Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Οι σημερινοί Έλληνες είναι δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα;

[[ δαμ- ων ]]

Στην πατρίδα μας έπαψαν πια οι στατιστικές ανάπτυξης. Οι στατιστικολόγοι ασχολούνται με τις αυτοκτονίες των Ελλήνων πολιτών. Από την ημέρα που ο νυν περιφερόμενος ανά την υφήλιο ενοικιαζόμενος ομιλητής και πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου μας έβαλε στο λαιμό τα αγκωνάρια του ΔΝΤ και της Γερμανίας και μας έριξε στον ωκεανό της υποτέλειας και της ανυποληψίας, αυτοκτόνησαν τόσοι συμπατριώτες μας, που θα μπορούσαν να σχηματίσουν μια κωμόπολη. Τις τελευταίες δέκα μέρες διαβάσαμε για αυτοκτονίες νέων και νεανίδων 20, 24, 32 χρονών αλλά και μεγαλύτερων 54 ετών. Τερματίζουν τη ζωή τους άνθρωποι παραγωγικοί. Άνθρωποι που κανονικά έπρεπε να χαίρονται το μεγάλο αγαθό της ζωής. Έσβησαν μέσα στην απόγνωση, χωρίς καμία ελπίδα, μέσα σε ένα διάχυτο αίσθημα ντροπής και απόρριψης… Ένιωσαν ότι η ζωή τους γύρισε την πλάτη και δεν το άντεξαν.
Η συγκυβέρνηση των τριών μνημονικών κομμάτων πριν λίγες μέρες ψήφισε τα χειρότερα μέτρα για τον απλό λαό, αφήνοντας παράλληλα ατιμώρητους τους κλέφτες και πρόξενους της κρίσης. Και αυτό που σε βυθίζει στην άκρα απόγνωση είναι το ότι δεν υπάρχει ένα τέλος αυτής της εθνικής εξαθλίωσης και του ευτελισμού των απλών ανθρώπων. Γιατί τα λαμόγια και οι λακέδες των μεγαλοτραπεζιτών γλεντούν με τα κλοπιμαία, επιζητώντας ακόμη μεγαλύτερη εξαθλίωση του λαού. Του λαού που με τρεμάμενα χείλη ψιθυρίζει τους στίχους του Κώστα Βάρναλη από το ποίημα “Οι Μοιραίοι”:
« Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.»
… Κι αν θυμιέται την άσπρη μέρα, του φαντάζει τόσο μακρινή… Όσοι ακόμη έχουν εργασία, βλέπουν οι αποδοχές τους συνέχεια να μειώνονται, το κόστος ζωής να αυξάνει και τα φορομπηχτικά μέτρα να έχουν κάνει επιδρομή στο πενιχρό οικογενειακό τους βαλάντιο. Και υπομένουν καρτερικά όλα τα μέτρα με ένα αίσθημα μαζοχισμού. Από πάνω λένε «ευχαριστώ» γιατί βρίσκονται στην ευχάριστη θέση να έχουν μια θέση εργασίας, έστω κι αν από παντού τους κλέβουν, εργοδότες και κράτος!

Η συνέχεια >>> εδώ ….

Η περίπτωση του σημερινού εργαζόμενου μας φέρνει στο νου την ιστορία της δασκάλας Ιουλίας, από το διήγημα “Ένας αριθμός” του Α. Τσέχωφ. Επειδή έχουμε γίνει όλοι οι εργαζόμενοι Ιουλίες, ας αφήσουμε τον Τσέχωφ να περιγράψει την θλιβερή κατάστασή μας:
[[ Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν... Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα...
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
- Δύο μήνες και πέντε μέρες...
- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακόκκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά...
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε... Αυτά είναι όλα- όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία... τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ’ τα...
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε. ]]
Δεσποινίδες Ιουλίες καταντήσαμε! Να λέμε ευχαριστώ, που αντί για 1500 ευρώ, μας δίνουν 600. Γιατί τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο, μας κλέβουν! Και τους λέμε ευχαριστώ….
Στο διήγημα του Α. Τσέχωφ, η δασκάλα Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο τύπο μας, που δεν τολμάμε να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας, τα οποία απορρέουν από το ίδιο το σύνταγμα. Το σύνταγμα που αποτελεί την ασπίδα μας εναντίον οποιασδήποτε επιβουλής, εδαφικής, κοινωνικής, οικογενειακής, ατομικής. Δηλαδή γίναμε ριψάσπιδες! Δεν επικαλούμαστε καν τους θεσμούς της άμυνάς μας! Έτσι γίναμε τα θύματα μιας οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης, μια εθνικής λεηλασίας και παραχώρησης εδαφικής κυριαρχίας. Από ενεργοί πολίτες, μετατραπήκαμε σε άβουλα πειραματόζωα της Νέας Τάξης. Άβουλοι, δειλοί και μοιραίοι. Έτσι όπως μας περιγράφει στη συνέχεια του ποιήματος του ο Βάρναλη:
« - Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το 'πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»
Στο διήγημα, που παραθέσαμε, το αφεντικό της δασκάλας της έκανε μια φάρσα. Μια φάρσα για να πάρει το μάθημά της. Δυστυχώς αυτά που ζει ο σημερινός Έλληνας εργαζόμενος δεν είναι μια φάρσα. Είναι τραγωδία! Και είναι, φευ, τραγωδία χωρίς από μηχανής θεό, ώστε να έχει ευτυχή κατάληξη, αφού μας δώσει το ανάλογο μάθημα! Στην περίπτωσή μας δεν ισχύει το: «δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», σύμφωνα με τον ορισμό της τραγωδίας, που έδωσε ο Αριστοτέλης. Δεν υπάρχει ούτε έλεος, ούτε και διαφαίνεται κάθαρση. Η δική μας περίπτωση περιγράφεται με τους στίχους του εθνικού μας ποιητή:
« Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει»
Γυρίσαμε στα χρόνια του μεσαίωνα. Πιθανόν να γυρίσουμε και στα χρόνια όπου υπήρχαν δουλοπάροικοι. Καταλύθηκε η δημοκρατία και δικτατορικά κυβερνιόμαστε με υπουργικές αποφάσεις, τις οποίες υπογράφουν οι πρόθυμοι εκτελεστές, που θέλουν να ονομάζονται υπουργοί. Μοιραίοι, όμως, εκτελούν τις εντολές των δανειστών μας, που περίτεχνα μας έβαλαν στον οικονομικό λαβύρινθο με τους σαρκοβόρους μινώταυρους, οι οποίοι κρύβονται πίσω από τα ακριβά κοστούμια και τις μεταξωτές γραβάτες. Τρία μνημόνια ψηφίστηκαν μέχρι τώρα- το ένα χειρότερο από τ’ άλλο- και η αντίδρασή μας ήταν πολύ χλιαρή. Μιας και ζούμε “μέρες Αποκάλυψης”, ας θυμηθούμε το εδάφιο: «οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός• όφελον ψυχρός ης ή ζεστός. Ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω εμέσαι εκ του στόματός μου» (Ιωάννης, Αποκάλυψις, γ΄, 15-16). Η ζωή, η φύση θα μας ξεράσει, γιατί η χλιαρότητα δεν αρμόζει στον άνθρωπο. Η ζωή μας θέλει αγωνιστές, μας θέλει πολεμιστές. «Πολέμα»! είναι το πρόσταγμα της ζωής, όπως λέει ο μεγάλος στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης στην “Ασκητική” του. Γράφει ο κρητικός συγγραφέας:
[[ Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ‘τανε γόνιμες αρετές.
Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που απομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξεις.
Ο άνεμος του ολέθρου φυσάει• αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας• ας πάμε μαζί του! Ο άνεμος του ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές κι από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει: «Ετοιμαστείτε! Πόλεμος! Πόλεμος!»
Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, το πνέμα!
Ας δεχτούμε παλικαρίσια την ανάγκη. Πολεμικός μας έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!
Ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Σήμερα, άρτιος, ενάρετος άνθρωπος είναι μονάχα ο πολεμιστής. ]]
Δεν μας ταιριάζει ο ρόλος του χλιαρού θεατή των γεγονότων. Αυτουνού που σέρνεται πίσω από τα θλιβερά συμβάντα. Είναι ανάγκη η μοιρολατρία κι ο φόβος να παραμεριστούν. Γινήκαμε δουλικά χειρίστου είδους και περιμένουμε το λυτρωτή μας. Εκλιπαρούμε τον οίκτο του Eurogroup και του ΔΝΤ- δηλαδή εκείνων που μας έσυραν στον γκρεμό- τη στιγμή που οι πρόγονοί μας πέθαιναν για μια τιμή, για μια περηφάνεια, για ένα φιλότιμο! Αλλά ο μιμητισμός του δυτικού τρόπου ζωής, μας αλλοτρίωσε και τα ξεχάσαμε. Και γίναμε όπως λέει ο Βάρναλης: «Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», δίνοντας την εικόνα των σημερινών καναπεδάτων ξερόλων και φιλοτομαριστών Ελλήνων. Που έγιναν τα πειραματόζωα της Νέας Τάξης, οι πρώτοι πολίτες της Παγκόσμιας Δικτατορίας της οικονομικής ελίτ. Χωρίς καμία αντίσταση από τους πολιτικούς, που γράφουν νέες σελίδες δωσιλογισμού και προδοσίας. Προετοίμασαν με τα νομοθετήματά τους κατάλληλα το έδαφος μέσα από τη λεηλασία του εθνικού πλούτου- που διοχέτευσαν στο εξωτερικό- με πλουτισμό των ίδιων των πολιτικών και της παρέας τους, των λακέδων των καναλαρχών , των βιομηχάνων, των πλοιοκτητών και των τραπεζιτών και όλων των τζογαδόρων στο Βατερλώ της οικονομίας μας.
Όσο κι αν μας πληγώνει, όσο κι αν μας πονάει, η θλιβερή πραγματικότητα συμπυκνώνεται στις τρεις λέξεις του Βάρναλη, που αποδίδουν την σημερινή μας ταυτότητα: «Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα…» Αυτά τα τρία κουσούρια τα έχουμε ταυτόχρονα, τα έχουμε σαν σύνολο! Η ελπίδα έφυγε από το πιθάρι της μυθικής Πανδώρας και περιπέσαμε στο απόλυτο χάος. Κοιτάζουμε με το τηλεσκόπιο στο Σύμπαν μήπως .έρθουν οι ΕΛ-λάνιοι, οι Ανδρομέδιοι, μήπως επιστρέψει ο Δίας…, και τα λοιπά παραμύθια, που σερβίρουν στα μπλόγκ, ή, με αγωνία καταφεύγουμε στις προφητείες γεροντάδων και Αγίων. Περιμένουμε ένα θάμα… Κι άλλοτε θυμίζουμε τον άνθρωπο, που γλίστρησε από το μπαλκόνι του 110ου ορόφου και καθώς έπεφτε μετρούσε τους ορόφους που πέρναγε: 109, 108, 107, 106…και έλεγε μέσα του: «Μέχρι εδώ καλά πάμε»… Το θέμα είναι όταν φτάσουμε στο έδαφος και φάει το στόμα μας χώμα…
Το θάμα, να ξέρουμε, είναι στο αίμα μας! Πρέπει να θυμώσουμε, να καταληφθούμε από ιερή αγανάκτηση και εθνική μανία! Να νικήσουμε τους προσωπικούς μας δαίμονες, την δειλία μας, την ατολμία, την απραξία, την αποχαύνωση. Να πιστέψουμε στη δύναμή μας, στη δύναμη του Έθνους! Γιατί έχει λεχθεί: «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι»… Αν πιστέψουμε στη δύναμη του εαυτού μας και του Έθνους: « …καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, γενήσεται».
Το θύμωμα, το έχουμε χρέος προς τις ερχόμενες γενιές. Στο ερώτημα, που θα μας απευθύνει το παιδί μας, το εγγόνι μας, όπως γράφει ο μαθητής στον μαυροπίνακα της εικόνας του άρθρου, τι θα απαντήσουμε; Αυτά σε τι έφταιξαν;;;…



Δεν υπάρχουν σχόλια: