Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα

[[ δαμ- ων ]]

Στην Ελληνική μυθολογία αναφέρονται τρεις κατακλυσμοί, του Ωγύγου, του Δευκαλίωνα και του Δαρδάνου. Οι ελληνικοί μύθοι περί κατακλυσμών είναι περισσότερο αληθινοί από τον εβραϊκό μύθο του κατακλυσμού του Νώε, που αναφέρεται σε παγκόσμιο κατακλυσμό. Υποστηρίζουμε αυτή την άποψη γιατί ο κατακλυσμός του Ωγύγου αναφέρεται στην Αττικοβοιωτία, του Δευκαλίωνα για κατακλυσμό που έγινε στον ελλαδικό χώρο, με επίκεντρο τη Θεσσαλία, και του Δαρδάνου στην περιοχή των Δαρδανελίων, μεταξύ Θράκης και Μ. Ασίας. Αυτά τα φαινόμενα άφησαν γεωλογικά ίχνη που επιστημονικά επαληθεύονται, γιατί αδιάψευστη “Βίβλος” είναι τα γεωλογικά στρώματα όπου καταγράφεται από τη φύση η ιστορία της γης. Αντίθετα δεν υπάρχουν γεωλογικές καταγραφές για παγκόσμιο κατακλυσμό!
Θα εξετάσουμε τον δικό μας- αληθινό, αν και είναι καταγεγραμμένος από την μυθολογία- κατακλυσμό του Δευκαλίωνα (*1), που είναι και ο μεγαλύτερος στον ελλαδικό χώρο.
Το χάλκινο γένος (*2) ξέφυγε από τους νόμους, που οι θεοί είχαν ορίσει και κάνανε ένα σωρό ανομίες. Οι άνθρωποι ξέχασαν την αρετή και γίνηκαν κακοί. Έπεσαν στην ανομία, έγιναν φαντασμένοι και δίχως σεβασμό, ενώ έπαψαν να τιμούν ακόμη και τους ολύμπιους θεούς.
Λένε, πως τότε στην Αρκαδία ζούσε ο Λυκάονας (*3) με τους πενήντα γιους και τη μονοθυγατέρα την Καλλιστώ. Στον καιρό του οι άνθρωποι πλήθυναν πολύ, γίνηκαν ασεβείς και κυριάρχησε η αλαζονεία. Ο ρήγας Λυκάονας έχτισε τη Λυκόσουρα πάνω στο βουνό Λυκαίο. Εκεί έχτισε ιερό στο Δία και καθιέρωσε τη λατρεία του Λυκαίου Δία και αγώνες προς τιμή του, τα Λύκαια. Μα ήταν ο πρώτος που ράντισε το βωμό του κεραυνοβολητή με ανθρώπινιο αίμα. Θυσίασε ένα βρέφος στον Δία, γεγονός που εξόργισε τον Πατέρα των θεών κι ευθύς μεταμόρφωσε τον Λυκάονα σε λύκο.

Η συνέχεια >>> εδώ…

Οι γιοι του ρήγα τον ξεπέρασαν σε ασέβεια. Ο Δίας θέλησε να τους δοκιμάσει ο ίδιος και γι’ αυτό μεταμορφώθηκε σε φτωχό μεροκαματιάρη άνθρωπο. Σαν είδαν τον ξένο στα μέρη τους οι Λυκαονίδες τον κάλεσαν στο τραπέζι τους. Εκεί τον φίλεψαν τα σπλάχνα ενός παιδιού που είχαν σφάξει. Των θεών ο ρήγας ένιωσε αποτροπιασμό από το ειδεχθές έγκλημα, φανερώθηκε μ’ όλη τη μεγαλοπρέπεια και με θυμό αναποδογύρισε το τραπέζι με το ανόσιο φαγητό. Από τότε ο τόπος αυτός πήρε το όνομα “Τραπεζούς”. Μετά τους κατακεραύνωσε από τον πρώτο μέχρι τον στερνό. Λίγο προτού φτάσει η σειρά του τελευταίου, πρόφτασε η Γη κι έπεσε στα πόδια του κεραυνοβολητή και του κράτησε το χέρι. Έτσι σώθηκε ο στερνός γιος, ο Νύκτιμος, που ανέλαβε τη βασιλεία.
Η κάκητά των ανθρώπων τράνωσε τόσο, που ο βασιλιάς του κόσμου, ο νεφελοσυνάχτης Δίας, αποφάσισε να τους αφανίσει από το πρόσωπο της γης με κατακλυσμό. Πρόσταξε να πάψουν να φυσάνε οι άνεμοι. Μόνο ο Νοτιάς, ο υγρός άνεμος να μαζεύει σύννεφα, που σύντομα γίνηκαν κατάμαυρα και κατάφορτα από βροχή. Σαν μάντεψε τις σκοτεινές σκέψεις του Κρονίδη ο Προμηθέας, συμβούλεψε τον γιο του Δευκαλίωνα να σωθεί φτιάχνοντας μια κιβωτό από ξύλο. Μέσα ‘κει έβαλε αρκετές τροφές και μπήκε με τη γυναίκα του την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Άνοιξαν οι ουρανοί κι έβρεχε ασταμάτητα. Γέμισαν τα ποτάμια και φούσκωσαν παρασύροντας τα πάντα, ανθρώπους, ζώα κι αγαθά. Οι πεδιάδες γίνηκαν λίμνες κι αυτές μετά έσμιξαν με τη θάλασσα. Αφανίστηκαν οι πολιτείες και οι ψηλόκτιστοι πύργοι στα κάστρα χάθηκαν κάτω από τα θολά νερά. Μέσα σε θρήνους κι απελπισίας κραυγές κάθε μορφή ζωής βυθιζόταν στο νερό και παράδινε την ψυχή της. Το νερό σκέπασε ακόμη και τα υπερήφανα ελατόφυτα βουνά, κι όλη η γη έμοιαζε με απέραντη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Εννιά μερόνυχτα έπλεε η κιβωτός του Δευκαλίωνα μέσα στα θολά ανταριασμένα νερά, ώσπου κάθισε σε μια κορυφή του ιερού Παρνασσού. Εκεί που κάποτε υπήρχαν φορτωμένα με γλυκά σταφύλια αμπέλια, τώρα ήταν λάσπη και απομεινάδια της χαμένης ζωής. Σαν σταμάτησαν οι βρύσες του ουρανού κι αποτραβήχτηκαν τα νερά, βγήκαν από το πλεούμενο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, κι αφού πάτησαν σώοι το πόδι τους στην υγρή γη, θυσίασαν στου κόσμου το ρήγα, τον Κρονίδη Δία, για να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Αυτός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους κι ευχαριστήθηκε που από τη φύτρα των ανθρώπων είχε σωθεί ο δικαιότερος.
Σφίχτηκε η καρδιά του ζευγαριού σαν είδαν ένα απέραντο ρημοτόπι, χωρίς ίχνος ζωής. Η λύπη κυρίευσε την ψυχή τους κι ο Δίας, που όλα τα καταλάβαινε, ένιωσε τη λύπη και τη μοναξιά τους. Ο παντοκράτορας Δίας από του Όλυμπου το παλάτι, το νεφελοστεφανωμένο, έστειλε το γιο του τον Ερμή, τον μαντατοφόρο των θεών, να εγκαρδιώσει τους σωσμένους θνητούς. Γοργά πέταξε αυτός πάνω από την ερημωμένη γη κι έφτασε στο Δευκαλίωνα.
« Έμαθε ο Δίας », του είπε, «των θεών κι ανθρώπων ο ρήγας, για την ταπεινοσύνη και τη δικαιοσύνη σου. Γι’ αυτό σου μηνάει να του ζητήσεις ό,τι αποθυμάς κι ο γιος του Κρόνου θα το πραγματοποιήσει ».
« Ακούραστε μαντατοφόρε των θεών, γιε της σεβαστής Μαίας, μια και μόνη είναι η επιθυμία μου. Να γεμίσει και πάλι η γη μ’ ανθρώπους!» του αποκρίθηκε ο Δευκαλίωνας.
Ο κεραυνόχαρος Κρονίδης δεν αρνήθηκε να πραγματώσει την επιθυμία του σωσμένου ζευγαριού. Ορμήνεψε τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα να σκεπάσουν το πρόσωπό τους, και να προχωρήσουν, πετώντας όσα λιθάρια έβρισκαν προς τα πίσω χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν. Αυτό κι έκαναν. Όπου πετούσε πέτρες ο Δευκαλίωνας η γη έβγαζε άντρες, ενώ όπου πετούσε η Πύρρα έβγαζε γυναίκες. Έτσι η γη γέμισε και πάλι ανθρώπους. Με ένα νέο λαό που έγινε από της γης τα λιθάρια.
Το ζευγάρι απόχτησε δικά του παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και τη νεότερη Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της. Ο Δευκαλίωνας έχτισε πρώτος βωμούς στους θεούς, και τους τιμούσε με ευλάβεια. Ίδρυσε πολιτείες κι έγινε ο πρώτος βασιλιάς μετά τον κατακλυσμό. Βασίλεψε στην περιοχή της Φθίας, στη Θεσσαλία.
Έτσι έχει ο μύθος για τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Αυτήν την εκδοχή μας δίνει κι ο λυρικός μας ποιητής Πίνδαρος:
« …………………… Μα τώρα μη φλυαρείς
γι’ αυτά κι άσε μακριά από τους αθάνατους
τον πόλεμο και κάθε μάχη· στρέψε τον λόγο
στην πόλη της Πρωτογένειας όπου με απόφαση
του αστραπόβροντου Δία ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
κατέβηκαν από τον Παρνασσό, έστησαν το πρώτο
σπίτι και χωρίς αγκαλιάσματα έσπειραν το πέτρινο
γένος που λαός ονομάστηκε· άνοιξε γι’ αυτούς
τον μουσικό δρόμο των τραγουδιών, παίνεψε
το παλιό κρασί και τα λουλούδια των καινούργιων
ύμνων. Λένε πως η ορμή του νερού σκέπασε
τη μαύρη γη, αλλά με τις τέχνες του Δία
το ρούφηξε όλο ξαφνικά. Από κείνους κρατάνε
οι χαλκάσπιδες πρόγονοί σας, βλαστάρια από τη γενιά
των θυγατέρων του Ιαπετού και των αντρειωμένων
γιων του Κρόνου, ντόπιοι βασιλιάδες πάντα…. » ( Πίνδαρος, “Ολυμπιόνικος” ΙΧ, 40-56 )
Ο Βοιωτός ποιητής Ησίοδος αναφέρεται στα πέντε γένη της ανθρωπότητας στο έργο του “Έργα και Ημέρες”:
« Μ’ αν θέλεις κι άλλον εγώ με συντομία λόγο θα σου πω,
καλά κι επισταμένα. Κι εσύ μέσα στο νου σου βάλ’ το,
[ πως απ’ την ίδια φύτρα γεννηθήκανε οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι.]
Πρώτο απ’ όλα το χρυσό το γένος των θνητών ανθρώπων
έφτιαξαν οι αθάνατοι που τα Ολύμπια τα δώματα κατέχουν.
Κι έζησαν σαν θεοί κι είχανε την καρδιά τους δίχως θλίψεις,
από κόπους μακριά και δυστυχίες. Κι ούτε τα ελεεινά
τα γηρατειά σ’ αυτούς υπήρχαν, μα πάντα ανάλλαχτοι στα πόδια και τα χέρια
χαίρονταν σ’ ευωχίες, έξω απ’ όλα τα κακά.
Και σαν παραδομένοι σε ύπνο πέθαιναν. Και όλα τα αγαθά
σ’ αυτούς υπήρχαν. Καρπό τους έδινε η σιτοδότρα γη
από μόνη της πολύ και άφθονο. Κι εκείνοι με προθυμία
ζούσαν ήσυχοι απ’ τα χωράφια τους μέσα σε αγαθά πολλά,
[ πλούσιοι σε κοπάδια, αγαπητοί στους μακάριους θεούς.]
όμως αφού το γένος τούτο το σκέπασε το χώμα,
γίνανε δαίμονες αγαθοί, με τη θέληση του Δία του μεγάλου,
πάνω στη γη φύλακες των θνητών ανθρώπων
[ που προσέχουν δίκαιες κρίσεις κι άδικα έργα
ντυμένοι ομίχλη, σ’ όλη τη γη γυρνώντας,]
πλουτοδότες. Τούτο το βασιλικό προνόμιο αποκτήσαν.
Δεύτερο πάλι γένος, το αργυρό, πολύ κατώτερο
φτιάξανε κατόπιν οι θεοί που τα Ολύμπια δώματα κατέχουν,
ανόμοιο στο σώμα και το νου με το χρυσό το γένος.
Χρόνια εκατό ανατρεφόταν το παιδί πλάι στη μάνα την πιστή
παίζοντας χαρωπά, ανόητο πολύ, μέσα στο σπίτι του.
Μα όταν έφτανε η ώρα να γίνουν νέοι, επάνω στην ακμή της νιότης,
για λίγο ζούσαν κι υποφέρανε
εξαιτίας της μωρίας τους. Γιατί τις μεταξύ τους ανόσιες προσβολές
να αποφύγουν δεν μπορούσαν, ούτε τους αθανάτους να λατρεύουν
θέλανε, ούτε θυσίες να κάνουν στους ιερούς των μακαρίων θεών βωμούς,
πράγμα σωστό για τους ανθρώπους κατά τις συνήθειές τους.
Αυτούς ο Δίας, του Κρόνου ο γιος, τους εξαφάνισε οργισμένος,
γιατί δεν αποδίδανε τιμές στους μακαρίους θεούς που εξουσιάζουνε τον Όλυμπο.
Όμως αφού και τούτο το γένος κάλυψε η γη,
λέγονται τούτοι υποχθόνιοι, μακάριοι θνητοί,
κατώτεροι, μα κι έτσι τους συνοδεύει και αυτούς κάποια τιμή.
Κι ο Δίας ο πατέρας άλλο γένος, τρίτο, θνητών ανθρώπων
χάλκινο έφτιαξε, σε τίποτα όμοιο με το αργυρό,
από μελιά, δεινό και δυνατό. Αυτούς του Άρη
τα έργα τους νοιάζανε τα πολυστέναχτα κι οι βιαιότητες,
δεν τρώγανε ψωμί, μα είχανε καρδιά γενναιόψυχη από αδάμαντα,
οι απλησίαστοι. Μεγάλη είχανε δύναμη κι ανίκητα τα χέρια τους
φυτρώναν απ’ τους ώμους τους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.
Χάλκινα ήταν τα όπλα τους, τα σπίτια χάλκινα,
με το χαλκό δουλεύανε. Το μαύρο σίδερο ακόμη δεν υπήρχε.
Κι αυτοί απ’ τα δικά τους χέρια σκοτωμένοι
Πήγαν στου κρυερού του Άδη τη μουχλιασμένη οικία,
άδοξοι. Ο θάνατος, κι ας ήταν φοβεροί,
τους πήρε ο μαύρος και το λαμπρό το φως του ήλιου αφήσανε.
Όμως αφού κι αυτό το γένος το σκέπασε το χώμα,
ένα άλλο πάλι, τέταρτο, επάνω στην πολύτροφη τη γη
ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, έφτιαξε, πιο δίκαιο κι ανώτερο,
το θείο γένος των ηρώων. Λέγονται αυτοί ημίθεοι,
η προηγούμενη από μας γενιά πάνω στη γη τη δίχως όρια.
Και τούτους ο κακός ο πόλεμος και η φοβερή η μάχη
άλλους κάτω απ’ τα τείχη της Θήβας της επτάπυλης, στη γη του Κάδμου,
τους αφάνισε, καθώς για του Οιδίποδα τα ποίμνια πολεμούσαν,
κι άλλους με πλοία κι επάνω από της θάλασσας το μέγα χάσμα
οδηγώντας τους στην Τροία για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Άλλους εκεί τους σκέπασε το τέλος του θανάτου
κι άλλους ξέχωρα απ’ τους ανθρώπους ζωή και τόπο ο Δίας τους έδωσε,
ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τους έβαλε να μένουν.
Και κατοικούν ξέγνοιαστη έχοντας καρδιά
στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη,
μακάριοι ήρωες που η σιτοδότρα γη τους δίνει
γλυκό σαν μέλι τον καρπό που θάλλει τρεις φορές το χρόνο,
[ μακριά από τους αθανάτους. Σ’ εκείνους βασιλεύει ο Κρόνος,
γιατί τον ελευθέρωσε ο ίδιος ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.
Τώρα έχει μέσα σ’ αυτούς τιμές, καθώς ταιριάζει.
Κι ο Δίας πάλι άλλο γένος έφτιαξε θνητών ανθρώπων,
απ’ τους οποίους έχουν γεννηθεί οι τωρινοί πάνω στη σιτοδότρα γη.]
Μακάρι εγώ ανάμεσα στου πέμπτου γένους τους ανθρώπους
να μην ήμουν, μα είτε πιο μπροστά να πέθαινα ή ύστερα να γεννιόμουν.
Αφού τώρα πια το σιδερένιο υπάρχει γένος. Κι ούτε θα πάψουνε ποτέ
τη μέρα να κοπιάζουν και να δυστυχούν, να βασανίζονται τη νύχτα,
μα μέριμνες σκληρές σ’ αυτούς οι θεοί θα δίνουν.
Όμως και σ’ αυτούς ανάμικτα θα υπάρξουν καλά με τα κακά.
Κι ο Δίας θ’ αφανίσει και τούτο των θνητών το γένος,
Την εποχή που σαν γεννιούνται οι άνθρωποι θα γίνονται ασπρομάλληδες.
Με τα παιδιά τους όμοιος δε θα είναι ο πατέρας, μήτε με τον πατέρα τα παιδιά,
κι ούτε ο φιλοξενούμενος αγαπητός σ’ αυτόν που τον φιλοξενεί,
στο σύντροφο ο σύντροφος, μήτε θα είναι ο αδερφός αγαπητός, σαν πρώτα.
Μόλις γεράσουν οι γονείς τους θα τους ατιμάζουν,
θα τους κατηγορούν μιλώντας τους με λόγια φοβερά,
οι άθλιοι, την τιμωρία των θεών περιφρονώντας. Κι ούτε
στους γέροντες γονείς τους το χρέος που τους ανάθρεψαν θ’ ανταποδίδουν.
Στη βία των χεριών το δίκιο τους. Κι ο ένας την πόλη του άλλου θ’ αφανίσει.
Διόλου δε θα τιμάται ο πιστός στον όρκο του, ο αγαθός,
ο δίκαιος, μα του κακού το δράστη θα τιμήσουν πιο πολύ και τον ακόλαστο.
Στη βία των χεριών το δίκαιο και η ντροπή θα είναι,
ο άντρας ο κακός θα βλάπτει τον καλύτερο,
θα τον κατηγορεί με λόγια διεστραμμένα, δίνοντας κι από πάνω όρκο.
Ο φθόνος χαιρέκακος, κακόγλωσσος στην όψη μισητός,
θα συνοδεύει όλους τους ταλαίπωρους ανθρώπους.
Και τότε προς τον Όλυμπο απ’ τη γη με τους πλατιούς τους δρόμους,
Αφού σε άσπρα πέπλα το ωραίο σώμα τους καλύψουνε,
θα παν να σμίξουνε με των αθανάτων το γένος, τους ανθρώπους πίσω αφήνοντας
η Αιδώς και η Νέμεση. Και μόνο οι πόνοι οι θλιβεροί θα απομείνουν
στους θνητούς ανθρώπους. Κι απ’ το κακό προφύλαξη δε θα υπάρχει. » ( Ησίοδος, “Έργα και Ημέρες” 106-201)
Στην περιοχή μας έγιναν πολλές γεωλογικές αναστατώσεις, με αποτέλεσμα να σβήσει από τη μνήμη των ανθρώπων η ιστορία τους. Ο Πλάτωνας στο έργο του “Τίμαιος” αναφέρει το ταξίδι του σοφού Σόλωνα στην Αίγυπτο, όπου ο Σόλωνας πληροφορήθηκε για τους κατακλυσμούς, που αφάνισαν τους προγόνους μας:
« Υπάρχει στην Αίγυπτο» είπε αυτός, «στο Δέλτα, εκεί που χωρίζεται στην κορυφή του το ρεύμα του Νείλου, μια περιοχή, που λέγεται Σαϊτική. Μεγαλύτερη πολιτεία αυτής της περιοχής είναι η Σάις, από την οποία καταγόταν ο βασιλιάς Άμασις. Σύμφωνα με κείνους, ιδρυτής της πόλης ήταν μια θεά που στα Αιγυπτιακά ονομάζεται Νήιθ, και, όπως λένε οι ίδιοι, Αθηνά στα Ελληνικά. Οι κάτοικοί της αγαπούν τους Αθηναίους και ισχυρίζονται ότι, κατά κάποιο τρόπο, είναι συγγενείς τους. Όταν πήγε εκεί ο Σόλωνας, τον τίμησαν, είπε εξαιρετικά. Όταν ζήτησε πληροφορίες για την αρχαία ιστορία τους από τους ιερείς, που κατ’ εξοχήν γνώριζαν αυτά τα πράγματα, διαπίστωσε πως ούτε ο ίδιος ούτε κανένας άλλος Έλληνας, όπως λέγεται, γνώριζε τίποτα σχετικά μ’ αυτά. Κι όταν σε κάποια περίπτωση θέλησε να τους παρασύρει σε συζήτηση σχετικά με την αρχαία ιστορία, τους μίλησε για τον Φορωνέα που θεωρείται ο πρώτος άνθρωπος, για τη Νιόβη, για τον Δευκαλίωνα επίσης και την Πύρρα, για τον τρόπο που σώθηκαν από τον κατακλυσμό και για την γενεαλογία των απογόνων τους, και προσπάθησε να υπολογίσει το χρονικό διάστημα που πέρασε από τότε μετρώντας τα χρόνια. Τότε ένας πολύ ηλικιωμένος ιερέας του είπε: « Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες είστε αιωνίως παιδιά. Δεν υπάρχει γέρος Έλληνας ». Ακούγοντας αυτό λοιπόν ρώτησε:
« Πώς; Τι εννοείς με αυτά που είπες; » « Είστε όλοι νέοι στην ψυχή », είπε, « γιατί δεν έχετε μέσα σας παλαιές αντιλήψεις από αρχαία παράδοση ούτε και καμιά διδασκαλία που να πάλιωσε με το πέρασμα του χρόνου. Η αιτία όλων αυτών είναι η εξής: Συνέβησαν και θα συμβούν πολλές και διάφορες καταστροφές στο ανθρώπινο γένος. Οι σημαντικότερες προήλθαν από φωτιές και πλημμύρες, ενώ οι μικρότερες από αμέτρητες άλλες αιτίες…
Εσείς θυμάστε μόνο έναν κατακλυσμό, αν και προηγουμένως έγιναν πολλοί. Δεν ξέρετε, επίσης, ότι στη δική σας χώρα γεννήθηκε το πιο όμορφο κι ευγενικό ανθρώπινο γένος, από το οποίο κατάγεσαι κι εσύ και όλοι οι συμπολίτες σου, επειδή βέβαια διασώθηκε λίγο σπέρμα. Αυτό όμως το αγνοείτε, γιατί επί πολλές γενιές οι επιζήσαντες πέθαναν χωρίς να γνωρίζουν να γράφουν. Κάποτε, Σόλωνα, πριν γίνει ο μεγάλος κατακλυσμός, αυτή που σήμερα είναι η πολιτεία των Αθηναίων ήταν πολύ γενναία στον πόλεμο και εξαιρετικά ευνομούμενη από κάθε άποψη. Λέγεται μάλιστα ότι εκεί έγιναν τα πιο σημαντικά έργα και τα καλύτερα πολιτεύματα απ’ όσα τώρα έχουμε ακούσει πως υπήρξαν στον κόσμο…
Η διάρκεια του πολιτισμού μας, όπως λένε τα ιερά μας βιβλία, είναι οκτώ χιλιάδες χρόνια. Θα σου μιλήσω λοιπόν με συντομία για τους νόμους και τα υπέροχα έργα των συμπολιτών σου, που έζησαν πριν από εννέα χιλιάδες χρόνια…»
Απόγονοι, λοιπόν, αυτού του όμορφου κι ευγενικού γένους είμαστε…

---------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Γιος του Προμηθέα ήταν ο Δευκαλίωνας. Αυτός βασίλευε στην περιοχή της Φθιώτιδας και παντρεύτηκε την Πύρρα, κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, της πρώτης γυναίκας που έπλασαν οι θεοί. Επειδή όμως ο Δίας θέλησε να εξαφανίσει το χάλκινο γένος, ο Δευκαλίωνας κατά προτροπή του Προμηθέα έφτιαξε μια κιβωτό και, αφού έβαλε μέσα τα αναγκαία, μπήκε κι αυτός μαζί με την Πύρρα. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή από τον ουρανό πλημμυρίζοντας τα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, έτσι ώστε πέθαναν όλοι οι άνθρωποι, εκτός από λίγους, οι οποίοι κατέφυγαν στα κοντινά ψηλά βουνά. Τότε χωρίστηκαν και τα βουνά της Θεσσαλίας και πλημμύρισαν όλες οι περιοχές έξω απ’ τον Ισθμό και την Πελοπόννησο. Ο Δευκαλίωνας όμως μέσα στην κιβωτό, παρασυρμένος στη θάλασσα για εννιά μερόνυχτα, έπιασε στην περιοχή του Παρνασσού κι εκεί, όταν σταμάτησαν οι βροχές, βγήκε έξω και πρόσφερε θυσία στον Δία- προστάτη των φυγάδων. Ο Δίας, στέλνοντάς του τον Ερμή, τον προέτρεψε να διαλέξει ό,τι θέλει· κι αυτός διάλεξε να του δώσει ανθρώπους. Όπως του είπε λοιπόν ο Δίας, έπαιρνε λίθους και τους πετούσε πάνω από το κεφάλι του· όσοι πέταξε ο Δευκαλίωνας έγιναν άντρες, όσοι πέταξε η Πύρρα γυναίκες. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν λαοί μεταφορικά, από το λάας που είναι ο λίθος.

(*2). Ένα θέμα μεγάλης σπουδαιότητας είναι το θέμα των ανθρώπινων φυλών. Ο Ησίοδος μας λέει πως το σημερινό γένος είναι το 5ο, που το ονομάζει “σιδηρούν γένος”: « Μηκέτ’ έπειτ’ ώφελλον εγώ πέμπτοισι μετείναι ανδράσιν, αλλ’ ή πρόσθε θανείν ή έπειτα γενέσθαι. νυν γαρ δη γένος εστί σιδήρεον· ». Η Ησιόδεια ρήση δεν είναι κάποια μυθοπλασία, αλλά αυτό που ο εσωτερισμός ( μεταφυσική φιλοσοφία ) δέχεται ως πραγματικότητα. Θεωρούν πως η εξέλιξη της ανθρωπότητας, για να φτάσει στην ανώτερη βαθμίδα της, στο “καθ’ ομοίωσιν”, περνάει μέσα από 7 φυλές. Κάθε φυλή αποτελείται από 7 υποφυλές. Σε κάθε φυλή αναπτύσσεται και μια αίσθηση. Σήμερα βρισκόμαστε στην 5η φυλή και γι’ αυτό έχουμε 5 αισθήσεις. Κατά τη διάρκεια μιας φυλής υπάρχουν υπολείμματα της προηγούμενης, ενώ στις τελευταίες της υποφυλές αρχίζει να σχηματίζεται η επόμενη φυλή.
Η σημερινή φυλή ονομάζεται “Αρία φυλή”, στην οποία κυριαρχούν οι λευκοί, ( αυτή την μυστικιστική ονομασία εκμεταλλεύτηκε το Γ’ Ράιχ με τον Χίτλερ ), ενώ η προηγούμενη ήταν η “Ατλάντεια φυλή”.
Το αγνό πνεύμα για ν’ αποκτήσει τη γνώση του υλικού κόσμου, από ενέργεια (ηλεκτρομαγνητική ενέργεια), υποβιβάζοντας βαθμιαία την συχνότητά της, άρχισε να υλοποιείται. Αρχικά κράτησε άμεση επαφή με τον θείο κόσμο, έχοντας ένα αιθερικής φύσης σώμα, χωρίς κανένα από τα χαρακτηριστικά του σημερινού σώματος. Δεν είχαν στερεή ύλη. Βαθμιαία απόχτησε το φυσικό σώμα, που εξελίχθηκε στη σημερινή του μορφή.

(*3). Ο Λυκάονας ήταν γιος του Πελασγού και της Ωκεανίδας Μελίβοιας ή της νύμφης Κυλλήνης. Είχε πενήντα γιους, πολλοί από τους οποίους έχτισαν τις πιο ονομαστές πόλεις της Αρκαδίας, όπως ο Μαντινέας τη Μαντινεία, ο Τεγεάτης την Τεγέα, ο Φίγαλος τη Φιγάλεια, ο Στύμφαλος τη Στύμφαλο και ο Μαίναλος τη Μαίναλο. Ο μοναχοκόρη Καλλιστώ ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τον Αρκάδα, τον γενάρχη των Αρκάδων. Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου, που μιλάει πως ο ίδιος ο Λυκάονας έσφαξε το παιδί για να πάρει εκδίκηση από τον Δία, ο οποίος είχε αποπλανήσει τη θυγατέρα του. Έτσι καμώθηκε τον ανήξερο για τη σπορά του Δία, και τον κάλεσε να του κάνει το τραπέζι. Εκείτου παρέθεσε για γεύμα κομμάτια από το σώμα του Αρκάδα, που τον είχε σφάξει. Ο Δίας σαν κατάλαβε πως είχε μπροστά του τις σάρκες του γιου του, μεταμόρφωσε τον Λυκάονα σε λύκο και με τον κεραυνό του έκαψε το παλάτι του ανόσιου ρήγα. Μετά ένωσε τα κομμάτια και ξανάδωσε ζωή σρον γιο του Αρκάδα.
Το όνομα Λυκάων ( Λυκάονας ) ετυμολογείται από το Λύκος, αλλά από τη ρίζα λυκ-, στα λατινικά lux, που σημαίνει φως, σημασία που διατηρείται στις λέξεις λυκόφως, λυκαυγές, αμφιλύκη (= το χάραμα ). Είναι πιθανόν οι αρχαίοι για να εξηγήσουν τη λατρεία του Λύκαιου Δία, να έπλασαν το μύθο του Λυκάονα με βάση την παρετυμολογική σχέση Λυκάων- λύκος, που ενισχύεται με γενικότερες μνήμες από άγρια ήθη και θέσμια του μακρινού παρελθόντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: