Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Μικροί και μεγάλοι Φαρισαίοι


[[ δαμ- ων ]]

Την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου άνοιξε το Τριώδιο και μπήκαμε στην περίοδο του Καρναβαλιού. Τριώδιο λέμε τη χρονική περίοδο που αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει το μεγάλο Σάββατο. Στην εκκλησία ψάλλονται την ίδια περίοδο ύμνοι που έχουν μόνο τρεις ωδές, ενώ οι άλλοι ύμνοι έχουν συνήθως εννιά. Τριώδιο ονομάζουμε και το εκκλησιαστικό βιβλίο με τους ύμνους που ψάλλονται την ίδια περίοδο.
Συνηθίζεται να λέμε Τριώδιο τις τρεις βδομάδες- από την Κυριακή του Τελώνη μέχρι την Κυριακή της Τυρινής- που τηρούμε τα έθιμα του Καρναβαλιού.
Η λέξη Καρναβάλι δεν είναι ελληνική. Έχει λατινική προέλευση, carnival, carnevale, που σημαίνει απομακρύνω το κρέας, ενώ στα γαλλικά είναι carnaval. Η ελληνική ονομασία είναι Αποκριά ή Απόκριες και έχει την έννοια: αποχή από το κρέας. Η πρώτη εβδομάδα των Αποκριών, που τελειώνει την Κυριακή του Ασώτου, λέγεται και “Προφωνή”, επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι Απόκριες. Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται “Κρεατινή” ή της Κρεοφάγου, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νήστευαν ούτε την Τετάρτη ή την Παρασκευή. Η Κυριακή της εβδομάδας αυτής, η Κυριακή της Απόκρεω γιατί είναι η τελευταία μέρα που τρώνε κρέας. Από τη Δευτέρα και μέχρι το Πάσχα οι Χριστιανοί νηστεύουν το κρέας. Η τρίτη εβδομάδα λέγεται “Τυρινή” ή της Τυροφάγου, επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα σαν ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ κρεοφαγίας και νηστείας, για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής.
Το Τριώδιο αρχίζει την Κυριακή, που στην εκκλησία ο ιερέας μας λέει την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Για εμάς τους Φαρισαίους- για σένα, για μένα, για ‘κείνον, φίλε μου, που φοράμε τα διάφορα προσωπεία ή κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας διαλαλώντας πως είμαστε αληθινοί και δεν κρύβουμε τίποτα- θα μιλήσουμε σήμερα.

Η συνέχεια >>> εδώ ….

Ας διαβάζουμε, λοιπόν, την παραβολή από το κατά Λουκά Ευαγγέλιο:
«Είπε δε προς τινας τους πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς, την παραβολήν ταύτην• Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το Ιερόν προσεύξασθαι, ο είς Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο• ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και ως ούτος ό τελώνης• νηστεύω δις του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ' έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω γαρ υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή εκείνος• ότι πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». (Λουκάς, ιη΄, 9- 14)
Μετάφραση: [[ Σε μερικούς που ήταν σίγουροι για την ευσέβειά τους και περιφρονούσαν τους άλλους, είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: Δυο άνθρωποι ανέβηκαν στο Ναό για να προσευχηθούν ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος ήταν τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν στον εαυτό του με αυτά τα λόγια:
«Θεέ μου, σ' ευχαριστώ, γιατί εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους τους ανθρώπους, που είναι κλέφτες, άδικοι, άτιμοι ή και σαν αυτόν τον τελώνη• νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, δίνω το ένα δέκατο απ' όλα τα εισοδήματα μου.
Και ο τελώνης στεκόταν από μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, μόνο χτυπούσε στο στήθος του και έλεγε• Θεέ μου, συχώρεσε με τον αμαρτωλό.
Σας λέγω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συχωρεμένος παρά ο άλλος. Γιατί όποιος υπερηφανεύεται θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνεται θα ανυψωθεί.]]
Ο Ιησούς είπε την παραβολή για εκείνους που είχαν και έχουν στρεβλή εικόνα για τον εαυτό τους. Για τους καυχησιάρηδες, για τους κομπορρήμονες, για τους αλαζόνες, για τους καλαμοβάμονες, για τους υποκριτές, για εκείνους που διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον, για όσους είναι όμοιοι «τάφοις κεκονιαμένοις, οίτινες έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν πάσης ακαθαρσίας». Στάθηκε, λοιπόν, στη μέση του ναού με έπαρση ο Φαρισαίος, εκθειάζοντας τις αρετές του- για την αφεντιά του δεν βρήκε κανένα ελάττωμα, κανένα κουσούρι- και έκανε αντιδιαστολή του εαυτού του με τους άλλους, τους «πλησίον». Προφανώς, αυτός ήταν ο πρώτος, ο καλύτερος, ο ηθικότερος, ο δικαιότερος, ο τέλειος! Κανένα μειονέκτημα δεν έβρισκε για τον εαυτό του, κανένα ηθικό ψεγάδι.
Αντίθετα, ο Τελώνης, έχοντας επίγνωση των ελαττωμάτων του, στάθηκε παράμερα, με ταπείνωση, ζητώντας το έλεος του Θεού: «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Ας παραβλέψουμε τη συχνότητα με την οποία εκκλησιαζόμαστε, κι ας επικεντρωθούμε στην ιδέα που έχουμε οι περισσότεροι για τον εαυτό μας. Που θα καταλήξουμε; Είμαστε Φαρισαίοι ή Τελώνες; Δε θα ήταν υπερβολικό να λέγαμε ότι στο ένα εκατομμύριο, οι εννιακόσιοι ενενήντα εννέα χιλιάδες εννιακόσιοι ενενήντα εννέα είμαστε Φαρισαίοι, άλλοι μικροί κι άλλοι μεγάλοι. Οι άνθρωποι που ο Ιησούς περιγράφει στους μακαρισμούς Του- οι γνώστες της πνευματικής πτωχείας, οι λυπούμενοι για τον πόνο που προξενούν στους άλλους, οι επιθυμούντες την δικαιοσύνη, οι ευσπλαχνικοί, οι αγνοί στην καρδιά, οι έχοντες ειρήνη στη ζωή τους, οι πράοι και άκακοι- είναι στην κοινωνία μας σε ποσοστό 1/1000000. Σε αναλογία 999999/1000000 ανήκουμε στην τάξη των Φαρισαίων. Ενώ δεν ανήκουμε σε αυτούς που περιγράφονται στους μακαρισμούς, προσποιούμαστε πως σε εμάς αναφέρεται ο Ιησούς. Έτσι στην περίπτωσή μας πιστοποιείται κυριολεκτικά η σοφή παροιμία: « Ο άντρας μου είναι κερατάς κι εγώ καλή γυναίκα»! Ίσως να μην επικαλούμαστε το όνομα του Θεού λέγοντας: «ο Θεός, ευχαριστώ σοι, ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Σίγουρα, όμως, λέμε: «ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων», γιατί έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας.
Πόσες και πόσες φορές δεν ξεστομίσαμε: «ξέρεις, ρε, ποιος είμαι εγώ;», θεωρώντας ότι αποτελούμε την κορωνίδα της κοινωνίας μας. Κι ας ήμασταν αμαθείς, ή έστω άνευ παιδείας, είτε εξωτερικής- μικρό τότε το πρόβλημα- είτε εσωτερικής- κι εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα. Συνήθως παριστάνουμε τους παντογνώστες, τους ξερόλες, κι ας μην έχουμε ανοίξει βιβλίο ή περιοδικό. Μεγαλόστομα έχουμε εκφράσει πολλές φορές την επιθυμία: «ας ήμουν πρωθυπουργός για μια μέρα και να δεις πως θα άλλαζα τον κόσμο». Όμως δεν έχουμε τη δύναμη ή τη βούληση να αλλάξουμε ούτε τον εαυτό μας, αν κι έχουμε εντοπίσει τα τρωτά της προσωπικότητάς μας και τα ελαττώματά μας.
Αυτό το «ξέρεις, ρε, ποιος είμαι εγώ;» ακούγεται σαν κρότος από ρουκέτα! Όλοι ξέρουμε ότι είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψουμε τις ασχήμιες του κομπλεξικού εαυτού μας. Ξέρουμε πολύ καλά, φίλε μου, ποιος είσαι, όπως κι εσύ ξέρεις, ποιοι είμαστε. Είσαι και είμαστε αυτός που θα ρίξεις τον σύντροφό σου, τον συνάδελφό σου, που θα τον διαβάλλεις για να πάρεις, χωρίς να το αξίζεις, χωρίς να το αξίζουμε, τη θέση του στη δουλειά μας. Που θα κρύψεις τις πομπές σου για να κάνεις τον σπουδαιοφανή. Που θα κατηγορήσεις τον άλλον για φοροδιαφυγή, ενώ έδωσες το φακελάκι στον εφοριακό για να σου ελαττώσει σημαντικά το φόρο που σου έχουν επιβάλλει. Που θα δείξεις με το δάχτυλο τον γιατρό για το φακελάκι, που πήρε για να εγχειρήσει τον συγγενή σου, ενώ κι εσύ χρηματίστηκες για να περάσεις την υπόθεση που σου είχαν αναθέσει- κι αυτό ήταν το καθήκον σου- για να μην χρονίζει στο συρτάρι του γραφείου σου. Που θα φασκελώσεις τον ασυνείδητο οδηγό, ο οποίος πέταξε το πλαστικό ποτήρι του νες καφέ από το αυτοκίνητο στο δρόμο, ενώ προηγουμένως εσύ είχες πετάξει το αναμμένο αποτσίγαρο από το παράθυρο του κινούμενου αυτοκινήτου σε χώρο με ξερόχορτα για να μη μυρίζει το όχημά σου. Είσαι ο μικρός Φαρισαίος που κατηγορείς το γείτονα γιατί τον άκουσες να φωνάζει στη γυναίκα του που δεν του σιδέρωσε το πουκάμισο, ενώ χθες το βράδυ πρόσβαλες τη γυναίκα σου στην παρέα για να αποδείξεις ότι σου πέφτει λίγη, εννοώντας ότι θα μπορούσες να παντρευτείς καλύτερη. Ποτέ, όμως, δε σκέφτηκες γιατί δεν το έκανες- από ανικανότητα ή από σκοπιμότητα; Αποδεικνύεσαι μέτριος Φαρισαίος όταν εκ του ασφαλούς κατηγορείς τον προϊστάμενό σου για ανικανότητα ή μετριότητα, τη στιγμή που θα μπορούσες να ήσουν κι εσύ προϊστάμενος σε παρόμοια θέση, αλλά για να μη δεσμευτείς στο ωράριο και για να αποφύγεις την υπευθυνότητα της θέσης, δεν μπήκες στη διαδικασία επιλογής για ένα ευτελές επίδομα θέσης, τη στιγμή που παράλληλα με τη δουλειά σου είχες εξασφαλίσει δεκαπλάσιο αφορολόγητο ζεστό χρήμα.
Είσαι μεγάλος Φαρισαίος όταν ζητάς από τον άμβωνα, παπά μου, να βοηθήσουν οι πιστοί το πεινασμένο κοριτσάκι, ενώ εσύ έχεις βάλλει άγριο χέρι στο παγκάρι της εκκλησίας και στο φιλόπτωχο ταμείο, ή έχεις καταχραστεί το ταμείο του φιλανθρωπικού συλλόγου της πόλης σου, έχοντας αποταμιεύσεις εκατοντάδες χιλιάδων στην τράπεζα και είσαι ιδιοκτήτης πολυκατοικιών. Κι εσύ, αγαπητέ εργοστασιάρχη ή μεγαλοεπενδυτή, είσαι καραμπινάτος Φαρισαίος όταν επίμονα ζητάς από τις μαριονέτες σου πολιτικούς να φέρουν στη βουλή και να ψηφίσουν κατώτατο μισθό τριακόσια ευρώ για να γίνουν τα προϊόντα σου ανταγωνιστικά, όταν τα κέρδη σου έχουν αυξηθεί στην περίοδο της οικονομικής κρίσης κατά 500%.
Ο Άγγλος μυθιστοριογράφος και κριτικός Άλντους Χάξλεϋ είχε πει: «Οι άνθρωποι που κάνουν τους πολέμους, οι άνθρωποι που μετατρέπουν τους συντρόφους τους σε σκλάβους, οι άνθρωποι που σκοτώνουν και βασανίζουν και λένε ψέματα στο όνομα των ιερών σκοπών τους, με μια λέξη οι πραγματικά κακοί άνθρωποι, δεν είναι ποτέ οι ταβερνιάρηδες και οι αμαρτωλοί. Είναι πάντα τα ενάρετα και αξιοσέβαστα εκείνα άτομα με τα λεπτότερα συναισθήματα, τους καλύτερους εγκεφάλους και τα ευγενέστερα ιδανικά.» Δηλαδή, θα προσθέταμε εμείς, οι μεγάλοι Φαρισαίοι. Αυτοί που πολλές φορές κάνουν αγαθοεργίες για να κρύψουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως ο Μπίλ Γκέιτς της microsoft. Ή οι καρδινάλιοι που οδήγησαν με τις μεγάλες καταχρήσεις στο Βατικανό και τις ανεξέλεγκτες σεξουαλικές αδυναμίες στην πολυσυζητημένη παραίτηση του Πάπα Βενέδικτου. Αλλά κι αυτός ανήκει στην ελιτική τάξη των μεγάλων Φαρισαίων, γιατί επίμονα ζητούσε ο πλανήτης μας να υπαχθεί σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση, ώστε οι λαοί να καταστούν σκλάβοι της οικονομικής ελίτ.
Στο μυθιστόρημά του “Αδερφοφάδες” ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει:
[[ Με ρώτησες ποιος είμαι• θα σου τα πω όλα σύντομα• βιάζουμαι να φτάσω στο σκοπό μου. Ήμουν διάκος σ’ ένα Δεσπότη, ήμουν σπουδαγμένος, πήγαινα κι εγώ για Δεσπότης. Μα είδα, είδα, άνοιξε το μυαλό μου, κατάλαβα. Εξευτελίστηκε ο λόγος του Χριστού, έσβησαν τ’ άγια αχνάρια του απάνω στη γης, ακολουθούμε τις τραγίσιες πατημασιές που αφήνουν στη λάσπη τα πόδια του Σατανά… Αναποδογυρίστηκαν τα λόγια του Χριστού: «Μακάριοι οι αλαζόνες τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία της γης• μακάριοι οι σκληροτράχηλοι, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην• μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την αδικίαν• μακάριοι οι ανελεήμονες, μακάριοι οι ακάθαρτοι τη καρδία• μακάριοι οι προκαλούντες πόλεμον. Να ποιοι σήμερα λέγονται χριστιανοί. ]]
Καρναβάλι έχουμε και κυρίαρχο ρόλο έχουν οι μασκαράδες και οι μάσκες! Όλοι οι μεγαλοφαρισαίοι φορούν μάσκες. Άλλος τη μάσκα του φιλάνθρωπου, άλλος του σοβαρού και ευυπόληπτου μεγαλοεπιχειρηματία, άλλος του σοβαρού οικογενειάρχη και μέντορα της δυναστείας. Μάσκες φοράμε κι εμείς οι μικροφαρισαίοι. Απλά, οι μάσκες μας διαφέρουν ποιοτικά. Αυτωνών είναι από ακριβά υλικά και ωραία στολισμένες. Οι δικές μας είναι πλαστικές ή χάρτινες, φτηνές. Όλοι μας φοράμε τα προσωπεία μας!
Στα αρχαία ελληνικά η λέξη προσωπείον ή προσωπίς ή προσώπιον ήταν συνυφασμένη με το φτιασίδι, με την προσποίηση, τη μίμηση. Ο Πλούταρχος αναφέρει: «εν τω Σόλωνος προσωπείω ταύτ’ είρηκεν», δηλαδή μίλησε φορώντας το προσωπείο του Σόλωνα, μίλησε σαν τον Σόλωνα, μιμούμενος τον Σόλωνα. Η λέξη “προσωπείο” προέρχεται από την πρόθεση “προς” και θέμα από τον παρακείμενο “όπωπα” του ρήματος οράω, ορώ. Το προσωπείο, επομένως, είναι συνυφασμένο με αυτό που βλέπουμε, με αυτό που φαίνεται, με ένα φαινόμενο που μπορεί να αντίκειται στο “Είναι”- ανάλογο σημειολογικά με το Παρμενίδιο «Είναι και Φαίνεσθαι»- οπότε συνδέεται με το ψεύδος, την απάτη ή, τουλάχιστον, τη μη αλήθεια. Αναφέρουμε το απόσπασμα: «Θα του βγάλω τη μάσκα, όπως θα βγάλω και ’γω τη δική μου, και θα κοιταχτούμε, αυτή τη φορά πρόσωπο με πρόσωπο, δίχως πέπλα και δίχως ψέματα…» (Gaston Leroux, “Το φάντασμα της όπερας”). Να σημειώσουμε επιπλέον ότι η πρόθεση “προς” (προσ-ωπείο) στη σύνθεση σημαίνει προσθήκη. Επομένως, το προσωπείο είναι κάτι που προστίθεται στην όψη, μπαίνει πάνω από αυτή. Σε αυτή την περίπτωση προβάλλει ένα ερώτημα: το προσωπείο κρύβει την όψη ή κρύβοντάς την αποκαλύπτει μιαν αλήθεια αυτουνού που φέρνει το προσωπείο;
Ο Γιάννης Τσαρούχης έχει μια ενδιαφέρουσα άποψη: «Η μανία μου για τη μάσκα σταμάτησε όταν μια μέρα ανακάλυψα πως το ανθρώπινο πρόσωπο είναι κι αυτό μια μάσκα, που μας γελά ή, αλλιώς ειπωμένο, που μας δίνει ένα βαθύτερο είναι, που ο άνθρωπος αποφεύγει φοβούμενος να συμπεριφερθεί θεϊκά. Αν οι άνθρωποι παραδέχονταν τη θεϊκή τους ουσία, οι μάσκες θα ήταν περιττές. Ο άνθρωπος όμως φοβάται και αποφεύγει τον εαυτό του, κι ό,τι έχει μέσα του το κάνει κάλυμμα του εαυτού του, και καταντά σαν αστακός ή σαν στρείδι, βάζοντας το σκελετό του πάνω από τη σάρκα του…»
Ο Άγγλος ακαδημαϊκός Μάλκολμ Μπράντμπερι αναρωτιέται: «Είναι το πρόβλημα του προσώπου και του προσωπείου. Πόσα προσωπεία πρέπει να βγάλουμε, μέχρι να φτάσουμε στο πραγματικό πρόσωπο; Και βέβαια, αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο του ηθοποιού, αλλά και πρόβλημα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Είμαστε άνθρωποι ή προσωπεία;»
Ας έρθουμε τώρα στη συνώνυμη λέξη μάσκα. O Χλωρός στο Λεξικό του αναφέρει ότι η λέξη “μασχαρά”, που θεωρείται αραβική, σημαίνει τον περίγελο αλλά και τον γελωτοποιό με βάση το τριγράμματο σ(ά)χ(ι)ρ(α) που ερμηνεύεται ως κοροϊδεύω. Από ‘κει πήραν τη λέξη οι Ιταλοί με τη μορφή maschera, οι Γάλλοι ως masque και οι Άγγλοι ως mask. Μασκαράς, λοιπόν, είναι αυτός που δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά, αυτός που έχει σαν προσόν το γέλιο και το πείραγμα και για να μην παρεξηγηθεί φοράει συνήθως μάσκα. Έτσι φοράμε μάσκες! Τις φοράμε από παιδιά. Για να αρέσουμε. Για να γίνουμε αρεστοί στους γονείς, στην οικογένεια, στους φίλους, στους γνωστούς, στους αγνώστους, σε όλη την κοινωνία. Δε φοράμε μονάχα μια μάσκα. Φοράμε πολλές μάσκες που τις αλλάζουμε κατά την περίσταση για να αρέσουμε στον καθένα. Μέχρι να φτάσουμε στη δυσάρεστη διαπίστωση πως «πάσιν αδείν χαλεπόν», δηλαδή το να είσαι αρεστός σε όλους είναι δύσκολο- σωστότερα είναι αδύνατο! Φοράμε μάσκες (προσωπεία), λοιπόν, για να μας εκτιμούν, να μας υπολογίζουν να μας αγαπάνε. Γιατί - κάτι που είναι ψευδαίσθηση μαζί κι αλήθεια- αν δεν είμαστε όπως μας θέλουν, δεν θα μας αγαπούσαν… Προσποιούμαστε, συνεπώς, και παρουσιάζουμε μια ψεύτικη εικόνα. Αλλά, πάνω απ’ όλα πιστεύουμε ότι και οι άλλοι- όλοι ανεξαιρέτως- φορούν τα προσωπεία τους. Έχουμε απορρίψει την ιδέα πως κάποιοι μπορεί να έχουν μόνο το αληθινό τους πρόσωπο, να είναι γνήσιοι και αυθεντικοί και, έτσι, να “καθρεφτίζεται” η ψυχή τους στο πρόσωπό τους!
Γι’ αυτό παίρνουν τραγικές διαστάσεις οι στίχοι του τραγουδιού:
«Με τόσα ψέματα που ντύθηκαν οι λέξεις,
πώς να σου πω το σ’ αγαπώ, να το πιστέψεις…»
Πιθανόν να έχει δίκιο ο Αμερικανός συγγραφέας και φιλόσοφος Eric Hoffer όταν μας λέει: «Οι μεγάλες υποκρισίες δεν υπάρχουν για να κρύψουμε την ασχήμια και το κακό που έχουμε μέσα μας, αλλά την κενότητά μας. Το πιο δύσκολο πράγμα να κρυφτεί είναι κάτι που δεν υπάρχει.»
Κάποιες φορές χανόμαστε στα προσωπεία μας. Η ετερότητα, η ρευστότητα του χαρακτήρα μας, η μεταμόρφωση μας κάνουν να παραπαίουμε μεταξύ λήθης και α-λήθειας. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε τις πραγματικές μορφές των ανθρώπων- ακόμη κι αυτών που νομίζαμε πως γνωρίζαμε καλά- βρισκόμαστε σε διλλήματα, όπως μυθολογικά ποια είναι η πραγματική μορφή του Δία: όταν ενώνεται με τη Σεμέλη (φωτιά), την Ευρώπη (ταύρος), τη Λήδα (κύκνος), τη Δανάη (βροχή); Με τις πολλές μεταλλάξεις μας δυσκολευόμαστε ακόμα- ακόμα να αναγνωρίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Ενώ είμαστε το ίδιο πρόσωπο, χανόμαστε μέσα στα πολλά προσωπεία μας. Ποια είναι η προσωπικότητά μας; Χανόμαστε γιατί μας λείπει η αυτογνωσία. Θέλουμε να περνάμε για σπουδαίοι. Να αποτελούμε το κέντρο του κόσμου. Στην προσπάθειά μας να φαντάζουμε για μεγάλοι και μοναδικοί βυθιζόμαστε στο ψέμα. Πολύ σωστά ο Φράνκ Άουτλω συμβουλεύει: «Πρόσεχε τις σκέψεις σου, διότι γίνονται λόγια. Πρόσεχε τα λόγια σου, διότι γίνονται πράξεις. Πρόσεχε τις πράξεις σου, διότι γίνονται συνήθειες. Πρόσεχε τις συνήθειές σου, διότι γίνονται χαρακτήρας. Πρόσεχε τον χαρακτήρα σου, διότι γίνεται η μοίρα σου.»
Ζούμε, λοιπόν, μέσα στο ψέμα. Γινόμαστε μασκαράδες σε ένα κοινωνικό καρναβάλι! Παίζουμε θέατρο και αντί να φοράμε προσωπείο, το προσωπείο κολλάει στο πρόσωπό μας και γίνεται προσωπικότητα! Το λάθος μας να αποφύγουμε την αυτογνωσία, μας ταύτισε με το προσωπείο. Μοιάζουμε με το κεντρικό πρόσωπο του Καβαφικού ποιήματος “Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628 – 655 μ.Χ.”, όπως τον περιγράφει στους δύο πρώτους στίχους, για να φανεί η ματαιότητα στον τρίτο και τελευταίο στίχο:
« Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία•
και θ' αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ' όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.
Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε. »
Μα έρχεται η στιγμή που οι μάσκες πέφτουν και μαζί μ’ αυτές ξεπέφτουμε κι εμείς. Γι’ αυτό το εκκλησιαστικό κοντάκιο είναι πολύ διδακτικό:
« Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν, καὶ Τελώνου μάθωμεν, τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς, πρὸς τὸν Σωτῆρα κραυγάζοντες· Ἵλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε.»
Στην δράση μας να υψώσουμε τον εαυτό μας έρχεται η αντίδραση: «πᾶς ὁ υψῶν ἐαυτόν ταπεινωθήσεται…» γιατί ο ίδιος ο Ιησούς με τον τρόπο που έδρασε στη γη δίδαξε την ταπείνωση: «μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθαίος, ια΄, 29). Ο ίδιος τόνισε πως: «ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχής αυτού λύτρον αντί πολλών.» (Μάρκος, ι΄, 45).
Οι Φαρισαίοι μπορεί να ξεγελούν πρόσκαιρα τον κόσμο, αλλά ο κόσμος τους περιφρονεί, ή τους μισεί όπως λέει ο Αχιλλέας στην “Ιλιάδα”:
« Εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς Αϊδαο πύλησιν
ος χ’ έτερον μεν κεύθη ενί φρεσίν, άλλο δε είπη» (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ι, 312- 313)
(διότι μου είναι μισητός, όσο του Άδη οι πύλες
κείνος που κρύβει άλλο στο νου κι άλλο στα χείλη έχει…)
Ο δικός μας μικρός ή μέτριος Φαρισαϊσμός και ο μεγάλος Φαρισαϊσμός των πολιτικών κατάντησαν τη ζωή μας ένα τραγικό καρναβάλι, μια τραγωδία, στην οποία μόνον οι Έλληνες πολίτες ηθο-ποιοι μπορούν να πρωταγωνιστήσουν. Η τραγωδία μας φτάνει στο τέλος της. Ένα τέλος που μπορεί να έχει σχεδιάσει ο σεναριογράφος, αλλά που μπορεί να ανατρέψει ο από μηχανής θεός, που είναι η ελληνική ψυχή- όση έχει απομείνει. Αρκεί οι πρωταγωνιστές να πετάξουμε τις μάσκες, να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο- δίχως πέπλα και δίχως ψέματα- να ενώσουμε τα χέρια και να τραγουδήσουμε:
« Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο

Νάτη πετιέται απο ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου»…
… Κι αφού καμακώσουμε όλα τα θεριά- ξενόφερτα, ντόπια και κυρίως τα προσωπικά μικρά μας θεριά με το καμάκι του ήλιου- μετά να πορευτούμε για μια νέα Ελλάδα σαν ταπεινοί Τελώνες…

Δεν υπάρχουν σχόλια: