Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Η Παναγιά των ποιητών

[[ δαμ-ων ]]

Δεκαπενταύγουστος, το Πάσχα του Καλοκαιριού. Γιορτάζουμε την Παναγιά, τη μάνα του Χριστού. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγιάς μας Δέσποινας, της Πλατυτέρας των Ουρανών. Της Παναγιάς που νιώθουμε τόσο κοντά μας και κάθε τόσο τη βάζουμε μεσίτρια σε κάθε τι που θέλουμε σαν αδύναμοι άνθρωποι να ζητήσουμε από το Γιό της ή από τον Πατέρα Του. Ο Έλληνας την αισθάνεται μάνα του και σ’ αυτήν καταφεύγει να πει τον πόνο του, το παράπονό του. Είναι η καταφυγή του σε κάθε δύσκολη στιγμή (το κακό είναι ότι στις καλές μας στιγμές την ξεχνάμε...). Επικαλούμαστε το όνομά της, θρήσκοι και άθρησκοι, σχεδόν αυθόρμητα. Σε κάθε στιγμή έκπληξης ή οδύνης, αυθόρμητα φεύγει από τα χείλια μας το «Παναγιά μου»!
Στην Παναγιά μας Δέσποινα αναφέρθηκαν πολλοί ποιητές, υμνωδοί και τραγουδοποιοί. Μεγάλοι και μικροί ποιητές, άλλοι πολύ γνωστοί κι άλλοι άγνωστοί μας της αφιέρωσαν τους στίχους τους. Σαν ένα μικρό προσκύνημα στη χάρη της θα παραθέσουμε μερικά ποιήματα:

Η συνέχεια >>> εδώ …

Κωστή Παλαμά “Μυστική Παράκληση”:
Δέσποινα,
κανένα φόρεμα τη γύμνια μου
δε φτάνει να σκεπάση,
η μοναξιά μου είναι σαν τ’ άδειο, σαν τ’ αλόγιστο
χυμένο προτού νάρθη η πλάση,
η αρρώστια μου βογγάει σαν τα μεγάλα δάση
καθώς τα δέρνει η μπόρα.
Ήρθεν η ώρα η φοβερή, ωχ! ήρθε η ώρα.
Εσύ παρθένα, εσύ μητέρα,
κι από δροσιά, κι από κελάϊδισμα
στάλα του αιθέρα,
ήρθεν η ώρα η φοβερή, ωχ! ήρθε η ώρα.
Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα Εσένα πίστεψα
και λάτρεψα μονάχα Εσένα
από τα πρωτινά γλυκοχαράματα
κι ως τώρα μες στα αιματοστάλαχτα
μιας ωργισμένης δύσης.

Δέσποινα, στήριξέ μ’ Εσύ και μη μ’ αφήσης.
Δέσποινα,
βήμα δεν έχω μήτε φτέρωμα,
με γονατίζει το στοιχειό της θλίψης.
Υψώσου ποιος μου λέει; δε δύναμαι,
δύνασαι κάτου Εσύ ως εμέ να σκύψης;
Ρίξε από πάνου σου,
στους αθανάτους τη θεόπρεπη
παράτησε αλουργίδα του Ολύμπου,
έλα, κατέβα ολόγυμνη, βαφτίσου
στον Ιορδάνη του δακρύου,
κι ύστερα κρύψε το τρανό κορμί το ηλιόχαρο
στη σκέπη τη γαλάζια της Αειπάρθενης,
που ειν’ η χαρά των ασκητών και των μαρτύρων.
Δεν εισ’ Εσύ των εθνικών ηδονολάστρα η Μούσα,
της πλαστικής και της σκληρής
χαράς δεν είσαι η Πιερίδα,
του σπλάχνους του τρανού βαθιογάλανη
φορείς Εσύ πορφύρα
κι από του θρήνου κατεβαίνεις την πατρίδα.
Α! δείξου στο μικρό και τον ανήμπορο,
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς,
και φτάσε καθώς φτάνει στους αμαρτωλούς,
και δείξου καθώς δείχνεται στους σκλάβους
η Αγιά Λεούσα.

Άκου, ένα-σκούσμα τον αέρα σπάραξε•
Ποιος κλαίει ;
Κοίτα, βροχή από λάβα βρέχει ένας θειφότοπος•
τι κλαίει ;
Έλα κοντά, ένας ήσκιος αργοσάλεψε,
και λέει :
Του τραγουδιού σου δε γυρεύω πια το θρίαμβο,
μηδέ τον κόσμο τον ολάκριβο, τη Λύρα,
μηδέ τη μοίρα
του δοξασμένου διαλεχτού σου, Δέσποινα!
Λυπήσου,
και πλάσε μου,
και στείλε μου έναν ύπνο ήσυχο,
με του παιδιού το γλυκανάσασμα,
μαζί μου.

Κώστας Καβάφης “Δέησις”:
Η θάλασσα στα βάθη της πήρ' έναν ναύτη. -
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν' καλοί καιροί -

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ' αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.
Άγγελος Σικελιανός “ Παρηγορήτισσα”:
Παρθένα μάννα, του στρατού σου ασπίδα,
των πρώϊμων μυγδαλιών θα ρεψ’ η ελπίδα,
στους βωμούς της Ηπείρου, οπού φλογίζουν;
Παρθένα μάννα, εσώθη το φεγγάρι,
που φώταε τη μεγάλη σου χάρη
κι’ οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν.

Σε ρημοκκλήσια, οπού μια φλόγα τρέμει
του χλωμού καντηλιού σου και οι ανέμοι
κι’ η βροχή παραδέρνουν ναν τη σβύσουν
κι’ οι λαβωμένοι, βογγούν για τα χάδια,
τα δροσοπάροχά σου, στα σκοτάδια,
μεταλαβή τους πριν να ξεψυχήσουν.

Κυρά, που δρόσο ερίχναν τα μαλλιά σου,
να κοιμηθή η σκλαβιά στην αγκαλιά σου,
οπού μπροστά σου όση είναι δάφνη στέκει
κι’ όσο λιβάνι για τα γόνατά σου
κι’ απ’ την παρηγορήτραν ομορφιά σου
παίρνει όση χάρη έχει το τουφέκι.

Που τα βαθειά Γιαννιώτικα περβόλια
μοσκοβολάν για τη δική σου ανάσα,
που τάμα σου χρυσώνανε τα βόλια,
κι’ η έρμη πολιτεία σου ετάχτη πάσα
σα νύφη και σα χήρα, οπού τη δόλια,
μοίρα της σκέπει σε καλόγριας ράσα,
άπλωσ’ τα χέρια στο χαμό κι’ ας γύρει
η χάρη σου, καθώς σε πανηγύρι,
Παντάνασσα, κι’ ας βρη το μονοπάτι,
πέρα απ’ το δρόμο, με κορμιά στρωμένο,
που περιμένει το συγυρισμένο,
για να σε πάει, στα Γιάννινα, άσπρον άτι!

Παρθένα μάννα, το πικρό ποτήρι
ως την στερνή τόπιαμε στάλα• δράμε
εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν.
Άνοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε
όπου τουφέκι και λιβανιστήρι.
Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν!
Στο ναό σου, όλος να μπη ο στρατός σου, κάμε!
Κώστας Βάρναλης “Οι πόνοι της Παναγιάς”:
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τοσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά,θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο -όχι σκλάβος ή προδότης.

Tη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου' τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ' ύστερα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι

Kι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης “Στην Παναγία την Κεχριά”:
Γλυκειά Παρθέν', αξίωσέ με
νάρθω και πάλι στο ναό σου,
όπου φυσά γλυκά η αύρα
στα πλατάνια τα θεόρατα
κάτω στο ρέμμα, που η πηγή κελαρύζει
κι επάνω θροΐζει η αύρα μαλακά.

Όλος ο ήλιος λάμπει στο θόλο
του ωραίου ναού σου με τα πιατάκια τα ποικιλμένα
κι ευωδιάζ' η μύρτος κι η δάφνη
ολόγυρα, κι η βρύση κελαδεί
στην αυλή, που ανθεί ο λιβανωτός κι [η μύρτος].

Στα νεαήμερα τ' αγαπημένα
της δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ήθελα νάμαι να ψάλω το "Πεποικιλμένη..."
στο πανηγύρι το σεμνό.

Να βλέπω να θαμάζω τη μορφή σου
με τα ματάκια τα κλειστά,
με τα χεράκια σταυρωμένα,
κι ο Υιός σου να κρατεί την άμωμη ψυχή σου,
ως τρυγόνα στα χεράκια•

κι Απόστολοι εκ περάτων
στα σύννεφα επάνω πετώντας,
κι Άγγελοι με σταυρωμένα χέρια
βλέπουν το θάμμα το φριχτό!

Ψηλά απάνω απ' το δώμα, από δυο παραθυράκια,
με τις κοκούλες δυο καλογεράκια
προβάλλουν και τείνουν από έναν τόμον ανοιχτό!

κι ο ένας γράφει "Θνητή γυναίκα του Θεού μητέρα"
κι ο άλλος• "τ' ουρανού είσαι πλατυτέρα,
ως έμψυχος ναός και θρόνος του Θεού..."

Γλυκειά Παρθέν' αξίωσέ με
νάρθω και πάλι στο ναό σου,
όπου φυσά γλυκά η αύρα
στο ρέμμα στα πλατάνια μυστικά!

Γιάννης Ρίτσος απόσπασμα “Από το όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού”:
Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ' τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ' ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ' τα' άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.

Είθε η Παναγιά μας να προστατεύει την πατρίδα και το έθνος μας σ’ αυτά τα πέτρινα χρόνια. Σας εύχομαι Καλό Δεκαπενταύγουστο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: