Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Ο Γάμος του Κάδμου και της Αρμονίας

[[ δαμ- ων ]]

III) O θείος έρωτας
Ο Κάδμος αγάπησε βαθιά την Αρμονία, με όλη την ψυχή του. Δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από την Αρμονία. Το “εγώ” χάθηκε, αντικαταστάθηκε από το “εμείς”. Ο έρωτας βρήκε την καλύτερη έκφρασή του στο ζευγάρι των βασιλιάδων της Καδμείας. Αλλά ο έρωτας είναι μια σκάλα που σε ανεβάζει σε όλο και μεγαλύτερα ύψη. Ο έρωτας του Κάδμου έπρεπε να ανέβει βαθμίδα. Να γίνει έρωτας για όλα τα πλάσματα. Έρωτας για όλη τη γη. Έρωτας για όλη την πλάση. Να ενωθεί ο άνθρωπος με το θείο. Να γίνει θείος έρωτας!
Η ανώτερη μορφή έρωτα, η θειοτέρα, είναι ο θείος έρωτας. Έτσι αποκαλούμε την μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου συναπτόμενη, με τέλεια αγάπη, μυστική ένωση. Σαν βίωμα, αυτή αποτελεί την ύψιστη και τελική βαθμίδα του μυστικισμού.
Η ψυχή, που έχει απαλλαγεί από το υλικό της φορτίο, αισθάνεται την ανάγκη της, με πλήρη αγάπη, μυστικής ένωσής της με την πηγή της, το Θεό (*1), τον θείο αγαπημένο. Στην Π. Διαθήκη, η αγάπη προς το Θεό, δίνεται σαν εντολή: « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου » ( Δευτερονόμιον, στ’, 4 ). Αυτή η εντολή δίνεται και από τον Ιησού: « Και προσελθών είς των γραμματέων,ακούσας αυτών συζητούντων, ιδών ότι καλώς αυτοίς απεκρίθη, επηρώτησεν αυτόν. Ποία εστί πρώτη πάντων εντολή; Ο δε Ιησούς απεκρίθη αυτώ ότι πάντων εντολή. Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών Κύριός μου είς εστί. Και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου. Αύτη πρώτη εντολή. Και Δευτέρα ομοία, αύτη. Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Μείζων τούτων άλλη εντολή ουκ έστι » ( Μάρκος, ιβ’, 28-31 ). Ο πόθος της ψυχής για τη θεία επαφή εντυπώνεται στους στίχους : « Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ισχυρόν, τον ζώντα. Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; » ( Ψαλμ. μα’, 2-3 ).

Η συνέχεια >>> εδώ …

Αν λάβουμε μεταφορικά το “Άσμα Ασμάτων”, με ζωηρές εικόνες, που έχουν ληφθεί από το σαρκικό έρωτα του άντρα προς τη γυναίκα ή της γυναίκας προς τον άντρα, παριστάνεται ο έρωτας της ψυχής προς το Θεό. « Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού, ότι μαστοί σου υπέρ οίνον, και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα. Μύρον εκκενωθέν όνομά σου…Επί κοίτην εν νυξίν εζήτησα όν ηγάπησεν η ψυχή μου. Εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν. Εκάλεσα αυτόν και ουχ υπήκουσέ μου. Αναστήσομαι δη και κυκλώσω εν τη πόλει, εν ταις αγοραίς και εν πλατείαις, και ζητήσω όν ηγάπησε η ψυχή μου » ( Άσμα Ασμάτων , Α’ 2-3, και Γ’ 1-2 ). Όμως η υψηλότερη διδασκαλία για το Θείο Έρωτα δίνεται στη Κ. Διαθήκη και κυρίως στα Ευαγγέλια. Ο Ιωάννης, ο μαθητής της αγάπης, και ο πλέον μυημένος συμπληρώνουμε, μας αναφέρει:
« Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γιγνώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν… Και ημείς εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν την αγάπην ήν έχει ο Θεός εν ημίν. Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ » ( Α’ επιστολή Ιωάννου, δ’, 7-8, και 16 ). Ο Θεός όχι απλά παρέχει την αγάπη, αλλά είναι η ίδια η αγάπη (*2). Ως αγάπη, πρώτα αγαπά τον Υιό και Λόγο Του και δια μέσου αυτού αγαπά και τον άνθρωπο ( τον πιστό για τους χριστιανούς, κάθε άνθρωπο, κατά την ταπεινή μας άποψη, γιατί περισσότερο αγαπά κι αναζητεί τα “απολωλότα πρόβατα”). Υπάρχει μια τέλεια εξίσωση στο πεδίο της αγάπης μεταξύ Θεού- Πατρός, Θεού- Υιού και ανθρώπου, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του Χριστού: « Ίνα πάντες έν ώσι, καθώς σύ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοί, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύσει ότι σύ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ήν δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμεν. Εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις έν, και ίνα γινώσκη ο κόσμος ότι σύ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ούς δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ήν δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ήν ηγάπησάς με εν αυτοίς ή, καγώ εν αυτοίς » ( Ιωάν. Ιζ’, 21-26 ).
Ο Διδάσκαλος βεβαιώνει την αγάπη του προς τους ανθρώπους, λέγοντας: « καθώς ηγάπησέ με ο πατήρ, καγώ ηγάπησα υμάς, μείνατε εν τη αγάπη τη εμή » ( Ιωάν. ιε΄, 9). Προϋπόθεση, όμως, είναι η τήρηση των θείων εντολών, η θεοσέβεια, όπως και πάλι τονίζει ο Χριστός: « Εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμείς ότι εγώ εν τω πατρί μου και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν. Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν » ( Ιωαν. ιδ’, 20-21 ).
Ο θείος έρωτας δεν είναι απλά και μόνο μια έντονη διέγερση του συναισθηματικού κόσμου, είναι κυρίως η ύψιστη πνευματική ανάβαση του νου, που φτάνει σε μια άφατη κι ανέκφραστη εμπειρία της θείας παρουσίας. Αυτή η ανάβαση φέρνει σε επαφή τη ψυχή με το θείο, κατά την οποία πυρπολείται από το πυρ του Αγίου Πνεύματος, καταυγάζεται από το ανέσπερο φως και κατανοεί τα μυστήρια του Κόσμου. Το βίωμα του θείου έρωτα είναι η ύψιστη κίνηση της ψυχής προς τη σφαίρα του θείου, η κατανόηση των μυστηρίων και η με το νου απόλαυση των κρυμμένων θείων δωρημάτων που πηγάζουν μέσα από τα μυστήρια. Στην “Φιλοκαλία” διαβάζουμε: « Ούτινος ο νους δια παντός εστι προς τον Θεόν, τούτου και η επιθυμία εις το θείον υπερηύξησεν έρωτα και ο θυμός ολοστός εις την θείαν μετετράπη αγάπην. Τη γαρ χρονία της θείας ελλάμψεως μετουσία, όλος φωτοειδής γεγονώς και το παθητικόν αυτού μέρος προς εαυτόν συσφίγξας, εις έρωτα θείον, ως είρηται, ακατάληπτον και αγάπην ακατάπαυστον έστρεψεν, όλως εκ των επιγείων επί το θείον μεταγωγών ». ( Μαξίμου του Ομολογητού, “Περί Αγάπης”, δεύτερη εκατοντάδα, μη’ )
Κατά τον Fr. Heiler, πατέρας του μυστικού θείου έρωτα είναι ο Ωριγένης, που έκαμε λόγο για « νύμφης ψυχής γαμουμένης Λόγω ». Έτσι η ψυχή είναι η νύφη του Λόγου, με τον οποίο συνάπτει πνευματικό γάμο. Ο εραστής της ψυχής είναι ο Θεός ή ο Χριστός, γενικότερα το θείο. Αυτή την ιδέα δίδαξε, κατά τον Heiler, ο Γρηγόριος Νύσσης, που υπέδειξε ότι « η ουσία της αγάπης έγκειται στο ότι αποτελεί μια ελεύθερη πρωτοβουλία, που φέρνει το ανώτερο προς το κατώτερο. Η κίνηση έτσι του θείου είναι αντίθετη του πλατωνικού έρωτα, που αποτελεί ανύψωση του κατώτερου προς το ανώτερο ». Εδώ πάντως το θείον « ως έρως υπάρχον και αγάπη » κινείται. « Ως δε εραστόν και αγαπητόν, κινεί προς εαυτό πάντα τα έρωτος και αγάπης δεκτικά. Και τρανότερον αύθις φάναι, κινείται μεν ως σχέσις εμποιούν ευδιάθετον έρωτος και αγάπης τοις τούτων δε δεκτικοίς. Κινεί δε, ως ελκτικόν φύσει, της των επ’ αυτό κινουμένων εφέσεων. Και πάλιν κινεί και κινείται, ως διψών και διψάσθαι και ερών και εράσθαι και αγαπών και αγαπάσθαι ». Σαφέστατα αυτή η διαπίστωση μας δείχνει πως αρχή και τέλος του θείου έρωτα είναι το θείο. Ο μυστικιστής θέλγεται, σαγηνεύεται κι έλκεται από τη θεία αγάπη, όμως κάθε πρωτοβουλία για την ερωτική ένωση ανήκει στο θείο, γιατί «η αεικίνητη έφεση» προς το θείο γεννιέται μόνον απ’ αυτό. Πολλοί μυστικιστές μας βεβαιώνουν ότι η με το θείο ένωση δεν βιώνεται όποτε το επιθυμεί ο μυστικιστή, αλλά όποτε το επιθυμεί ο Θεός.
Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο έργο του “Περί Θείων Ονομάτων” γράφει: « Έστι δε και εκστατικός ο θείος έρως, ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων. Και δηλούσι, τα μεν υπέρτερα της προνοίας γιγνόμενα των καταδεεστέρων. Και τα ομόστοιχα της αλλήλων συνοχής. Και τα υφειμένα της προς τα πρώτα θειοτέρας επιστροφής. Διό και Παύλος ο μέγας, εν κατοχή του θείου γεγονώς έρωτος, και της εκστατικής αυτού δυνάμεως μετειληφώς, ενθέω στόματι. Ζω εγώ, φησίν, ουκ έτι, ζη δε εν εμοί Χριστός. Ως αληθής εραστής και εξεστηκώς, ως αυτός φησί, τω Θεώ, και ου την εαυτού ζων, αλλά την του εραστού ζωήν, ως σφόδρα αγαπητήν. Τολμητέον δε και τούτο υπέρ αληθείας ειπείν, ότι και αυτός ο πάντων αίτιος, τω καλώ και αγαθώ των πάντων έρωτι δι’ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητος, έξω εαυτού γίνεται, ταις εις τα όντα πάντα προνοίαις, και οίον αγαθότητι και αγαπήσει και έρωτι θέλγεται. Και εκ του υπέρ πάντα και πάντων εξηρημένου προς το εν πάσι κατάγεται κατ’ εκστατικήν υπερούσιον δύναμιν ανεκφοίτητον εαυτού. Διό και ζηλωτήν αυτόν οι τα θεία δεινοί προσαγορεύουσιν, ως προς ζήλον εγερτικόν της εφέσεως αυτού της ερωτικής, και ως ζηλωτήν αυτόναποδεικνύντα, ώ και τα εφιέμενα, ζηλωτά, και ως των προνοουμένων όντων, αυτώ ζηλωτών. Και όλως του καλού και αγαθού έστι το εραστόν, και ο έρως, και εν τω καλώ και αγαθώ προϊδρυται, και διά το καλόν και αγαθόν εστι και γίνεται ».
[ Μετάφρ. : Κοντά στ’ άλλα, ο θείος έρωτας είναι και εκ-στατικός, και δεν αφήνει τους εραστές ν’ ανήκουν στον εαυτό τους αλλά τους κάνει ν’ ανήκουν στους αγαπημένους τους. Το φανερώνουν αυτό τα υπέρτερα που αφιερώνονται στην πρόνοια των υποδεεστέρων, τα ομότιμα στη μεταξύ τους συνοχή και τα κατώτερα στη θεϊκότερη επιστροφή προς τα πρώτα. Γι’ αυτό κι ο μεγάλος Παύλος, όταν κυριεύτηκε από το θεϊκό έρωτα και γέμισε από την εκστατική του δύναμη είπε με ένθεη γλώσσα. Δε ζω πια εγώ, μέσα μου ζει ο Χριστός. Ήταν αληθινός εραστής σε έκσταση για χάρη του θεού, όπως λέγει ο ίδιος, που ζούσε τη δική του ζωή αλλά και τη ζωή του αγαπητού του, που του ήταν απέραντα ποθητή. Πρέπει για χάρη της αλήθειας να τολμήσουμε να πούμε και τούτο, ότι κι ο ίδιος ο αίτιος των πάντων, με το ωραίο κι αγαθό έρωτα προς τα πάντα από την υπερβολή της ερωτικής αγαθότητάς του, γίνεται έξω από τον εαυτό του με τις προνοιακές του ενέργειες προς όλα τα όντα και είναι σα να γοητεύεται από την αγαθότητα και την αγάπη και τον έρωτα. Και από την αφαίρεσή του από όλα και πέρα από όλα κατεβαίνει στη συνάφεια με όλα σύμφωνα με μια εκστατική υπερούσια δύναμη που δεν τον εγκαταλείπει. Γι’ αυτό και οι δεινοί στα θεία τον προσαγορεύουν ζηλωτή, γιατί τρέφει πολύν αγαθό έρωτα προς τα όντα κι έχει ζήλο που διεγείρει της ερωτική επιθυμία του και παρουσιάζει τον εαυτό του ως ζηλωτή, για τον οποίο είναι άξια του ζήλου του κι αυτά που είναι αξιοζήλευτα κι αυτά που περιβάλλει με την παρουσία του. Κι είναι αποκλειστικό γνώρισμα του ωραίου κι αγαθού το εραστό και ο έρωτας κι έχει βρει τη θεμελίωσή του μέσα στο ωραίο κι αγαθό κι εξαιτίας του ωραίου κι αγαθού υπάρχει και πραγματοποιείται.]
Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι στα χριστιανικά βιβλία κυριαρχεί ή έννοια της αγάπης στη θέση του έρωτα, γιατί στη μετάφραση των Ο΄ της Π. Διαθήκης στη θέση των λέξεων “ερώ” και “έρως” εμφανίζονται τα “αγαπώ” και “αγάπησις”, ενώ στη Κ. Διαθήκη κυριαρχεί η λέξη “αγάπη”. Σύμφωνα με τον Ωριγένη η αγάπη στην Αγία Γραφή υπηρετεί τον θείο έρωτα, ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από τον κοινό έρωτα. Γι’ αυτόν ο Θεός είναι Έρως. Μα και για τον Γρηγόριο Νύσσης η αγάπη για τον Θεό είναι “ερωτικό πάθος”, ενώ ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης θεωρεί τη λέξη “έρως” θεϊκότερη από τη λέξη “αγάπη”.
Δεν είναι εύκολο για να φτάσει κάποιος στην κατάσταση του θείου έρωτα. Πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι η πνευματική κάθαρση με ειδικές ασκήσεις. Με τη συστηματική καταπολέμηση των παθών καθαίρεται ο μυστικιστής και αποκτά την “απάθεια”. Στον ανατολικό χριστιανικό μυστικισμό, επαναλαμβάνοντας τη νοερή ή καρδιακή προσευχή: « Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με », απομακρύνεται από τα εγκόσμια, δεν σκέφτεται τίποτε άλλο εκτός από τον Ιησού Χριστό, και μπορεί να φτάσει στη φώτιση με μία ξαφνική “έλλαμψη”. Αυτή η απόλυτη αφοσίωση στην οντότητα του Χριστού, τον οδηγεί στη μυστική “θεία ένωση” διαμέσου έκστασης. Αυτό το βίωμα είναι αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. Ο έρωτας « ούτος ψυχή τις εστιν οιονεί της καθαράς και αϊδίου και αειβλύτου θείας προσευχής και κίνησης και ενέργεια, ενισμός τε και σύνοψις, έκστασίς τε και όρασις και ιερά τω όντι απόλαυσις εξ ελλάμψεως ». Η καρδιά του μυστικιστή « τρωθείσα ερωτικώς υπό θείας αγάπης », αδιάλειπτα στρέφεται προς αυτήν, όπως ο ηλίανθος προς τον ήλιο, και το μόνο που επιθυμεί είναι να λουστεί το άπλετο φως της θείας αγάπης. Οι λόγοι τότε προς το θείο είναι λόγοι ερωτικοί, « ως μετά νύμφης νυμφίος εν τω νυμφώνι διαλεγόμενος ευρεθήσεται», είναι σαν να κάνει ερωτική εξομολόγηση: « Όλος ει, Σώτερ, γλυκασμός, όλος ει επιθυμία και έφεσις όντως ακόρεστος, όλος υπάρχεις κάλλος αμήχανον ». Φτάνοντας στην κατάσταση της βίωσης του θείου έρωτα ο μυστικιστής αισθάνεται την ύψιστη δυνατή ευδαιμονία ομολογώντας: « βέβλημαι αγάπης κέντροις θείας και τέτρωμαι και μεν δη καίομαι ζέσει ερωτική, εν χαρά πνευματική, ευφροσύνη τε υπερκοσμίω κα αγαλλιάματι ».
Επομένως, όπως λέει χαρακτηριστικά ο επίσκοπος Francois de Sales: « ο έρωτας δεν είναι η παγίδα του Σατανά, αλλά ο βρόχος, με τον οποίο ο Θεός μας σύρει πλησίον Του ». Για τον Αυγουστίνο, ο αληθινός φιλόσοφος δεν είναι μόνον ένας διανοητικός ερευνητής, αλλά κατ’ ουσίαν είναι ένας εραστής του Θεού. Η δύναμη της αγάπης ποτέ δεν εφησυχάζει και η εντελέχειά της τη στρέφει στην αναζήτηση της ευδαιμονίας κοντά στο Θεό.
Οι αρχαίοι πρόγονοί μας έκαναν σαφή διάκριση μεταξύ του “εράν” και του “αγαπάν”. “Αγαπώ” σήμαινε όχι ό,τι και ερώ, αλλά μένω ικανοποιημένος ( ευχαριστημένος ), αρέσκομαι, είμαι ευτυχής με κάτι που έχω ή ελπίζω θετικά ν’ αποκτήσω. Στο ρήμα “ερώ” υπάρχει πάντοτε η δήλωση της ένδειας και της ορμής προς ό,τι λείπει. Το ένα εκφράζει ένα στατικό φαινόμενο του ψυχικού βίου, το άλλο ένα δυναμικό φαινόμενο, εκφράζει κάποια κίνηση. Δεν είναι τυχαίο ,που οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν αρσενικό γένος στο έρωτα ( ο έρως ) για να αποδώσουν τον δυναμικό χαρακτήρα και θηλυκό γένος στην αγάπη ( η αγάπη ) για να αποδώσουν τον στατικό της χαρακτήρα. (77).
Ο ηλικιωμένος Κάδμος υποτάσσεται στη θεία βούληση, στην θέληση του εγγονού του θεού Διόνυσου. Ήταν ο μόνος από το παλάτι της Καδμείας που τον αναγνώρισε ως θεότητα. Αυτός, κι ο τυφλός μάντης Τειρεσίας, και οι δύο γέροντες πλέον, δέχτηκαν τον βακχικό ενθουσιασμό, μετουσίωσαν τον έρωτα από γήινο σε θείο. Τότε του δίνεται η ευκαιρία να μεταμορφωθεί σε φίδι, δηλαδή να γίνει σοφός ( το φίδι είναι το σύμβολο της σοφίας ). Από αγάπη γίνεται και η Αρμονία φίδι. Τα δύο φίδια σφιχταγκαλιάζονται, τυλίγουν τα κορμιά τους όπως στo κηρύκειο του Ερμή, όπως στην ποιμαντορική ράβδο των επισκόπων. Ξέφυγαν από τα γήινα, ο έρωτάς τους δεν είναι σαρκικός. Είναι ο έρωτας της ολοκληρωμένης, της πλήρως αναπτυγμένης ψυχής, αυτής που σε οδηγεί στον πνευματικό κόσμο, στη νήσο των Μακάρων.
------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σχόλια:
(*1). « Ει είς εστι και συνεπτυγμένος ο καθόλου έρως, κατά την των θεοσόφων υφήγησιν, έν εστι δηλονότι, και το εραστόν. Ει γαρ ήσαν δύο τουλάχιστον τα εραστά, ή δύο υπήρχον αν έρωτες, ή διχή διεμεμέριστο ό γε είς έρως, και ήκιστα ωνόμαστο είς και συνεπτυγμένος. Νυνί δε είς είναι λεγόμενος και συνεπτυγμένος ο καθόλου έρως, σαφώς νοητέον αν είη έν είναι και εραστόν. Αλλά μην πρόεστι το εραστόν του περί αυτό έρωτος, και ουκ έστιν όπως, πριν αν τις λάβοιτο του εραστού οπηδήποτε τον έρωτα σχοίη αυτού. Έστι δ’ ο έρως επιτεταμένη αγάπη, ήν προς Θεόν έχειν ημάς ό τε φυσικός και ο γραπτός Νόμος του Θεού απαιτεί. Ο μεν άκρως το νουν φιλόκαλος όντα πείθων αντιλελήφθαι του Κρείσσονος, ό εστιν ο Θεός. Ο δε, αγαπήσεις, λέγων, Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της διανοίας σου. Κύρις δε τοι ο Θεός σου, Κύριος είς εστι. Εν άρα εστί το εραστόν, όπερ εστιν η Τριαδική ενάς. Ήτις δη και προείναι οφείλει τω νω εφίεσσθαι δει. Ως αν τη ευρέσει και θερία τούτου, και ο περί αυτό αναλάμψη έρως και πληρωτής ο άνθρωπος γενέσθαι δυνηθείη του τε νόμου και της εντολής, αγαπήσας, κατά τα ειρημένα, Κύριον τον Θεόν αυτού ». ( Από “Φιλοκαλία”, τομ. Ε’, Καλλίστου Καταφυγιώτου “Περί Θείας Ενώσεως και βίου θεωρητικού”, κγ’ )

(*2). «...και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης έσται μεθ’ υμών » ( β’ προς Κορινθίους επιστολή Παύλου, ιγ’, 11 ).


Δεν υπάρχουν σχόλια: