Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Φιλοκτήτης

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Κι ως έπιασαν κουβέντα για τους καλούς και ηθικούς βασιλιάδες και τα ρηγόπουλα, που ο πόλεμος τα αφάνισε, ο Νεοπτόλεμος λέει με παράπονο: « λόγω δε σ’ εν βραχεί τούτ’ εκδιδάξω• πόλεμος ουδέν’ άνδρ’ εκών αιρεί πονηρόν, αλλά τους χρηστούς αεί » (Μετάφρ.: με λίγα λόγια τούτο θα σου πω: τους κακούς δεν τους αφανίζει ο πόλεμος, αφανίζει μόνον τους καλούς ).
Μετά ο Φιλοκτήτης παρακαλάει το νέο να τον πάρει μαζί του στην ποθητή πατρίδα, ώστε ν’ αξιωθεί να ξαναδεί τις βουνοκορφές της Οίτης:
« Στ’ όνομα των γονιών σου, παλληκάρι,
κι ό,τι αγαπάς στη γη σου, σου προσπέφτω
έτσι μονάχο κι έρμο μη μ’ αφήσεις,
να κατοικώ σε μαύρες δυστυχίες
όσες ο ίδιος έχεις δει κι ακούσει.
Αλλά σα φόρτωμα μικρό παραπανήσιο
βάλε με κάπου• ξέρω, είναι μεγάλη
ενόχληση• μα τόλμησε• οι γενναίοι
δε στέργουν τις ντροπές, αλλά ποθούνε
τη δόξα του καλού. Αν με παρατήσεις
ντροπή μεγάλη θα ’χεις, αν στη γη μου
με φέρεις και τη χώρα εγώ της Οίτης
πατήσω ζωντανός, τότε, παιδί μου,
τρανό στεφάνι δόξας θ’ αποκτήσεις.
Ο κόπος σου δε θα ’ναι ούτε μιας μέρας.
Τόλμησε, βάλε με όπου θέλεις στο καράβι•
στην πλώρη, στ’ αμπάρι, στην πρύμνα κι όπου
η αρρώστια μου πιο λίγο θα πειράζει
τους άλλους. Στ’ όνομα του Δία, λυπήσου
και δέξου με• στα γόνατα προσπέφτω,
που ο δόλιος, δεν μπορώ, γιατί μονάχα
το ’να ποδάρι μου έχω. Μη μ’ αφήσεις
έρημο, δίχως άνθρωπο κοντά μου,
αλλά ή στη γη σου σώσε με ή με φέρνεις
στην Εύβοια στου Χελκώδοντα το σπίτι.

Η συνέχεια >>> εδώ …


Μικρό ταξίδι από κει ως την Οίτη
κι ως της Τραχίνας τις κορφές και τα ωραία
νερά του Σπερχειού• στον ακριβό μου
γονιό εκεί μ’ αφήνεις που φοβάμαι
από καιρό μην είναι πεθαμένος.
Γιατί πολλές φορές με ταξιδιώτες
παράγγελνα ικετεύοντάς τον να ‘ρθει
μ’ ένα καράβι ο ίδιος να με πάρει…» ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 470-498 )
Και πάλι ο χορός, με πολύ συμπάθεια και συμπόνια, αναφέρεται στα βάσανα και την ανυπόφορη ζωή του Φιλοκτήτη:
« Δεν το ’δα μα το ’χω ακουσμένο
πως όταν ο Ιξίονας ζύγωσε
του Δία το ταίρι με πόθο παράνομο,
πιάνοντάς τον, σφιχτά
σε γοργόστροφη ρόδα τον έδεσε
του Κρόνου ο παντοδύναμος γιος•
μα σαν ετούτον δεν είδα κι ούτε άκουσα
κανένα σε τέτοια τρισκότεινη μοίρα
βαθιά βουλιαγμένο,
που δίχως κακό να ’χει κάμει
ή και να ‘κλεψε κάτι
μα δίκαιος σε δίκαιους ανάμεσα
έτσι ανάξια χάνεται.
Κι αλήθεια ρωτιέμαι, μα πώς,
πώς ακούγοντας μόνο το βόγγο απ’ το κύμα
να χτυπάει με φόρα στους βράχους ολούθε,
την άντεξ’ ο έρμος μια τέτοια ζωή όλο δάκρυα.

Όπου μ’ άρρωστο πόδι κι ανήμπορος
να βαδίσει, ολομόναχος ζούσε
και κανένας στο πλάγι του γείτονας
απ’ τους ντόπιους παρηγόρια να δώσει
στους βαριούς στεναγμούς του απ’ την άγρια
ματωμένη πληγή του• ουδέ κι όταν
έπιανε ολόφλογη βρύση
το αίμα να τρέχει απ’ τις σάπιες
του ποδιού του πληγές που σκουλήκιαζε,
δε βρισκόταν σιμά του κανένας
να γλυκάνει τους πόνους με βότανα
της πολύδωρης γης, άμα τα ’βρισκε κάπου•
κι όπως παιδάκι μικρό που ’χει χάσει
την τροφή του και μονάχο κυλιέται,
έτσι κι αυτός δώθε κείθε σερνόταν
ψάχνοντας λίγα βοτάνια να βρει
όταν οι πόνοι τον άφηναν
απ’ την πληγή την αγλύκαντη.

Κι ούτε έχοντας της άγιας γης τους σπόρους
ούτε κανένα απ’ τ’ αγαθά που εμείς
με χίλιες τέχνες φτιάχνουμε και τρώμε,
παρά μονάχα με τις γρήγορες σαΐτες,
τοξεύοντας πετούμενα την πείνα του
την άγρια χόρταινε.
Ω! δύστυχη ψυχή του ανθρώπου
που δέκα χρόνια τώρα το κρασί
δε γεύτηκε καθόλου και μονάχα
ψάχνοντας όπου έβρισκε νερό
στεκούμενο, σερνόταν πάντα…» ( Σοφοκλής, Φιλοκτήτης 679-714 )
Με τα πολλά κατόρθωσαν κι έβαλαν στο χέρι τα όπλα του Φιλοκτήτη. Βιάζονται ν’ ανοίξουν πανιά, πριν ο Φιλοκτήτης ξυπνήσει μετά την κρίση από την πληγή, που τον απόκαμε. Οι άντρες του χορού λένε:
« Καιρός τοι πάντων γνώμας ίσχων πολύ τι πολύ παρά πόδα κράτος άρνυται » [ Η γρήγορη απόφαση θα ‘ναι κέρδος για μας στην κατάλληλη ώρα. ]
Ο Νεοπτόλεμος δεν συμφωνεί με τη γνώμη να φύγουν χωρίς τον άντρα, στον οποίο ανήκουν τα όπλα. Κι όπως κοιμάται βαθιά μετά τον παροξυσμό από τον πόνο της πληγής, λέει ο νέος:
Τίποτα δεν ακούει αυτός, μα βλέπω
πως είναι μάταιο τα τόξα κρατώντας
να φύγουμε χωρίς αυτόν. Γιατί ’ναι,
ως είπεν ο θεός, δικιά του η νίκη.
Κι είναι ντροπή μεγάλη να καυχιέσαι
με ψέματα για όσα δε γινήκαν. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 846-849 )
Στο μεταξύ ξύπνησε ο Φιλοκτήτης κι αντίκρισε τον Οδυσσέα, τον εχθρό του, αυτόν που έγινε η αιτία να μείνει έρημος στα αφιλόξενα βράχια του νησιού, όταν τον εγκατέλειψαν οι Αχαιοί. Στην απελπισιά του μια τα βάζει με τον πανούργο άντρα και μια με το νέο, που τον ξεγέλασε:
Δεν ντρέπεσαι, πανάθλιε, που με βλέπεις
να σε παρακαλώ, να σε ικετεύω;
Μου πήρες τη ζωή τα τόξα ως πήρες.
Δος μου τα, δος μου τα πίσω• σου προσπέφτω,
παιδί μου, σε ικετεύω• τη ζωή μου,
για τους θεούς μη κλέψεις. Αχ! ο έρμος•
καθόλου πια δεν απαντάει, σα να ’χει
σκοπό να μην τα δώσει, έτσι όπως στρέφει
τα μάτια πάλι αλλού. Λιμάνια, κάβοι,
ω! συντροφιές με τα βουνίσια αγρίμια
και βράχοι απόγκρεμνοι, συνηθισμένοι
τους θρήνους μου ν’ ακούτε- άλλον κανένα
δεν έχω να τα πω- τι μου ’χει κάνει
του Αχιλλέα ο γιος• ενώ μου ορκίστη
στη γη μου να με φέρει, πάει στην Τροία•
κι ενώ δίνοντας το δεξί του χέρι
πήρε του Διογέννητου Ηρακλή τα τόξα
τα ιερά, σκοπεύει να με δείξει
σα λάφυρό του στους Αργείους. Με σέρνει
δυνατόν άντρα κι όχι πεθαμένο,
ή τη σκιά καπνού, φάντασμα ανθρώπου.
Τι αν ήμουνα γερός, δε θα μπορούσε
να με νικήσει παρεχτός με δόλο.
Τώρα με γέλασαν τον μαύρο, τι να κάμω;
Δος μου τα τόξα, έλα στον εαυτό σου… » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 936-957 )
Κι όταν ο Οδυσσέας του λέει πως ο Δίας έχει ορίσει να πέσει η Τροία από τα όπλα, που έχει στην κατοχή του ο Φιλοκτήτης, γνωρίζοντας τις δολιότητες του πανούργου άντρα, ο Φιλοκτήτης του αντιλέγει:
« θεούς προτείνων τους θεούς ψευδείς τίθης » [ τους θεούς ασπίδα δική σου βάζοντας, τους βγάζεις ψεύτες ]. Αμέσως μετά τον πιάνει το παράπονο:
«Ω! αγαπημένο μου τόξο που σ’ άρπαξαν
με βία απ’ τα πιστά μου χέρια,
αν έχεις κάποιαν αίσθηση, θα βλέπεις
εμέ το δόλιο πώς κατάντησα,
το φίλο του Ηρακλή που ποτέ
δε θα σ’ αγγίξει πια,
αλλά όπως άλλαξες αφέντη
άντρας πανούργος θα σ’ έχει
και θα βλέπεις τις άτιμες
πονηριές του κι ακόμη
τον πολυμίσητον άντρα που σώριασε
συμφορές μυριάδες πάνω μου,
όσες για με μηχανεύτηκε τούτος. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 1139-1150 )
Τότε σχολίασε ο χορός, λέγοντας:
« Ανδρός τοι το μεν ευ δίκαιον ειπείν, ειπόντος δε μη φθονεράν εξώσαι γλώσσας οδύναν. » [ είναι σημάδι του άντρα που για δίκιο μιλάει, να μιλάει σωστά χωρίς να δείχνει με γλώσσα χολωμένη την πίκρα του ]
Κι αφού ο Φιλοκτήτης έχει πάρει την απόφαση να μην ακολουθήσει τους άντρες στη Τροία, οι οποίοι είναι έτοιμοι να μπαρκάρουν, αλλά παίρνει το δρόμο για την υγρή σπηλιά του, εμφανίζεται ο Ηρακλής, παλιός φίλος του Φιλοκτήτη και του λέει:
« Μη φεύγεις ακόμη του Ποίαντα γιε,
πριν ακούσεις τα λόγια μου.
Να ξέρεις πως βλέπουν τα μάτια σου
το θεό Ηρακλή κι η φωνή του
είναι τούτη που ακούς.
Για σένα κατέβηκα αφήνοντας
τους ουράνιους τόπους και φέρνοντας
του Δία το θέλημα, είμαι έτοιμος
να εμποδίσω το δρόμο που θέλεις
να πάρεις• άκου τα λόγια μου.
Πρώτα θα πω για τη δική μου τύχη,
τι μόχθους πέρασα κι υπόφερα, ώσπου
να λάβω δόξα αθάνατη, όπως βλέπεις.
Να ξέρεις, και για σένα γράφει η μοίρα,
πως ύστερα απ’ τα βάσανά σου ετούτα
θα ζήσεις δοξασμένος. Κι όταν φτάσεις
μ’ αυτόν στην Τροία, πρώτα θα γιατρέψεις
τη μαύρη αρρώστια σου, κι αφού σε κρίνουν
τον πιο γενναίο στο στράτευμα, τον Πάρη,
που τόσες έχει φέρει δυστυχίες,
με τα δικά μου τόξα θα σκοτώσεις,
την πόλη θα κουρσέψεις, κι όσα λάβεις
λάφυρα απ’ το στρατό, βραβείο αντρείας,
στον Ποίαντα το γονιό σου να τα στείλεις,
στη γη της Οίτης στα παλάτια σου. Όσα
σκυλεύοντας εχθρούς μαζέψεις, πάνω
στον τάφο μου τ’ αφήνεις να θυμίζουν τα
τόξα μου. Μ’ αυτά σε συμβουλεύω
κι εσένα, Νεοπτόλεμε• την Τροία
δεν είναι μπορετό να πάρεις δίχως
ετούτον μήτε αυτός χωρίς εσένα.
Αλλά σα δυο συντροφικά λιοντάρια
ο ένας τον άλλονε να προστατεύει.
Τον Ασκληπιό στην Τροία εγώ θα στείλω
να σε γιατρέψει. Τι από τα δικά μου
τόξα είναι ανάγκη αυτή να ξαναπέσει.
Κι όταν κουρσεύετε τη χώρα, ο νους σας
την ευσέβεια στους θεούς να μην ξεχάσει•
κατώτερα είναι τ’ άλλα για τον Δία.
Γιατί με τους θνητούς η ευσέβεια δεν πεθαίνει•
κι ή ζουν ή παν στον Άδη, πάντα υπάρχει. » ( Σοφοκλής, “Φιλοκτήτης” 1440-1475 )
Ο αθάνατος ήρωας, τόνισε πως η δόξα κατακτιέται μόνο με μόχθους και πολύ προσπάθεια: « όσους πονήσας και διελθών πόνους αθάνατον αρετήν έσχον »
Τον γιο του Ποίαντα εξύμνησε και ο λυρικός μας ποιητής Πίνδαρος με τους παρακάτω στίχους:
« να του θυμίζει σε ποιες μάχες στον πόλεμο
στάθηκε με καρτερική ψυχή, όταν, με τη βοήθεια
του θεού, κέρδισε με τ’ αδέρφια του τέτοια τιμή,
όσο κανένας άλλος Έλληνας, περήφανο στεφάνι
πλούτου. Τώρα πήρε τα όπλα σαν τον Φιλοκτήτη•
ακόμη κι ο τρανός, καθώς τον σφίγγ’ η ανάγκη,
τον καλοπιάνει για φίλο. Λένε πως τον τοξότη
γιο του Ποίαντα που τον βασάνιζε η πληγή του,

πήγαν από τη Λήμνο να τον πάρουν ήρωες ισόθεοι•
κι αυτός εκούρσεψε του Πρίαμου την πόλη,
των Δαναών ετέλειωσε τους μόχθους,
κι ας περπατούσε μ’ άρρωστο κορμί, μα ήταν
θέλημα της μοίρας…… » ( Πίνδαρος, “Πυθιόνικος Ι”, 48-55 )
Ο μεγάλος Όμηρος, στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Β’, όπου αναφέρει τους βασιλιάδες, οι οποίοι πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο, μιλάει για τον Φιλοκτήτη και τους γιους του Ασκληπιού, αυτούς που τον θεράπευσαν, όταν ο Οδυσσέας τον οδήγησε στην Τροία:
« Όσοι ζούσαν στη Μηθώνη κι όσοι στη Θαυμακία,
όσοι είχαν τη Μελίβοια, την τραχιά Ολιζώνα
τον Φιλοκτήτη αρχηγό, τον έξοχο τοξότη,
είχαν κι ήρθαν μ’ εφτά πλοία• και στο καθένα πάνω
πενήντα κωπηλάτες του, καλοί τοξότες, ήταν.
Όμως αυτός με πόνους του σ’ ένα νησί βρισκόταν,
στη Λήμνο την πανίερη, όπου απ’ την πληγή του
έμενε που του έκαμε ολέθρια νεροφίδα•
θλιμμένος έμενε εκεί• μα γρήγορα το ρήγα
στη μνήμη τους θα έφερναν στα πλοία οι Αργείοι.
Δεν ήταν δίχως αρχηγό, αυτόν ποθούσαν όμως•
τους σύνταξε ο Μέδοντας, που με τον Οϊλέα
νόθο η Ρήνη γέννησε, τον πορθητή το ρήγα.
Όσοι στην Τρίκκη έμεναν και στην πλατιά Ιθώμη
κι όσοι είχαν την Οιχαλία, του Εύρυτου την πόλη,
του Ασκληπιού τους δυο γιους είχαν για αρχηγούς τους,
Μαχάονα και Ποδαλείριο, καλοί γιατροί που ήταν.
Τριάντα είχαν βαθουλά καράβια αυτοί μαζί τους. » ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Β’ 716- 733 )
Στην παραπάνω ανάλυσή μας είδαμε τον μύθο του Φιλοκτήτη, τον οποίο αδίκησαν οι σύντροφοί του και τον άφησαν να βασανίζεται μόνος του στο ερημονήσι μέσα σε αφόρητους πόνους. Έστω και με την επέμβαση του Ηρακλή, ο ήρωας δέχτηκε να πάει στην Τροία, όπου πρώτα θεραπεύτηκε και μετά πήρε μέρος στις μάχες. Η συμβολή του ήταν τεράστια για την τελική νίκη των Ελλήνων. Με τα όπλα του οι Έλληνες άλωσαν την Τροία κι έτσι τελείωσε ένας μακρόχρονος κι αιματηρός πόλεμος. Μετά από δέκα χρόνια οι Έλληνες επέστεψαν στα σπίτια τους, δίνοντας τη χαρά της παρουσίας τους στους δικούς τους και στην ειρηνική περίοδο, που επακολούθησε, πέρα από τις εργασίες τους για την οικογενειακή πρόοδο, ασχολήθηκαν με τις τέχνες, τη φιλοσοφία, τις επιστήμες και καθετί που είχε σαν σκοπό την πρόοδο και την υλική και πνευματική ευημερία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: