους, ταυτίζουν τον Θεό με την αγάπη!
Η πραγματική αγάπη είναι πάντοτε συνυφασμένη με την προσφορά, τη θυσία, την ανιδιοτέλεια. Αγάπη είναι να συμμετέχεις στη χαρά και στη λύπη του διπλανού σου. Αυτός που αγαπά ανέχεται τον άλλο με τις ατέλειές του χωρίς να τον περιφρονεί, χωρίς καν να τον κάνει να νιώθει άσχημα για αυτό που είναι. Όταν αγαπάς ενδιαφέρεσαι τι θα γίνει ο άλλος, χωρίς όμως αυτό το ενδιαφέρον να γίνεται καταπίεση και επιβολή. Και αυτό, διότι η πραγματική αγάπη εμπεριέχει τον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου, την εκτίμηση προς την προσωπικότητά του. Η αληθινή αγάπη μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου είναι σαν ένα δέντρο που σιγά – σιγά μεγαλώνει, και σκεπάζει όλο και περισσότερους ανθρώπους κάτω από την δροσερή σκιά του. Από εμάς το μόνο που απαιτείται είναι να φροντίσουμε λίγο για την καλλιέργειά της, καθώς επίσης να την προστατεύσουμε από αυτά που θα μπορούσαν να την ξεριζώσουν από την καρδιά.
Είναι θαυμάσιος ο “Ύμνος της Αγάπης”: «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία. πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται. είτε γλώσσαι παύσονται. είτε γνώσις καταργηθήσεται. εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν. όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην. ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. βλέπομεν γαρ άρτι δι΄εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον. άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη.» ( Απ. Παύλος, Α΄ επιστ. προς Κορινθίους, ιγ΄, 1-13). Ο ίδιος απόστολος σε άλλη του επιστολή γράφει: «ο δε καρπός του Πνεύματος εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πίστις, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Απ. Παύλος, Επιστ. προς Γαλάτας, ε΄, 22-23)
Θέλει γενναιότητα να κρατάς στη ζωή σου το κερί της αγάπης αναμμένο. Ο Μαχάτμα Γκάντι είχε πει: «Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.» Γιατί η αγάπη απαιτεί θυσίες, και οι δειλοί από τη φύση τους είναι ανίκανοι να κάνουν θυσίες. Η λέξη “θυσία” τους είναι άγνωστη. Η αγάπη έχει πολλές διαβαθμίσεις, πολλά σκαλοπάτια, που αν έχεις το θάρρος και την υπομονή να τα ανέβεις σε φτάνουν στον ουρανό! Αρχίζει από την αγάπη προς τον ή την σύντροφο της ζωή σου, την οικογένειά σου, το κοντινό σου περιβάλλον, την πατρίδα, την οικουμένη, όλο το σύμπαν, το Θεό. Είναι μεγάλο σφάλμα η σύνδεση της αγάπης στον ή στην σύντροφό μας και η έκφρασή της και μέσα από τη σαρκική επαφή, ως αμαρτία. Δίκαια ο Ν. Καζαντζάκης έγραψε στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο”:
[[Τι αλάφρωση όταν η σάρκα δεν περιπλεχτεί με ψυχικές έγνοιες παρά απομένει απάνω στη γης, αγνή, αμόλευτη, σαν το ζώο! Ο χριστιανισμός, στιγματίζοντας ως αμαρτία την ένωση αντρός και γυναικός, τη μόλεψε, κι ενώ πρωτύτερα ήταν άγια πράξη, χαρούμενη υποταγή στο θέλημα του Θεού, κατάντησε στην περίτρομη ψυχή του χριστιανού αμαρτία. Ένα μήλο κόκκινο ήταν πριν από το Χριστιανισμό ο έρωτας∙ ήρθε ο Χριστός, κι ένα σκουλήκι μπήκε μέσα στο μήλο και το τρώει. ]]
Για την ταύτιση του έρωτα με την αμαρτία, βέβαια, δεν ευθύνεται ο Χριστός. Αυτό είναι έργο ρασοφόρων ή ανέραστων οπαδών του χριστιανισμού, που δεν εμπιστεύονται τη σάρκα τους. Είναι αντιλήψεις αυτών που τρομοκρατούνται στην ιδέα του Πειρασμού, θεωρώντας τον ως προαιώνιο εχθρό τους, κι όχι σαν μέσο αναγκαίο για να δουν το πρόσωπο του Θεού! Η ένωση της σάρκας με τη σάρκα είναι το σκαλοπάτι που θα σε ανεβάσει για να μπορέσεις να ενώσεις το πνεύμα σου με το Πνεύμα Θεού! Σβήνοντας συνειδητά το κερί της αγάπης, που εκφράζεται μέσα από τον έρωτα, γιατί τον θεωρείς σαν αμαρτία, εμποδίζεις τον εαυτό σου να βρει το δρόμο, που οδηγεί στο Θεό. Δε βρίσκεις μέσα στο σκοτάδι εύκολα το δρόμο…
Το κερί που είχε απομείνει αναμμένο , όταν το παιδί της ιστορίας μας μπήκε στο αμυδρά φωτιζόμενο δωμάτιο, ήταν αυτό που αντιπροσώπευε την ελπίδα. Την ελπίδα για την οποία ο Απ. Παύλος είπε: «και το καύχημα της ελπίδος μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν» (Απ. Παύλος, Επιστ. προς Εβραίους, γ΄, 6)
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Ελπίδα είναι το μόνο από τα δώρα, που είχαν χαρίσει οι θεοί στους θνητούς για να ζήσουν ευτυχισμένοι, βαλμένα σε ένα κλειστό πιθάρι, το οποίο απόμεινε όταν η Πανδώρα από περιέργεια το άνοιξε. Η μυθολογία αναφέρει ότι στους πρώτους ανθρώπους οι θεοί έκλεισαν όλα τα αγαθά σε ένα πιθάρι και το δώρισαν στους θνητούς, με την εντολή να μην το ανοίξουν, γιατί αν φύγουν τα αγαθά, θα τα χάσουν παντοτινά. Όταν ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και τη χάρισε στους ανθρώπους, χολώθηκε ο Δίας και πρόσταξε τον ξακουστό Ήφαιστο να φτιάξει τη πρώτη γυναίκα, που την προίκισαν με θέλγητρα, ικανά να παραπλανήσουν τον άντρα, όλοι οι θεοί και γι’ αυτό την ονόμασαν Πανδώρα. Αυτήν οδήγησεo Αργοφονιάς Ερμής στον Επιμηθέα, τον αδερφό του Προμηθέα, που την έκανε γυναίκα του. Η Πανδώρα βρήκε το πιθάρι, κι ενώ είχε την εντολή να μην το ανοίξει, η περιέργεια την ώθησε να παρακούσει την εντολή. Τότε ξεχύθηκαν από το πιθάρι τα αγαθά. Περίτρομη για το κακό η Πανδώρα έκλεισε το πώμα του πιθαριού, κατορθώνοντας να περισώσει μόνο την ελπίδα. Όπως αναφέρει ο Βοιωτός ποιητής Ησίοδος στο έργο του “Έργα και Hμέρες”, ήταν θέλημα του Δία να απομείνει μοναδικό αγαθό στους ανθρώπους η ελπίδα. Ας δούμε τους σχετικούς στίχους:
«Ζούσανε πριν πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων
δίχως συμφορές, δίχως τους κόπους τους σκληρούς,
και δίχως τις βαριές αρρώστιες που ‘δωσαν στους ανθρώπους θάνατο.
Γιατί γοργά μέσα στην κακουχία γερνάνε οι θνητοί.
Μα η γυναίκα με τα χέρια της του πιθαριού το μέγα αφαιρώντας πώμα
τα σκόρπισε όλα και ετοίμασε ολέθριες για τους ανθρώπους έγνοιες.
Και μόνο η Ελπίδα εκεί στο άθραυστο σπίτι της
έμεινε μέσα, από του πιθαριού τα χείλη κάτω, κι έξω δεν πέταξε
απ’ την πόρτα. Γιατί η Πανδώρα πρόλαβε και ξανάβαλε του πιθαριού το πώμα
με τη βουλή του Δία που την αιγίδα του βαστά, του συννεφοσυνάχτη.» (Ησίοδος, “Έργα και ημέρες”, 90-99)
Με την ελπίδα, λοιπόν, πορεύεται από την αρχαιότητα η ανθρωπότητα. Είναι το μόνο από τα δώρα που της απόμεινε, απ’ όσα τους χάρισαν οι συνετοί θεοί από αγάπη. Η αφροσύνη έκαμε τους ανθρώπους να σκορπίσουν τα υπόλοιπα δώρα. Μα η αγάπη των θεών, με θέλημα του Πατέρα θεών και ανθρώπων, του Δία, διέσωσε την ελπίδα! Η ελπίδα είναι και το μοναδικό κερί που δεν έσβησε στην ιστορία μας. Έτσι στη μνήμη των ανθρώπων η ελπίδα δεσπόζει. Αυτή την ελπίδα αναπτέρωσε ο Ιησούς όταν περπάτησε με ανθρώπινη σάρκα στη σκονισμένη γη. Την πότισε με το αίμα Του, ώστε ποτέ να μη μαραθεί. Να έρχεται ο άνθρωπος κάτω από το πλατύφυλλο δέντρο της ελπίδας να ξαποσταίνει, να μαζεύει φόρα για το μακρύ ταξίδι της επιστροφής του στην αΐδιο Αγκάλη. Ο Καζαντζάκης στον “Τελευταίο Πειρασμό” γράφει:
[[- Τι λεν οι μεγάλοι προφήτες, ο Ιερεμίας, ο Ιεζεκιήλ; αποκρίθηκε ο Ιησούς, και τα μάτια του έλαμψαν∙ θα καταργήσω το νόμο που ‘ναι χαραγμένος στις πλάκες του Μωυσή και θα χαράξω καινούριο Νόμο στην καρδιά του ανθρώπου∙ θα βγάλω την πέτρινη καρδιά που ‘χουν τώρα οι ανθρώποι και θα τους βάλω καρδιά από κρέας∙ και μέσα στην καρδιά ετούτη θα φυτέψω μιαν καινούρια Ελπίδα! Εγώ χαράζω στις καινούριες καρδιές τον καινούριο Νόμο κι εγώ ‘μαι η καινούρια Ελπίδα! Πλαταίνω την αγάπη∙ ανοίγω και τις τέσσερεις μεγάλες πόρτες του Θεού, την ανατολή, τη Δύση, το Βορρά και το Νότο, να μπουν όλα τα έθνη∙ δεν είναι Οβριακή ο κόρφος του Θεού, χωράει τον κόσμον όλο! Δεν είναι Ισραηλίτης ο Θεός∙ είναι Πνέμα αθάνατο! ]]
Το πνεύμα του ανθρώπου, με το χρόνο, χωρίς να υπάρχει βιάση, μετουσιώνει την ύλη σε Πνεύμα. Όταν το κατορθώσει θα έχει επιστρέψει στην Αγκάλη του Πατέρα του και θα πει: «εγώ και ο πατήρ εν εσμέν» (Ιωάννης, ι΄, 30).
Το κερί της ελπίδας διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε άλλους είναι φτιαγμένο από αγνό κερί μέλισσας και σ’ άλλους από φτηνή παραφίνη. Σε άλλους είναι χοντρή μελισσοκερένια λαμπάδα, που καθώς καίγεται ευωδιάζει και φωτίζει λαμπερά και σταθερά, και σε άλλους φτηνοπαραφινένια λαμπάδα, που αποδίνει δυσάρεστη οσμή με μπόλικη αιθάλη και τρεμοπαίζει η φλόγα παραμορφώνοντας με το φως της τα αντικείμενα. Έτσι και οι άνθρωποι: άλλοι έχουν την ικανότητα να εμπνεύσουν βάσιμες και ψυχοστέρεες ελπίδες κι άλλοι φρούδες και ψυχοφθόρες. Οι εμπνευσμένοι δάσκαλοι της ανθρωπότητας ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, οι πολιτικάντηδες στη δεύτερη. Οι πολιτικάντηδες δημιούργησαν ψεύτικες ελπίδες στους ψηφοφόρους στις εκλογές του 2009. Ο λαός τους πίστεψε, τους εμπιστεύτηκε. Κι αυτοί σε αντάλλαγμα τον πρόδωσαν, τον πούλησαν, τον οδήγησαν στην πείνα και στην εξαθλίωση, όπως πριν από πολλά χρόνια περιγράφει ο Καζαντζάκης στο “Αναφορά στον Γκρέκο”:
[[Μη δώσεις, Θεέ μου, τα όσα ο άνθρωπος μπορεί να βαστάξει. Δεν ήξερα πως τόσος πόνος υπάρχει στον κόσμο, τόση πείνα κι αδικία∙ δεν είχα ακόμα από τόσο κοντά αντικρίσει το φριχτό ετούτο πρόσωπο της Ανάγκης. Εδώ άλλοι νόμοι κυβερνούν, και το μίσος είναι το πρώτο χρέος∙ ο δεκάλογος εδώ πρέπει ν’ αλλάξει, άλλαζε κιόλας, αγάπη, μίσος, πόλεμος, ηθική, παίρνουν καινούριο νόημα. Είδα προχθές μια νέα γυναίκα σκελεθρωμένη, ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο∙ ήταν ανασηκωμένο το φουστάνι της και φαίνουνταν η γύμνια της. Την πόνεσα, στάθηκα να της πω να κατεβάσει το ρούχο της. «Φαίνεται η γύμνια σου», της είπα∙ κι αυτή σήκωσε τους ώμους, σαρκαστικό γέλιο έσκισε τα χείλια της: «Εγώ πεινώ, είπε, κι εσύ μου μιλάς για γύμνιες… Η ντροπή, για τους πλούσιους.» ]]
Χρέος μας να μην αφήσουμε να σβήσει και το κερί της ελπίδας. Να στεριώσουμε την ψυχή μας, να στεριώσουμε τον κόσμο γύρω μας. Και πάλι θα αφήσουμε να μας μιλήσει ο Κρητικός στοχαστής, όπως τα έγραψε στο έργο του “Ο Φτωχούλης του Θεού”:
[[ Βράδυ πια γυρίζαμε σπίτι. Σε όλο το δρόμο μιλούσαμε με λαχτάρα για πέτρες κι ασβέστες και μυστριά, σα δυο χτίστες∙ κι ήταν σα να μιλούσαμε για το Θεό και για τη σωτηρία του κόσμου που γκρεμίζεται. Πρώτη φορά κατάλαβα, τη βραδιά εκείνη, πως όλα είναι ένα και πίσω από το πιο ταπεινό καθημερινό έργο δουλεύει η μοίρα του ανθρώπου. Κι ο Φραγκίσκος ήταν κι αυτός αναστατωμένος, ένιωθε κι αυτός πως έργο μικρό και μεγάλο δεν υπάρχει, κι ένα χαλίκι ν’ αρμολοήσει σ’ έναν ετοιμόρροπο τοίχο είναι σα να στεριώνεις τον κόσμο να μην πέσει∙ είναι σα να στεριώνεις την ψυχή σου να μην πέσει. ]]
Όπως το βράδυ της ανάστασης, όταν έχουμε πάρει το Άγιο Φως, και θέλουμε να το πάμε να ανάψουμε το καντήλι του σπιτιού μας, φροντίζουμε να μη σβήσει η αναστάσιμη λαμπάδα, έτσι να πασχίσουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας να μη σβήσει η ελπίδα μέσα μας. Να πασχίσουμε η πατρίδα μας να μείνει όρθια, η ελληνική ψυχή να μην καταρρεύσει. Γιατί σ’ αυτό τον κόσμο που καταποντίζεται, που ποδοπατιέται από τη μπότα της παγκόσμιας δικτατορίας, που θα μας μαρκάρουν με τα τσιπάκια της πνευματικής υποβάθμισης, ένας λαός πρέπει να κάνει την ανατροπή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν λογιστικό νούμερο- για να μη πισωγυρίσει η ανθρωπότητα στο μεσαίωνα της φεουδαρχίας και της ιερής (ελιτικής) εξέτασης- πρέπει να αντικατασταθεί από έναν πολιτισμό με κέντρο τον άνθρωπο. Τέτοιο πολιτισμό μόνο η χώρα του ηλίου, η χώρα του Απόλλωνα και της Αθηνάς, αυτή που ύψωσε τον Παρθενώνα, που ανακάλυψε την πραγματική δημοκρατία και την έννοια της αρετής, μπορεί να ξαναδώσει. Ο πολιτισμός μας θα χαθεί αν κυριαρχήσει η Νέα Τάξη πραγμάτων. Ό,τι κι αν ευαγγελίζεται είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η ύφεση, η ανεργία, το κλέψιμο των μισθών από τους πολλούς σε όφελος των ολίγων, η πείνα και η εξαθλίωση των λαών τροφοδοτούν την πολιτιστική οπισθοδρόμηση. Μόνο στο αίμα του λαού μας- και δεν είναι εθνικισμός αυτό, αλλά αναγνώριση της πραγματικότητας με βάση την προϊστορία και την ιστορία μας- κυκλοφορεί η ικανότητα της διάκρισης του παιγνιδιού. Ο Καζαντζάκης στο “Αναφορά στον Γκρέκο” μας διευκρινίζει:

[[Κανένας λαός δεν είχε κατανοήσει τόσο τέλεια την κορυφή και φανερή αξία του παιγνιδιού. Όταν η ζωή κατορθώσει με τον καθημερινό αγώνα να νικήσει τους εχτρούς γύρα της- φυσικές δυνάμεις και θεριά, την πείνα, τη δίψα, την αρρώστια- τυχαίνει κάποτε να της περισσεύει δύναμη. Τη δύναμη αυτή ζητάει να τη σπαταλήσει παίζοντας. Ο πολιτισμός αρχίζει από τη στιγμή που αρχίζει το παιγνίδι. Όσο η ζωή μάχεται να διατηρηθεί, να προστατευτεί από τους εχτρούς της, να κρατηθεί απάνω στη φλούδα της γης, πολιτισμός δε γεννιέται. Γεννιέται από τη στιγμή που η ζωή ικανοποιήσει τις πρώτες ανάγκες της κι αρχίσει να χαίρεται λίγη ανάπαψη.
Πώς να χρησιμοποιήσει την ανάπαψη αυτή, πώς να τη μοιράσει στις διάφορες κοινωνικές τάξεις, πώς να την πληθύνει και να την εξευγενίσει όσο μπορεί; Από τη λύση που δίνει στα προβλήματα αυτά η ράτσα κι η κάθε εποχή, κρίνεται η αξία κι η ουσία του πολιτισμού της. ]]
Οι Έλληνες έχουν επωμιστεί- έστω κι αν δεν το καταλαβαίνουν σήμερα- το μεγάλο χρέος απέναντι σε όλη την ανθρωπότητα: να διατηρήσουν αναμμένο το κερί της ελπίδας- της ελπίδας σε αυτό που εμπεριέχεται στην πλήρη σημασία της έννοιας “άνθρωπος”. Με αυτό θα ξανανάψουν τα τρία σβησμένα κεριά: της ειρήνης, της πίστης και της αγάπης. Τότε το ενισχυμένο φως από τις φλόγες όλων των κεριών θα σκορπίσει το σκοτάδι που θέλουν να επιβάλλουν τα ανθρωποειδή της Παγκόσμιας Δικτατορίας και της πνευματικής οπισθοδρόμησης. Μετά το πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, πάντα ανατέλλει ο ήλιος. Η μόνη πραγματικότητα είναι το φως! Το σκοτάδι είναι απλά η απουσία του φωτός. Το σκοτάδι το δημιουργήσαμε εμείς οι ίδιοι γιατί αφήσαμε να σβήσουν τα τρία κεριά. Με το τέταρτο κερί της ελπίδας ας ανάψουμε τα υπόλοιπα κι ας έρθει και πάλι το φως στη ζωή μας. Το μάθημα, όσο κι αν ήταν οδυνηρό, το πήραμε…

Δεν υπάρχουν σχόλια: