Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Η ξυλόκοτα είπε, επιτέλους, και ένα “Όχι”…


“Ούτις”


Λυπήθηκα τα μάλα που η Άννα, αυτό το αγέλαστο ξυλάγγουρο, δεν εξελέγη βουλευτής. «Κατηραμένη κενωνεία», που λέει και ο ποιητής του λαϊκού άσματος, γιατί καταδίκασες μια επίδοξη αρχηγό κόμματος να μείνει στα σπίτι να φτιάχνει ντολμαδάκια και μουσακά, ή να πλένει πιάτα και να σφουγγαρίζει; Θα χαλάσει τα νύχια της και θα σκάσει το δέρμα της. Είναι η πάσα αδικία, ρε αχάριστοι Έλληνες. Δε στέλνουν έτσι, με το στανιό, μια νερόβραστη πρώην υπουργό, πρώην επίτροπο της Ε.Ε. στα πολιτικά αποδυτήρια. Γιατί η Αννούλα ήταν στην πίστα της πολιτικής πρώτο όνομα. Κάτι ανάμεσα σε Άντζελα Δημητρίου και Ζέτα Θεοδωροπούλου. Κι από πολιτική διαίσθηση: μπρόκολα και λαχανίδες, αλλά από πολιτικό συμφέρον: μέριασε βράχε να διαβώ.
Είχα ένα ψυχοπλάκωμα, ένα σφίξιμο στο στομάχι- σαν να είχα φάει λαγό στιφάδο- όταν έμαθα πως η Άννα έμεινε εκτός βουλής. «Αχ, Αννούλα του χιονιά», είπε η μάνα μου- κι έβαλε τα κλάματα, γιατί της θύμιζε τη μακαρίτισσα την θειά μου την Κατίγκω. Η μάνα μου είχε εντυπωσιαστεί από το ζιβάγκο του Αντρέα- ο χωριάτης ο πατέρας μου φορούσε την ίδια πουκαμίσα όλη τη βδομάδα και του έλειπε κι ένα κουμπί- και ήταν ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του, τότε την τιμημένη μέρα τις 3 του Σεπτέμβρη. Στο εικονοστάσι μαζί με τα εικονίσματα του Χριστού, της Παναγίας και των άλλων αγίων, είχε και μια φωτογραφία του Αντρέα από το 1975, με το τσιμπούκι και το ζιβάγκο. Κι όταν λιβάνιζε τα εικονίσματα, λιβάνιζε και τον Αντρίκο. Συμπαθούσε κάθε δραστήρια γυναίκα που ανήκε στο σοσιαλιστικό κίνημα. Δε δεχόταν κουβέντα κατηγόριας για το κόμμα με τον πράσινο ήλιο, ακόμη και όταν έγινε σοσια-ληστ(ρ)ικό πολιτικό έκτρωμα. «Αχ, Αννούλα μου, σε πάγωσαν κατακαλόκαιρα, οι αχάριστοι, που μαζί τα φάγατε, και σ’ έβαλαν στο ψυγείο», ξανάπε η μάνα μου. Η λυπημένη αύρα της μάνας μου επηρέασε και τη δική μου και ψυχοπλακώθηκα. Μπορεί το άσμα, που λέει για την Αννούλα του χιονιά, να μην κολλούσε στη Διαμαντοπούλου, αλλά την παγωνιά την ένιωσα στο πετσί και στη ραχοκοκαλιά μου. Γιατί το τραγούδι αναφέρεται σε μια ρομαντική και ερωτική Αννούλα, αλλά τούτη η Άννα, που ‘μεινε μπουκάλα- «κόκαλο»! φωνάζαμε, πιτσιρίκια, σε όσους παίρνανε τον πούλο των ψηφοφόρων- είναι άκρως αντιερωτική και αντιπαθητική με το ψηλομύτικο κι αλαζονικό ύφος της. Σε πήγαινε ντουγρού σε ξυνισμένο λαπά.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ο χοντρός, που και με δική της υποστήριξη, έγινε αρχηγός του κόμματος, μετά την πρόωρη συνταξιοδότηση του Γιωργάκη, της πρότεινε να συμμετάσχει στην Πολιτική Γραμματεία του ΠΑΣΟΚ. Και η Αννούλα βροντοφώναξε: “Όχι”, απορρίπτοντας την πρόταση του αρχηγού. Τι την πέρασε(;), ο στατοσυνάχτης, κανένα πιρπιτσόλι; Άκου μέλος της Πολιτικής Γραμματείας; Τι ήταν αυτή, πολιτικός από καλάθι που βγάζουν στις εκπτώσεις στα μαγαζιά από τα απούλητα της περασμένης μόδας; Αυτή ήταν η Άννα η Μπίλντερμπεργκ! Ναι, το εκλεκτό κορίτσι της λέσχης, όπου τα ανεμομαζώματα αποφασίζουν σε ποια χώρα θα τα κάνουν κολυμπηθρόξυλα. Με δική της συμμετοχή και έγκριση πήραν την απόφαση στην Ελλάδα να το κάνουν «της επί χρήμασι εκδιδομένης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα»! Κι αφού το πολιτικό της σινάφι έκανε το κράτος σαν σπίτι με κόκκινα φανάρια, μας έφεραν τους νταβαντζήδες της τρόϊκα για να αναλάβουν τη διεύθυνση του studio oriental.
Η Άννα, η αντιερωτική ξυλόκοτα, είπε το πρώτο της “Όχι”, και αισθανόταν σαν ηρωίδα της αντίστασης στη γερμανική κατοχή του 41. Φούσκωσε το στήθος της από υπερηφάνεια. Επιτέλους αισθανόταν γυναίκα! Γινόταν υπολογίσιμη. Ο χοντροπατάτας θα την υπολόγιζε… Κάπου είχε ακουστά τη διαφορά ανάμεσα στο διπλωμάτη και τη γυναίκα. Ο διπλωμάτης, είχε ακούσει, όταν λέει “ναι”, σημαίνει “ίσως”. Όταν λέει “ίσως” σημαίνει “όχι”. Και όταν λέει “όχι”, τότε δεν είναι διπλωμάτης, είναι μινάρας καραμπινάτος. H γυναίκα όταν λέει “όχι” σημαίνει “ίσως”. Όταν λέει “ίσως” σημαίνει “ναι”. Και όταν λέει “ναι”, τότε δεν είναι συνοικιακή γυναίκα, είναι της Συγγρού… (εξαιρούνται οι Ν.Δ-κράτισσες που βρίσκονται σ’ αυτή τη λεωφόρο για κομματικό ρουσφέτι…). Μπορούσε, λοιπόν, η Άννα να πει “Ναι”; Ρε πούστη μου, θα την περνούσαν του δρόμου. Είπε “Όχι”, και αισθάνθηκε σαν τη γυναικάρα με τα κόκκινα, κάτι μεταξύ Μόνικα Μπελούτσι και Σαρλίζ Θέρον.
Τα “Ναι” τα είχε πει στην πρόταση του Γιώργου για να μπούμε στο ΔΝΤ, στην εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας στους δανειστές τοκογλύφους- ώστε να εξασφαλίσουν τα κωλόχαρτα που μας δάνειζαν- στα δύο μνημόνια, στην αποδοχή της παγκόσμιας διακυβέρνησης, στο ξεπούλημα όλου του ορυκτού πλούτους της χώρας που την είχε υπουργό, στο χάρισμα των εθνικών φιλέτων αντί πινακίου φακής στους αχόρταγους πλούσιους, στον πολυμήχανο επιχειρηματία- που κατά τύχη ήταν άντρας της- με τις καινοτόμες ιδέες στο χώρο της παιδείας για την αρπαχτή των μικροϋπολογιστών στους μαθητές του Γυμνασίου, τους διαδραστικούς πίνακες και τα DVD πέρυσι αντί για βιβλία. Είπε “Ναι” στις πρωτοπόρες ιδέες της Δραγώνα και της Ρεπούση για διαστρέβλωση της ιστορίας μας και την αλλοίωση της γλώσσας μας, αφού έτσι το θέλουν τα μεγάλα αφεντικά και ο χρηματοδότης Σόρος. Είπε “Ναι” και στην εξάλειψη της έννοιας “έθνος” και “εθνικό”, που μπορεί να αποτελέσουν τον συνεκτικό ιστό των Ελλήνων. Είπε “Ναι” στη διάλυση της χώρας, στην εξαθλίωση των Ελλήνων και στην υποτέλειά τους, στο να χάσει ο Έλληνας το χαμόγελό του, την αισιοδοξία του, την αυτοπεποίθηση. Είπε “Ναι” στην ανεργία, στην απελπισία του λαού, στις αυτοκτονίες. Είπε “Nαι” στα κέρδη των τραπεζών, στη μείωση των μισθών για να έχουν υπερκέρδη οι εργοστασιάρχες.
Είπε πολλά “Ναι”… Επιτέλους, έπρεπε να πει και ένα “Όχι. Έτσι για να σπάσει τη μονοτονία και για να δείξει ότι παραμένει γυναίκα… Έστω κι αν είναι μια αντιερωτική ξυλόκοτα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: