Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Η θυσία της Ιφιγένειας

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος
Πολλοί πολιτικοί αναλυτές χρησιμοποιούν την έκφραση ότι η Ελλάδα θυσιάστηκε για να σωθούν οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Έγινε όπως λένε χαρακτηριστικά η Ιφιγένεια της Ε.Ε. Απ’ αυτή την έκφραση πήραμε αφορμή να αναλύσουμε τη θυσία της κόρης του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμήστρας, του ρήγα και της ρήγισσας της καστροζωμένης πολιτεία των Μυκηνών.
Ας έρθουμε θυμηθούμε τον μύθο:
Θίχτηκε το φιλότιμο των Ελλήνων όταν ο Πάρης έκλεψε την ωραία Ελένη (*1), τη γυναίκα του Μενέλαου, που ήταν βασιλιάς της Σπάρτης. Ήταν ντροπή ο γελαδάρης πρίγκιπας ν’ αρπάξει μέσα από το παλάτι τη θεόμορφη γυναίκα. Εξάλλου όρκος έδενε τους περισσότερους βασιλιάδες των πόλεων, αν κάποιος χρησιμοποιούσε βία για να κάνει δική του την κόρη της Λήδας, όλοι να προστρέξουν για να βοηθήσουν τον άντρα της να την πάρει πίσω. Έτσι ο αχαϊκός στρατός με τα βαριά τα όπλα και τα πολύχρωμα λοφία στις περικεφαλαίες, με χιλιάδες ατρόμητα άλογα και εκατοντάδες πλεούμενα, που ο άνεμος τα ωθούσε με φουσκωμένα τα πανιά να σκίζουν του πελάου τ’ αφροσκέπαστα νερά, μαζεύτηκαν στης Αυλίδας το αμμουδερό ακρογιάλι.
Καθώς δεν είχαν ακόμη τελειώσει της μεγάλης πανελλήνιας εκστρατείας οι ετοιμασίες, κι ακόμη έρχονταν γενναίοι πολεμιστάδες, ο αδελφός του Μενέλαου, ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνονας, ρήγας της ζωσμένης με τα κυκλώπεια τείχη πόλης των Ατρειδών, των ξακουστών Μυκηνών, θέλησε να κάνει το βραδινό τραπέζι στους αρχηγούς του στρατού με κυνήγι. Άθελά του, όμως, μπήκε στο ιερό άλσος της παρθενοθεάς Άρτεμης, που ήταν της φύσης και του κυνηγιού θεά.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Εκεί ήταν κι ο ναός, που είχαν οι Αυλίδιοι ιδρύσει για χάρη της θεάς. Ξάφνου πετάχτηκε ανάμεσα από τους θάμνους πανώριο ελάφι, που είχε βγει πεινασμένο να γευτεί φύλλα τρυφερά γεμάτα από της γης τους μυρόβλητους χυμούς. Με σταθερό χέρι έβαλε σημάδι το ιερό ζώο, και το τόξευσε, μπήγοντας τη θανατερή σαΐτα στον τρυφερό λαιμό του. Σαν το ’φερε στο πολύβουο στρατόπεδο καυχήθηκε πως ούτε η κόρη της Λητούς, κι αδελφή του Φοίβου, η πανώρια Άρτεμη, δεν θα μπορούσε να του παραβγεί στο σημάδι και να το τοξεύσει τόσο καλά. Χολώθηκε από την ξιπασιά του καυχησιάρη ρήγα η θεά και σταμάτησε τους άνεμους, που μέχρι τότε έκαναν να κυματίζουν τα λάβαρα των συναγμένων στρατιωτών, και θα ωθούσαν τα πλεούμενα, σαν άνοιγαν πανιά, στης Τροίας τα παράλια.
Στην ελληνική μυθιστορία, ο Αγαμέμνονας έκανε το λάθος, έστω κι άθελά του, να μπει στο ιερό άλσος της θεάς και να σκοτώσει το ιερό της ελάφι. Μα, το βασικότερο, να καυχηθεί πως ξεπερνούσε στο σημάδι ακόμα και τη θεά. Ο μη σεβασμός των θεών αποτελούσε “ύβρη” και η μυθολογία μας έχει πολλά παραδείγματα τιμωρίας αυτών που δεν σεβόντουσαν τους θεούς. Είναι μεγίστη ασέβεια οι θνητοί να θεωρούν πως είναι υπέρτεροι των θεών. Έτσι, δικαιολογημένα η Άρτεμη θύμωσε κι έκανε τους ανέμους να κοπάσουν. Στη συνέχεια, είναι κατανοητό να θελήσει να δώσει ένα μάθημα ταπεινότητας στον ξιπασμένο βασιλιά, ζητώντας να της θυσιάσει την ομορφοθυγατέρα του την Ιφιγένεια. Να τον φτάσει στα όρια της ψυχικής του αντοχής, ώστε να μάθει πως απέναντι στο θείο είμαστε ταπεινοί, χωρίς έπαρση κι αλαζονεία. Οφείλουμε να το σεβόμαστε κι αυτόν τον σεβασμό να τον κάνουμε πράξη. Χρησιμοποιώ την έκφραση “σεβόμαστε” κι όχι “φοβόμαστε”.
Πάμε παρακάτω στον μύθο:
Η άπνοια δεν έλεγε να πάρει τέλος και ο συναγμένος στρατός αδημονούσε. Ήθελε να μπει στα καράβια και να κουρσέψει την Τροία, δίνοντας ένα σκληρό μάθημα σ’ αυτούς που ατίμασαν το θεσμό της οικογένειας. Μέρες πολλές περίμεναν να ξανακυματίσουν τα λάβαρα από του ανέμου την πνοή, μα του κάκου. Έτσι οι αρχηγοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις μαντείες του Κάλχα. Δίστασε ο μάντης να φανερώσει την αιτία και τον τρόπο θεραπείας του κακού. Στο τέλος, ξεστόμισε αυτό , που γέμισε με απελπισία και πόνο το στήθος του αρχιστράτηγου. Οι αγέρηδες και πάλι θα φυσούσαν, είπε ο Κάλχας, μόνον αν στον βωμό της πρόσφεραν για σφαχτάρι την Ιφιγένεια, την ομορφότερη κόρη του Αγαμέμνονα!
Παγωμάρα ξαπλώθηκε σ’ όλο το στρατόπεδο. Βουβός θρήνος φούσκωνε το στήθος του πατέρα και τα μάτια του σκεπάζονταν από δροσιά δακρύων. Χίλιες φορές να μείνει ανεκδίκητη η αρπαγή της νύφης του, κι ας μην έσωνε να πάρει τη ράβδο του αρχιστράτηγου, σκεφτόταν, παρά να βάλει πάνω στον βωμό την ακριβοθυγατέρα του. Και πάλι, πώς να το φανερώσει στης ζωής του τη σύντροφο, την αγέρωχη Κλυταιμήστρα, και στο τρυφερό αγγελούδι του, την Ιφιγένεια;
O αδελφός του ανυπομονούσε να πάρει πίσω τη γυναίκα του, την πεντάμορφη Ελένη, ενώ ο στρατός να γεμίσει με λάφυρα τα καράβια, αφού δώσει υλικό για να γράψουν τραγούδια οι ποιητές, εξυμνώντας τα ανδραγαθήματά τους. Κι ο ρήγας των Μυκηνών ανάμεσα σε Συμπληγάδες πέτρες. Από τη μια η αγαπημένη του οικογένεια, κι από την άλλη το χρέος προς της πατρίδας την τιμή.
Η πονηριά του βασιλιά της Ιθάκης, του πολυμήχανου Οδυσσέα, έδωσε τη λύση στο πρόβλημα του Αγαμέμνονα, πώς να φέρει την κόρη του στο περιγιάλι της Αυλίδας. Σκαρφίστηκε, λοιπόν, πως τάχα θα πάντρευαν τον ξακουστό πολεμιστή Αχιλλέα, γιο της θεάς Θέτιδας και του θνητού Πηλέα, με την κόρη του Αγαμέμνονα. Μήνυσε γι ’αυτό ο ρήγας, ο γιος του Ατρέα, στη γυναίκα του να έρθουν στης Αυλίδας το στρατόπεδο για να γίνει ο βασιλικός γάμος πριν φύγουν για της Ασίας τα παράλια, ώστε ο ήρωας να έχει κάποια γυναίκα, που να προσμένει στο παλάτι του στη Φθία το γυρισμό του. Χαρούμενες για το γάμο με τον ξακουστό γιο της Θέτιδας, μάνα και κόρη, με συνοδεία, έφτασαν στων Αχαιών το στρατόπεδο, με τις πολυάριθμες και με τα λογιών- λογιών χρώματα, σκηνές. Μαζί πήραν και τον μικρό Ορέστη, τον μοναχογιό του Αγαμέμνονα (*2).
Ο τραγικός μας ποιητής Ευριπίδης έγραψε δύο τραγωδίες για την Ιφιγένεια, την “Ιφιγένεια η εν Αυλίδι” και την “Ιφιγένεια η εν Ταύροις”. Στην πρώτη περιγράφει ποιητικά την άπνοια:
« Ούκουν φθόγγος γ’ ούτ’ ορνίθων
ούτε θαλάσσης• σιγαί δ’ ανέμων
τόνδε κατ’ Εύριπον έχουσιν.»
[ Μετ.: Ήχος κανείς, ουδέ πουλιού
ουδέ πελάγου• στον Εύριπο
βασιλεύει των ανέμων η σιωπή.] (Ευριπίδου, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 9-12)
O τραγωδός μέσα από τα λόγια του χορού στους στίχους 164-333 κάνει πλήρη περιγραφή του στρατού και των αρχηγών, απ΄ όπου παραθέτουμε το παρακάτω απόσπασμα:
« Ήρθα να δω των Αχαιών το τσούρμο,
των Αχαιών των ημίθεων τα θαλάσσια ξύλα
που λεν πως παν να πάρουν την Τροία
κι αρμάτωσαν χίλια σκαριά,
ο ξανθός Μενέλαος
και τ’ αδέρφι του
ο παινεμένος Αγαμέμνονας
για να φέρουνε πίσω ξανά την Ελένη.
Απ’ του Ευρώτα τους καλαμιώνες
την άρπαξε ο γελαδάρης Πάρης
της Αφροδίτης χάρισμα,
όταν σιμά σε δροσερές πηγές
η Κύπρη με την Ήρα και την Αθηνά
μάλωναν για τα κάλλη. » ( Ευριπίδου, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 171-184)
Έρχονται στιγμές κι ώρες, που οι βασιλιάδες ζηλεύουνε την ανεμελιά των απλών ανθρώπων. Πως μπορούσε να θυσιάσει την αγαπημένη του κόρη; Υπάρχει γονιός, που θα οδηγούσε το παιδί του στου βωμού τη φωτιά; Αν ήταν ένας απλός άνθρωπος, θα μπορούσε ν’ αψηφήσει της θεάς την απαίτηση, κι αν έπεφτε στο κεφάλι του η οργή της. όμως, τώρα ήταν βασιλιάς κι ο διαλεχτός αρχηγός της πανελλήνιας αυτής εκστρατείας.
O ποιητής βάζει στο στόμα του Αγαμέμνονα τα ακόλουθα λόγια για να εκφράσει τον πόνο του για τη μεγάλη δοκιμασία που τον περιμένει:
« Γλυκά τ’ αξιώματα,
αν όμως πέσουν βαριά , σε βουλιάζουν.
Πότε γυρίζουν τη ζωή τα πάνω κάτω
οι θεοί που δε σεβάστηκες,
πότε την αφανίζουν σύρριζα
ανθρώπων αχάριστες γνώμες. » ( Ευριπίδου, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 21-28)
Ο γέροντας, αλλά σοφός από τη ζωή, υπηρέτης του απάντησε έτσι στα παραπάνω λόγια:
« Ο Ατρέας δε σ’ έσπειρε
μόνο για να κερδίζεις, Αγαμέμνονα.
Είναι γραφτό να χαίρεσαι και να λυπάσαι.
Γεννήθηκες θνητός• θέλεις δε θέλεις
οι βουλές των θεών έτσι κρίνουν. » ( Ευριπίδου, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 30-33)
Τι να κάνει ο ρήγας, που η θεά του ’ριξε τέτοια συμφορά; Όλα μέσα του είναι θολά κι ανταριασμένα. Ακόμα κι ο αέρας, που ανάπνεε, του ερχόταν βαρύς. Μέσα στην απελπισία ο βασιλιάς μονολογεί:
« Ο στρατός με τάξη μαζεύτηκε, μα θρονιαστήκαμε
κοντά στην Αυλίδα με καιρόν αταξίδευτο.
Κι ο μάντης Κάλχας, ενώ σταυρώναμε τα χέρια πια,
δίνει χρησμό, την Ιφιγένεια, το βλαστάρι μου,
να τη σφάξω στην Άρτεμη, που κατοικεί σ’ αυτή τη γη,
για να φύγουν τα πλοία και των Φρυγών η χώρα να ρέψει.
Τ’ άκουσα εγώ και πρόσταξα να διαλαλήσει
φωναχτά ο Ταλθύβιος πως το στράτευμα διαλύεται
πως ποτέ μου δε βάσταγα το παιδί μου να σφάξω.
Ο αδερφός μου όμως, λόγους επιστρατεύοντας πολλούς,
μ’ έπεισε τα φριχτά να τολμήσω. Κι έγραψα γράμμα
και το ’στειλα στη γυναίκα μου τη θυγατέρα
να στείλει τάχα του Αχιλλέα νύφη στεφανωτή.
Αράδιαζα παινέματα για το λεβέντη κι έλεγα
πως δε βολεί να ταξιδέψει με τους Αχαιούς
αν νύφη δεν έφτανε πρώτα στη Φθία.
………………………………………………
Του Αχιλλέα πήρα τα’ όνομα κι όχι τη χάρη.
Ούτε για γάμο ξέρει ούτε το στόχο μας
ούτε πως του ’ταξα για νύφη το παιδί
στην αγκαλιά του να το χαίρεται
και στο κρεβάτι ταίρι ». (Ευριπίδου, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι ”, 87-103 και 128-132)
Ήταν, πράγματι, ο καλύτερος γαμπρός που θα μπορούσε να διαλέξει για την Ιφιγένεια. Ο χορός εκθειάζει τον Αχιλλέα με τ’ ακόλουθα λόγια:
« Τον Αχιλλέα, το γοργοπόδη
που τρέχει σαν τον άνεμο
της Θέτης το παιδί αναθρεφτός
του Χείρωνα• τον είδα
στα βοτσαλάκια του γιαλού
να πιλαλάει πάνοπλος•
παράβγαινε πεζός
άρμα με τέσσερα άλογα
και πέταγε στη νίκη.
Ο Εύμηλος, του Φέρητα τ’ αγγόνι
ηνίοχος, φωνοκοπούσε•
μα τον είδα να κεντά βαθιά
τα όμορφα πουλάρια του
με τα χρυσά τους χαλινάρια.
Ήταν τα μεσιανά με βούλες τρίχες άσπρες
και τ’ ακρινά, τ’ απέξω
που αντάμα παίρνουν τις στροφές,
πυρόξανθα με παρδαλά
κοτρίδια• με τούτα πάλευε
πάνοπλος του Πηλέα ο γιος
πότε κοντά στο μπράτσο τ’ αμαξιού
πότε στ’ αδράχτι. » ( Ευριπίδου, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 206-230)

---------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1) Η ωραία Ελένη γεννήθηκε από το σμίξιμο του Δία, που πήρε τη μορφή κύκνου, και τη Λήδας, της γυναίκας του Τυνδάρεω.

(*2). Το βασιλικό ζεύγος των Μυκηνών είχε τρεις κόρες, την Ιφιγένεια, την Ηλέκτρα και την Χρυσόθεμη, καθώς κι έναν γιο, τον Ορέστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: