Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Αδερφέ μου Έλληνα πρέπει να διαλέξεις: τι θα είσαι, Ραγιάς ή Ζορμπάς;

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος.
Τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση δεν έχουν τελειωμό. Κι ενώ μια κυβέρνηση πρέπει να μεριμνά για την ευημερία του λαού, από το 2009 και μετά οι κυβερνήσεις μεριμνούν για τον αφανισμό του λαού. Αντίθετα μερίμνησαν και μεριμνούν για τα συμφέροντα των δανειστών, των τραπεζιτών, των βιομηχάνων, των καναλαρχών και όλων εκείνων των καθαρμάτων που αποτελούν την ανώτερη τάξη- οικονομικά, ναι, είναι η ανώτερη τάξη με τα κλεμμένα και τις λαμογιές, ηθικά, όμως, είναι του απόπατου- και έχουν πέσει σαν ύαινες στο ημιθανές σώμα του λαού. Οι πολιτικοί έχουν αυτοχριστεί ως εχθρός του λαού. Όλα τα οικονομικά μέτρα που έχουν παρθεί και που πρόκειται να πάρουν μοιάζουν με την προσπάθεια των Δαναΐδων να γεμίσουν το τρύπιο πιθάρι, που αναφέρει η μυθολογία μας. Οι Δαναΐδες τιμωρήθηκαν για το έγκλημά τους να σκοτώσουν τη πρώτη νύχτα του γάμου τους άντρες τους. Και ο λαός μας έχει τιμωρηθεί για το έγκλημα κατά του εαυτού του να εμπιστευθεί ανάξιους πολιτικούς. Αλλά κυρίως για τον ωχαδερφισμό που χαρακτήριζε τον καθένα μας, γιατί ενώ βλέπαμε τα μαύρα σύννεφα να συσσωρεύονται στον ορίζοντα, πιστεύαμε ότι η μπόρα δε θα χτυπήσει εμάς, παρά τον γείτονα.
Ο εμπαιγμός από τους ψεύτες και τους προδότες δεν έχει όρια. Το 1941 ο λαός μας γνώριζε τους δοσίλογους, ήξερε τους ταγματασφαλίτες, είχε ακούσει τα ονόματα των μαυραγοριτών. Το 2013 δεν τους γνωρίζει γιατί χρησιμοποιούν χιλιάδες προσωπεία και οι συνεργοί δημοσιογράφοι παρουσιάζουν την εικόνα που επιθυμεί το εθνοπροδοτικό σύστημα. Πως δηλαδή είναι αναγκαίο κακό να χάσουμε αρκετά για να περισώσουμε τα λίγα. Διαφορετικά οδηγούμαστε σε μία δαντική κόλαση. Μας κρύβουν ότι η δαντική κόλαση είναι μπροστά μας. Δεν την αποφεύγουμε. Τη ζούμε!

Η συνέχεια >>> εδώ …

Από τη Θεία Κωμωδία- Κόλαση του Αλιγκέρι Δάντη- σε μετάφραση του Γ. Σεφέρη- παραθέτουμε τους παρακάτω στίχους:
« Κι εγώ που κοίταζα, είδα ένα φλάμπουρο που στροβιλίζουνταν
κι έτρεχε τόσο γρήγορα, που μου φαίνονταν να καταφρονεί κάθε ανάπαυλα
και πίσω του ερχότανε ένα τόσο μακρύ κοπάδι ανθρώπων,
που ποτέ δεν θα το πίστευα πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Αφού αναγνώρισα μερικούς ανάμεσά τους, είδα και γνώρισα
τον ίσκιο εκείνου που από δειλία έκανε τη μεγάλη άρνηση.
Κατάλαβα αμέσως και ήμουν βέβαιος πως αυτό ήταν το τσούρμο
των τιποτένιων που αποστρέφεται και ο Θεός και οι εχθροί του.
Αυτοί οι κακόμοιροι που ποτές τους δεν ήταν ζωντανοί…»
Οι παραπάνω στίχοι είναι συγκλονιστικοί. Μήπως ο Ιταλός ποιητής στις αρχές του 14ου αιώνα, που έγραψε τη Θεία Κωμωδία, περιέγραφε τους Έλληνες του 21ου αιώνα; Εμάς- τους ίσκιους των Ελλήνων, αφού καμιά σχέση δεν έχουμε με την ηρωική μας ράτσα- που από δειλία κάναμε τη μεγάλη άρνηση προς την πατρίδα μας; Που ξεχάσαμε το «Μολών λαβέ» και αμαχητί παραδώσαμε την πατρίδα μας στους οικονομικούς κατακτητές; Εμάς, σίγουρα, αποστρέφεται ο Θεός και οι εχθροί του, οι δαίμονες. Γιατί κρατάμε τέτοια αποκρουστική ουδετερότητα, ώστε να επιζητούμε να έχουμε ίσες αποστάσεις κι από το καλό- που επιθυμεί ο Θεός, και από το κακό- που επιδιώκει ο δαίμονας. Όμως τους χλιαρούς τους αποστρέφεται ο Θεός. Στην Αποκάλυψη ο Ιωάννης γράφει: «Οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός• όφελον ψυχρός ης ή ζεστός. Ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω εμέσαι εκ του στόματός μου.» (Αποκάλυψη Ιωάννου, γ΄, 15-16) Εμείς είμαστε οι κακόμοιροι που ποτέ μας δεν υπήρξαμε ζωντανοί! Γιατί ο ζωντανός διεκδικεί το δίκιο του! Δεν συμπεριφέρεται σαν ραγιάς.
Ας γνωρίσουμε πρώτα τη λέξη “ραγιάς”. Είναι Αραβικής προέλευσης. Τη λέξη ράγι= κοπάδι χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι για τους μη μουσουλμάνους κατοίκους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η σημασία της λέξης ήταν περιφρονητική και είχε την έννοια του σκλάβου. Η πλειοψηφία των ραγιάδων ήταν Έλληνες, Αρμένιοι, Εβραίοι και Φράγκοι. Είχαν ελάχιστα δικαιώματα, τους απαγορευόταν να έχουν τις συνήθειες των Τούρκων σ` ό,τι αφορά το ντύσιμο, την κατοικία κ.λ.π. και ήταν υποχρεωμένοι να προσκυνούν τους Τούρκους και να καταβάλλουν κεφαλικό φόρο, το λεγόμενο “χαράτσι”. Μέχρι το 1632 οι ραγιάδες υπόκεινταν και στο φοβερό “φόρο αίματος”, το παιδομάζωμα.
Ο Ίων Δραγούμης είχε γράψει: «Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει τους μπάτσους του Τούρκου, που είναι σκλάβος του φόβου του. Ο ραγιάς είναι μισός άνθρωπος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα. Τον κυνηγάς και κρύβεται. Τον δέρνεις και ακόμα σκύβει. Τον σκοτώνεις και σωπαίνει...»
Με τη χρήση της λέξης “ραγιάς” δηλώνουμε τον υποταγμένο, τον μη ελεύθερο. Όπως τα πρόβατα έδιναν στους βοσκούς τους το γάλα και το μαλλί σαν αντάλλαγμα για την φροντίδα που εκείνοι τα παρείχαν, έτσι και οι υπόδουλοι λαοί έπρεπε να εκχωρούν τα δικό τους προϊόντα στους Τούρκους, με αντάλλαγμα την προστασία από τους εχθρούς και την ειρήνη που απολάμβαναν. Βασική επιδίωξη των Οθωμανών ήταν καθεμία φυλή να διάκειται εχθρικά προς τις υπόλοιπες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι υπόδουλες φυλές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην πραγματικότητα να μην συμβιώσουν ποτέ! Αυτό συνέβαλε στο να μην μπορέσουν να συντονισθούν εναντίον της αυτοκρατορίας, παρά μόνο προς το τέλος της ζωής της.
Αν διαβάσουμε τα παραπάνω προσεχτικά, η αναπόφευκτη και οδυνηρή διαπίστωση είναι πως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του ραγιά τα έχει ο νεοέλληνας από το 2010 και μετά. Έχει καταληφθεί από ηττοπάθεια. Θεωρεί αναγκαία όσα μέτρα του επιβάλλουν οι επίορκοι πολιτικοί- επίορκοι γιατί ενώ έχουν ορκιστεί πίστη στο Σύνταγμα, το παραβιάζουν κατάφορα. Για μια ελάχιστη παρανομία που έκαναν οι πολίτες έχουν καταληφθεί από ενοχικά συμπλέγματα και επωμίζονται την ίδια ευθύνη με αυτήν των κλεφτών του δημοσίου, των λαμογιών και των παράνομα πλουτησάντων. Και δέχονται με επιδερμικές διαμαρτυρίες όλα τα φορομπηχτικά μέτρα, τα χαράτσια και το νέο παιδομάζωμα των νέων επιστημόνων, που μεταναστεύουν, αφού στον τόπο τους δεν υπάρχει ελπίδα. Θαρρούν φρόνιμο να κάθονται στα σπίτια τους και να κάνουν κριτική με φίλους ή συγγενείς, για τα άδικα μέτρα που υφίστανται, από τον καναπέ ή την πολυθρόνα της βεράντας μεταξύ ενός φραπέ και ενός ακριβού ουίσκι με πάγο- στο ουίσκι ο Έλληνας είναι πάντα εκλεκτικός. Κι ενώ στη Γερμανική κατοχή του 1941- 44 έκανε αντίσταση με κάθε τρόπο που μπορούσε, στη νέα κατοχή- με νέο προσωπείο, όχι με τα όπλα, οικονομική πλέον- έχει σκύψει σαν σκλάβος το κεφάλι. Οι εκτελέσεις έχουν αντικατασταθεί από τις αυτοκτονίες. Τα στρατιωτικά μπλόκα υπό την απειλή των οπλοπολυβόλων έχει αντικατασταθεί με τα μπλόκα της τρόικα υπό την απειλή της νέας δανειακής δόσης.
Είμαστε νεοραγιάδες, γιατί ραγιάς είναι αυτός που υπομονετικά και με σκυμμένο το κεφάλι δέχεται την αδικία. Στον αντίποδα έχουμε τον Ζορμπά, που τον γνωρίσαμε μέσα από το μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”. Ο Αλέξης Ζορμπάς αντιπροσωπεύει τον απλό και αυθόρμητο Έλληνα, που δεν βάζει μεγάλο στο κεφάλι. Τον άφοβο, τον μη καιροσκόπο, τον γεμάτο ζωντάνια κι αποκοτιά άνθρωπο, που δε δειλιάζει να πάρει τις αποφάσεις του, έστω κι αν κάνει λάθη. Ζει μέσα στη φύση απλά και λιτά κι απολαμβάνει την κάθε στιγμή. Μα πάνω απ’ όλα ξέρει να αγωνίζεται!
Ο Ζορμπάς ήταν αγράμματος. Δεν ήξερε από υψηλές ιδέες, δεν είχε σπουδάσει σε ονομαστά ξένα πανεπιστήμια τις οικονομικές θεωρίες του ξεζουμίσματος των μικρομεσαίων . Ένας απλός μεροκαματιάρης ήταν, που πάσχιζε να ζήσει και να δώσει μεροκάματο στους χωριάτες. Ένας πραχτικός μεταλλωρύχος υπήρξε. Δεν ήταν τεχνοκράτης. Από τη φύση του ήταν αλητάκος, αλλά αγνός στην καρδιά. Δεν υπήρξε ένα κουστουμαρισμένο λαμόγιο με στόχο να πίνει αίμα στο όνομα του αφεντικού του. Και μπορεί να μην κάτεχε τα ψιλά γράμματα της ιδεολογίας, αλλά ήταν έτοιμος για το τίποτα να θυσιαστεί! Γράφει ο Καζαντζάκης:
[[ Και σου είπα τότε, θυμούμαι: «Τι θα πει Ελλάδα και χρέος; Να η αλήθεια!» Και συ αποκρίθηκες: «Τίποτα δε θα πει Ελλάδα και χρέος• όμως για το τίποτα αυτό θεληματικά ας χαθούμε!»]]
Ο Ζορμπάς δε διστάζει να θυσιάσει κάτι πολύ δικό του. Κι αυτό φαίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα:
[[ Κιτρίνισε κι ο Ζορμπάς, πρασίνισε, το αστραφτερό του μάτι θόλωσε. Μονάχα, κατά το δειλινό, το μάτι του έπαιξε• άπλωσε το χέρι μια μου ΄δειξε δυο μεγάλα δελφίνια που πηδούσαν κα παράβγαιναν με το βαπόρι.
- Δελφίνια! έκαμε χαρούμενος.
Τότε για πρώτη φορά πήρα το μάτι μου πως ο δείχτης του αριστερού του χεριού ήταν κομμένος κοντά ως τη μέση.
- Τι έπαθε το δάχτυλό σου, Ζορμπά; φώναξα.
- Τίποτα! αποκρίθηκε, πειραγμένος που δε χάρηκα όσο έπρεπε για τα δελφίνια.
- Σου το πήρε καμιά μηχανή; επέμεινα.
- Τι μηχανή κάθεσαι και λές; Το ‘κοψα μοναχός μου!
- Μοναχός σου; Γιατί;
- Πού να καταλάβεις ελόγου στο, αφεντικό! είπε σηκώνοντας τους ώμους. Σου είπα πως όλες τις τέχνες τις πέρασα. Μια φορά το λοιπόν έκανα και τον κανατά. Την αγαπούσα την τέχνη αυτή σαν παλαβός. Ξέρεις τι θα πει να πιάνεις ένα σβώλο λάσπη και να κάνεις ό,τι θες; Φρρρ! ο τροχός, κι η λάσπη στρουφογυρίζει σα δαιμονισμένη, και συ από πάνω της και λες: θα κάμω κανάτι, θα κάμω πιάτο, θα κάμω λυχνάρι, θα κάμω διάολο! Αυτό θα πει να ‘σαι άνθρωπος, σου λέω: Ελευτερία!
Είχε ξεχάσει τη θάλασσα, δε δάγκανε πια το λεμόνι, το μάτι του ξεθόλωσε.
- Λοιπόν; ρώτησα• και το δάχτυλο;
- Να, μ’ εμπόδιζε στον τροχό• έμπαινε στη μέση και μου χαλούσε τα σχέδια. Άρπαξα λοιπόν κι εγώ μια μέρα το σκεπάρνι..
- Και δεν πόνεσες;
- Πώς δεν πόνεσα; Κούτσουρο είμαι; Άνθρωπος είμαι, πόνεσα. Μα μ’ εμπόδιζε, σου λέω, στη δουλειά μου• κόφ’ το λοιπόν! ]]
Για ν’ αποκτήσει την ελευθερία της δημιουργίας ο ήρωας του Καζαντζάκη πήρε το σκεπάρνι και έκοψε το δείχτη του χεριού του. Θυσίασε το δάχτυλό του για να κάνει αυτό που τον γέμιζε: να δίνει σχήμα στη λάσπη και να δημιουργεί πιάτα, λυχνάρια, κανάτια. Η ζωή πολλές φορές απαιτεί θυσίες. Να θυσιάζεις κάτι μικρό για ένα μεγαλύτερο, για μια ιδέα, για έναν σκοπό! Δυστυχώς, στην εποχή του ατομισμού δεν υπάρχει διάθεση για θυσίες. Ανήκουμε όλοι μας στην συνομοταξία των: «ας βγάλουν οι άλλοι το φίδι από την τρύπα». Έχουμε κλειστεί σαν τα σαλιγκάρια στο καβούκι μας. Όπως το σαλιγκάρι όπου πάει μεταφέρει το καβούκι του, έτσι κι εμείς όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε μεταφέρουμε το συμφέρον μας. Για όλα τα πράγματα κάνουμε κύκλους με κέντρο τον εαυτό μας κι ακτίνα το ατομικό μας συμφέρον.
Η Ελλάδα έχει χάσει τον αυτοτέλειά της. Έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Όμως οι μεγαλοεπιχειρηματίες και οι μεγαλοκαναλάρχες εξακολουθούν να παίζουν παιγνίδια με βάση τα παράνομα κέρδη τους. Σχεδιάζουν να ρίξουν την δικομματική κυβέρνηση και να οδηγήσουν τη χώρα σε εκλογές το φθινόπωρο γιατί επιζητούν καινούργια ανδρείκελα, ώστε σε βάρος του λαού να φάνε περισσότερα. Πρόθυμες μαριονέτες- σούργελα, που τη μια μέρα υποστηρίζουν άλλα και την επομένη τα αντίθετα- οι οποίες έχουν τη φιλοδοξία να κάνουν τον πρωταγωνιστή στην πολιτική σκηνή, πάντοτε υπάρχουν, έτοιμες να πουλήσουν κόμματα, λαό και πατρίδα. Μόνον αυτές είναι έτοιμες να θυσιάσουν την αξιοπρέπειά τους για τριάκοντα αργύρια. Εμείς, που χάνουμε τις δουλειές μας, τα σπίτια μας, τις οικονομίες και τον ιδρώτα μιας ζωής- οι εργαζόμενοι που δεχόμαστε επίθεση και από το εξωτερικό και από το εσωτερικό - δεν είμαστε έτοιμοι για θυσίες. Περιμένουμε τον από μηχανής θεό να μας σώσει. Όπως λέει ο ποιητής: «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»
Σκεφτόμαστε, όπως λέμε, ορθολογιστικά. Τι μπορούμε να αλλάξουμε;
Βάζουμε, δήθεν, τη λογική. Να μην μπλέξουμε, να μη δημιουργήσουμε προβλήματα στην οικογένειά μας. Να μην στιγματιστούν τα παιδιά μας. Ο Ζορμπάς, όμως, είχε άλλη άποψη:
[[ Επειδή δεν έχω συμβόλαιο προθεσμίας με τη ζωή μου, λασκάρω το φρένο όταν φτάσω στην πιο επικίντυνη κλίση. Ο βίος κάθε ανθρώπου είναι μια γραμμή με ανήφορο και κατήφορο, και πορεύεται κάθε γνωστικός με φρένο• μα εγώ, εδώ ‘ναι η αξία μου, αφεντικό, έχω πετάξει από πολύν καιρό το φρένο μου, γιατί δε με φοβίζουν οι καραμπόλες• καραμπόλες λέμε εμείς οι εργάτες τον εκτροχιασμό. Ανάθεμά με, αν βάζω προσοχή στις καραμπόλες που κάνω• νύχτα μέρα τρέχω τροχάδην, κάνω το κέφι μου, κι ας τσακιστώ, να γίνω τρίψαλα. Τι έχω να χάσω; τίποτες. Τάχα μου αν πορεύομαι φρόνιμα, δε θα τσακιστώ; Θα τσακιστώ• φωτιά στα τόπια, το λοιπόν! ]]
Ήμασταν νομοταγείς, τυπικοί και σωστοί στις υποχρεώσεις μας. Πληρώσαμε τις εισφορές μας στα ταμεία. Για ανταμοιβή της συνέπειάς μας βρεθήκαμε χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς εφάπαξ και με σύνταξη 360 Ευρώ- το έχουν υπογράψει οι ψεύτες πολιτικοί, από 1-1-2018 όλοι θα παίρνουμε 360 Ε. Δεν ορίζουμε τίποτα. Ούτε τα σπίτια μας, ούτε τα λίγα χωράφια που κληρονομήσαμε από τους πατεράδες μας. Εδώ που φτάσαμε, τι έχουμε να χάσουμε; Θα θεωρούμασταν παράλογοι αν λέγαμε, όπως είπε ο βιβλικός Σαμψών: «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»; Εμείς δεν έχουμε να χάσουμε. Άλλοι θα χάσουν. Οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι τραπεζίτες, οι δανειστές, οι καναλάρχες και οι πολιτικοί. Αυτοί που πλούτισαν παράνομα σε βάρος του λαού- δηλαδή σε βάρος των κορόϊδων. Όσα λέει ο πολιτικός κόσμος για ανάκαμψη είναι φούμαρα. Το ΔΝΤ έχει καθορίσει πως μόλις το 2045 θα μπορέσουμε να εισέλθουμε σε αναπτυξιακή τροχιά. Μέχρι τότε, όμως, θα έχουμε χάσει δύο γενιές νέων. Όλοι οι νέοι επιστήμονες- και σπουδάσαμε τα παιδιά μας με το υστέρημά μας- θα έχουν φύγει στο εξωτερικό, έχοντας απομείνει μόνο εργατικό δυναμικό που θα εργάζεται σε συνθήκες Κίνας. Ανατριχιάσαμε όταν πληροφορηθήκαμε τον εκβιασμό προς την κυβέρνηση που ασκούν πολυεθνικές και εγχώριες εταιρείες- ναι, οι εγχώριες ύαινες, που με τον ιδρώτα του έθρεψε ο λαός μας, παρέχοντας τα κεφάλαια των εταιρειών τους από τις οικονομίες του- να θεσπιστεί μισθός 250 Ευρώ στους νέους για να κάνουν επενδύσεις. Δηλαδή θα εγκαθιδρύσουν δουλοπαροικό εργασιακό καθεστώς.
Θα το τονίσουμε και πάλι: στη χώρα μας γίνεται ένα πείραμα από τη Νέα Τάξη. Ο λαός επιλέχτηκε ως πειραματόζωο για την επιβολή της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης. Και αυτοί που μας πρόσφεραν σαν σφάγιο είναι οι πολιτικοί και οι διαπλεκόμενοι τραπεζίτες, επιχειρηματίες και μεγαλοδημοσιογράφοι. Εμείς είμαστε η Ιφιγένεια για να πνεύσει ο άνεμος της επιβολής Παγκόσμιας Δικτατορίας.
Έτσι μπήκαμε στα χρόνια της “ανάγκης”. Ίσως είναι ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τι μας είναι αναγκαίο και τι περιττό. Να δημιουργήσουμε νέες αξίες. Να ξεφύγουμε από τη νοοτροπία της καταναλωτικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που ύψωνε εγωιστικούς και συμφεροντολογικούς πύργους. Δεν ήταν απαραίτητο να έχουμε τρία αυτοκίνητα, το μικράκι για τα ψώνια και την κίνηση της πόλης, το ακριβό μας για τις μετακινήσεις εκτός πόλης και το τζιποειδές για τις εξορμήσεις στην εξοχή. Κι ούτε ήταν αναγκαίο να έχουμε τρία και τέσσερα σπίτια, το πολυτελές διαμέρισμα των 200 τετραγωνικών στην πόλη, το πατρικό στο χωριό, το σαλέ στο βουνό για να απολαμβάνουμε τα χιόνια και τη βίλλα εκεί που σκάει το κύμα για να πίνουμε τον καφέ μας αναπνέοντας το ιώδιο της θάλασσας. Κι όλα αυτά όταν στην οικογένεια υπήρχε ένα εργαζόμενο ζευγάρι. Η αλαζονεία μας δεν είχε όρια. Θέλαμε πράγματα που ήσαν πέρα από τις δυνάμεις μας κι εκεί βάλαμε πολύ νερό στο κρασί μας με τη λαμογιά. Την αλαζονεία τη βλέπουμε στη δίκη του Τζοχατζόπουλου. Και σαν τον Άκη ή τον Παπαγεωργόπουλο στη φυλακή έπρεπε να ήσαν οι μισοί πολιτικοί, δήμαρχοι και διευθυντές οργανισμών και διακεκριμένων υπηρεσιών- όπως έφοροι, πολεοδόμοι κλπ. Προφανώς η κύρια ευθύνη ανήκει στον πολιτικό κόσμο, που δίδαξαν και περιέθαλψαν αυτή την τακτική του λαδώματος. Ουσιαστικά, για να έχουν άλλοθι οι πολιτικοί και οι διαπλεκόμενοι, φρόντισαν να λερώσουν τις ελαφρές συνειδήσεις. Οι περισσότεροι καταναλώναμε πέρα από τις δυνατότητές μας. Ο εκμαυλισμός ήταν μέρος του σχεδίου για να ξεπουληθεί τελικά η χώρα και να φτάσουμε στην απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας και τη λεηλασία του εθνικού πλούτου και κυρίως του ορυκτού πλούτου. Είμαστε χρεωμένοι περίπου μισό δισεκατομμύριο, τη στιγμή που ο ορυκτός μας πλούτος υπερβαίνει τα 30 τρισεκατομμύρια! Όλα αυτά θα τα λεηλατήσουν οι ατσαλάκωτοι και αφανείς της ελίτ των υπερπλουσίων, δίνοντας λίγα αποφάγια στα ντόπια κοράκια.
Λυσσομανούν οι άνεμοι που έχουν σκοπό να γκρεμίσουν την καλύβα της καρδιάς μας. Μα εμείς πρέπει να πούμε σαν τον Ζορμπά: «δε θα με γκρεμίσεις»! Ας προχωρήσουμε στο επόμενο απόσπασμα:
[[ Γλυκοχάραμα σηκώθηκα, κι άρχισα να περπατώ γρήγορα, γιαλό γιαλό, κατά το χωριό, κι η καρδιά μου πετούσε. Σπάνια δοκίμασα τόση χαρά στη ζωή μου. Δεν ήταν χαρά, ήταν ένα αψηλό, παράλογο, αδικαιολόγητο κέφι. Όχι μονάχα αδικαιολόγητο, παρά κι ενάντια σε όλες τις δικαιολογίες• είχα χάσει όλα μου τα λεφτά- εργάτες, εναέριος, βαγόνια, φτιάσαμε λιμανάκι για τη μεταφορά• και τώρα δεν είχαμε τι να μεταφέρουμε• όλα χαμένα.
Κι ίσια τώρα ένιωθα απροσδόκητη λύτρωση. Σα ν’ ανακάλυψα μέσα στο σκληρό, αγέλαστο κρανίο της Ανάγκης, σε μια μικρή γωνία, τη λευτεριά να παίζει• και παίζω μαζί της.
Όταν μας έρχουνται ανάποδα όλα, τι χαρά να δοκιμάζουμε την ψυχή μας αν έχει αντοχή κι αξία! Θαρρείς κι ένας οχτρός αόρατος, παντοδύναμος- άλλοι τον λένε Θεό κι άλλοι διάολο- χιμάει να μας ρίξει, μα εμείς στέκουμε όρθιοι. Κι έτσι κάθε φορά που εσωτερικά είμαστε νικητές, όταν εξωτερικά είμαστε νικημένοι κατά κράτος, ο αληθινός άντρας νιώθει άφραστη περηφάνια και χαρά• η εξωτερική συμφορά μετουσιώνεται σε ανώτατη, δυσκολώτατη ευδαιμονία.
Ένα βράδυ ο Ζορμπάς μου ‘χε πει:
- Σ’ ένα χιονισμένο μακεδονίτικο βουνό μια νύχτα σηκώθηκε τρομαχτικός αγέρας και κουνούσε το μικρό καλύβι όπου είχα τρουπώξει κι ήθελε να μου το γκρεμίσει. Μα εγώ το ‘χα καλά στερεωμένο, κάθουμουν ολομόναχος μπροστά από το αναμμένο τζάκι και γελούσα και προγκούσα τον αγέρα και του φώναζα: «Δε θα μπεις στην καλύβα μου, δε σου ανοίγω την πόρτα, δε θα μου σβήσεις το τζάκι, δε θα με γκρεμίσεις!»
Τα λόγια ετούτα του Ζορμπά είχαν αντρειέψει την ψυχή μου• κατάλαβα πώς πρέπει να φέρνεται ο άνθρωπος και πώς να μιλάει στην Ανάγκη. ]]

Δεν υπάρχουν σχόλια: