Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Αδερφέ μου Έλληνα πρέπει να διαλέξεις: τι θα είσαι, Ραγιάς ή Ζορμπάς;

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος.
Καιρός είναι να καθίσουμε και να σκεφτούμε πώς φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση. Και- δεν είναι κακό- να φιλοσοφήσουμε λίγο, βάζοντας το μυαλό σε άλλες ράγες. Το είχαμε στις ράγες με τη φανταχτερή ταμπέλα « υλιστική απόλαυση». Μα η διάνοιά μας είναι ο κλειδούρχος. Μπορεί με το κλειδί των ραγών να αλλάξει ράγες και να βάλει το τρενάκι του μυαλού στις ράγες με το μικρό ταμπελάκι «ολοκληρωμένος άνθρωπος». Πάνω απ’ όλα, όμως, ας σκεφτούμε, όπως έκανε ο καλαμαράς σύντροφος και εργοδότης του Ζορμπά, όταν το στήσιμο της επιχείρησης τινάχτηκε στον αέρα και βρέθηκε στη θέση που είμαστε εμείς τώρα:
[[ Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, έσβησα το λυχνάρι κι άρχισα να πάλι, κατά την άθλια απάνθρωπή μου συνήθεια, να μετατοπίζω την πραγματικότητα, να της αφαιρώ το αίμα, τη σάρκα, τα κόκαλα, να την καταντώ αφηρημένη ιδέα και να τη συναρτώ με γενικότατους νόμους, ωσότου να βγάλω το φρικαλέο συμπέρασμα πως ό,τι έγινε ήταν ανάγκη να γίνει. Ό,τι έγινε ήταν μέσα στο ρυθμό του κόσμου να γίνει, και πλουταίνει την αρμονία. Και να φτάσω τέλος στην αποτρόπαιη παρηγοριά: ό,τι έγινε, όχι μονάχα ήταν ανάγκη να γίνει παρά κι έπρεπε, ήταν σωστό να γίνει. ]]
Η δυτικοποίησή μας, δηλαδή ο πιθηκισμός του δυτικού τρόπου ζωής, μας έκανε να χάσουμε το δαιμόνιο της φυλής μας, τις ρίζες και τα πιστεύω μας και να μετατραπούμε σε λαπάδες προσανατολισμένους σε μπίζνες και χρήμα. Με τη διαφορά ότι αυτή η στροφή ενεργοποίησε την κατεργαριά, που- μιας και ζούμε στην εποχή των μεταλλάξεων- μεταλλάχτηκε σε λαμογιά. Η πονηριά για επιβίωση και η επινοητικότητα- η πολυτροπία του Οδυσσέα- έγινε επινόηση για παρανομία, αρκετές φορές κάτω από το πέπλο της νομιμοφάνειας.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ξεφύγαμε από αυτό που περιγράφει ο Ζορμπάς:
[[Γέλασε ο Ζορμπάς• δεν μπορούσε να κοιμηθεί, το μυαλό του ανέμιζε, όρθια φλόγα.
- Άιντα, μωρέ παππού μου! είπε σε λίγο, άιντε, κι ο Θεός ν’ αγιάσει τα κόκαλά σου! Ήταν μουρντάρης κι αυτός και καπετάν Ένας σαν και μένα- κι όμως είχε πάει ο θεομπαίχτης, στον Άγιο τάφο κι είχε γίνει χατζής. Ο Θεός ξέρει τι σκοπούς είχε. Όταν γύρισε στο χωριό, ένας κουμπάρος του, κατσικοκλέφτης κι αχαΐρευτος, του κάνει: “Αχ, μωρέ κουμπάρε, δε μου ‘φερες ένα κομμάτι τίμιο ξύλο από τον Άγιο Τάφο!” “- Πώς δε σου ΄φερα, κουμπάρε, είπε ο παμπόνηρος παππούς μου• εσένα να ξεχάσω; Έλα βράδυ σπίτι, φέρε και τον παπά να κάμει αγιασμό, να σου το παραδώσω. Φέρε και κανένα ψητό γουρουνάκι, φέρε και κρασί, για τα καλορίζικα!”
Γύρισε το βράδυ ο παππούς σπίτι, έκοψε από τη σαρακοφαγωμένη πόρτα του ένα κομμάτι ξύλο, τόσο δα, σαν ένα σπειρί ρύζι, το τύλιξε στο μπαμπάκι, έσταξε κι από πάνω του λίγο λάδι και περίμενε. Σε λίγο, να σου κι έρχεται ο κουμπάρος με τον παπά και με το γουρουνάκι. Έβαλε το πετραχήλι του ο παπάς, έκαμε τον αγιασμό, έγινε η παράδοση του τίμιου ξύλου, ρίχτηκαν στο γουρουνάκι. Ε λοιπόν, θα το πιστέψεις, αφεντικό; Προσκύνησε ο κουμπάρος το τίμιο ξύλο, το κρέμασε στο λαιμό του, κι από τότε έγινε άλλος άνθρωπος. Άλλαξε. Πήρε τα βουνά, έσμιξε με τους αρματωλούς και κλέφτες, έκαιγε τούρκικα χωριά, χιμούσε μέσα στα βόλια, ατρόμητος. Γιατί να τρομάξει; Είχε απάνω του το τίμιο ξύλο, μολύβι δεν τον έπιανε.
Έσκασε ο Ζορμπάς στα γέλια.
- Όλα είναι ιδέα, είπε. Πιστεύεις; Μια σκλήθρα παλιόπορτα γίνεται τίμιο ξύλο• δεν πιστεύεις; αλάκερος ο Τίμιος Σταυρός γίνεται παλιόπορτα. ]]
Η πίστη του νεοέλληνα στο χρήμα και στην εύκολη ζωή του στέρησαν την πίστη σε διάφορα συμβολικά τίμια ξύλα. Που μπορεί να ήσαν σαν τη σκλήθρα της παλιόπορτας, αλλά ικανά να τον εμπνέουν, να τους δίνουν όραμα και να τον κάνουν ατρόμητο. Η ιδεολογική μετατόπιση προς τα γήινα του στέρησε την παρορμητικότητα και την ανθρωπιά. Γίναμε ιδιοτελείς και συμφεροντολόγοι. «Σκοτώναμε»- το σκοτώναμε σε εισαγωγικά γιατί δεν ήταν ανάγκη να έχουμε μαχαίρι ή κουμπούρι- τον συνάδελφό μας για να φανούμε εμείς. Η συκοφαντία, η ιδιοτέλεια γινήκανε καθημερινή μας πράξη. Κι ενώ βλέπαμε την αδικία, αποστρέφαμε το βλέμμα μας. Τουλάχιστον ο Ζορμπάς σκότωνε για ένα σκοπό. Κι όταν είδε το αποτέλεσμα της πράξης του φρόντισε να το επανορθώσει, όσο μπορούσε. Και μετά έτρεξε από ντροπή… Γιατί είχε τσίπα! Αυτό φαίνεται στο απόσπασμα που ακολουθεί:
[[ Πήρα λοιπόν το τουφέκι μου και δρόμο! Μπήκα στ’ αντάρτικα, κομιτατζής. Μια μέρα. Κατά το σούρουπο, τρύπωξα σ’ ένα βουλγάρικο χωριό και κρύφτηκα σ’ ένα σταύλο. Μέσα στο ίδιο το σπίτι του Βούλγαρου του παπά, άγριου αιμοβόρου κομιτατζή. Έβγαζε τη νύχτα τα ράσα, φορούσε τσοπάνικα, έπιανε τ’ άρματα και τραβούσε κατά τα ελληνικά χωριά• το πρωί γύριζε πίσω, ξημερώματα, πλένουνταν από τις λάσπες και τα αίματα κι έμπαινε στη λειτουργιά. Τις μέρες εκείνες είχε σκοτώσει έναν Έλληνα δάσκαλο, απάνω στο στρώμα του, την ώρα που κοιμόταν. Μπήκα λοιπόν στο στάβλο του παπά και περίμενα. Ξάπλωσα τα πίστομα απάνω στην κοπριά, πίσω από τα δυο βόδια, και περίμενα. Όπου το βράδυ να σου και μπαίνει ο παπάς να ταΐσει τα ζωντανά του• πέφτω απάνω του και τον σφάζω σαν αρνί. Του ‘κοψα τ’ αφτιά και τα πήρα• έκανα, βλέπεις, συλλογή βουλγάρικα αυτιά• πήρα λοιπόν τ’ αυτιά του παπά κι έφυγα.
Σε λίγες μέρες έμπαινα πάλι στο ίδιο χωριό, μέρα μεσημέρι, κι έκανα τάχατε τον πραματευτή• είχα αφήσει στο βουνό τ’ άρματά μου και μπήκα στο χωριό ν’ αγοράσω ψωμί, αλάτι και τσαρούχια για τα παλικάρια. Όπου, απόξω από ένα σπίτι, βλέπω πέντε μαυροφορεμένα ξυπόλυτα παιδιά που κρατιούνταν χέρι χέρι και ζητιάνευαν. Τρία κοριτσάκια και δυο αγοράκια• το μεγαλύτερο θα ‘ταν ως δέκα χρονών• το μικρότερο ήταν ακόμα μωρό και το κρατούσε στην αγκαλιά της η πρωτοκόρη και το φιλούσε και το χάδευε να μην κλαίει. Δεν ξέρω πώς, Θεού φώτιση, μου ‘ρθε κα τα ζύγωσα:
- Ποιανού είστε, βρε παιδιά; τα ρωτώ βουλγάρικα.
Το μεγαλύτερο αγόρι σήκωσε το μικρό του κεφαλάκι:
- Του παπά, αποκρίθηκε, που έσφαξαν προχθές στο στάβλο.
Τα μάτια μου θόλωσαν• η γης στριφογύρισε σα μυλόπετρα• ακούμπησα στον τοίχο, η γης στάθηκε.
- Ζυγώστε, βρε παιδιά! είπα• ελάτε κοντά μου.
Έβγαλα από το σελάχι μου τη σακούλα, γεμάτη λίρες τούρκικες και μερτζίτια, γονάτισα κάτω, τ’ άδειασα καταγής.
- Να, πάρτε, φώναξα, πάρτε! πάρτε!
Τα παιδιά ρίχτηκαν χάμω και μάζευαν με τα χεράκια τους τα μερτζίτια και τις λίρες.
- Δικά σας, δικά σας! φώναξα• πάρτε τα!
Αφήκα και το πανέρι μου με τις πραμάτειες.
- Όλα δικά σας, πάρτε τα!
Κι ευτύς το ‘βαλα στα πόδια• βγήκα από το χωριό… κι έτρεχα… έτρεχα… ]]
Ο Ζορμπάς αγωνίστηκε για να μεγαλώσει την Ελλάδα, να ελευθερώσει τόπους που είχαν καταλάβει οι γειτονικοί λαοί. Οι πολιτικοί μας σήμερα εκτός από την εκχώρηση της διοίκησης της χώρας σε ξένα κέντρα, εκχωρούν και εδάφη. Αλωνίζουν στη Θράκη οι Τούρκοι. Τα σύνορα της Ελλάδας, όπως λένε οι πληροφορίες από το εξωτερικό, θα είναι από τον Όλυμπο και κάτω, ενώ τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου θα πάψουν να είναι ελληνικά. Δεν γνωρίζουμε αν θα μας ανήκει και η Κρήτη, γιατί γύρω απ’ αυτήν θα παιχτεί το ενεργειακό παιγνίδι των επόμενων δεκαετιών. Και οι πολιτικοί μας απλά παρακολουθούν, γιατί στην παγκοσμιοποίηση, που πρεσβεύουν, τα έθνη δεν υφίστανται.
«Όταν λέμε παγκοσμιοποίηση εννοούμε παγκοσμιοποίηση χωρίς κανένα όριο!» είπε ο «πάρτε τα όλα, δανειστές μας» υπουργός εκχώρησης του εθνικού μας πλούτου Στουρνάρας. Για να συμπληρώσει όσα είχε πει ο πρωθυπουργός υλοποίησης των σχεδίων της Νέας Τάξης: «Χρειαζόμαστε μία παγκόσμια διακυβέρνηση, μία παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση και γρήγορα», ο ελάχιστος των ελαχίστων GAP- επί το ελληνικότερον Γιωργάκης Παπανδρέου, το τοποτηρητής των Εβραιοαμερικανικών συμφερόντων στην Ευρώπη και πολιορκητικός κριός κατά της Ε.Ε. Για να αντιληφθούμε τον πατριωτισμό αυτών που μας κυβερνούν, να θυμίσουμε πως ο Στουρνάρας, ερωτώμενος αν η Ελλάδα θα είχε πρόβλημα να πουλήσει τομείς της χώρας στην Τουρκία, απάντησε ότι κατά την άποψή του δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Οι άνθρωποι αυτοί βλέπουν μόνο το σήμερα και τον εαυτό τους. Απέχουν παρασάγγας από τον παππούλη, που αναφέρει το απόσπασμα:
[[ Να, μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονώ φύτευε μια μυγδαλιά. «Έ, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις;» Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: «Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος»! ]]
Ο Έλληνας είναι ανάγκη, σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της ιστορίας του, να στηριχτεί στις δυνάμεις του και στις δυνατότητές του. Κυρίως, όμως να απαλλαγεί από τα καρκινώματα, νοοτροπίας και πολιτικά. Το υπάρχον πολιτικό σύστημα είναι σαθρό, μια γάγγραινα που θέλει να σαπίσει τον ελληνικό κορμό. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, γιατί οι πολιτικοί- που μαθήτευσαν σε πολιτικές σχολές αδιαφάνειας, ψεύτικων υποσχέσεων, ρουσφετιού και υπόγειων διασυνδέσεων- βαρύνονται με βαρύτατο προπατορικό αμάρτημα. Όλοι άμεσα ή έμμεσα έχουν βάλει την υπογραφή τους σε δύο μνημόνια υποτέλειας και αφανισμού του λαού. Ακόμη κι αυτοί που δεν τα ψήφισαν, είχαν την επιλογή να μην περάσουν. Οι δήθεν αντιστασιακοί των μνημονίων μπορούσαν να παραιτηθούν ομαδικά και να οδηγήσουν τη χώρα σε εκλογές για να αποφανθεί ο λαός, κι όχι οι βουλευτές, αν επιθυμεί τις μνημονιακές παραχωρήσεις και δεσμεύσεις, κατ’ επέκταση να βρεθεί στην ανεργία και να παραχωρήσει την εθνική ανεξαρτησία!
Απορούμε τι κάνουν οι ακαδημαϊκοί και οι πανεπιστημιακοί, τι κάνει η πνευματική τάξη της πατρίδας μας. Μα, κυρίως, απορούμε για την απραξία των νέων. Των νέων που, ως ριψάσπιδες, αντί να μείνουν και να αγωνιστούν στη χώρα τους, φεύγουν στο εξωτερικό. Ίσως να φταίει ο δικός μας μοντερνισμός- η λανθασμένη αριστερίστικη νοοτροπία μας- που δεν μιλούσαμε για έθνος και πατρίδα για να μη μας χαρακτηρίσουν οι απαίδευτοι εθνικιστές.
Ανασύνταξη απαιτείται. Πρωτοβουλίες από εκείνους που γνωρίζουν και μπορούν. Αποκόλληση από τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις, γιατί πρέπει να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό. Έχουν τόσα πολλά άπλυτα τα τωρινά κόμματα, που ακόμη και η κόπρος του Αυγεία είναι ένας μικρός σωρός μπροστά στην κόπρο των κομμάτων. Επιπλέον είναι δέσμια διαφόρων συμφερόντων και εκβιάζονται να βαδίσουν προς την κατεύθυνση της υποδούλωσης της χώρας. Που σημαίνει ότι όσο μένουμε στην υπάρχουσα βουλή, η εξάρτηση της χώρας από ξένα κέντρα και η εξαθλίωση των Ελλήνων αποτελούν μια μαθηματική βεβαιότητα. Γι’ αυτό πρέπει να στραφούμε σε εντελώς νέα πολιτικά σχήματα, έστω κι αν αμφιβάλουμε. Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε. Τι έχουμε να χάσουμε; Το πολύ- πολύ να χάσουμε τις αλυσίδες της εξάρτησης και τον διεθνή ευτελισμό μας. Εμπιστοσύνη λοιπόν σε νέα κινήματα, όπως έδειξε εμπιστοσύνη ο καλαμαράς στον Ζορμπά:
[[ Ο Ζορμπάς άπλωσε το ζαρωμένο λαιμό.
- Έχεις εμπιστοσύνη σε μένα, αφεντικό; ρώτησε με αγωνία και με στύλωσε κατάματα.
- Έχω, Ζορμπά, του αποκρίθηκα. Ό,τι κι αν κάνεις, δεν μπορείς να πέσεις έξω• και να θες, δεν μπορείς να πέσεις έξω. Είσαι σαν ένα λιοντάρι, να πούμε, ή σαν λύκος• τα θεριά αυτά ποτέ δε φέρονται σαν πρόβατα ή σα γαϊδούρια, δεν ξεστρατίζουν ποτέ από τη φύση τους• έτσι κι εσύ: Ζορμπάς, από την κορφή ως τα νύχια. ]]
Μόνο οι ραγιάδες από φόβο μένουν στα ίδια, δηλαδή στις αλυσίδες τους. Όσοι δε θέλουν να είναι ραγιάδες, παρά Ζορμπάδες, λένε όπως ο Αλέξης:
[[Όταν ήμουν μικρό παιδί, κιντύνεψα να πέσω στο πηγάδι• όταν μεγάλωσα, κιντύνεψα να πέσω στη λέξη «αιωνιότητα»• και σε κάμποσες άλλες λέξεις ακόμα: «έρωτας», «ελπίδα», «πατρίδα», «Θεός». Κάθε χρόνο μου φαίνουνταν πως γλίτωνα, και προχωρούσα. Δεν προχωρούσα• άλλαζα μονάχα λέξη, κι αυτό το ‘λεγα λυτρωμό. ]]
Κι ο πιο μεγάλος λυτρωμός θε να ‘ναι να λυτρωθούμε από όσους υπόσχονται να μας λυτρώσουν. Να δείξουμε εμπιστοσύνη σε κείνους μόνον που θα θελήσουν να δουλέψουν. Σε όσους έχουν τη μαχητικότητα του Ζορμπά:
[[ Μετρούσε ο Ζορμπάς, υπολόγιζε, έδινε διαταγές, μήτε έφαε, μήτε κάπνισε, μήτε ανάσανε όλη μέρα. Παραδίνουνταν αλάκερος στη δουλειά του.
- Οι μισές δουλειές, μου ‘λεγε κάποτε, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο. ]]
Γι’ αυτό και στην Αποκάλυψη αναφέρεται: «Ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω εμέσαι εκ του στόματός μου.» Το να σε ξεράσει ο Θεός, σημαίνει ότι πολύ σε σιχάθηκε, κακόμοιρε ραγιά, γιατί κατάντησες από εικόνα Του ένα σιχαμερό σκουλήκι.
«Οι καιροί ου μενετοί» λέγανε οι πρόγονοί μας. Οι δοσίλογοι της πολιτικής ετοιμάζονται να υπογράψουν και τρίτο μνημόνιο. Βιάζονται για τα ενεργειακά παιγνίδια στην Ανατ. Μεσόγειο. Το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο της χώρας μας- ικανά να μας κάνουν χώρα παράδεισο και να δώσουν τεράστια ώθηση ευημερίας στο λαό μας- παραχωρούνται ερήμην του λαού, τον οποίο σκόπιμα εξαπατούν πως τα κοιτάσματα είναι μη εκμεταλλεύσιμα. Η Ελλάδα μαζί με το λαό της ξεπουλήθηκαν με βάση ένα καλομελετημένο σχέδιο. Για την οικονομική ελίτ και τους ντόπιους υπηρέτες τους θεωρούμαστε αναλώσιμες μονάδες. Θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια; Θα πούμε «σφάξτε μας αγάδες μας να αγιάσουμε»;
Ο καλαμαράς του Ζορμπά κάπου στοχάζεται:
[[ Τώρα μονάχα το καταλαβαίνω, γιατί το ζω, το παμπάλαιο ρητό της Χρηστομάθειας: ευτυχία θα πει να κάνεις το χρέος σου. Κι όσο πιο δύσκολο το χρέος, τόσο πιο μεγάλη η ευτυχία…]]
Το ίδιο πρέπει να στοχαστούμε κι εμείς. Έχουμε μπροστά μας ένα χρέος. Κι αν η συνείδησή μας έχει τόσο πολύ αμβλυνθεί ώστε να μη θέλουμε να χαρακτηριστούμε ως εθνικόφρονες- ενώ απεναντίας θα έπρεπε να καμαρώνουμε για την πατρίδα μας και το έθνος μας- τουλάχιστον ας το κάνουμε για τα παιδιά μας. Να σταθούμε μπροστά στον καθρέφτη και να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: Διάλεξε, τι θα είσαι, ραγιάς ή Ζορμπάς; Κι ανάλογα να πράξουμε…
Ο Κ. Καβάφης έχει πει: «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε.» Και να έχουμε κατά νου- στην εκλογή μας ή στην απραξία μας- κάτι που προκύπτει από την Κόλαση του Δάντη, όπως αναφέρει ο Αμερικάνος συγγραφέας Dan Brown στο τελευταίο μυθιστόρημά του “Inferno”: «Οι πιο σκοτεινές γωνίες στην Κόλαση είναι φυλαγμένες για εκείνους που διατηρούν την ουδετερότητά τους σε εποχές ηθικής κρίσης»…

Δεν υπάρχουν σχόλια: