Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Ο μαινόμενος Ηρακλής

[[ δαμ- ων ]]

B΄ μέρος

Μόνος του- μετά το φόνο των παιδιών του και της γυναίκας του- επιζητεί τον θάνατο ο Ηρακλής σαν εξιλέωση. Δεν φοβάται το θάνατο. Θέλει να πέσει από έναν γκρεμό ή να τρυπήσει με ξίφος το συκώτι του για να πληρώσει το ανοσιούργημά του.
Στη συνέχεια ο Ευριπίδης σε στιχομυθία Θησέα – Αμφιτρύωνα εξηγεί το λόγο για τον οποίο ο Ηρακλής σκέπασε το κεφάλι του:
« ΘΗ.: Άαχ• έτσι κακότυχος ποιος άλλος είναι;
ΑΜ.: Κανένα δε θα βρεις απ’ τους θνητούς
πιο πολυπλάνητο απ’ αυτόν
και πιότερα να ’χει τραβήξει βάσανα.
ΘΗ.: Γιατί το άθλιο κεφάλι του σκεπάζει;
ΑΜ.: Ντρέπεται ν’ αντικρίσει εσένα,
το συγγενή και φίλο του,
και το αίμα των παιδιών του που ’χει σφάξει.
ΘΗ.: Ξεσκέπασ’ τον, ήρθα μαζί του να πονέσω.
ΑΜ.: Παιδί μου, βγάλε απ’ την όψη σου τον πέπλο•
πέταξέ τον κι αντίκρισε τον ήλιο.
Είναι βαρύ να πολεμάς τα δάκρυά σου… » ( Ευριπίδης, “Ηρακλής μαινόμενος”, 1195- 1206 )
O φίλος από την Αθήνα γνωρίζει πως τα βάσανα είναι το καμίνι που μαλακώνει την σαν σίδερο αδάμαστη ψυχή κα οι συμφορές το αμόνι, όπου το πνεύμα κατεργάζεται την ψυχή. Γνώρισε κι αυτός πολλά κι έμαθε η ψυχή του. Λέει, λοιπόν: « όστις ευγενής βροτών, φέρει τα γ’ εκ θεών πτώματ’ ουδ’ αναίνεται » [ μετάφρ.: όποιος ευγενική έχει φύση, δεν αρνιέται χτυπήματα θεϊκά, αλλά τα υπομένει ]. Γιατί αυτά τα χτυπήματα σαν το ματσακόνι βγάζουν από πάνω μας τη σκουριά και μας καθαρίζουν.
Σαν καλός φίλος γκαρδιώνει τον Θηβαίο φίλο του και τον αποτρέπει από το να σκέφτεται να δώσει τέλος στη ζωή του. Του λέει: « ουκ αν σ’ ανάσχοιθ’ Ελλάς αμαθία θανείν » [ μετάφρ.: θα σ’ εμποδίσει να χαθείς ανόητα η Ελλάδα ].


Η συνέχεια >>> εδώ …

Αναθάρρησε από του φίλου τα λόγια ο διογενής ήρωας και μοιράζεται τον προβληματισμό του με τον Θησέα:
« Κι αφού τη σκύλα σκότωσα, την Ύδρα
την πολυκέφαλη που οι κεφαλές της
ξαναφυτρώναν κι άλλους μόχθους
κοπαδιαστούς ξεπέρασα, στον Άδη
με προσταγές του Ευρυσθέα επήγα
να φέρω απ’ τους νεκρούς στο φως απάνω
τον τρικέφαλο σκύλο, το φρουρό τους.
Και τούτος άθλος μου στερνός του δόλιου,
το φόνο των παιδιών στο σπιτικό μου
στέγη τον έβαλα στις δυστυχίες.
Κι έχω φτάσει σ’ αυτή τη δυσκολία•
ανόσιο είναι πια να ζω στη Θήβα
την ακριβή μου• κι αν εδώ θα μείνω,
σε ποιο ναό θα πάω, σε ποιων φίλων
τη συντροφιά; Κανείς για την κατάρα
που σέρνω δε θα μου μιλάει. Στ’ Άργος
να ’ρθώ; Μα πώς, αφού από την πατρίδα
με διώχνουνε; Να πάω σ’ άλλη πόλη;
Θα με λοξοκοιτούν καθώς θα ξέρουν
τι έκανα και με φαρμακωμένη γλώσσα
θα λεν πικρά: « Δεν είναι ο γιος του Δία,
φονιάς της γυναίκας και των παιδιών του;
Δε θα τον διώξουν από δω να φύγει; »
Φέρνουνε θλίψη οι αλλαγές της τύχης
στον άνθρωπο, που μια φορά τον λέγαν
ευτυχισμένο• μα όποιος έχει πάντα
στη δυστυχία συνηθίσει, δεν πονάει.
Θαρρώ σε τέτοια συμφορά θα φτάσω•
Φωνή θα βγάλει η γη και δε θ’ αφήνει
να την αγγίξω και το πέλαο πάλι
και τα ποτάμια να μην περάσω•
θα μοιάσω στον Ιξίονα που δεμένος
απάνω σε τροχό στριφογυρίζει.
Δεν είναι αυτά ωραία να τα βλέπουν
οι Έλληνες που ανάμεσά τους ήμουν
περίσσια ευτυχισμένος. Γιατί πρέπει
λοιπόν να ζω; Το κέρδος μου πιο θα ’ναι
μιαν άχρηστη ζωή κι ανόσια να ’χω;
Ας χορεύει η πολυξάκουστη γυναίκα
του Δία τον Όλυμπο βροντοκοπώντας
με τα σανδάλια της. Το θέλημά της
το έκανε που τόσο λαχταρούσε,
γκρεμίζοντας τον πρώτο της Ελλάδας
λεβέντη και το σπίτι του απ’ τη ρίζα. » ( Ευριπίδης, “Ηρακλής μαινόμενος” 1274-1307 )
Οι φίλοι είναι για να παραστέκονται στις δύσκολες στιγμές των φίλων. Έτσι ο Θησέας δίνει λύση στον προβληματισμό του Ηρακλή:
« Φύγε απ’ τη Θήβα όπως προστάζει ο νόμος
κι ακλούθα με στην πόλη της Παλλάδας.
Εκεί απ’ το μίασμα θα σ’ εξαγνίσω,
παλάτι θα σου δώσω κι ένα μέρος
από το βιός μου. Κι όσα απ’ τους πολίτες
δώρα μου μένουν που μου τα ’χαν δώσει,
της Κνωσού όταν σκότωσα τον ταύρο
σώζοντας τα δεκατέσσερα παιδιά τους,
θα στα χαρίσω. Παντού στη χώρα υπάρχουν
ξέχωρα για τη χάρη μου χωράφια•
αυτά από δω και πέρα θα τα λένε
δικά σου όσο θα ζεις• όταν πεθάνεις
και πας στον Άδη, τότε με θυσίες
και πέτρινους βωμούς των Αθηναίων
η πόλη ολάκερη θα σε τιμήσει… » ( Ευριπίδης, “Ηρακλής μαινόμενος” 1322-1333 )
Πείστηκε ο ροπαλοφόρος Ηρακλής. Δεν τον χωρά ο τόπος να μείνει πια στη Θήβα. Η αυτοεξορία θα τον κάνει να λησμονήσει το κακό που έκανε στην οικογένειά του. Θρηνεί τους σκοτωμένους και δίνει για το θάψιμο εντολές στο δύστυχο πατέρα του:
« Γέροντα, βλέπεις το φευγιό μου, βλέπεις
εμένα το φονιά των γιών μου• θάψ’ τους,
τίμησέ τους με θρήνους, στόλισέ τους
- εμένα μ’ εμποδίζει ο νόμος- βάλ’ τους
στην αγκαλιά της μάνας τους, απάνω
στα στήθη της, δύσμοιρη συντροφιά της,
που τη σκότωσα ο δόλιος άθελά μου.
Σα θάψεις τους νεκρούς, εδώ στην πόλη
να μείνεις άθλια ζώντας, όμως κάνε
καρδιά βοηθώντας με στις δυστυχίες.
Ω! τέκνα μου, σας γέννησα ο πατέρας
εγώ και σας αφάνισα, κανένα
δεν είδατε καλό από τα δικά μου
τα έργα που ετοίμαζα μοχθώντας
για σας, όνομα δοξασμένο, ωραία
χαρά του γονιού. Κι εσέ, δυστυχισμένη,
σε σκότωσα άδικα που μου κρατούσες
ανέγγιχτο και τίμιο το κρεβάτι
τόσους καιρούς προσμένοντας στο σπίτι.
Αχ, δύσμοιρη γυναίκα και παιδιά μου,
δόλιος κι εγώ που τόση δυστυχία
τράβηξα και σας χάνω• των φιλιών σας
ω! πικρή γλύκα κι ω! πικρό των όπλων τούτων
άγγιγμα!................... » ( Ευριπίδης, “Ηρακλής μαινόμενος” 1358- 1377 )
Kι αφού θρήνησε και πένθησε τους αδικοχαμένους, πήρε της εξορίας τον πικρό δρόμο, έχοντας πάρει το μεγάλο μάθημα: « και τους σθένοντας γαρ καθαιρούσιν τύχαι » [ μετάφρ.: και τους τρανούς η τύχη τους γκρεμίζει ].
Χωρίς να βαρυγκωμήσει πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην ανθρωπότητα και επάξια πήρε τη θέση του στον Όλυμπο. Αφού συμφιλιώθηκε με την ΄Ηρα έλαβε για ταίρι του την Ήβη, την κόρη των βασιλιάδων των θεών κι ανθρώπων, του Δία και της Ήρας. Έτσι ο Οδυσσέας όταν κατέβηκε στον Άδη, δεν συνάντησε την ψυχή του Ηρακλή παρά τη σκιά του γιατί όπως μας λέει αυτός ήταν στον Όλυμπο:
« Κι αντίκρισα μετά απ’ αυτόν τον Ηρακλή το μέγα,
μια σκιά• ο ίδιος γλεντά με τους θεούς και έχει
τη λιγναστράγαλη Ήβη γυναίκα του, της Ήρας
κόρη της χρυσοσάνταλης και του μεγάλου Δία. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. λ’ 601- 604 )
O γιος του Δία και της Αλκμήνης για να φτάσει στη θέωση έπρεπε να γίνει μύστης, να μυηθεί στα μυστήρια. Γι’ αυτό χαρούμενος έλεγε: « τα μυστών δ’ όργι’ ευτύχησ’ ιδών ».

Θα κάνουμε στη συνέχεια μερικά σχόλια:
● Ο Ηρακλής έχει πατέρα τον Δία και μητέρα την Αλκμήνη, γυναίκα του βασιλιά της Θήβας Αμφιτρύωνα. Έτσι ο Ηρακλής συμβολίζει τον δυισμό του ανθρώπου, που είναι θείος- έχει πνεύμα, αλλά και γήινος- έχει υλικό σώμα. Σύμφωνα με το μύθο ο Δίας ενώθηκε με την Αλκμήνη παίρνοντας τη μορφή του Αμφιτρύωνα, που έλειπε σε μάχη, και η ένωσή τους διήρκησε μια νύχτα, που ισοδυναμούσε με τρεις πραγματικές νύχτες, γιατί ο Δίας παρακάλεσε τον Ήλιο να μη βγει για τρεις μέρες. Γι’ αυτό στη σύλληψη του ήρωα σε τρεις πραγματικές μέρες έχουμε ότι η προσωπικότητα του ανθρώπου, το κατώτερο τμήμα της οντότητας άνθρωπος, στο οποίο ενοικεί το πνεύμα- η μία φαινομενική νύχτα- αποτελείται από τρία σώματα , το φυσικό ( αιθεροφυσικό ), το σώμα των συναισθημάτων ( αστρικό ) και το σώμα των σκέψεών του ( νοητικό σώμα )- οι τρεις νύχτες.
Ο Δίας δεν ενώθηκε με την Αλκμήνη από σεξουαλική επιθυμία, αλλά γιατί ήθελε να κάνει μαζί της τον πιο δυνατό και τον πιο γενναίο ανάμεσα στους θνητούς, που θα γινόταν λυτρωτής των ανθρώπων από τα δεινά. Από την αρχή επομένως ο Ηρακλής ήταν προορισμένος για λυτρωτής, για Κοσμοσωτήρας.
Ο Θηβαίος ήρωας έχει πατέρα θεό και μητέρα θνητή, οπότε έχουμε τον πρώτο συμβολισμό: Ο άνθρωπος είναι πνεύμα, το Πνεύμα Θεού που « ενοικεί » στο σώμα, στην ύλη. Έτσι είναι αθάνατος, όμοιος με τον Πατέρα, όπου θα πρέπει να επιστρέψει το Πνεύμα, αλλά και φθαρτός- θνητός, όμοιος με τη Μητέρα- Ύλη, όπου θα επιστρέψει το σώμα μετά από το λεγόμενο θάνατο, στον οποίο γίνεται διαχωρισμός πνεύματος- σώματος. Ο συνδετικός τους κρίκος είναι η ψυχή. Η ψυχή που αγωνίζεται να κυριαρχήσει στην ύλη και να ενωθεί με το Πνεύμα, να θεωθεί. Έτσι ο Ηρακλής συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή.
Τo μωρό γαλουχείται από τη Ήρα, στην οποία με πονηριά το δίνει η Αθηνά για να το θηλάσει. Πίνει λίγες μόνο γουλιές, γιατί η Ήρα καταλαβαίνει το δόλο, και απωθεί το βρέφος. Όμως ο ήρωας έχει κιόλας επωφεληθεί από το δώρο τη; Ήρας. Η σύντροφος του Δία ( πνεύματος ) αντιπροσωπεύει τη ψυχή, και το βρέφος πήρε την πρώτη του ψυχική τροφή. Κατορθώνει λοιπόν να υπερνικήσει τις αρχικές του ανθρώπινες αδυναμίες, το προπατορικό αμάρτημα.
Το αρχικό του όνομα ήταν Αλκείδης ή Αλκαίος, από τον παππού του. Θα ονομαστεί στη συνέχεια Ηρακλής, που σημαίνει το κλέος- η δόξα της Ήρας. Πραγματικά ο Ηρακλής με το έργο του θα αποτελέσει τη δόξα της ψυχής.
Ο προορισμός του ήρωα είναι να διεκπεραιώσει ατομικά τον αγώνα του για την απελευθέρωση της ψυχής από τα δεσμά των απολαύσεων, των κατώτερων συναισθημάτων και των αρνητικών σκέψεων και ταυτόχρονα να χαράξει το μονοπάτι, που σχηματίζουν τα βήματά του, ώστε όλη η ανθρωπότητα να το βαδίσει.
Ήταν ακόμη βρέφος στην κούνια, όταν η Ήρα έστειλε δυο φίδια για να το πνίξουν. Τα δυο φίδια συμβολίζουν τη ματαιοδοξία και τη διαστρέβλωση της διάνοιας ή την ύλη και την πλάνη. Χωρίς να φοβηθεί, αν και ήταν βρέφος, τα ‘πιασε με τα δυο του χέρια και τα ‘πνιξε. Έτσι η φυσική δύναμη του ανθρώπου, η έμφυτη δύναμη επιτρέπει στον αγαπημένο γιο του πνεύματος να πνίξει από την αρχή της ζωής του αυτά τα δύο φοβερά ελαττώματα, να μην υποκύψει στο φίδι της ύλης και στο φίδι της πλάνης.
Στα 18 του χρόνια κάνει το πρώτο του κατόρθωμα σκοτώνοντας το λιοντάρι του Κιθαιρώνα. Η ηλικία αυτή των 18 είναι χαρακτηριστική για τον άνθρωπο. Το 18 είναι ένας σημαντικός αριθμός. Αποτελείται από το 10, την ιερά τετρακτύ του Πυθαγόρα ( 1+2+3+4=10 ), που είναι ο αριθμός της τελειότητας της προσωπικότητας και τον αριθμό 8 ( 23=8) που λέγεται ότι είναι ο αριθμός δύναμης του Χριστού.
Στα 18 χρόνια ολοκληρώνεται η σωματική ανάπτυξη του ανθρώπου, η ανάπλαση της προσωπικότητας και ο άνθρωπος μπορεί ν’ αρχίσει ν’ ασχολείται με τα πνευματικά θέματα. Μπορεί σιγά- σιγά να δομήσει μια γέφυρα με τον ανώτερο εαυτό του. Μπορεί σιγά- σιγά να αναλάβει ευθύνες, να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία των άλλων, να γίνει ένας εξυπηρετητής της ανθρωπότητας.
Ο ήρωας πριν αρχίσει το έργο του καταφεύγει σ’ ένα ερημικό μέρος για να σκεφθεί, να διαλογιστεί το τεράστιο χρέος που αναλαμβάνει. Κι άλλοι πνευματικοί άνδρες αποσύρθηκαν μακριά από τους ανθρώπους, στη σιγή του ανώτερου εαυτού τους, για να διαλογιστούν, να έρθουν σε επαφή με το πνεύμα του ζώντος Θεού μέσα τους, να λάβουν τις οριστικές τους αποφάσεις και μετά ν’ αρχίσουν την προσφορά έργου στην ανθρωπότητα. Όπως ο Ηρακλής, έπραξε αργότερα και ο Βούδας και μερικούς αιώνες αργότερα ο Ιησούς, που αποσύρθηκε στην έρημο για 40 μέρες.
Εμφανίζονται στον ήρωα δύο γυναίκες. Η μία προκλητική- αισθησιακή, που του υπόσχεται δύναμη- εξουσία- καλοπέραση- απολαύσεις- ικανοποίηση όλων των πόθων του. Το όνομά της Ευδαιμονία ή Κακία. Η άλλη απλή- σεμνή που του ζητά φρόνηση- υπομονή- αρετή και μόχθο για να καταξιωθεί στη συνείδηση των συνανθρώπων του, να τον ευσπλαχνιστούν οι θεοί και ν’ αποκτήσει τιμή και δόξα. Το όνομά της Αρετή.
Ο ήρωας βρίσκεται στο μεγάλο δίλλημα, στο οποίο βρίσκονται όλοι αυτοί που αναλαμβάνουν πνευματικό έργο. Κάτι ανάλογο έχουμε με τους τρεις πειρασμούς του Ιησού στην έρημο. Όπως ο Ιησούς απαρνήθηκε την εξουσία και διάλεξε το δύσκολο δρόμο της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι αιώνες πριν απ’ αυτόν και ο Ηρακλής απαρνιέται τον πειρασμό της κυριαρχίας, και υποταγμένος στη θέληση του Ευρυσθέα, θα εκτελέσει τους άθλους του, σύμβολο εξαγνισμού και πνευματικής εξέλιξης.
Κάποτε στη ζωή μας, σε μια κρίσιμη καμπή, εμφανίζονται οι δυο γυναίκες. Πρέπει με σύνεση να κάνουμε την εκλογή μας.
Λέγεται ότι όταν ο Ηρακλής προετοιμαζόταν για τούς Άθλους, ο Ερμής του δώρισε ένα σπαθί κι ο Απόλλων ένα τόξο και λειόκορμα βέλη στολισμένα με φτερά αετού. Ο Ήφαιστος του χάρισε χρυσό θώρακα και η Αθηνά φορεσιά. Ή ότι η Αθηνά του έδωσε το θώρακα, ενώ ο Ήφαιστος του χάρισε χάλκινες περικνημίδες και ένα κράνος σκληρό σαν διαμάντι. Προσθέτουν ακόμα ότι η Αθηνά και ο Ήφαιστος βοήθησαν τον Ηρακλή προσπαθώντας να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον : η Αθηνά του έδωσε τη χαρά των ειρηνικών απολαύσεων ο Ήφαιστος του χάρισε προστασία από τούς κινδύνους του πόλεμου. Το δώρο του Ποσειδώνα ήταν δύο άλογα, του Δία μια θαυμάσια αδιαπέραστη ασπίδα. Στην επιφάνειά της είχαν δουλευτεί πολλές ιστορίες με σμάλτο, ελεφαντόδοντο, ήλεκτρο, χρυσό και λαζούρι , δώδεκα φιδοκέφαλα ήταν χαραγμένα στο κέντρο της και όποτε βρισκόταν στη μάχη ο Ηρακλής, πρότειναν τα φαρμακερά δόντια τους και κατατρόμαζαν τούς αντίπαλους. Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι ο Ηρακλής περιφρονούσε το θώρακα, ακόμα και δόρυ σπάνια κουβαλούσε ύστερα από τον πρώτο Άθλο. Του έφτανε το ρόπαλο, το τόξο και η φαρέτρα γεμάτη βέλη. Ακόμα και το ρόπαλο πού του είχε χαρίσει ο Ήφαι¬στος με τη χάλκινη άκρη μόλις πού το χρησιμοποίησε, προτιμώντας να κόβει μόνος του ρόπαλο από αγριελιά: πρώτα στον Ελικώνα, ύστερα στη Νεμέα. Το δεύτερο ρόπαλο αργότερα το αντικατέστησε με ένα τρίτο, πάλι από αγριελιά, πού το έκοψε στην παράλια του Σαρωνικού. Αυτό το ρόπαλο είχε ακουμπήσει στο άγαλμα του Ερμή όταν επισκέφτηκε την Τροιζήνα. Το ρόπαλο φύτρωσε στη γη, βλάστησε και έγινε επιβλητικό δέντρο.
Στα παραπάνω έχουμε το συμβολισμό πως ο ουράνιος κόσμος έχει εφοδιάσει τον άνθρωπο με πολλά θεία δώρα. Μα ο άνθρωπος, υιός του Θεού κι αυτός, θέλει το δικό του όπλο. Καθώς είναι πνευματικά χαμηλά στην αρχή, θα πάρει απευθείας από τη φύση τον κορμό αγριελιάς και θα φτιάξει το ρόπαλό του. Πρωτόγονο όπλο μεν, αλλά πολύ αποτελεσματικό. Θα το χρησιμοποιήσει επιδέξια με την εξυπνάδα του, που την έχει περισσή. Το τόξο και τα βέλη συμβολίζουν τον εύστροφο και οξυδερκή νου και τις ιδέες που μπορεί να εκτοξεύσει. Αυτά είναι τα όπλα του απλού ανθρώπου που αρχίζει να βαδίζει το μονοπάτι της πνευματικής του εξέλιξης και προσφοράς υπηρεσίας. Και η πορεία του είναι μοναχική. Κι αν έχει συντρόφους, αρωγούς στον μεγάλο αγώνα, ελάχιστοι, σαν τον ανιψιό του Ηρακλή, Ιόλαο.

● Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή του μύθου, που παραθέσαμε, ο Ηρακλής ζούσε ευτυχισμένος στο παλάτι της Θήβας με τη γυναίκα του Μεγάρα και τα παιδιά του. Άλλοι λένε πως ήσαν τρία κι άλλοι οχτώ. Μα δεν είχε γεννηθεί για ν’ απολαμβάνει τις χαρές της ζωής. Όπως είπε πολλούς αιώνες αργότερα ο Μεγάλος αδελφός του: « ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών » ( Ματθαίος, κ’ 28 ). Δεν ήρθε στον κόσμο για να έχει υπηρέτες και δούλους που να τον υπηρετούν. Ήρθε να υπηρετήσει. Και ποιο το τίμημα; Να απαρνηθεί καθετί που του δίνει γήινη σιγουριά, που ικανοποιεί τη σάρκα, που φέρνει κοσμική ευτυχία αλλά ναρκώνει την ψυχή. Έπρεπε να τηρηθεί ότι ειπώθηκε αιώνες αργότερα: « εί τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι. Και όστις ου βαστάζει τον σταυρόν εαυτού και έρχεται οπίσω μου, ου δύναται είναί μου μαθητής. » ( Λουκάς, ιδ’ 26-27 )
Είχε έρθει ο καιρός να μπει στο δρόμο της υπηρεσία, να εκτελέσει τους άθλους του. Η Ήρα του προκάλεσε την μανιακή κρίση. « Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην• ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν. ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πεθεράς αυτής• και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού. » ( Ματθαίος, ι’ 34-36 ) είπε ο Χριστός. Πέρασε μια μεγάλη ψυχική κρίση ο Ηρακλής. Όλα αυτά που του χάριζαν ευτυχία του φάνηκαν θανάσιμοι εχθροί, εχθροί που τον απειλούσαν. Θέλησε να τους εξοντώσει, να τους θανατώσει. Ο ήρωας έβαψε τα χέρια του με το αίμα των παιδιών και της γυναίκας του. Σκότωσε τους οικείους του, που τον έδεναν με τη Θήβα, με την σιγουριά, αλλά και με την απραξία.
Αποσυμβολίζοντας τον μύθο, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Ηρακλής εικονίζει τον Κοσμοσωτήρα που μπαίνει στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Δεν μπορούσε να έχει οικογένεια, γιατί οικογένειά του ήταν η οικουμένη ολάκερη. Η δική του οικογένεια φάνταζε σαν τροχοπέδη στο έργο του. Δε μπορούσε να έχει βάλει στο νου ένα μεγάλο κατόρθωμα- ωφέλεια της ανθρωπότητας και το μυαλό του να πισωγυρίζει στους δικούς του. Ο φόβος για τις ανάγκες της οικογένειας, τους λίγους, δεν θα τον άφηναν να ριψοκινδυνεύσει για τους πολλούς. Και τότε θα ήταν άτολμος και ελλειπής. Γι’ αυτό συμβολικά έπρεπε να αποκοπεί απ’ αυτούς, να σκοτώσει κάθε οικείο συναίσθημα. Απαρνήθηκε όλα τα καλά του, εγκατέλειψε το βασίλειό του κι έφυγε από τη Θήβα. Έτσι άρχιζε μια νέα ζωή, στην οποία κυριάρχησαν : η δύναμη του “πράττειν”, η δύναμη του “τολμάν”, η δύναμη του “σιωπάν” και η δύναμη του “γνωρίζειν”. Με δράση και τόλμη, με σιωπή και γνώση προχώρησε, άθλο στον άθλο, για να φτάσει στον πνευματικό Όλυμπο.

● Ας εξετάσουμε την δεύτερη εκδοχή του μύθου, που μας παρουσιάζει και ο Ευριπίδης. Ο Ηρακλής σκότωσε τους δικούς του όταν επέστρεψε από τον Άδη, από τον οποίο έφερε τον Κέρβερο, το τρικέφαλο σκυλί- φύλακα του Κάτω Κόσμου. Η κάθοδος στον Άδη προϋπόθετε την κατάλληλη προετοιμασία του ήρωα. Ο Ηρακλής έπρεπε πρώτα να εξαγνιστεί, μετά να μυηθεί στα μυστήρια και στη συνέχεια να αποσυρθεί για να σκεφθεί και να αναπαυθεί.
Ο Ηρακλής είναι ένας από τους ελάχιστους υιούς του Θεού που κατέβηκαν στον Άδη. Να τονίσουμε πως κατέβηκε ζωντανός
« όταν δε το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσηται αθανασίαν, τότε γενήσεται ο λόγος, ο γεγραμμένος• κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος. Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, Άδη, το νίκος; » ( Παύλου Α’ επιστολή προς Κορινθίους, ιε’ 54-55 )
« τω δε Θεώ χάρις τω διδόντι ημίν το νίκος δια του Κυρίου ημών ιησού Χριστού.» ( Παύλου Α’ επιστολή προς Κορινθίους, ιε’ 57 )
Η στον Άδη κατάβαση συμβολίζει την πορεία προς το θάνατο. Ο μυημένος στα μυστήρια γνωρίζει ότι ο θάνατος δεν είναι εκμηδένιση του όντος και γι’ αυτό τον αντιμετωπίζει χωρίς φόβο. Γι’ αυτό ο Ηρακλής πριν πάρει το δρόμο προς τον Άδη μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια. Η μύηση όμως προϋποθέτει εξαγνισμό σώματος και ψυχής, με πρώτο μέλημα τον εξαγνισμό. Πάντοτε της μύησης προηγούνταν ο καθαρμός, που σήμαινε κυρίως τον ψυχικό εξαγνισμό, την εξιλέωση από καθετί που ξελαφρώνει τη ψυχή και την ανεβάζει σε πιο αιθέριες σφαίρες για να μπορεί να ενωθεί με το θείο.
Ο εξαγνισμός γινόταν κυρίως με νερό, όπως το σύγχρονο βάπτισμα: « βάπτισμα δε έχω βαπτισθήναι και πώς συνέχομαι έως ου τελεσθή! » ( Λουκάς, ιβ’ 50 ) λέει ο Ιησούς, που κι αυτός ζήτησε να βαπτισθεί καθόσον: « ούτω πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην…» ( Ματθαίος, γ’ 15 )
Ο Πλωτίνος μας λέει πως η έκσταση που επιτυγχάνεται με τον καθαρμό, είναι η κατάσταση κατά την οποία η ψυχή διαχέεται προς τη θεότητα και κατά κάποιο τρόπο την εναγκαλίζεται. Η μύηση ισοδυναμεί με την κατάκτηση της αθανασίας και τη μετουσίωση της ανθρώπινης φύσης σε θεϊκή. Κατά τον Απουλήιο: « μύησις είναι εκουσία τις παράδοσις εις τον θάνατον και αναγέννησις εις νέαν πνευματικήν ζωήν ». Ταυτόσημη είναι και η ρήση του Ιησού προς τον Νικόδημο: « εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείας του Θεού… αν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού » (Ιωάννης, γ’ 3, 5 ), ενώ σε κάποια ομιλία του λέει: « εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνει, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνει, πολύν καρπόν φέρει » ( Ιωάννης, ιβ’ 24 ).
Η “εις Άδου κατάβασις”, δηλ. η επαφή του μυημένου με τον κόσμο των πνευμάτων, αποτελεί μεγίστη μύηση, γιατί δίνει νέα διάσταση στη θεώρηση της ζωής. Του πιστοποιεί ότι με το θάνατο δεν χάνεται ο άνθρωπος, αλλά κάποιο στοιχείο, που είναι αθάνατο, παραμένει. Έτσι μπορεί το σώμα να αποσυντίθεται, αλλά η ψυχή διατηρείται. Αυτή η πιστοποίηση καθιστά τον άνθρωπο περισσότερο υπεύθυνο. Του προσθέτει ευθύνες. Η μέριμνά του ξεφεύγει από τον μικρό του περίγυρο, πλαταίνει, αγκαλιάζει την ανθρωπότητα.
Νεκρώνει μέσα του την ιδιαίτερη σύνδεση με τους οικείους του, ανήκει σε όλο τον κόσμο. Δεν έχει κατοικία. Κατοικία του είναι η οικουμένη. « οι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε υιός του ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη » ( Ματθαίος, η’ 20 ) γράφει ο ευαγγελιστής για τον Ιησού, ο οποίος, όταν ξεκίνησε το έργο του, δεν είχε κάποιο ξεχωριστό σύνδεσμο με τους δικούς του: « Έτι δε αυτού λαλούντος τοις όχλοις ιδού η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού ειστήκεισαν έξω, ζητούντες λαλήσαι αυτώ. είπε δε τις αυτώ• ιδού η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου εστήκασιν έξω ζητούντες σε ιδείν. Ο δε αποκριθείς είπε τω λέγοντι αυτώ• τις εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου; Και εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού έφη• ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου. » ( Ματθαίος, ιβ’ 46- 49 ). Σε κάποιο άλλο εδάφιο διαβάζουμε: « μήτηρ και αδελφοί μου ούτοί εισιν οι τον λόγον του Θεού ακούοντες και ποιούντες αυτόν. » ( Λουκάς, η’ 21 )
Μπορούμε μεταφορικά να πούμε πως ο φόνος των παιδιών και της γυναίκας του Ηρακλή από τον μυημένο ήρωα, υποδηλώνει την αποκοπή του εξυπηρετητή της ανθρωπότητας από τους δικούς του και η εξορία του στην Αθήνα, την απομάκρυνση από το σπιτικό του. Έτσι μπορεί να προετοιμαστεί για το επόμενο μεγάλο βήμα: Αφού ο εξυπηρετητής βοήθησε την ανθρωπότητα με όλες τις δυνάμεις του, επάξια παίρνει το μεγάλο γέρας: κατακτάει επάξια τη θέωση!

Δεν υπάρχουν σχόλια: