Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Αν πιάσουν οι ευχές του ιερέα για το γάμο τη βάψαμε…

[[ δαμ- ων ]]

Β΄. Στέψη. ii. Ο προπάτορας Ισαάκ και η Ρεβέκκα
Ούτε ο Ισαάκ παντρεύτηκε τη Ρεβέκκα. Με το που την είδε, κατευθείαν στη σκηνή για ξεχαρμάνιασμα... Κι έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο ζευγάρι πρότυπο: τον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα. Η μυθιστορία λέει πως ο Αβραάμ έστειλε τον πιστό του υπηρέτη να βρει νύφη για το γιο του. Ο υπηρέτης βρήκε την κόρη του Βεθουήλ, εγγόνα του Ναχώρ, του αδερφού του Αβραάμ. Η Ρεβέκκα δέχτηκε να ακολουθήσει τον υπηρέτη που θα την οδηγούσε στη χώρα του Αβραάμ. Η συνέχεια δίνεται παρακάτω:
[[ Στο μεταξύ ο Ισαάκ είχε έρθει στην περιοχή του πηγαδιού Λαχαϊ- Ροϊ και κατοικούσε στα νότια της Χανάν. Ένα βράδυ που είχε βγει στους αγρούς για να περπατήσει, κοίταξε πέρα και είδε κάτι καμήλες που πλησίαζαν. Όταν η Ρεβέκκα είδε τον Ισαάκ, κατέβηκε αμέσως από την καμήλα, και ρώτησε το δούλο: « Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που έρχεται από τους αγρούς να μας συναντήσει; » Ο δούλος απάντησε: « Είναι ο κύριός μου ». Τότε εκείνη πήρε το πέπλο και σκεπάστηκε. Ο δούλος διηγήθηκε στον Ισαάκ όσα είχε πράξει. Τότε ο Ισαάκ οδήγησε τη Ρεβέκκα στη σκηνή της μητέρας του και την πήρε για γυναίκα του. Την αγάπησε, και έτσι παρηγορήθηκε για το θάνατο της μητέρας του.]] (Γένεσις , κδ’ 62-67)
Ο Ισαάκ ήταν τόσο διψασμένος για σεξ, που δεν έδωσε το χρόνο στη Ρεβέκκα να τον γνωρίσει λίγο, να τον συνηθίσει. Κατ’ ευθείαν στο ψητό. Σαν να είχαν πάει κατσίκα στον τράγο. Κι εκείνη τι το ήθελε το πέπλο; Ο άλλος ήταν σαν ταύρος που βλέπει κόκκινο. Στις φλέβες του δεν έρεε αίμα. Έρεε ταυρίνη! Τουλάχιστον να της παρέθετε ένα γκουρμέ γεύμα με ακριβό κρασί κάτω από το φεγγάρι υπό τον ήχο των τριζονιών. Να είχε κι ένα βάζο με άνθη της ερήμου. Αυτός τίποτα, σκέτος τσοπάνης γεμάτος βαρβατίλα! Έτσι χωρίς ρομαντισμό, χωρίς λόγια ερωτικά, η κόρη έχασε την “πολύτιμον” παρθενίαν. Τώρα μη μας ρωτήσετε αν της άρεσε. Αυτά δεν τα αναφέρει ο συγγραφέας της “Γένεσης”… κι εμείς αυθαίρετα συμπεράσματα δεν βγάζουμε. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως στο τέλος ο Ισαάκ έγειρε σαν επιβήτορας ίππος που είχε ανέβει στα καπούλια φοράδας σε ίστρο.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Η παροιμία λέει πως το μήλο θα πέσει κάτω απ’ τη μηλιά, και επιπλέον, μ’ όποιον δάσκαλο θα κάτσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις. Ο Ισαάκ απόδειξε πως είναι γνήσιος γόνος του Αβραάμ. Όταν πήγαν κι αυτοί στα Γέραρα, όπως πριν από χρόνια ο πατέρας του, καμώθηκε πως η γυναίκα του ήταν αδελφή του. Έτσι ο Αβιμέλεχ, μετά τον πατέρα, είχε ως πάροικο άλλον δειλό και ψεύτη, τον γιο Ισαάκ. Ας δούμε το σχετικό απόσπασμα:
[[ Στη χώρα έπεσε πείνα, εκτός από την πρώτη πείνα που είχε πέσει στον καιρό του Αβραάμ, και ο Ισαάκ πήγε στον Αβιμέχελ, το βασιλιά των Φιλισταίων, στα Γέραρα…
΄Ετσι ο Ισαάκ εγκαταστάθηκε στα Γέραρα. Όταν οι άνθρωποι του τόπου τον ρωτούσαν για τη γυναίκα του, εκείνος έλεγε ότι ήταν αδελφή του, γιατί φοβόταν μήπως, αν έλεγε πως ήταν γυναίκα του, τον σκότωναν εξαιτίας της Ρεβέκκας, επειδή ήταν όμορφη.
Είχε μείνει εκεί πολύν καιρό. Κάποτε ο βασιλιάς των Φιλισταίων Αβιμέχελ, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο είδε τον Ισαάκ να ερωτοτροπεί με τη Ρεβέκκα, τη γυναίκα του. Τον κάλεσε και του είπε: «Ώστε αυτή είναι η γυναίκα σου! Γιατί είπες πως είναι η αδελφή σου; » Ο Ισαάκ απάντησε: « Σκέφτηκα ότι αλλιώς θα κινδύνευα να πεθάνω εξαιτίας της». «Τι είναι αυτό που μας έκανες!» του είπε ο Αβιμέχελ. «Εύκολα θα μπορούσε ένας από το λαό να κοιμηθεί με τη γυναίκα σου, και τότε θα γινόσουν αιτία να αμαρτήσουμε». Τότε ο Αβιμέχελ έδωσε σ’ όλο το λαό αυτή τη διαταγή: «Όποιος πειράξει τον άνθρωπο αυτό και τη γυναίκα του, εξάπαντος θα θανατωθεί».]] ( Γένεσις, κστ΄, 1 και 6-11)
Όταν έπεφτε πείνα στους Εβραίους κατέφευγαν στους Έλληνες! Γιατί οι Φιλισταίοι ήσαν έποικοι Κρήτες στην Παλαιστίνη. Λαός μη νομαδικός, όπως οι Εβραίοι, γνώριζαν καλά την καλλιέργεια της γης. Το μυαλό τους δεν μπορούσε να ραδιουργήσει και να στήσει πλεκτάνες. Αυτό είναι εβραϊκό χαρακτηριστικό. Ο Αβιμέλεχ τους ήξερε πολύ καλά και γι’ αυτό έδωσε διαταγή να μην πειράξουν το ζευγάρι. Γιατί γνώριζε πως ο Γιαχβέ είναι με τους ραδιούργους και μπαγαπόντηδες. Έτσι αναγκάστηκε να γίνει ο προστάτης τους, μην πάθει ο λαός του χειρότερα.
Η ερωτοτροπούσα Ρεβέκκα, όμως, ήταν στείρα. Κι ενώ έμεινε έγκυος μετά από προσευχή του Ισαάκ, όπως μας λέει η Π. Διαθήκη, τα δίδυμα, που κυοφορούσε, έπαιζαν κρυφτούλι μέσα στην κοιλιά της και την ανησυχούσαν. Να παράπονα κι αυτή, όπως η πεθερούλα της η Σάρρα. Η αχαριστία παρούσα και η ευλάβεια κι η ευγνωμοσύνη απούσες. Ιδού και το εδάφιο:
[[ Η Ρεβέκκα όμως ήταν στείρα, κι ο Ισαάκ προσευχήθηκε στον Κύριο γι’ αυτό. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του και η Ρεβέκκα έμεινε έγκυος με δίδυμα στην κοιλιά της. Τα παιδιά όμως συγκρούονταν μέσα της, κι εκείνη φώναζε: « Αν είναι έτσι, γιατί να μείνω έγκυος; » Πήγε λοιπόν να ρωτήσει τον Κύριο. Ο Κύριος της απάντησε: « Δύο έθνη είναι στην κοιλιά σου, δύο λαοί θα βγουν από τα σπλάχνα σου. Ο ένας λαός θα υποτάξει τον άλλο, ο μεγαλύτερος θα γίνει δούλος στον μικρότερο ». Όταν έφτασε η μέρα της γέννας, η Ρεβέκκα έκανε πράγματι δίδυμους γιους. Αυτός που βγήκε πρώτος ήταν εντελώς κόκκινος και τριχωτός σαν μανδύας, και τον ονόμασαν Ησαύ. Μετά βγήκε ο αδελφός του, που με το χέρι του κρατούσε τη φτέρνα του Ησαύ, και τον ονόμασαν Ιακώβ. Ο Ισαάκ ήταν εξήντα χρονών όταν γεννήθηκαν οι γιοι του.]] ( Γένεσις, κε΄, 21-26)
Στα εξήντα του χρόνια ο Ισαάκ έγινε γονιός σε δύο υπέροχα “μπουμπούκια”. Η ζωή των μπουμπουκιών σημαδεύτηκε, του μεν Ησαύ από την λαιμαργία, του δε Ιακώβ από την απληστία:
[[ Τα παιδιά μεγάλωσαν. Ο Ησαύ έγινε εξαίρετος κυνηγός, άνθρωπος της υπαίθρου, ενώ ο Ιακώβ ήταν ήσυχος άνθρωπος, που του άρεσε να μένει στη σκηνή. Ο Ισαάκ αγαπούσε τον Ησαύ, γιατί του άρεσαν τα φαγητά του κυνηγιού• η Ρεβέκκα όμως αγαπούσε τον Ιακώβ.
Κάποτε που ο Ιακώβ ετοίμαζε ένα φαγητό, έτυχε να γυρίσει ο Ησαύ κατάκοπος από τους αγρούς. Ο Ησαύ είπε στον Ιακώβ: «Έλα, άσε με να φάω απ’ αυτό το κοκκινωπό φαγητό, γιατί είμαι εξαντλημένος». Γι’ αυτό και τον Ησαύ τον ονόμασαν Εδώμ. Ο Ιακώβ του απάντησε: «Πούλησέ μου τα δικαιώματά σου του πρωτότοκου». Κι ο Ησαύ είπε: «Εγώ πεθαίνω τώρα! Τι να τα κάνω τα δικαιώματα του πρωτότοκου;»
«Ορκίσου τό μου τώρα!» του είπε ο Ιακώβ. Ο Ησαύ του το ορκίστηκε και πούλησε στον αδελφό του τα δικαιώματα του πρωτότοκου. Τότε ο Ιακώβ έδωσε στον Ησαύ ψωμί και φακή.]] ( Γένεσις, κε΄, 27-34)
Η Ρεβέκκα δεν αναφέρεται να εκδόθηκε από τον σύζυγό της. Τον εξαπάτησε όμως! Άντε, βρε, θα πείτε, το υπόδειγμα καλής συζύγου; Κι αυτό το «ευφράνθητι ως η Ρεβέκκα», που λέει ο ιερέας; Μήπως η ευχαρίστηση ήταν στην απάτη; Την απάντηση θα την δώσετε εσείς αφού διαβάσετε το επόμενο απόσπασμα:
[[ Ο Ισαάκ είχε πια γεράσει. Τα μάτια του είχαν εξασθενήσει τόσο που δεν έβλεπε καθόλου. Μια μέρα κάλεσε τον Ησαύ, το μεγαλύτερο γιο του και του είπε: «Γιε μου». Εκείνος απάντησε: «Ορίστε». «Εγώ γέρασ», του λέει ο πατέρας του, «και δεν ξέρω ποια μέρα θα πεθάνω. Πάρε, λοιπόν, τα κυνηγετικά σου όπλα, τη φαρέτρα και το τόξο σου, και πήγαινε στην εξοχή να μου φέρεις κυνήγι. Ετοίμασέ μου ένα νόστιμο φαγητό, όπως μου αρέσει, και φέρε μου να φάω για να σε ευλογήσω πριν πεθάνω».
Η Ρεβέκκα άκουσε αυτά που έλεγε ο Ισαάκ στο γιο του Ησαύ. Όταν λοιπόν αυτός βγήκε στην εξοχή να κυνηγήσει και να φέρει το κυνήγι στον πατέρα του, εκείνη είπε στο γιο της τον Ιακώβ: «Άκουσα τον πατέρα σου να λέει στον αδελφό σου τον Ησαύ: “φέρε μου κυνήγι και κάνε μου ένα νόστιμο φαγητό για να φάω και να σε ευλογήσω ενώπιον του Κυρίου πριν πεθάνω”. Τώρα λοιπόν γιε μου πρόσεξέ με και κάνε ό,τι σου πω: Πήγαινε στο κοπάδι και φέρε μου δυο καλά κατσικάκια. Εγώ θα τα μαγειρέψω για τον πατέρα σου πολύ νόστιμα, όπως του αρέσουν. Εσύ θα του τα πας, και θα τα φάει, για να σε ευλογήσει πριν πεθάνει».
Ο Ιακώβ της λέει: «Ναι, αλλά ο αδελφός μου ο Ησαύ είναι τριχωτός, ενώ εγώ δεν είμαι. Ίσως ο πατέρας μου με ψηλαφίσει και καταλάβει ότι τον κοροϊδεύω• έτσι θα προκαλέσω κατάρα εναντίον μου αντί για ευλογία». Αλλά η μητέρα του του είπε: «Η κατάρα πάνω μου, παιδί μου! Μόνο άκουσε αυτά που σου λέω και πήγαινε να μου φέρεις τα κατσίκια». Ο Ιακώβ πήγε, τα πήρε και τα έφερε στη μητέρα του. Εκείνη του τα έκανε ένα πολύ νόστιμο φαγητό, όπως το ήθελε ο πατέρας του. Μετά πήρε από τα ρούχα του Ησαύ, του μεγαλύτερου γιου της, τα πιο καλά που υπήρχαν στο σπίτι και έντυσε τον Ιακώβ, τον μικρότερο γιο της. Με το δέρμα των κατσικιών κάλυψε τα χέρια του και τον άτριχο λαιμό του και του έβαλε στα χέρια το νόστιμο φαγητό, που είχε ετοιμάσει, καθώς και το ψωμί.
Ο Ιακώβ πήγε στον πατέρα του και του είπε: «Πατέρα μου!» Εκείνος του απάντησε: «Ορίστε! Ποιος είσαι γιε μου;» Ο Ιακώβ του αποκρίθηκε: «Είμαι ο Ησαύ, ο πρωτότοκός σου. Έκανα όπως μου είπες. Σήκω, λοιπόν, και κάτσε να φας απ’ το κυνήγι μου για να με ευλογήσεις». Αλλά ο Ισαάκ ρώτησε: «Πώς έγινε γιε μου και το βρήκες τόσο γρήγορα;» Εκείνος απάντησε: «Ο Κύριος ο Θεός σου το έφερε μπροστά μου». «Πλησίασε λοιπόν να σε ψηλαφίσω, γιε μου», του είπε ο Ισαάκ, «για να δω αν είσαι εσύ το παιδί μου ο Ησαύ ή όχι». Ο Ιακώβ πλησίασε τον πατέρα του κι εκείνος τον ψηλάφισε και είπε: «Η φωνή είναι του Ιακώβ αλλά τα χέρια του Ησαύ». Και δεν τον αναγνώρισε, γιατί τα χέρια του ήταν τριχωτά σαν τα χέρια του Ησαύ. Και τον ευλόγησε. Μετά όμως ξαναρώτησε: «Εσύ είσαι για μου, Ησαύ;»Κι ο Ιακώβ απάντησε: «Εγώ είμαι». «Φέρε μου», του λέει, «να φάω απ’ το κυνήγι, για να σε ευλογήσω». Ο Ιακώβ του έφερε κοντά το φαγητό και έφαγε, του έφερε και κρασί και ήπιε. Τότε του είπε ο Ισαάκ: «Πλησίασε και φίλησέ με, παιδί μου». Ο Ιακώβ πλησίασε και τον φίλησε. Ο Ισαάκ μύρισε τότε τη μυρωδιά από τα ρούχα του, και τον ευλόγησε μ’ αυτά τα λόγια:
«Αλήθεια, η μυρωδιά του γιου μου είναι σαν του αγρού που τον έχει ευλογήσει ο Κύριος. Ο Θεός να σου δώσει απ’ τη δροσιά του ουρανού κι από την ευφορία της γης, άφθονο στάρι και κρασί. Λαοί ας δουλεύουνε για σένα κι έθνη μπροστά σου ας προσκυνούν• των αδελφών σου να γίνεις κύριος και του πατέρα σου οι γιοι να σε προσκυνούν. Καταραμένος όποιος σε καταριέται κι ευλογημένος όποιος σε ευλογεί».]]( Γένεσις, κζ’ 1-29)
Να γυναίκα, να μάλαμα, που λέει ο λαός μας. Γιατί της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος, πότε η κόλαση και πότε ο παράδεισος. Και στην περίπτωση της Ρεβέκκας τύφλα να έχει ο όφις που “ηπάτησε” την Εύα. Τέτοια πλεκτάνη ούτε οι Ρότσιλντ- Ροκφέλερ δεν σκαρφίστηκαν για να επιβάλλουν την παγκόσμια διακυβέρνηση. Οι συντάκτες των πρωτόκολλων της Σιών ωχριούν μπροστά στο σχέδιο της “γυναίκας προτύπου” για το γάμο μας! Κι εδώ γεννιέται η μεγάλο ερώτημα: τι είναι καλύτερο, να είναι η γυναίκα πουτάνα στο σώμα, όπως η Σάρρα, ή πουτάνα στο μυαλό, όπως η Ρεβέκκα; Η σατανική γυναίκα- πρότυπο ηθικής όμως για την εκκλησία- τάισε με καλό φαγητό τον άντρα της, τον πότισε κρασί και έκλεψε την ευχή του Ισαάκ για τον αγαπημένο της γιο Ιακώβ. Εξαπάτησε τον σύζυγο κι έριξε τον μεγαλύτερο γιό για χάρη του μικρότερου. Έτσι ευνοήθηκε ο μικρός κι έγινε απόκληρος ο μεγάλος, σπάζοντας την παράδοση των πρωτοτοκίων. Αλλά κι αυτός ο κουτεντές, ο Ησαύ, πούλησε τα πρωτοτόκια για ένα πιάτο με φακή.
Η ραδιούργα μάνα πήρε όλη την ευθύνη πάνω της. «Επ’ εμέ η κατάρα σου, τέκνον» είπε. Αν γινόταν η στραβή και τους έπαιρνε χαμπάρι ο τυφλός Ισαάκ και άρχιζε τις κατάρες για την απάτη, η μάνα ανάλαβε να πέσει η κατάρα πάνω της. Το ίδιο φώναζε ο όχλος όταν ζητούσε να σταυρωθεί ο Ιησούς: «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα μας» (Ματθαίος, κζ΄, 25)
Σε όλες τις ευλογίες, είτε του Γιαχβέ προς τους εκλεκτούς του, είτε των προπατόρων στα παιδιά τους, κυριαρχούν οι ευχές για απόκτηση πολλών υλικών αγαθών, για επικράτηση έναντι των άλλων λαών, ενώ λείπουν εντελώς οι ευχές για πνευματικά αγαθά και για πνευματική εξέλιξη, ώστε γοργά θα φτάσουν οι εκλεκτοί στη θέωση και την επάνοδο στον παράδεισο! Και μας κάνει εντύπωση ότι ο κυρίαρχος, θα κυριαρχεί ακόμη και πάνω στα αδέλφια του.
Σ’ αυτό το σημείο να μη διαφύγει της προσοχής μας η χρήση πληθυντικού αριθμού: «και προσκυνήσουσί σε οι υιοι του πατρός σου» από τον Ισαάκ. Να το ερμηνεύσουμε ότι είχε κι άλλους γιούς από παλλακίδες;
Ο Ισαάκ δεν κάλεσε τον Ησαύ να κάνουν μια ωραία συζήτηση, να του δώσει πνευματικές οδηγίες και συμβουλές και μετά να του δώσει την ευχή του. Ζήτησε ένα νόστιμο κυνήγι για να δώσει την ευχή του. Τόσο πεζά και υλιστικά! Τελικά, ενέδωσε στο καλό φαγοπότι κι εξαπατήθηκε από μια ραδιούργα σύζυγο. Αν καταλάβαμε με την ευχή ο ιερέας: «ευλογήθητι ως ο Ισαάκ και ευφράνθητι ως η Ρεβέκκα» ζητάει από το ζευγάρι των νεονύμφων να είναι ευλογημένος ο γαμπρός για να πέφτει θύμα εξαπάτησης από τη σύζυγό του και τα παιδιά του, και η νύφη να εξαπατάει τον άντρα της, ώστε να αισθάνεται ευχαρίστηση;

Δεν υπάρχουν σχόλια: