Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Φιλοκτήτης

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος
Ο Φιλοκτήτης είναι ένας ήρωας του Τρωικού πολέμου, που αν και ξεκίνησε για το Ίλιο, δεν έφτασε από μια κακοτυχία. Όμως ήταν γραφτό να μην πέσει το Ίλιο χωρίς τη δική του παρουσία. Έτσι, αν και δεν πήρε μέρος στους δεκαετείς αγώνες, που ύμνησε ο Όμηρος, στο τέλος, μετά από μια μαντεία, ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να τον φέρει στην Τροία, για να μπορέσουν, επιτέλους, οι Δαναοί να καταλάβουν το βασίλειο του Πρίαμου.
Ας γνωρίσουμε τον μύθο του ήρωα από τη Θεσσαλία:
Ο Φιλοκτήτης ήταν γιος του Ποίαντα (*1) και της Δημώνασσας, βασιλιάς των πόλεων της Θεσσαλίας Μεθώνης, Θαυμακίας, Μελίβοιας και Ολιζώνος. Υπήρξε ονομαστός τοξότης και είχε την τύχη να κρατάει το τόξο και τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή. Του τα έδωσε σαν δώρο ο Θηβαίος ήρωας όταν βασανιζόταν από τον δηλητηριασμένο με το αίμα του Κένταυρου Νέσσου χιτώνα, που είχε κολλήσει στις σάρκες του και τις κατέτρωγε. Για ν’ απαλλαγεί από τους φριχτούς πόνους ο Ηρακλής έκανε ένα σωρό από ξύλα, ανέβηκε πάνω σου και ζητούσε κάποιος να βάλει φωτιά. Έτυχε να περνάει ο Φιλοκτήτης, που δέχτηκε μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία του ξακουστού ήρωα, να δώσει τέλος στο μαρτύριό του, κι έτσι άναψε τη φωτιά. Για να τον ευχαριστήσει ο Ηρακλής του έδωσε το τόξο και τα βέλη του. Του ζήτησε, επίσης, να μη φανερώσει που ήταν η στάχτη από την πυρά, που αφάνισε το σώμα του.
Ο Φιλοκτήτης υπήρξε ένας από τους πολλούς μνηστήρες της Ελένης. Έτσι τον έδενε όρκος, και σαν την έκλεψε ο Πάρης, πήρε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με επτά καράβια και ικανούς πολεμιστές.
Μετά από την αναμονή στην Αυλίδα και τη θυσία στην Άρτεμη, πριν φτάσουν στα παράλια της Μ. Ασίας οι Έλληνες έκαναν κι άλλη θυσία στο νησί Χρύση. Εκεί υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη θεά Χρύση, που δεν υπήρξε και τόσο καλόγνωμη για τους ανθρώπους, κι επόπτευε τα περάσματα της θάλασσας, φυλάγοντας τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες ήθελαν να την εξευμενίσουν, ώστε να μην πάει χαμένη η εκστρατεία τους (*2). Μα τους ήταν άγνωστο το νησί και τα νησιά της περιοχής πολλά. Τη θέση του νησιού τη γνώριζε μόνον ο Φιλοκτήτης (*3). Αυτός ανέλαβε και τους οδήγησε στη αρμυρόζωστο νησί.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Σαν αποβιβάστηκαν και πήραν το δρόμο για το ιερό, όπου ο Ιάσονας είχε πριν από χρόνια χτίσει βωμό, πετάχτηκε ένα φίδι, που φύλαγε τον ιερό χώρο, και δάγκωσε τον Φιλοκτήτη στο πόδι (*4). Δεν ήταν μόνο ο πρώτος πόνος που βασάνιζε τον ήρωα. Γρήγορα η πληγή αφόρμισε, βγάζοντας αίμα και πύον και ανέδιδε αφόρητη δυσοσμία. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και οι φωνές και τα βογγητά του Θεσσαλού βασιλιά δεν άφηναν να ηρεμήσει το στράτευμα κλονίζοντας και το ηθικό του.
Οι στρατηγοί, λόγω της αφόρητης κακοσμίας και των κραυγών πόνου, αποφάσισαν πως ήταν προτιμότερο να μην τον πάρουν μαζί τους στο Ίλιο. Τότε ο Οδυσσέας πρότεινε να τον αφήσουν στην κοντινή Λήμνο και να συνεχίσουν το αρμένισμά τους για την Τροία. Με εμπνευστή τον πολυμήχανο βασιλιά της Ιθάκης κι εκτελεστή τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα έβαλαν μπροστά το σχέδιο της εγκατάλειψης. Έτσι μόλις βρήκαν την ευκαιρία, καθώς κοιμόταν αποκαμωμένος από τον πόνο και τα βογγητά, τον μετέφεραν στη Λήμνο, όπου τον εγκατέλειψαν. Στο στρατό που είχαν τα επτά καράβια του, τώρα, έγινε αρχηγός ο Μέδοντας, νόθος γιος του Οϊλέα.
Στη Λήμνο έζησε πολύ δύσκολα χρόνια ο Φιλοκτήτης, μέσα σε πόνους και στερήσεις, επιβιώνοντας με το να σκοτώνει πουλιά με το τόξο του Ηρακλή.
Πέρασαν δέκα χρόνια πολέμου στην Τροία, χωρίς να κατορθώσουν οι Αχαιοί να κουρσέψουν τα τείχη της. Κάποια μέρα ο μάντης Κάλχας φανέρωσε στον Οδυσσέα, πως η μαντική του τέχνη ήταν ανώφελη για τους Έλληνες. Μόνον ο Έλενος, ο γιος του Πρίαμου με τις μαντικές ικανότητες, θα μπορούσε να τους βοηθήσει, γιατί αυτός κατείχε τους χρησμούς για την άλωση της Τροίας.
Αφού είχαν φτάσει σε αδιέξοδο και ο τρανότερος πολεμιστής τους ο Αχιλλέας άφησε τον στερνή πνοή του από του Πάρη το βέλος, ο βασιλιάς της Ιθάκης αποφάσισε να πιάσει ζωντανό τον Έλενο, για να τον αναγκάσει να του φανερώσει τον χρησμό. Έστησε καρτέρι, λοιπόν, για να τον πιάσει. Πολλές σκοτεινές νύχτες περίμενε υπομονετικά. Κάποια νυχτιά χωρίς φεγγάρι, με πήχτρα το σκοτάδι, ο Έλενος βγήκε έξω από τα τείχη. Σαν της κουκουβάγιας το μάτι, που τίποτα δεν της ξεφεύγει, είδε τον Τρωαδίτη ο Οδυσσέας κι όρμησε, ακουμπώντας το ξίφος του στου Έλενου το λαιμό. Έτσι τον αιχμαλώτισε και τον έσυρε δεμένο στων Αχαιών το στρατόπεδο. Με απειλές πως θα τον σκοτώσουν, του απέσπασαν το μυστικό. Ο Έλενος τους φανέρωσε πως η Τροία θα έπεφτε μόνον οι Αχαιοί είχαν μαζί τους, στις μάχες κάτω από το κάστρο, το γιο του πιο αντρειωμένου Έλληνα, τον Νεοπτόλεμο το γιο του Αχιλλέα, και το τόξο του ημίθεου Ηρακλή με τις φαρμακερές του κι αλάθευτες σαΐτες. Αυτά τα όπλα που είχαν κουρσέψει, πριν από χρόνια, για πρώτη φορά το Ίλιο, ήταν απαραίτητα για το ξανακυριέψουν.
Ο Νεοπτόλεμος μεγάλωνε στη Σκύρο, κοντά στη μητέρα του Δηιδάμεια και τον παππού του Λυκομύδη, το βασιλιά του νησιού. Ο παππούς του είχε δώσει το όνομα Πύρρος, από τα πυρόξανθα μαλλιά του, αλλά ο Φοίνικας, ο παιδαγωγός του Αχιλλέα, του το άλλαξε και τον ονόμασε Νεοπτόλεμο, γιατί ο πατέρας του Αχιλλέας είχε πολεμήσει στην Τροία πολύ νέος. Ποιός άλλος θα αναλάμβανε το χρέος να φέρει το Νεοπτόλεμο στην Τροία, από τον πολυμήχανο Οδυσσέα; Μόνον αυτός μπορούσε μα κάμψει τις αντιρρήσεις της μάνας και του παππού, γιατί δεν είχε περάσει πολύς καιρός από του Αχιλλέα το χαμό. Πραγματικά, χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη του την πονηριά για να τους πείσει. Σ’ αυτό τον βοήθησε κι ό ίδιος ο νέος, που φλεγόταν από λαχτάρα να πολεμήσει για να γδικηθεί του πατέρα του το θάνατο, και ν’ αποκτήσει κι αυτός δόξα τρανή. Ο Οδυσσέας έφερνε μαζί του και την υπόσχεση του Μενέλαου, αν πήγαινε με το καλό ο Νεοπτόλεμος μαζί τους και καταχτούσαν την Τροία, σαν γύριζαν πίσω στην Ελλάδα θα τον πάντρευε με την μοναχοκόρη του, την όμορφη Ερμιόνη (*5). Σαν έφτασαν στο στρατόπεδο, ο βασιλιάς της Ιθάκης έδωσε στο Νεοπτόλεμο τα όπλα του πατέρα του, που τόση αναταραχή είχαν σκορπίσει στο στρατό και προκάλεσαν το θάνατο του Αίαντα.
Αφού πια ήρθε ο γιος του Αχιλλέα στο Ίλιο, ανέλαβε δυσκολότερη αποστολή ο γιος του Λαέρτη. Τώρα έπρεπε να βάλει όλη του την πονηριά ο παμπόνηρος Οδυσσέας για να φέρει τον Φιλοκτήτη στην Τροία, κάνοντάς τον να παραμερίσει όλο του το μίσος για την άδικη εγκατάλειψή του στην αφιλόξενη Λήμνο.
Με το μύθο του Φιλοκτήτη ασχολήθηκαν και οι τρεις μεγάλοι μας τραγικοί ποιητές, γράφοντας ομώνυμες τραγωδίες. Απ’ αυτές μόνον του Σοφοκλή σώζεται. Από τους άλλους δύο έχουμε λίγα αποσπάσματα. Για την μετάκληση του Φιλοκτήτη ο καθένας τους παρουσιάζει τα δική του εκδοχή. Και στις τρεις την αποστολή αναλαμβάνει ο Οδυσσέας. Έτσι το κεντρικό πρόσωπο, μετά τον βασανισμένο και παρατημένο στο νησί ήρωα, είναι ο γιος του Λαέρτη. Η αναγνώριση για την δεινότητα στο σημάδι με το τόξο από τον Φιλοκτήτη είναι καθολική. Έτσι ο Όμηρος μας παρουσιάζει το Μενέλαο να λέει:
«Ξέρω καλά να κρατώ το τορνεμένο τόξο•
πρώτος εγώ θα τόξευα σ’ εχθρικό πλήθος κάποιον,
κι ας ήταν δίπολα μου πολλοί τοξότες σύντροφοί μου
κι ας στέκονταν κι ας έριχναν τα βέλη τους εκείνοι.
Στο τόξο με ξεπέρασε μόνο ο Φιλοκτήτης
στη χώρα των Τρωαδιτών, σαν ρίχναμε τα βέλη. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. γ’ 215-220 )
Ας παρουσιάσουμε πρώτα την παραλλαγή του Σοφοκλή:
Ο Οδυσσέας έχοντας πάρει την εντολή να φέρει στην Τροία τον Φιλοκτήτη, είτε με το καλό είτε με το κακό, πήρε σαν σύντροφο τον Νεοπτόλεμο. Οι αρχηγοί των Αχαιών ήσαν σίγουροι πως θ’ αρνιόταν να έρθει μαζί τους, γιατί τον παράτησαν στο αφιλόξενο νησί της Λήμνου, χωρίς να τον συντρέξουν στον πόνο του. Έτσι μόνο με δόλο θα μπορούσαν να τον φέρουν. Και ποιος ήταν ικανότερος γι’ αυτό από τον Οδυσσέα; Ο Νεοπτόλεμος ήταν πολύ ακέραιος χαρακτήρας και σίγουρα δεν θα συνεργούσε στο δόλιο σχέδιο των αρχηγών του ελληνικού στρατού. Γι’ αυτό δεν του φανέρωσαν από την αρχή το λόγο του ταξιδιού στη Λήμνο. Σαν έφτασαν στο νησί, ο Οδυσσέας τον ορμήνεψε να καμωθεί πως, τάχα, θύμωσε με τους Αργείους, γιατί τα όπλα του πατέρα του δεν του δόθηκαν, αλλά τα πήρε ο Οδυσσέας. Έτσι χολωμένος άφησε της Ασίας τα παράλια γυρνώντας στην πατρίδα του. Μ’ αυτό το ψέμα θα κέρδιζε την εμπιστοσύνη του Φιλοκτήτη, γιατί έτρεφε μίσος για τον βασιλιά της Ιθάκης, που είχε την ιδέα να τον αφήσουν μόνο κι έρημο στη Λήμνο.
Στην αρχή ο γιος του Αχιλλέα δίστασε να εξαπατήσει τον πονεμένο Θεσσαλό βασιλιά. Πείστηκε όμως όταν ο Οδυσσέας του τόνισε πως μόνο με του Ηρακλή τα όπλα, τα οποία είχε πάρει σαν δώρο ο Φιλοκτήτης, θα μπορούσαν να θέσουν τέλος στον δεκαετή πόλεμο και να κουρσέψουν το κάστρο της Τροίας. Ήθελε ο νέος να τιμωρήσει του Τρώες για το θάνατο του πατέρα του.
Απομακρύνθηκε στην αρχή ο Οδυσσέας, για να μην τον δει ο Φιλοκτήτης κι ο Νεοπτόλεμος βγήκε με τους συντρόφους σε αναζήτηση του τυραννισμένου από της οχιάς το δάγκωμα βασιλιά. Σε λίγο τον βλέπουν να γυρίζει, κρατώντας το περίφημο τόξο, από το κυνήγι, κουτσαίνοντας, με έντονα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του τον μορφασμό του πόνου και της απελπισίας, βογκώντας και βρίζοντας την τύχη του. Κουρέλια και κομμάτια από δέρμα αγριμιών έκρυβαν τη γύμνια του. Σαν έμαθε πως οι ξένοι ήσαν Έλληνες χάρηκε. Είχε πολλά χρόνια ν’ ακούσει ανθρώπινη λαλιά και η χαρά του έγινε ακόμη μεγαλύτερη σαν άκουσε τη γλώσσα της πατρίδας του. Στην αρχή ο Νεοπτόλεμος καμώθηκε πως δεν ήξερε τον πονεμένο ερημίτη που βρήκε, τάχα, αναπάντεχα. Τότε ο Φιλοκτήτης βάλθηκε να του εξιστορεί τα βάσανά του και το παράπονό του που τον άφησαν μόνο κι αβοήθητο στο έρημο νησί, να βασανίζεται από τους αφόρητους πόνους και να διατηρείται στη ζωή σκοτώνοντας πουλιά κι αγρίμια με τα βέλη του γιου του κεραυνόχαρου Δία, του ξακουστού Ηρακλή, ο οποίος τώρα χαιρόταν τη γαλήνη στου Όλυμπου τα δώματα.
Ο νεαρός Νεοπτόλεμος συμπόνεσε τον βασανισμένο ήρωα, μα έπρεπε να κάνει το θεατρίνο και να παίξει το ρόλο του, όπως ο Οδυσσέας τον είχε ορμηνέψει. Καμώθηκε, λοιπόν, πως ήταν χολωμένος με των Αχαιών το ανόσιο για τη μνήμη του πατέρα του Αχιλλέα φέρσιμο και πως τους παράτησε φεύγοντας από το κάστρο της Τροίας για να γυρίσει στο νησί του, τη Σκύρο. Τότε φώτισε για λίγο το αυλακωμένο από τον πόνο πρόσωπο του Φιλοκτήτη και τον παρακάλεσε να τον πάρει μαζί του στην πατρίδα. Ο δασκαλεμένος από τον Οδυσσέα νέος έκανε στην αρχή πως δίσταζε, μα στο τέλος του είπε πως δεχόταν.
Στο μεταξύ ο Οδυσσέας ανυπομονούσε κι έστειλε αποσταλμένο στον Νεοπτόλεμο, ζητώντας να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα. Αυτός παρέστησε τον έμπορο και ειδοποίησε, τάχα, πως οι Ατρείδες είχαν θυμώσει από το φευγιό τους κι έστειλε καράβι με τον δάσκαλο του Αχιλλέα Φοίνικα και τους δυο γιους του Θησέα για να τον φέρουν πίσω. Επίσης κι άλλο καράβι παραπίσω ερχόταν με τον Οδυσσέα και το Διομήδη για να πάρουν τον Φιλοκτήτη, γιατί χωρίς Νεοπτόλεμο και Φιλοκτήτη ήταν αδύνατο η Τροία ν’ αλωθεί.
Μπροστά στην ψεύτικη απειλή ο Νεοπτόλεμος ζήτησε από τον Φιλοκτήτη να ξεκινήσουν τη ρώτα για την πατρίδα. Και τότε πιάνουν ξαφνικά ανυπόφοροι πόνοι τον Φιλοκτήτη. Μπροστά σε τόσους άγνωστους ξένους ο Φιλοκτήτης εμπιστεύτηκε το τόξο του και τα βέλη στον Νεοπτόλεμο μέχρι να περάσει ο παροξυσμός. Σαν κόπασε η κρίση, έπεσε σε βαθύ ύπνο ο πονεμένος ήρωας. Σφίχτηκε η καρδιά του ευαίσθητου νέου. Ο τίμιος χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε να συνεχίσει την απάτη. Γι’ αυτό του φανέρωσε την αλήθεια και του τόνισε την ανάγκη να τον οδηγήσει στην Τροία. Γι’ άλλη μια φορά ένιωσε την προδοσία ο Φιλοκτήτης. Πάνω στη δύσκολη ώρα εμφανίστηκε ο Οδυσσέας, που χωρίς περιστροφές απαίτησε από τον Νεοπτόλεμο να του δώσει το τόξο, που κρατούσε. Σαν είδε την αιτία της συμφοράς του ο Φιλοκτήτης ξεστόμισε κατάρες κι απειλές. Ο Οδυσσέας απερίφραστα του τόνισε πως αν δεν τους ακολουθήσει στη θαλασσόζωστη πεδιάδα της Τροίας, την ποτισμένη από το αίμα των παλικαριών, θα πεθάνει της πείνας χωρίς το τόξο. Μα ο θυμός του Φιλοκτήτη ήταν τόσο μεγάλος, που προτιμούσε να πεθάνει παρά να μπει στο καράβι και να βρεθεί στο Ίλιο. Μπροστά στην ξεροκεφαλιά του ήρωα, ο Οδυσσέας, μιας κι είχαν το πολύτιμο τόξο με τις αλάθευτες σαΐτες, πήρε τον Νεοπτόλεμο για επιστροφή στο στρατόπεδο των Αχαιών.
Δεν άντεξε ο νέος την αδικία και την απελπιστική κατάσταση του Θεσσαλού βασιλιά. Έτσι παρά τις φωνές και τις απειλές του Οδυσσέα, γύρισε για να παραδώσει το τόξο σ’ αυτόν που του ανήκε. Τότε, αφήνοντας τον Όλυμπο, εμφανίστηκε ο Ηρακλής για ν’ αλλάξει τη γνώμη του παλιού του φίλου. Έτσι ο Φιλοκτήτης πείστηκε και μπαίνοντας στο καράβι ήρθε στην Τροία. Στο αχαϊκό στρατόπεδο τον θεράπευσε ο Μαχάονας, ο γιος του Ασκληπιού. Αφού το απέκοψε τις σαπισμένες σάρκες της πληγής, έπλυνε το μέρος αυτό με κρασί και μετά έβαλε βοτάνια. Έτσι γρήγορα έγινε καλά.
Χωρίς τους φοβερούς πόνους πια, έχοντας ξανανιώσει, σαν παλικαρόπουλο μπήκε στη μάχη σκοτώνοντας πολλούς Τρώες. Στο τέλος προκάλεσε σε μονομαχία τον Πάρη, τον οποίο πλήγωσε θανάσιμα (*6). Έτσι βρήκε κι ο Πάρης το τέλος, αυτός που στάθηκε η αιτία για τον πολύκαιρο και αιματηρό πόλεμο.
Ο Σοφοκλής παρουσιάζει στην αρχή τον Οδυσσέα να εξιστορεί στον Νεοπτόλεμο γιατί αναγκάστηκαν να αφήσουν τον Φιλοκτήτη στη Λήμνο:
« Αυτός είναι ο γιαλός της Λήμνου
της κυματόζωστης που κανένας
δεν την περπάτησε θνητός και μήτε
κατοίκησε ποτέ. Σ’ αυτό το μέρος,
Νεοπτόλεμε, βλαστάρι του Αχιλλέα,
του πρώτου μες τους Έλληνες, μια μέρα
παράτησα του Ποίαντα το γιο μονάχο,
γιατί ’χε μια φριχτή πληγή στο πόδι,
που του έτρωγε τις σάρκες κι έσταζε αίμα•
με πρόσταξαν οι Ατρείδες να το πράξω,
αφού μήτε σπονδές, μήτε θυσίες
μπορούσαμε ήσυχα να κάνουμε, τι εκείνος
εστέναζε, βογκούσε, βλαστημούσε,
και τάραζε όλο το στρατόπεδό μας. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 1-11 )
Μετά ο βασιλιάς της Ιθάκης ορμηνεύει πώς να ξεγελάσει με δόλο στα λόγια τον Φιλοκτήτη, για να του πάρουν τα όπλα. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να κατακτήσουν του Πρίαμου την πόλη:
« Πρέπει με ψέματα του Φιλοκτήτη
να του κερδίσεις την εμπιστοσύνη.
Όταν ρωτήσει ποιος και πούθε φτάνεις,
λέγε του γιος του Αχιλλέα, τούτο
δεν είναι ψέμα• πας για την πατρίδα,
αφού παράτησες των Αχαιών τα πλοία
μεγάλο μίσος νιώθοντας για κείνους,
που ενώ με παρακάλια από τη γη σου
στείλαν και σε ξεσήκωσαν, την Τροία
ελπίζοντας να κυριέψουν έτσι,
τα όπλα του Αχιλλέα δε σε κρίναν
άξιο να τα πάρεις όταν πήγες
και δίκαια τα ζητούσες, μα τα δώσαν
στον Οδυσσέα• σώριαζε όσες θέλεις
απάνω μου βρισιές. Σε μένα τούτο
δε θα κακοφανεί• μα έτσι αν δεν κάμεις,
θλίψη θα φέρεις σ’ όλους τους Αργείους.
Γιατί αν δεν πάρουμε τα τόξα εκείνου,
δε θα μπορέσεις να κουρσέψεις του Δαρδάνου
τη χώρα. Μάθε πως εσύ μονάχα
μπορείς σ’ αυτόν μ’ ασφάλεια να μιλήσεις,
μα όχι εγώ. Εσύ έχεις ταξιδέψει
μήτε απ’ ανάγκη, μήτε ορκοδεμένος,
μήτε και με τον πρώτο στόλο• μα όλα τούτα
δε θα μπορέσω εγώ να τ΄ αρνηθώ. Ώστε
αν με νιώσει, ενώ βαστάει τα τόξα
χάθηκα κι εσύ χάνεσαι μαζί μου.
Πρέπει λοιπόν με πονηριά να κλέψεις
τ’ ανίκητα όπλα. Ξέρω εσύ ’σαι γεννημένος
μήτε να λες ψευτιές μηδέ να κάμεις•
πολύ γλυκιά ειν’ η νίκη• τόλμησέ το•
δίκαιο πάλι θα φανούμε, γιε μου. Τώρα
για λίγο υπάκουσέ με βοηθώντας
άνομη πράξη και κατόπι θα ’σαι
ο πιο ευσεβής απ’ όλους τους ανθρώπους. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 55-86 )
Ο Νεοπτόλεμος αντιδρά στην προτροπή του Οδυσσέα να χρησιμοποιήσει δόλο. Η ηθική του δεν το επιτρέπει. Αλλιώς έχει μεγαλώσει, άλλες αρχές έχει πάρει:
« Εγώ μεν ους αν των λόγων αλγώ κλύων,
Λαερτίου παι, τούσδε και πράσσειν στυγώ•
έφυν γαρ ουδέν εκ τέχνης πράσσειν κακής,
ούτ’ αυτός ούθ’, ως φασιν, ουκφύσας εμέ.
…………….βούλομαι δ’, άναξ, καλώς
δρων εξαμαρτείν μάλλον ή νικάν κακώς. »
[[ Μετάφρ.: Γιε του Λαέρτη, λόγια που μου φέρνουν
ντροπή ν’ ακούω δε θέλω και να πράξω.
Γιατί την απάτη δε γεννήθηκα, όπως
και κείνος που με γέννησε• … προτιμάω
κάνοντας το καλό ν’ αποτυχαίνω,
παρά με το κακό να ’χω τη νίκη. ]] ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 87- 90 και 95-96 )
Μετά ο τραγικός παραθέτει τον διάλογο ανάμεσα στον γιο του Αχιλλέα και τον πανούργο Οδυσσέα, ο οποίος του φανερώνει πως μόνο αυτό το τόξο θα επιτρέψει στους Έλληνες να κυριέψουν την Τροία:
« NE.: Και ποια μεγάλη δύναμη κατέχει;
OΔ.: Αλάθευτες σαΐτες του θανάτου.
ΝΕ.: Λοιπόν αν τον ζυγώσω, κινδυνεύω;
OΔ.: Όχι, άμα τον πιάσεις, όπως λέω, με δόλο.
ΝΕ.: Μα δε λογιάζεις άτιμο το ψέμα;
ΟΔ.: Ποτές αν η ψευτιά θα με γλυτώνει.
ΝΕ.: Και με τι πρόσωπο κανείς τέτοιο τολμάει;
ΟΔ.: Όταν για κέρδος κάνεις κάτι, μη διστάζεις.
ΝΕ.: Αν πάει αυτός στην Τροία, τι κερδίζω;
ΟΔ.: Μόνο τα τόξα αυτά την Τροία θα ρίξουν.
ΝΕ.: Δεν είμαι γω που θα την πάρω, καθώς λέγατε;
ΟΔ.: Ούτε κι εσύ χωρίς τα τόξα, ούτε κι αυτά χωρίς εσένα.
ΝΕ.: Αφού ειν’ έτσι, ανάγκη να τα πάρω.
ΟΔ.: Σαν το πετύχεις δυο οι ωφέλειές σου.
ΝΕ.: Ποιες; Αν τις μάθω δε θα αρνιόμουν την πράξη.
ΟΔ.: Γενναίο θα σε πουν και μυαλωμένο.
ΝΕ.: Καλά• θα αφήσω τις ντροπές και θα το κάνω.
ΟΔ.: Θα θυμηθείς λοιπόν τις συμβουλές μου;
ΝΕ.: Μα βέβαια, μια και συμφώνησα μαζί σου. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 105-123 )
Στη συνέχεια ο χορός, που αποτελείται από ναύτες οι οποίοι επανδρώνουν το πλοίο του Νεοπτόλεμου, δείχνει τον οίκτο του στο Φιλοκτήτη που υποφέρει χρόνια εγκαταλελειμμένος στο έρημο νησί:
« Πώς θλίβομαι κι αυτόν που μόνος
χωρίς κανένας να τον γνοιάζεται,
χωρίς κανένα σύντροφο σιμά του
δυστυχισμένος κι έρμος πάντοτε
απ’ τη βαρειά του αρρώστια λιώνει,
κι οι πιο μικρές ανάγκες τον τσακίζουν.
Αχ! πώς αντέχει ο δόλιος, πώς αντέχει;
Ω έργα των θεών,
ω δύστυχες γενιές των ανθρώπων
αν η ζωή σας ξεπέρασε το μέτρο.

Όντας αυτός με βασιλόπουλα παρόμοιος
όλα του λείπουν τώρα κι απομένει
μόνος απόμακρα απ’ τον κόσμο
κι έχοντας συντροφιά τα μαλλιαρά
και τα στικτά του λόγγου αγρίμια
μέσα στους πόνους και στην πείνα ο δύστυχος
παλεύει με τα πάθη του τ’ αγιάτρευτα.
Βαρύς κι αλαργινός ο αντίλαλος
μακριά στέλνει την απόκριση
στα βογγητά και τις πικρές κραυγές του. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 170-191 )
Κουτσαίνοντας από τον πόνο, με σφιγμένα τα δόντια, εισέρχεται στη σκηνή ο Φιλοκτήτης. Αντικρίζει τους ξένους κι ακούει, μετά από πολλά χρόνια, κουβέντες στη γλώσσα της πατρίδας του. Απευθύνεται προς τους ξένους και τους λέει:
« Ώω! Ξένοι, ποιοι είστε και ποια τάχα τύχη
σ’ αυτή τη γη σας έχει φέρει που ΄ναι
έρημη και χωρίς αραξοβόλι;
Πατρίδα σας ποια χώρα θα μπορούσα
αλάθευτα να πω, ποια τη γενιά σας;
Γιατί φοράτε ρούχα της Ελλάδας
της πολυαγαπημένης μου, όμως θέλω
ν’ ακούσω τη φωνή• μη με φοβάστε
κοιτώντας με φριχτό στην όψη λυπηθείτε
δυστυχισμένον άνθρωπο, έρμο, δίχως φίλους
που έτσι βασανίζεται, μιλήστε,
αν ήρθατε σα φίλοι. Αποκριθείτε.
Σωστό σε σας δεν είναι και σε μένα
να μην αποκριθούμε αν μας ρωτήσουν. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 222-234 )
Κι όταν ο Νεοπτόλεμος του λέει πως είναι γιος του ηρωικού Αχιλλέα, ο πονεμένος βασιλιάς της Θεσσαλίας, του μιλάει με παράπονο για την τύχη του και το παράπονό του για την εγκατάλειψη από τους συντρόφους του:
« Εγώ, παιδί μου, τέκνο του Αχιλλέα,
εκείνος είμαι που ίσως ν’ άκουσες ποτέ σου
ότι τα όπλα του Ηρακλή κατέχει
του Ποίαντα ο γιος, ο Φιλοκτήτης,
που οι δυο αρχηγοί μαζί τους κι ο Οδυσσέας
έρμο, χωρίς ντροπή μ’ εγκατέλειψαν
μα με ρημάζει η αρρώστια απ’ το φαρμάκι
δαγκωματιάς φριχτού φιδιού. Παιδί μου,
έτσι άρρωστο, μονάχο εδώ μ’ αφήσαν
κι έφυγαν, όταν με το στόλο αράξαν
εδώ απ’ τη θαλασσόβρεχτη τη Χρύση.
Τότε χαρούμενοι που με είδαν να κοιμάμαι
σε μια σπηλιά κοντά στ’ ακροθαλάσσι
από τη ζάλη του πελάγου κουρασμένο
φύγαν, λίγα κουρέλια αφήνοντας και λίγη
τροφή, μικρή βοήθεια σ’ άντρα δύστυχο,
που άμποτε τέτοια να τους βρούνε. Σκέψου,
παιδί μου, όταν σηκώθηκα ξυπνώντας
και ήταν αυτοί πολύ μακριά φευγάτοι!
Τι δάκρυα που ’χυσα, τι άγριους θρήνους
βλέποντας τα καράβια που ταξίδευα,
να χάνονται στο βάθος όλα και κανέναν
άντρα σιμά μου να με βοηθήσει
μήτε άρρωστο να με συντρέξει κι όπως
τα εξέταζα όλα, θλίψη έβρισκα μόνο,
παιδί μου, άφθονη θλίψη, τίποτε άλλο.
Μακρόσυρτα ο καιρός περνούσε κι ήταν
ανάγκη να βοηθώ τον εαυτό μου
στην άθλια τούτη στέγη• αυτό το τόξο
αγριοπερίστερα λαβώνοντας εχόρταινε
την πείνα μου. Σουρνόμουν όμως
σούρνοντας και το σάπιο μου ποδάρι
ο δύστυχος, να πάρω αυτό που χτύπησε
η σαΐτα• αν είχα χρεία να πιω νερό
ή και να σπάσω ξύλα το χειμώνα
καθώς ερχόταν παγωνιά, όλα τούτα
σερνάμενος ο δόλιος τα κατάφερνα.
Ήμουν χωρίς φωτιά, όμως πέτρα σ’ άλλη πέτρα
όπως χτυπούσα, ξεπετιόταν η κρυμμένη
μικρούλα σπίθα που με σώζει πάντα.
Λοιπόν η στέγη αυτή με τη φωτιά
μου τα ’δινε όλα εκτός απ’ την υγειά μου… » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 263-302 )

----------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Ποίαντας: γιος του Θαυμάκου ή του Φυλάκου. Πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και σύμφωνα με κάποια παράδοση σκότωσε τον Τάλω, τον χάλκινο γίγαντα της Κρήτης. Συντρόφευσε τον Ηρακλή τόσο στην Αργοναυτική Εκστρατεία, όσο και στην πρώτη άλωση της Τροίας. Κατά μια εκδοχή αυτός άναψε τη φωτιά στο σωρό των ξύλων πάνω στον οποίο κάηκε ο Θηβαίος μεγάλος ήρωας. Για να τον ευχαριστήσει ο ήρωας του χάρισε το τόξο και τα βέλη του, κι αυτός με τη σειρά του τα έδωσε στο γιο του Φιλοκτήτη.

(*2). Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι η θυσία έγινε προς τιμή του Απόλλωνα. Γράφει: « τελούντων δε αυτών Απόλλωνι θυσίαν, εκ του βωμού προσελθών ύδρος δάκνει Φιλοκτήτην » ( Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκης Επιτομή” III 27 )

(*3). Σύμφωνα με μια παραλλαγή του μύθου ο Φιλοκτήτης ήταν φίλος του Ηρακλή και τον ακολούθησε σε πολλά ταξίδια για να κάνει τα κατορθώματά του. Τον ακολούθησε και στην Αργοναυτική Εκστρατεία, οπότε γνώριζε τη θέση του νησιού Χρύση.

(*4). Υπάρχει κάποια εκδοχή του μύθου, που λέει ότι ο Φιλοκτήτης δεν δαγκώθηκε από το φίδι, αλλά πληγώθηκε από ένα από τα δηλητηριώδη βέλη του Ηρακλή. Ο ημίθεος Ηρακλής θέλησε μ’ αυτό τον τρόπο να τον τιμωρήσει, γιατί ο Θεσσαλός ήρωας δεν τήρησε την υπόσχεσή του να μη φανερώσει ποτέ τον τόπο της νεκρικής πυράς του στην Οίτη. Και μπορεί με τα λόγια να μη φανέρωσε ο Φιλοκτήτης το μέρος, όμως κάποτε το έδειξε με το πόδι του. Το πόδι που έδειξε πού ακριβώς βρισκόταν η τέφρα του φίλου του, αυτό που αποκάλυψε το μυστικό, ήταν που πληγώθηκε από το δηλητηριασμένο βέλος.

(*5). Ο Όμηρος μας λέει:
« ……..οι θεοί δεν έδιναν πια τέκνα
στην Ελένη, σαν γέννησε μια κόρη ζηλεμένη,
την Ερμιόνη, τη χρυσή που έμοιαζε Αφροδίτη. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. δ’ 12-14 )

(*6). « πολεμουμένης δε Τροίας τοξευθέντα υπό Φιλοκτήτου τόξοις Ηρακλέους…» μας μεταφέρει ο Απολλόδωρος. Σχετικά με το θάνατο του Πάρη ( Αλέξανδρου ) γράφει: [[ Ο Έκτορας παντρεύτηκε την Ανδρομάχη, κόρη του Ηετίωνα, και ο Αλέξανδρος την Οινώνη, κόρη του ποταμού Κεβρήνα. Αυτή, που είχε μάθει τη μαντική τέχνη της Ρέας, προειδοποίησε τον Αλέξανδρο να μην πάει για την Ελένη. Επειδή όμως δεν τον έπεισε, του είπε, αν τυχόν πληγωθεί, να πάει σε αυτήν• γιατί είναι η μίνη που μπορεί να τον θεραπεύσει. Αυτός άρπαξε την Ελένη από τη Σπάρτη και, όταν η Τροία βρισκόταν σε πόλεμο, πληγώθηκε από τον Φιλοκτήτη με τα τόξα του Ηρακλή και επέστρεψε στην Οινώνη, στην Ίδη. Αυτή όμως, επειδή του κρατούσε κακία, αρνήθηκε να τον θεραπεύσει. Ο Αλέξανδρος λοιπόν πέθανε, καθώς μεταφερόταν στην Τροία, ενώ η Οινώνη μετάνιωσε και έφερε τα φάρμακα για να τον θεραπεύσει, αλλά τον βρήκε νεκρό και κρεμάστηκε. ]] ( Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη Γ” xii 6 )


















Δεν υπάρχουν σχόλια: