Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ο Ταμήλος τροχονόμος

“Ούτις”

«Χι, χάι, ρααα. Ρουβουλάτ’, ρα ζαγάρια. Τι στακάτι ικί στου φανάρ’; Ουρε, πηλαλάτι σιαπάν. Σα μπλάρια πάτι. Ιδώ, ρα, κατακεί π’ δείχν’ η Μχάλς. Όχ απ’ ‘κει, μαρή καραγκ(ου)να. Προυβάτ’ ίσι; Γρήγουρα, γρήγουρα, να βλέπου γκάζια και τα μπλάρια να ουρμάνι στην άσφαλτου. Ιμπρός, ρα, ρουβουλάτι…»
Δεν είναι γλώσσα σουαχίλι, καρντάσια μου. Είναι τα παραγγέλματα που έδινε ο Μιχάλας ο Ταμήλος (η Μχάλς η Ταμήλους) την Παρασκευή στη λεωφόρο Συγγρού. Καθότι σκυλοβαρέθηκε το ρόλο του οσφυοκάμπτη βουλευτή και θέλησε να το παίξει τροχονόμος! Έλα αιδοίον στον τόπο σου, θα πείτε. Αυτός είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως- την πέταξα την ελληνικούρα μου, εεε, και σας έσκισα σαν τρίφυλλες κουρελούδες. Εδώ δε γούσταρε να μάθει υδρογεωλόγος- τι ήταν, ντε, επιστήμονας καθηγητής;- αφού τον πλέρωναν για μια σύγκλιση το μήνα. Μόνο οι μινάρες δουλεύουν χωρίς να τα παίρνουν. Κι ο Ταμήλος από την εποχή που ήταν βλαχοδήμαρχος στα Τρίκαλα στα δυο στενά, όπου τεζάρανε τον σακαφλιά, ούλα τα έκανε βάζοντας στου πουγκί το κατιτίς. Έτσι, ρε παιδί μου, για τα γεράματα. Γιατίς αυτούνος ο Στουρνάρας- το χαϊδεμένο γιουσουφάκι του Σόιμπλε- μπορεί να μην άφηνε στο τέλος σύνταξη για σύνταξη. Ακόμη και στους βολευτάδες που είχαν το πεπόνι, είχαν και το μαυρομάνικο μαχαίρι. Ναι, που λέτε. Ο Ταμήλος τροχονόμος! Πού έμαθε τροχονόμος, θα μου πείτε- και με το δίκιο σας- και μάλιστα τζάμπα; Κι όταν λέμε τζάμπα, εννοούμε τζάμπα ντιπ για ντιπ. Επειδή, ρε καρντάσια, όταν πήγαινα για μάγος με κόψανε στα μαντικά, εδώ έχω βαθιά μεσάνυχτα. Και θα κάνω τάμα στον Άι Φανούρη- μεγάλη η χάρη του- μια λαμπάδα ίσα με τη γκλίτσα του Μιχαλάκη, του νεόκοπου τροχονόμου, να μου φανερώσει πώς έμαθε ο Ταμήλος από το να βαράει στρούγκα, να ρυθμίζει την κυκλοφορία. Γιατίς άλλο σαλάγατα τα γίδια και τα πρόβατα, κι άλλο να ρυθμίζεις την κίνηση σε Καγιέν, Μερσεντές, Φεράρι, Μπέμπες, Λότους και τα λοιπά φτηνά οχήματα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους. Ναι, μηηηηη.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Έχουμε, ρε π@ύστη μου, κάτι μπουμπούκια εκπροσώπους μας στη βουλή, κάτι μπουμπουκομπούμπουκα , που ζουλάω την κούτρα μου να καταλάβω αν τη στιγμή που βρισκόμαστε ενώπιος ενωπίω στο σκατόκουτο, που το λένε κάλπη, μας πιάνει οξεία μαλακίτιδα ή λοιμώδης ρουσφετοφρενίτιδα. Γιατί αλλιώς, που να με πάρει ο βελζεβούλης, δε μπορώ να εξηγήσω πώς ο Ταμήλος ο μπουρτζόβλαχος, η Ρεπούση ο οθωμανολάγνα, ο Άδωνης ο τηλεπλασιέ, ο Γιακουμάτος το ξυλάγγουρο, ο Βορίδης ο τραμπουκοτσεκουράτος, η Τζανή η βαρονοσαρακατσάνα, ο Βενιζέλος ο μπε-εμ-βε-θωρακοχυρωμένος, ο Κουράκης ο ποιητής του αιδοίου, και όλοι οι λοιποί φελλοί, πώς μας εκπροσωπούν στο ναό της δημοκρατίας. Ίσως γι’ αυτό και να τον έκαναν οίκο φασκελώματος από το ελληνικό πόπολο.
Έλαχε, το λοιπόν, μια μέρα που ο Μιχάλας ήταν βιαστικός. Το βράδυ είχε φάει λίγο κοκορέτσι και το κατιτίς από σπληνάντερο στα βλάχικα στη Βάρη. Όχι μπόλικο, ρε καρντάσια. Τρεις μερίδες μερακλίτικες κοκορέτσιο και δύο σπληνάντερο με ένα δάχτυλο λίπα. Και το πρωί ξύπνησε στο ξενοδοχείο με κάτι ενοχλησούλες στο άντερο. Σε όλο, που να πάρει ο βελζεβούλης, από το δωδεκαδάχτυλο μέχρι τον πρωκτό. Μπορεί ο Ταμήλος να μην κάτεχε από υδρογεωλογία, αλλά ήταν εξευγενισμένος Τρικαλινός. Α πα πα! Δεν τον έλεγε κώλο. Τον έλεγε πρωκτό. Γουργούριζαν, το λοιπόν, τα άντερα και ο πρωκτός του σφύριζε σαν παλιά μπουρού εργοστασίου του 19ου αιώνα. Και το φυσικό αέριο εφάμιλλο αυτού που έβγαλαν με τη γεώτρηση στην Κύπρο. Καθώς με το αυτοκίνητο βρισκόταν στη Βούρβαχη, του ήρθε να ανακουφιστεί . Πάνω που πήγε να σανιδώσει το αυτοκίνητο, για να φτάσει γρήγορα στο ξενοδοχείο, να ‘σου το μποτιλιάρισμα Συγγρού και Βούρβαχη. «Φτου σου, ρε π@ούστη», είπε ο Μιχάλας, «θα μου φύγει το κωλάντερο μαζί με το περιεχόμενο.»
Μια ξανθιά ύπαρξη με στολή τροχονόμου ίδρωνε να ρυθμίσει τα αρύθμιστα, υπακούοντας στις εντολές των ανωτέρων της και έδινε προτεραιότητα στο ρεύμα της Συγγρού. Και τότες, πιεσμένος από το περιεχόμενο του άντερου ο Ταμήλος, απαίτησε να τον αφήσει να περάσει. Τι σκατά βουλευτής ήταν; Οι βουλευτές δεν είναι κοινοί ανθρώποι. Έχουν το άσυλό τους, τα προνόμιά τους και όλα όσα είχαν τα παλιά χρόνια οι γαλαζοαίματοι κι ακόμη παραπάνω. Αλλά οι βασιλιάδες ήταν φαύλοι και τους αντικαταστήσαμε με ακόμη χειρότερους… Η κοπελίτσα όμως τη δουλειά της. Καταπώς όριζε η τρόικα. Τζοχαδιάστηκε η Μχάλς και τον έπιασε το τρικαλινό. «Άι, ρα, του τσόκαρου. Πώς μπόρσε ν’ αγνουήσ’ ιμένα, του Ταμήλου;» Την έπιασε από το μπράτσο και τζοχαδιασμένος, σα να έδινε προσταγές στους υπαλλήλοι του δήμου Τρικάλων, όταν τον είχαν βγάλει οι Θεσσαλοί βλαχοδήμαρχο- μου άρεσε η έκφραση από τότε που την είπε ο Αλέξης, ο τότε καταληψηκιάκιας και σήμερα υποψήφιος πρωθυπουργός- και ζητούσε να αγνοήσει τις εντολές των ανωτέρων της και να υπακούσει στις δικές του προσταγές. Εμ, τι; Κοτζάμ βολευτής ήταν από Τρίκαλο μεριά. Δεν ήταν πιρπιτσόλι. Είχε κάνει και τον παλικαρά κανά δυο φορές πως δε θα ψηφίσει τα μνημονιακά μέτρα που έφερνε το κόμμα του στη βουλή, αλλά μετά έγινε κότα λιράτη. Τι στο διάολο, να χάσει τα τυχερά του από βολευτής και να φάει διαγραφή μέσα στην κρίση; Βλάχος ήταν. Μαλ@κας δεν ήταν.
Κάτω από την πίεση του περιεχόμενου του άντερου, του ήρθε η φλασιά να γίνει τροχονόμος στη θέση της τροχονόμου.
Και ο έξαλλος Ταμήλος πρόσταζε τους οδηγούς της Βούρβαχη να αγνοήσουν την κοπελίτσα και να περάσουν. Αμ πώς! Άματις, πολί μο, η ξανθόψειρα δεν κατέχει τη δουλειά της, ο βουλευτής μπαίνει στη δούλεψη του πόπολο. Και τότες, ρε π@ύστη μου, μπήκε στη μέση ένας πολίτης- και μπράβο του, καρντάσια μου- και κατά το ρεπορτάζ έγινε ο παρακάτω διάλογος:
« -Άσε ήσυχη την κοπέλα, ρε.
-Εσύ τι ανακατεύεσαι; Είμαι Βουλευτής και δεν με αφήνει να περάσω.
-Άσε την κοπέλα να κάνει τη δουλειά της σου είπα, οι άλλοι που δεν μιλάνε τι είναι, μαλάκες;
-Εγώ είμαι Βουλευτής, οι άλλοι δεν έχουν ασυλία, γι’ αυτό δεν μιλάνε.
-Και εγώ είμαι πολίτης και πληρώνω και εσένα και αυτή και θέλω να την αφήσεις να κάνει τη δουλειά της.
-Είσαι κορόιδο.»
Ναι, καρντάσια μου, ο μπουρτζόβλαχος ήταν βουλευτής και είχε ασυλία! Οι υπόλοιποι πολίτες ήσαν μαλάκες γιατί δεν είχαν ασυλία. Το λαμόγιο, που είχε κάνει του κόσμου τις παρανομίες σαν δήμαρχος, ήταν κι εξυπνάκιας. Ενώ εμείς, που μας ξεζουμίζουν για να πληρώνεται χωρίς περικοπές αυτός και οι όμοιοί του, είμαστε τα κορόιδα. Αυτό είναι το ήθος και η νοοτροπία των ανθρώπων που βρίσκονται στη βουλή. Ο Ταμήλος ψηφίστηκε στον ίδιο νομό που παλιά ψηφίζανε τον Ταλιαδούρο κι όταν αυτός γέρασε και αποσύρθηκε από την πολιτική έδωσε το δαχτυλίδι της διαδοχής στο γιο του. Στη διαθήκη του, του άφησε 10 χιλιάδες βόδια πεδινά και 10 χιλιάδες βόδια ορεινά, τους ψηφοφόρους του. Αδέρφια, τον Ταμήλο και τους λοιπούς, τη Ρεπούση, τον Άδωνη, τον Βορίδη, τον Μεϊμαράκη, τον Βουλγαράκη, τον Άκη, τον Παπακωνσταντίνου, τον Βενιζέλο, τον Γεωργάκη, τον Σαμαρά, τον Λοβέρδο, τον Τατσόπουλο, τον Παναγιώταρο και τα υπόλοιπα μπουμπούκια, μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός 300, εμείς τα βόδια τους ψηφίζουμε, είτε είμαστε πεδινά, είτε ορεινά. Και μετά τα βόδια αναρωτιόνται πώς φτάσαμε στην σημερινή κρίση και γιατί η ανεργία εκτοξεύτηκε στα ύψη σαν να ήταν σπούτνικ…

Δεν υπάρχουν σχόλια: