Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Ο Γάμος του Κάδμου και της Αρμονίας

[[ δαμ- ων ]]

v. Η Αγάπη

Μια βαθιά, και χωρίς ιδιοτέλεια, αγάπη ένωνε τον βασιλιά Κάδμο και τη βασίλισσα Αρμονία. Η αρετή της συντροφικής αγάπης λειτούργησε ωστικά, τους ώθησε να ολοκληρωθούν ως γήινες υπάρξεις.
Κάθε υλική εκδήλωση είναι το αποτέλεσμα της συμπαθητικής ένωσης ή της σύζευξης του θετικού κι αρνητικού πόλου, του αρσενικού και του θηλυκού. Διαμέσου της ένωσης δύο διάκριτων , αλλά της ίδιας φύσης στοιχείων, επιτυγχάνονται όλες οι εκδηλώσεις της μορφής και της ζωής. Αυτή η άποψη, αριθμολογικά, εκφράζεται με τη σκέψη πως ο αριθμός 1 συμβολίζει μόνο το μισό οποιασδήποτε εκδήλωσης. Το 2 συμβολίζει ανόμοια στοιχεία, που είναι απαραίτητα για να υπάρξει ενιαία έκφραση και το 3 την τέλεια δημιουργία. (*1)
Με τη συμπαθητική ένωση αναπτύσσεται το μεγαλύτερο συναίσθημα του ανθρώπου, η αγάπη.
Η φυσική αγάπη, μας αναφέρει ο Θωμάς ο Ακινάτης, δε βρίσκεται μόνο « σε όλες τις δυνάμεις της ψυχής, αλλά και σε όλα τα μέρη του σώματος και γενικά σε όλα τα πράγματα: γιατί, καθώς λέει ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, το ωραίο και το καλό αγαπιούνται απ’ το κάθε τι ».
Σύμφωνα με τις ανθρώπινες θρησκευτικές αντιλήψεις, η αγάπη βρίσκεται παντού στο σύμπαν, διάσπαρτη από το άτομο μέχρι τον μεγαλύτερο γαλαξία, από το πρωτόζωο μέχρι τον άνθρωπο. Όλα τα πράγματα χρωστούν την ύπαρξή τους στη γενναιοδωρία και τη μεγαθυμία της δημιουργικής αγάπης του Θεού. Ανταποδίδοντας προς το Θεό, όλα υπακούουν στο νόμο της αγάπης, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναζητώντας Τον και δοξολογώντας Τον. Ακόμη και τα ουράνια σώματα, όπως μας λέει ο Πυθαγόρας, υμνούν τη δόξα Του και Τον ευλογούν με μια υπερκόσμια μουσική, τη “μουσική των σφαιρών”.

Η συνέχεια >>> εδώ …

O Γουίλιαμ Τζέιμς συγκρίνει χαρακτηριστικά την ορμή της αγάπης με τη μαγνητική έλξη: « Ο Ρωμαίος θέλει την Ιουλιέτα, όπως τα ρινίσματα ζητούν τον μαγνήτη ». Όμως υπάρχει ένα ευρύτατο φάσμα αγάπης, που παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία, ξεκινώντας από τη φιλική αγάπη, που αναπτύσσεται ανάμεσα στους ανθρώπους, αδιακρίτως φύλου, την οικογενειακή αγάπη, την ερωτική αγάπη, την αγάπη που έχει κάποιος για τον εαυτό του, για τους συντρόφους του, για την πατρίδα, για το Θεό. Η αγάπη του εγώ, όπως και η ερωτική αγάπη, μπορούν να υπερκεραστούν από την αγάπη που έχει τη μορφή της φιλανθρωπίας ή της συμπόνοιας για τους άλλους. Ιεραρχικά ο άνθρωπος αρχίζει από την αγάπη προς τον εαυτό του, την επεκτείνει στο οικογενειακό του περιβάλλον, την διαπλατύνει προς τον πλησίον του για να φτάσει στην ανώτερη μορφή της, την αγάπη προς το Θεό. Έτσι σταδιακά ανεβαίνει για να φτάσει στον ύψιστο ουρανό, όπου μπορεί πλέον να αγαπά το ίδιο το Αγαθό.
Τη μετουσιωτική δύναμη της αγάπης μας δίνει με απλά, αλλά συγκλονιστικά λόγια ο Ν.Καζατζάκης στο μυθιστόρημά του “Ο Φτωχούλης του Θεού”. Είναι το σημείο, όπου ο Αγ. Φραγκίσκος της Ασίζης υπερνικώντας τον έντονο φόβο του για τους λεπρούς, τους πλησίασε για τους υπηρετήσει. Μεταφορικά ο συγγραφέας μας λέει ότι ο άγιος φίλησε τον λεπρό και τον κουβάλησε στην πλάτη του:
« Κι άξαφνα είδα το Φραγκίσκο να σταματάει απότομα. Έσκυψε, αναμέρισε το ράσο να ξεσκεπάσει το λεπρό κι ολομεμιάς έσυρε φωνή μεγάλη, το ράσο ήταν αδειανό!
Στράφηκε ο Φραγκίσκος και με κοίταξε, ανοιγόκλεισε το στόμα να μιλήσει, δεν μπόρεσε. Μα το πρόσωπό του έλαμπε, έκαιγε. Μουστάκια, γένια, μύτες, στόματα, όλα είχαν αφανιστεί μέσα στη φλόγα.
Κυλίστηκε χάμω, ξάπλωσε πίστομα κι άρχισε να φιλάει το χώμα και να κλαίει. Όρθιος εγώ από πάνω του έτρεμα. Δεν ήταν λεπρός, ήταν ο ίδιος ο Χριστός κι είχε κατέβει στη γής λωβιασμένος, να δοκιμάσει το Φραγκίσκο… Είχε έρθει τώρα η μιλιά στο Φραγκίσκο.
- Φράτε Λεόνε, είδες; Κατάλαβες;
- Είδα, αδερφέ Φραγκίσκο, είδα, μα δεν κατάλαβα παρά ετούτο: ο Θεός παίζει μαζί μας.
- Εγώ, φράτε Λεόνε, κατάλαβα ετούτο: όλοι οι λεπροί, οι σακάτες, οι αμαρτωλοί, αν τους φιλήσεις
στο στόμα…
Σώπασε, τρόμαξε να τελέψει το λογισμό του.
- Φώτισέ με, αδερφέ Φραγκίσκο, φώτισέ με, μη με αφήνεις στο σκοτάδι.
Πέρασε κάμποση ώρα, τέλος ανατριχιάζοντας:
- Όλοι ετούτοι, μουρμούρισε, αν τους φιλήσεις στο στόμα, συχώρεσέ με, Θεέ μου, γίνουνται Χριστός! »
Την πλατωνική κλίμακα αγάπης, ήδη αναπτύξαμε αναφέροντας τις απόψεις για τον έρωτα στο έργο του “Συμπόσιο”. O Αριστοτέλης κάνει μια ανάλυση των τύπων της φιλίας, όπου ταξινομεί τα είδη αγάπης και γράφει: « ό,τι αξίζει ν’ αγαπιέται αποτελείται από το αγαθό, το ευχάριστο ή το ωφέλιμο, υπάρχουν τρία είδη φιλίας, όσα και τα πράγματα που αξίζει να αγαπιούνται ».
Ο Θωμάς ο Ακινάτης κάνει σαφή διάκριση μεταξύ της αγάπης, που ανήκει στην περιοχή του πάθους, και της αγάπης, που αποτελεί πράξη της βούλησης. Ορίζει την πρώτη σαν «σαρκική λειτουργία », η οποία υπαγορεύεται από τις επιθυμίες των αισθήσεων, και τη δεύτερη σαν « λογική ή διανοητική επιθυμία ». Επιπλέον ο Ακινάτης κάνει και μια άλλη βασική διάκριση, την αγάπη σαν φυσική ροπή και σαν υπερφυσική έξη. Φυσική είναι η αγάπη « με την οποία τα πράγματα αναζητούν ό,τι ταιριάζει στη φύση τους ». Αν η αγάπη υψωθεί πάνω από τις ροπές της φύσης, αυτό επιτυγχάνεται με « ένα είδος έξης, που προστίθεται στη δύναμη της φύσης », κι αυτή η έξη της αγάπης είναι η αρετή της φιλανθρωπίας.
Μερικές φορές η αγάπη μεταστρέφεται στο αντίθετό της, το μίσος. Κάποιες φορές συνυπάρχουν η αγάπη και το μίσος για το ίδιο αντικείμενο. Κάποτε η αγάπη εμπνέει το μίσος ή προκαλεί φθόνο για οτιδήποτε την απειλεί, ενώ συχνά φόβος ή θυμός ακολουθούν το ξύπνημά της. Φαίνεται να είναι η αγάπη το πρωταρχικό πάθος, που γεννά τα υπόλοιπα, γεγονός που οφείλεται στην αντίθεση ηδονής- πόνου και που λειτουργεί στη σχέση αιτίας- αποτελέσματος. Είναι γεμάτη αντιθέσεις, η μόνη πραγματικότητα αλλά και η μεγάλη αυταπάτη. Αυτή δίνει νόημα στη ζωή, μπορεί όμως και να τη διαλύσει.
Τον καλύτερο τύπο φιλίας αποτελεί η αγάπη, η οποία είναι απαραίτητη για να ζούμε μια ευτυχισμένη ζωή, και κατ’ επέκταση απαραίτητη για τη σύσταση κάθε κοινωνίας, οικογενειακής και πολιτικής. Ο Αριστοτέλης μας λέει: « Τέτοια αγάπη είναι μια αρετή ή προϋποθέτει την αρετή και είναι απαραίτητη για τη ζωή. Γιατί κανείς δε θα προτιμούσε να ζήσει χωρίς φίλους, έστω κι αν είχε όλα τα άλλα αγαθά…Η φιλία φαίνεται, επίσης ότι κρατά τα κράτη ενωμένα και οι νομοθέτες φροντίζουν περισσότερο γι’ αυτήν παρά για τη δικαιοσύνη ». Όταν θεμελιώνεται στην αρετή προχωρεί πέρα από τη δικαιοσύνη, γιατί συνδέει τους ανθρώπους με πράξεις αγαθοεργίας και γενναιοφροσύνης. Πολύ εμφαντικά υπογραμμίζει ο Αριστοτέλης: « όταν οι άνθρωποι είναι φίλοι, δεν χρειάζονται τη δικαιοσύνη ».
Η αγάπη, που είναι προσανατολισμένη στα υλικά πράγματα, συνοδεύεται από τον πόθο. Ο πόθος έχει ροπή φιλοκτητική, το αντικείμενό του είναι ένα αγαθό, που πρέπει να κατακτηθεί. Ο πόθος έχει αιτία ύπαρξης μέχρι να βρει την ικανοποίηση με την κατοχή του ποθούμενου αντικειμένου. Είναι εγωιστικός, με την έννοια ότι κάποιος θέλει τα αγαθά για τον εαυτό του, χωρίς να τον ενδιαφέρει ο άλλος, ο σύντροφός του. Έτσι, η αγάπη όταν εξισώνεται με τον πόθο, γίνεται αδυναμία, χάνει την ανυψωτική της δυναμική. Αυτός που αγαπά, επιθυμεί την ευτυχία εκείνου που αγαπά, και η δική του ευτυχία είναι η ανάκλαση της προσφοράς του προς το αντικείμενο της αγάπης του, δηλ. η χαρά του προέρχεται από την ευτυχία του αγαπώμενου προσώπου. Έτσι η αγάπη επιζητεί να δώσει μάλλον παρά να πάρει, κι αν πάρει, αυτό θα είναι ανταπόδοση για ό,τι έχει δώσει.(82)
Οι θεολόγοι ταυτίζουν τον Θεό με την αγάπη και στην αγάπη Του βλέπουν την αρχή της δημιουργίας, της πρόνοιας και της σωτηρίας. « Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού. Εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς αγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών. Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν. Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται. Εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν…Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς » ( Α’ επιστολή Ιωαννη, Δ’, 9-12 και 19 ). Αυτή την αγάπη θα πρέπει να εκφράζουν όσοι ασπάζονται τη διδασκαλία του Ιησού, αυτή είναι εξάλλου και η εντολή του, όπως μας μεταφέρει ο Ιωάννης ο Θεολόγος στο Ευαγγέλιό του: « Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού. Υμείς φίλοι μου εστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν. Ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ότι δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο κύριος. Υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν…Ταύτα εντέλλομαι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους ».
( Ιωαν., ιε’, 12- 15 και 17 ) (*2) Το επίκεντρο και η κινητήρια δύναμη της χριστιανικής αγάπης είναι αυτός ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος δρα και αποκαλύπτει τον εαυτό Του στον κόσμο με μοναδικό κίνητρο την άκρα προς τον άνθρωπο αγάπη. Αυτή οδηγεί στην τελειότητα : « επι πάσι δε τούτοις την αγάπην, ήτις εστί σύνδεσμος της τελειότητος » ( επιστολή Παύλου προς Κολασσαείς, γ’ 14 ), ενώ αποτελεί “πλήρωμα νόμου”: « η αγάπη τω πλησίον κακόν ουκ εργάζεται. Πλήρωμα ουν νόμου η αγάπη » ( επιστολή Παύλου προς Ρωμαίους, ιγ’ 10 ).
Τέλος αν θέλουμε να κάνουμε μια αντιδιαστολή μεταξύ χριστ. Αγάπης και πλατωνικού έρωτα, θα καταλήγαμε στο ακόλουθο συμπέρασμα: Η χριστιανική αγάπη έχει ως πηγή το Θεό, στον οποίο καταλήγει, ανοίγοντας παράλληλα απεριόριστες κοινωνικές προεκτάσεις, ενώ ο πλατωνικός έρωτας αποτελεί τάση της ανθρώπινης ψυχής προς γνώση και κατανόηση του κόσμου των ιδεών, δίχως πρακτική εφαρμογή στις σχέσεις των ανθρώπων και δίχως θεολογικό υπόβαθρο, που να επιτάσσει την αγάπη ως καινή εντολή και ως κανόνα βίου και αρετής. Ο πλατωνικός έρωτας έχει σαν τελικό σκοπό τη λύτρωση του ανθρώπου διά μέσου της γνώσης του κόσμου των ιδεών , ενώ κατά τη χριστ. αντίληψη « εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και αν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε τα όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω ουδέν ειμί » ( Α’ Επιστολή Παύλου προς Κορινθίους, ιγ’,1-2 ) (*3)
Όμως, παρ’ όλη τη διαφορά μεταξύ τους, κατά βάθος οδηγούν στο ίδιο τέρμα, τόσο η ανάβαση διαμέσου του Έρωτα, όσο και η συγκατάβαση διαμέσου της Αγάπης, αποσκοπούν στη λύτρωση και την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, « οδός άνω κάτω μίη ».
Στον μύθο μας η αγάπη των ρηγάδων της Θήβας έδρασε λυτρωτικά, τους αποδέσμευσε από τις γήινες ενσαρκώσεις, τοποθετώντας τους από το γήινο παλάτι στο υπερβατικό βασίλειο.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο απασχολεί το αίτημα της προέλευσης του Κόσμου και των όντων. Όλοι οι φιλόσοφοι παραδέχονται ότι τα πάντα προέρχονται από μίαν Αρχή. Όλες οι θρησκείες και τα αρχαία μυστήρια μας λένε ότι η Πρώτη Αρχή, από την οποία τα πάντα απέρρευσαν, είναι το Απόλυτο Ένα, ο Άγνωστος Θεός, ο Θείος Γνόφος, το ασύλληπτο και απερίγραπτο για την ανθρώπινη διάνοια ΕΝ ( Ένα ). Μέσα σ’ αυτό περιλαμβάνεται κάθε ύπαρξη του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Συμβολίζεται με το Μηδέν, δηλ. με περιφέρεια κύκλου χωρίς αρχή και τέλος. Είναι η κατάσταση της Ύπαρξης, που προηγήθηκε της Μονάδας, της Δυάδας και της Τριάδας, δηλ. η κατάσταση πριν από κάθε ύπαρξη, πριν από κάθε διαφοροποίηση, πριν από κάθε αρίθμηση. Το Απόλυτο είναι προγενέστερο κάθε έννοιας αριθμού, είναι ανώτερο κάθε προσδιορισμού. Η Μονάδα δεν πρέπει να συγχέεται με το Απόλυτο, γιατί αυτό ούτε προήλθε, ούτε γεννήθηκε από τη Μονάδα. Το Απόλυτο είναι απροσπέλαστο από την ανθρώπινη διάνοια, πριν από τον χρόνο και πέρα από το χώρο, ενώ η Μονάδα- Πατέρας είναι η αρχή της ατομικοποίησης, από την οποία άρχισε ο σχηματισμός του Κόσμου. Ο Αγ. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μας λέει: « Η ουσία του Θεού είναι το Άγιον των Αγίων, το οποίο παραμένει κρυφό ακόμη και στα Σεραφείμ ».
Ο Δαμάσκιος τονίζει: « Είτε γαρ μονάς και δυάς αόριστος και επί ταύταις τριάς, αύτη έστιν η νοητή όλη τριάς, ως Πυθαγόρειοι λέγουσι, προ τούτων αν είη το Έν…Εκείνο δε το Έν, ό προ μονάδος ο Πυθαγόρας ετίθετο, της αρρήτου Αρχής εστι σύμβολον ».

(*2). Ρητά μας αναφέρει ο Κύριος πως δεν μας αποκαλεί “δούλους”, όπως μας αποκαλούν οι λειτουργοί του, γιατί ο δούλος αποτελεί ένα άβουλο όργανο, και δεν γνωρίζει ποιό σκοπό και ποιό λόγο έχουν αυτά που κάνει ο κύριός του. Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε το θείο σχέδιο, και να συμμετέχουμε σ’ αυτό, αν είμαστε δούλοι; Ο Χριστός μας αποκαλεί “φίλους”, δηλ. συντρόφους στο κοσμικό σχέδιο. Είναι ο Θεός της αγάπης, που δείχνει κατανόηση στις αδυναμίες μας, που καρτερικά μας περιμένει να τινάξουμε από πάνω μας την λάσπη της πλάνης, να πλύνουμε από το πρόσωπό μας την σκόνη προσκόλλησης στα γήινα, να βγάλουμε τα βρώμικα ρούχα που λέρωναν τη ψυχή μας, να ντυθούμε καθαρά και λαμπερά πνευματικά ενδύματα και ως νυμφίοι να εισέλθουμε στο θείο νυμφώνα. Περιμένει τη δική μας ανταπόκριση στο κάλεσμά του. Εμείς δεν έχουμε, παρά να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει να του πούμε το “ναι”. Να αποταθούμε στο φίλο- Ιησού και να ζητήσουμε τη βοήθειά Του, σαν φίλοι, γιατί σαν φίλους μας αγαπά και δεν είναι απαιτητικός όπως ο κύριος από τους δούλους του. Δούλους μας θεωρούν οι δήθεν αντιπρόσωποί Του επί της γης, οι δεσπότες κι όχι επίσκοποι, γιατί στο όνομά Του ασκούν δυναστική εξουσία, εξουσιάζοντας πρώτα τη ψυχή μας, την οποία θεωρούν εκ των προτέρων αμαρτωλή, και μετά το σώμα μας, σαν πηγή της αμαρτίας. Υπερτονίζουν τις καθημερινές μας αδυναμίες, ενώ αυτοί διαπράττουν πολύ χειρότερα από εμάς, ώστε να μας έχουν κάτω από την εποπτεία τους, γεμίζοντάς μας ενοχές. Υπερφίαλοι από τον άμβωνα, εγωπαθείς, ασχολούμενοι με την προβολή τους, με κοσμικές κι όχι πνευματικές υποθέσεις, χωρίς να έχουν νιώσει την αγάπη για τον πλησίον, ούτε καν για τον πλησίον τους στην Ιερά Σύνοδο, επισείουν τον μπαμπούλα της κόλασης, χωρίς να σκεφτούν πως αυτοί θα είναι οι πρώτοι πελάτες της. Δυστυχώς έχουμε έλλειμμα αγάπης στην κορυφή της εκκλησίας, το βιώνουμε καθημερινά από τους ρασοφόρους-σταρς της T.V.
Φίλοι μου, ας απευθυνθούμε στο Θεό της καρδιάς μας και της κατανόησής μας, στον Ύψιστο Φίλο μας, κι όχι στο κακέκτυπο αντίγραφο του Ισραηλινού Ιεχωβά, που έχει υιοθετηθεί από τους λειτουργούς Του, και το οποίο ταιριάζει στην εξουσία τους.

(*3). Επειδή, κατά τη γνώμη μας, ο ύμνος της αγάπης αποτελεί ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα εδάφια της Κ. Διαθήκης, τον παραθέτουμε:
« Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.
Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,
ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν,
ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία.
Πάντα στέργει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.
Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Είτε δε προφητείαι καταργηθήσονται. Είτε γλώσσαι, παύσονται. Είτε γνώσις, καταργηθήσεται.
Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν.
Όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται.
Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην. Ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου.
Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον. Άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην.
Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. Μείζων δε τούτων η αγάπη ». ( απ. Παύλου Α’ επιστ. προς Κορινθίους, ιγ’ 1-13 ).



Δεν υπάρχουν σχόλια: