Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Μια παραβολή…

[[ δαμ- ων ]]

Ωραίες που είναι οι παραβολές. Ακούγονται από τους μεγάλους όπως τα παραμύθια από τους μικρούς. Κι ενώ οι γιαγιάδες και οι παππούδες λένε στα εγγόνια τα παραμύθια για να περνάει ευχάριστα η ώρα, δεν είναι το ίδιο για τις παραβολές. Γιατί η παραβολή δεν λέγεται για να περνάει απλά κι ευχάριστα η ώρα. Κι ούτε τα γερόντια μπορούν να πουν παραβολές. Αυτές τις λένε οι σοφοί Δάσκαλοι. Μέσα στη σοφή ιστορία της παραβολής κρύβουν μεγάλες αλήθειες. Αλήθειες που θα πρέπει να τις ανακαλύψουμε εμείς όπως οι χρυσοθήρες τα ψήγματα χρυσού στα ποτάμια και όπως οι Αφρικανοί τα διαμάντια στα αδαμαντωρυχεία.
Όλοι οι σοφοί Δάσκαλοι αρέσκονται να μιλούν με παραβολές. Επειδή την παραβολή την ακούνε πολλοί, αλλά ο καθένας την ερμηνεύει διαφορετικά. Κι ο Δάσκαλος επιθυμεί ο καθένας να παίρνει τη δόση της αλήθειας που είναι έτοιμος να δεχτεί και που μπορεί να βαστάξει. Η συνειδητότητα των ανθρώπων διαφέρει. Αυτό που για τον ένα είναι εύκολο να κατανοηθεί, και στη συνέχεια να γίνει τρόπος ζωής, στον άλλο είναι πολύ δύσκολο. Φυσικά ακόμη δυσκολότερο να γίνει φιλοσοφία του και τρόπος ζωής. Γι’ αυτό οι σοφοί Δάσκαλοι μιμούνται τη μητέρα Γη. Όπως η Γη κρύβει τους θησαυρούς της μέσα στα σωθικά της έτσι κι οι Δάσκαλοι κρύβουν τους θησαυρούς των ιδεών, τις αλήθειες των διδασκαλιών τους, μέσα στις παραβολές.
Ο Ιησούς χρησιμοποίησε πολλές παραβολές για να μιλήσει για τις υπερκόσμιες αλήθειες και τα μυστήρια της βασιλεία των Ουρανών. Με τις αλληγορικές διηγήσεις Του, χρησιμοποιώντας ζωηρές καθημερινές εικόνες, οδήγησε όσους είχαν την τύχη να Τον ακούσουν σε ηθικά διδάγματα. Κι όταν οι μαθητές Του Τον ρώτησαν γιατί μιλάει με παραβολές, τους απάντησε: «δια τούτο εν παραβολαίς αυτοίς λαλώ, ίνα βλέποντες μη βλέπωση και ακούοντες μη ακούωσι μηδέ συνώσι»(Ματθαίος, ιγ΄, 13) Γιατί λίγοι είναι αυτοί που μπορούν πίσω από τις λέξεις να διακρίνουν την καλυμμένη αλήθεια. Πρέπει να έχεις λάβει το προνόμιο της μύησης για να είσαι σε θέση να σύρεις τα πέπλα ώστε να δεις την αλήθεια. « Ότι υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, εκείνοις δε ου δέδοται» (Ματθαίος, ιγ΄11)) μας είπε ο μεγαλύτερος Διδάσκαλος που περπάτησε στη Γη. Λίγοι μπορούν να έχουν αυτό το χάρισμα! Στους περισσότερους δεν έχει δοθεί.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Μία παραβολή, που έδωσε ο Λιβανέζος Δάσκαλος Χαλίλ Γκιμπράν θα χρησιμοποιήσουμε σήμερα. Είναι η παραβολή της φιλόδοξης βιολέτας:
[[ Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ' έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.
Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ' αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ' έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά... Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».
Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να 'σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».
Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ... Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία... Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».
Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».
Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ' αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».
Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».
Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».
Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατίρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».
Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ' όλα τα λουλούδια του κήπου.
Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.
Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».
Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».
Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».
Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.
Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».
Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη... Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες... Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ' αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν' ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση... Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ' έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».
Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ' αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».
Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής... Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».
Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ' ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του... Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή... Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού. ]]
Ο άνθρωπος μαθαίνει από μικρός να είναι ταπεινός. Να μην έχει έξαρση του «εγώ». Γιατί αυτό γίνεται αχαλίνωτο πάθος που τον παρασύρει και μπορεί να γίνει πρόξενος κακών, όπως ένα αχαλίνωτο άλογο μπορεί να ρίξει τον αναβάτη του προξενώντας τον τραυματισμό ή ακόμα και τον θάνατό του. Ο εγωισμός και η αλαζονεία δεν αποβαίνουν τυραννικά μόνο για τον περίγυρο του αλαζόνα, αλλά και για τον ίδιο. Ο αλαζόνας γίνεται υποχείριο του ελαττώματός του. Ο Ιησούς μας είπε: «και μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθαίος, ια΄, 29). Αν ο Υιός του Θεού είναι ταπεινός, φανταστείτε πόσο πιο ταπεινοί πρέπει να είμαστε εμείς. Και σε όλη την τριαντατριάχρονη επίγεια ζωή Του έδειξε τόση ταπεινότητα, που ούτε καν μπορούμε να διανοηθούμε.
Έχει πολλή μεγάλη αξία να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Να χρησιμοποιούμε σαν λυδία λίθο το αρχαιοελληνικό «γνώθι σαυτόν» σε όλο του το μεγαλείο. Μόνο τότε βαδίζουμε το μονοπάτι της αυτοπραγμάτωσης. Και μόνο τότε δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία της πνευματικής εξέλιξης. Ιδιαίτερη σημασία έχει να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις. Ένα πολύ ωραίο παράδειγμα μας δίνει ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης στο ποίημά του “Από τα «Φωτερὰ Σκοτάδια»”, όπου γράφει:
« Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο.
Μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.

Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα,
που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρι.
Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,
κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι. »
Να μην αφήνουμε καθόλου χώρο στην έπαρση. Γιατί η έπαρση ρίχνει πολύ χαμηλά και με πολύ θόρυβο, τον άνθρωπο, που δεν έχει μέτρο στη ζωή του. «Όστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθαίος, κγ΄, 12) μας έχει τονίσει ο Χριστός. Αυτό μας διδάσκει η μικρή ιστορία της ελιάς και του καλαμιού, που δίνουμε στη συνέχεια:
[[ Μια φορά δίπλα σε μια ελιά είχε φυτρώσει ένα καλάμι. Η ελιά ήταν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο με πολλά κλαδιά που κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια, έγερναν από το βάρος του καρπού. Το καλάμι πάλι ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε το σχήμα του αδραχτιού.
Η ελιά καυχιόταν ολοένα:
-Τι είσαι συ μπροστά μου; έλεγε στο καλάμι Εγώ είμαι ένα δέντρο μεγάλο, δυνατό, ευλογημένο. Οι άνθρωποι με λατρεύουν γιατί τους δίνω τις ελιές και το λάδι μου, τους δίνω ξερόκλαδα για να ζεσταίνονται, τους δίνω ξύλα για να φτιάχνουν ακριβά έπιπλα. Είμαι μεγάλη, ψηλή, γερή και συ είσαι ένα αδύναμο πραγματάκι που λυγίζεις μπροστά σ' όλους τους ανέμους και τους προσκυνάς. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχεις την τόλμη να φυτρώνεις πλάι μου.
Το καημένο το καλάμι που ήταν από φυσικού του ντροπαλό, τα' άκουγε όλα αυτά και δεν έλεγε τίποτα κι ούτε και θύμωνε γιατί αυτό δεν είχε να καυχηθεί για τίποτα.
Ήρθε ένας χειμώνας όμως βαρύς κι άρχισε να φυσάει ένας αέρας δαιμονισμένος, που χτυπούσε με μανία την ελιά ώσπου στο τέλος την ξερίζωσε. Το καλάμι, με το πρώτο φύσημα του ανέμου, έγειρε, λυγερό όπως ήτανε, προς το νερό κι έτσι ο άνεμος περνούσε από πάνω του χωρίς να το πειράξει. Κι όταν η καταιγίδα σταμάτησε κι ο άνεμος έπαψε να φυσάει, η ελιά απόμεινε πεσμένη στο χώμα και το καλάμι σηκώθηκε πάλι όρθιο και λυγερό, όπως και πριν.]]
Η ελιά ήταν πολύ καυχησιάρα. Και τι δε βρήκε για να παινέψει τον εαυτό της. Αντίθετα δεν βρήκε ούτε ένα καλό για τον γείτονά της. Έφτασε μέχρι το σημείο να ξευτιλίσει το ταπεινό καλάμι. Το επέκρινε ακόμη και για την τόλμη του να φυτρώσει δίπλα της. Τόση ξιπασιά! Και πλήρωσε τη ξιπασιά της πολύ ακριβά όταν έπιασε εκείνος ο δαιμονισμένος αέρας που αναφέρει η ιστορία, γιατί έχει ειπωθεί: «όστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται». Βλέπετε, το καλάμι ήξερε να υποχωρεί εκεί που ένιωθε ότι δεν είχε δύναμη ν' αντισταθεί, ενώ η ελιά πλήρωσε με τη ζωή της την έπαρσή της. Στην περίπτωση της ελιάς επαληθεύτηκε το «προ συντριβής ηγείται ύβρις, προ δε πτώματος κακοφροσύνη» (Παροιμίαι Σολομώντος, ιστ΄, 18) Πολύ σωστά ο Ισοκράτης συμβουλεύει: « Σοφούς νόμιζε… τους μέτρια μεν περί αυτών λέγοντας… και μη διαταραττομένους εν ταις του βίου μεταβολαίς, αλλά καλώς και μετρίως και τας συμφοράς και τας ευτυχίας φέρειν επισταμένους» ( Μετάφρ.: Να θεωρείς σοφούς εκείνους που μιλάνε με μετριοφροσύνη για τον εαυτό τους και δεν ταράζονται με τα γυρίσματα της ζωής, αλλά γνωρίζουν να υποφέρουν με αξιοπρέπεια και με μέτρο και τις συμφορές και την ευτυχία) (Ισοκράτης, Προς Νικολέα, 39)
Η ταπεινότητα δεν έχει καμιά σχέση με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η πρώτη έχει σχέση με τα άτομα που γνωρίζουν πολύ καλά τον εαυτό τους. Γνωρίζουν τις δυνατότητές τους. Γνωρίζουν την πορεία της ψυχής τους. Γνωρίζουν τα όρια όπου μπορούν να φτάσουν. Μα πάνω απ’ όλα γνωρίζουν ότι είναι εξελισσόμενες μονάδες και βρίσκονται σε κάποια θέση στην ελικοειδή σπείρα της πνευματικής εξέλιξης, που έχουν σαν στόχο τη συνεργασία με τις αδελφές ψυχές. Γι’ αυτό είναι ταπεινοί! Ξέρουν πως ξεκίνησαν από χαμηλά και δείχνουν κατανόηση σε όσους βρίσκονται στις χαμηλές σπείρες. Επιπλέον ξέρουν πως υπάρχουν κι άλλοι ψηλότερα απ’ αυτούς. Αυτούς θεωρούν σαν οδηγούς και παράδειγμα και θέλουν να τους φτάσουν. Και το κυριότερο, νιώθουν στο αίμα τους το θείο σχέδιο και θεωρούν τιμή τους που με τη μικρή τους δύναμη συμβάλλουν στον υλοποίησή του. Γι’ αυτό είναι μια ακόμη αιτία για να είναι ταπεινοί!
Όσοι έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση κατέχονται από κομπλεξισμό που εκδηλώνεται με αρνητικότητα, ζήλεια και πολλές φορές με κακία. Θεωρούν τον εαυτό τους ανίκανο να πετύχει ακόμη και τα στοιχειώδη. Γι’ αυτό θέλουν κάποιο δυνατό δίπλα τους να προσκολληθούν. Κι εδώ είναι αναγκαίο να τους βοηθήσουν οι πραγματικά ταπεινοί…
Ο Ιησούς παρομοίασε τον ταπεινό με ένα μικρό παιδί! Τέτοια κένωση πρέπει να έχει ο άνθρωπος από το «εγώ» του!
Ο ευαγγελιστής Ματθαίος περιγράφει τη σκηνή, όπου ο Ιησούς χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα ταπεινότητας τα παιδιά, τα οποία συνήθως δεν έχουν καλλιεργήσει τα πάθη του εγωισμού: «Και προσκαλεσάμενος ο Ιησούς παιδίον έστησεν αυτό εν μέσω και είπεν• αμήν λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών. όστις ουν ταπεινώσει εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτός εστιν ο μείζων εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθαίος, ιη΄, 2-4)
Παιδιά είμαστε του Θεού, προικισμένα με ταλέντα και δυναμικά χαρακτηριστικά. Έχουμε όμως κι ελαττώματα. Σε εμάς εναπόκειται να προβάλουμε τα δυναμικά μας χαρακτηριστικά και τα ταλέντα με τα οποία μας προίκισε ο Δημιουργός και να προσπαθήσουμε να απαλείψουμε τα ελαττώματα, όσο μπορούμε. Και το σπουδαιότερο: έχουμε χρέος να συνεργαστούμε με τους αδερφούς μας. Να μην ενεργούμε ανταγωνιστικά και ιδίως να αποφεύγουμε κάθε εχθρότητα μ’ αυτούς. Έτσι θα ζούμε σε αρμονία με τη φύση, όπως οι βιολέτες της παραβολής.
Κάποιοι από μας, όμως, ενεργούν σαν τη βιολέτα που ήθελε να γίνει τριαντάφυλλο. Έχουν τη φιλοδοξία να υπερβούν τη φύση τους! Δεν δέχονται σύνορα, δε βολεύονται. Έχουν τη δική τους “Ασκητική”, όπως ο Ν. Καζαντζάκης που γράφει:
[[ Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.
Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει• μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίζει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένη έρημο του νου, τι αξίαν έχει;
Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία. ]]
Αυτή η φιλοδοξία είναι που ωθεί κάποιους να κάνουν βήματα γοργότερα από τους άλλους και να γίνουν τα γκεσέμια της ανθρωπότητας. Αυτοί, οι λίγοι, είναι οι πρωτοπόροι, οι ριζοσπάστες που φέρνουν τις αλλαγές. Μερικοί γίνονται το λίπασμα να φυτρώσει το νέο λουλούδι, που θα ομορφύνει τον κόσμο.
Βιολέτα που έγινε τριαντάφυλλο ήταν ο Ρήγας ο Βελεστινλής. Ο θούριος του Ρήγα εμψύχωσε τους ραγιάδες συμπατριώτες του και τους ώθησε να πάρουν τα όπλα για να λευτερωθούν από τους Τούρκους. Η μπόρα των Οθωμανών τον σώριασε στη φυλακή και μετά έφερε τον θάνατο. Ο ήρωας αυτός, αν και κατείχε καλή θέση, ώστε να έχει μια καλή ζωή, δεν βολευόταν. Κάτι μέσα του τον ωθούσε να σπάσει τα σύνορα του ήσυχου πολίτη, έστω κι αν ήξερε πως τον περίμενε ο θάνατος. Μέσα του μιλούσε η φωνή, που αντιστεκόταν στον Καζαντζάκη, όπως γράφει στην “Ασκητική”:
[[ Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίζεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!» ]]
Άλλη βιολέτα που θέλησε να γίνει τριαντάφυλλο ήταν ο Γαλιλαίος, ο οποίος ήρθε σε αντίθεση με το αυστηρό ιερατείο της εποχής του, υποστηρίζοντας πως η Γη δεν είναι το κέντρο του κόσμου, αλλά γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Η κοσμοθεωρία, που ήθελε η εκκλησία, ήταν η Γη να είναι το κέντρο της δημιουργίας και ο ήλιος να περιφέρεται γύρω απ’ αυτήν. Έτσι ερμήνευαν όσα διάβασαν στην Π. Διαθήκη. Και ο επιστήμονας αντιμετώπισε τη μπόρα του «ιερού» δικαστηρίου με την απειλή να οδηγηθεί στο θάνατο αν δεν ανασκευάσει τις απόψεις του.
Το ανηφόρισμα του ανθρώπου αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει πολλές αντιδράσεις. Αντιδράσεις τόσο από το πολιτικό κατεστημένο- από την εδραιωμένη τάξη- όσο και από το θρησκευτικό σύστημα που επικρατεί κάθε εποχή. Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι γραμμένη με μελάνη. Είναι γραμμένη με αίμα! Με το αίμα εκείνων που δεν συμβιβάζονται. Με το αίμα των πρωτοπόρων. Τα λουλούδια της εξέλιξης φυτρώνουν εκεί που τα σώματα των ηρώων γίνονται κοπριά. Εκεί ανθίζει η πρόοδος. Πόνος και ελπίδα, δάκρυα και χαρά συνθέτουν τον αγώνα του ανθρώπου να κάνει την ύλη πνεύμα! Γιατί σε αυτό το μεγάλο αλώνι της Γης γίνεται το μεγάλο αντιπάλεμα. Να ξεφύγει ο άνθρωπος από το χώμα και να σηκωθεί λίγο ψηλότερα. Κι αυτό το κάνει τραγουδώντας τους στίχους του Γιώργου Σεφέρη:
« Λίγο ἀκόμα
θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει
λίγο ἀκόμα,
νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα.»
Τρία μικρότερα αδέρφια του ανθρώπου- πλάσματα της ίδιας φύσης- του δείχνουν το δρόμο: Ο μεταξοσκώληκας που τρώει τα ταπεινά φύλλα της μουριάς και τα κάνει μέσα στα σωθικά του ακριβό μετάξι. Ο χελιδονόψαρο που από το νερό θέλει να πετάξει στον αέρα. Και η άσχημη κάμπια που γίνεται πανέμορφη πεταλούδα. Επομένως ο άνθρωπος έχει μέσα του τη δύναμη της υπέρβασης. Από υιός του Θεού πρέπει να γίνει Υιός Του! Μπορεί να διεκδικήσει αυτή την τιμή! Όπως η βιολέτα διεκδίκησε την τιμή να γίνει τριαντάφυλλο! Κι αν το θελήσει πολύ, η Ζωή δε θα του το στερήσει. Η ψυχή θέλει να επεκτείνει τη γνώση της. Εξάλλου γι’ αυτό χάνει τη γαλήνη του πνευματικού κόσμου και φοράει το πουκάμισο του σώματος με τις πέντε αισθήσεις. Δε βολεύεται, όμως, με την ελεγχόμενη γνώση που της δίνουν. Θέλει να διεισδύσει στο μυστήριο της Ζωής. Να μπει στην μικρή κατηγορία των ψυχών ανθρώπων, για την οποία έχει λεχθεί: «ότι υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών». Να μπορεί να δει με άλλα μάτια το Σύμπαν. Και γίνονται, πράγματι, κάποιες βιολέτες τριαντάφυλλα! Γιατί βρίσκουν έναν Δάσκαλο- καλύτερα ο Δάσκαλος τους συναντά γιατί έχουν κάποιο βαθμό ωριμότητας. Και τότε αντιλαμβάνονται ότι όλα είναι Ένα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός. Νιώθουν σαν τον Φραγκίσκο της Ασίζης και τον Αλβέρτο Σβάιτσερ, που αναφέρει ο Ν. Καζαντζάκης στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο”, όπου γράφει:
[[ Η ίδια σφοδρή και τρυφερή αγάπη για τη φύση• στην καρδιά τους αντιλαλεί, μέρα και νύχτα, ο ύμνος στον αδερφό μας τον Ήλιο, στις αδερφάδες μας τη Σελήνη, τη Θάλασσα, τη Φωτιά. Κρατούν κι οι δυο τους στ’ ακροδάχτυλά τους ένα φύλλο δέντρου και βλέπουν απάνω του, υψώνοντάς το στο φως, το θάμα αλάκερης της δημιουργίας.
Η ίδια τρυφερή, όλο σέβας συγκίνηση για το καθετί που ζει κι αναπνέει: για τον άνθρωπο, για το φίδι, για το μερμήγκι. Και για τους δυο η ζωή είναι ιερή• σκυμμένοι στα μάτια του κάθε ζωντανού, ανατριχιάζοντας από χαρά, βλέποντας να καθρεφτίζεται, στα μάτια αυτά, ολόκληρος ο Δημιουργός. Κοιτάζοντας το μερμήγκι, το φίδι, τον άνθρωπο, ανακαλύπτουν, ευτυχισμένοι, πως όλοι είμαστε αδερφοί. ]]
Κάποιες στιγμές φεύγουν από τον τρισδιάστατο κόσμο, γίνονται φως κι ενώνονται με το Φως. Τα αυτιά τους παύουν να ακούνε τους θορύβους της καθημερινότητας. Αντιλαμβάνονται ήχους υπερβατικούς κι ακούν τη μουσική των Σφαιρών. Πλαταίνουν τη συνειδητότητά τους κι ακουμπώντας στον κορμό μιας ελιάς νιώθουν τη δύναμη ζωής να ανεβαίνει μέσα από τις ρίζες της, διαμέσου των αγγείων, και να φτάνει στα κλαδιά και τα φύλλα. Την ελιά να ανταλλάσσει με τον αέρα ενέργεια. Κι όλα στα περιβάλλον να ζουν αρμονικά. Και τότε, απλώνεται στο πρόσωπό τους ένα χαμόγελο γαλήνης, ένα χαμόγελο του Θεού. Τότε νιώθουν, πραγματικά, πως είναι ταπεινοί!
Οι ταπεινοί αφήνουν την ψυχή τους να μιλήσει, όπως γράφει ο Χαλίλ Γκιμπράν στο έργο του “Σκέψεις και διαλογισμοί”:
[[ Η ψυχή μου, μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ αγαπώ εκείνους που οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος με εκείνους που οι άνθρωποι περιφρονούν.
Η ψυχή μου, μου φανέρωσε ότι η αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο που αγαπά αλλά και στο πρόσωπο που αγαπιέται.
Πριν η ψυχή μου, μου μιλήσει, η αγάπη ήταν στη καρδιά μου σαν μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.
Αλλά τώρα που η αγάπη είναι ένας φωτεινός κύκλος που η αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του η αρχή του. Περιβάλλει κάθε τι που υπάρχει και απλώνεται σιγά- σιγά για να αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.
Η ψυχή μου με συμβουλεύει και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, του παραστήματος και του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή γοητεία κι ομορφιά.
Πριν η ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα που ο καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτα άλλο από τη φλόγα.]]
Αυτές οι βιολέτες, που μπόρεσαν να γίνουν τριαντάφυλλα, έμαθαν το πραγματικό νόημα, τι σημαίνει να είσαι ταπεινός!

Δεν υπάρχουν σχόλια: