Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Αποκάλυψη

[[ δαμ- ων ]]

Μην πάει το μυαλό σας στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Δε θα γράψουμε γι’ αυτήν. Δεν έχουμε την πρόθεση να σας προκαλέσουμε ανησυχία. Εξάλλου δεν έχουμε τη θεολογική γνώση να ερμηνεύσουμε το μυστηριακό κείμενο, που αποδίδεται στον αγαπημένο μαθητή του Ιησού, ούτε την αναγκαία θεοπνευστία. Δεν θα σας προκαλέσουμε μια επιπλέον σύγχυση στην ήδη προκληθείσα σύγχυση από τους αυτοαποκαλούμενους φωτισμένους ερμηνευτές. Αρκετές παραδοξολογίες έχουν γραφεί μέχρι τώρα και εξακολουθούν κατά κόρον να γράφονται σχετικά με το τελευταίο βιβλίο της Κ. Διαθήκης, θέλοντας να συνδέσουν όσα έγραψε ο τότε εξόριστος μαθητής στην Πάτμο με αυτά που συμβαίνουν στην εποχή μας. Γ’ αυτό από τώρα σας ξεκαθαρίζουμε πως δε θα αναφέρουμε ούτε τον αριθμό του θηρίου, ούτε θα μιλήσουμε για τον Αντίχριστο ή τα σημεία των ουρανών για τις μέρες της δοκιμασίας.
Αποκάλυψη θα πει η φανέρωση εκείνου, που ήταν κρυμμένο και άγνωστο. Ως θρησκευτικός όρος σημαίνει το φανέρωμα των θείων αληθειών ή προθέσεων στους ανθρώπους. Κατά τη θρησκευτική άποψη, το φανέρωμα αυτό μπορεί να εκδηλωθεί με μυστικές ενοράσεις, ιστορικά γεγονότα ή πνευματικά βιώματα που μεταμορφώνουν τη ζωή των ατόμων και των ομάδων. Θεία Αποκάλυψη σημαίνει την αυτοφανέρωση του Θεού στον άνθρωπο. Ο Θεός σε όλες τις εποχές «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν». Πάντοτε έδωσε σημεία της παρουσίας Του. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Και δεν χρειάζεται τους Προφήτες ή τους Αγίους της εκκλησίας για να φανερωθεί. Μπορεί να αποκαλυφθεί και διαμέσου απλών ανθρώπων. Αρκεί να έχουν καθαρή τη σκέψη κι αμόλυντη την καρδιά! Επιπλέον δεν είναι απαραίτητο η αποκάλυψη να συνδέεται με εσχατολογικά γεγονότα. Μπορεί να δείχνει την “πορεία” που θα ακολουθήσει η ψυχή του ανθρώπου στην μακριά διαδρομή της για να πετύχει την τελείωση.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Μια τέτοια αποκάλυψη, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των συμβόλων, μας δίνει ο Λιβανέζος ποιητής και στοχαστής Χαλίλ Γκιμπράν:
[[ Η Νιότη βάδιζε μπροστά κι εγώ την ακολουθούσα ωσότου φτάσαμε σ’ ένα χωράφι μακρινό. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε ψηλά τα σύννεφα που αργοσάλευαν στην κόψη του ορίζοντα σάμπως κοπάδι άσπρα αρνιά. Έπειτα κοίταξε τα δέντρα που έτειναν στα ύψη τα γυμνά τους κλαδιά σα να προσεύχονταν θαρρείς στον Κύριο τ’ ουρανού για να ξανάβρουν τα φυλλώματά τους.
Κι είπα εγώ: «που βρίσκομαι, Νιότη;»
Κι εκείνη μ’ αποκρίθηκε: «Είμαστε στον αγρό της ταραχής, έχε το νου σου!»
Κι είπα εγώ: «Πάμε να φύγουμε. Με τρομάζει τούτη η ερημιά, κη η θεά των σύννεφων και των γυμνών δέντρων σφίγγει την καρδιά μου με λύπη!»
Κι εκείνη μίλησε κι είπε: «Έχε υπομονή. Η ταραχή είναι η αρχή της γνώσης».
Κοίταξα τότε γύρω μου κι είδα μια οπτασία να προχωρά με χάρη προς εμάς και ρώτησα: «Ποια είναι τούτη η γυναίκα;» Κι η Νιότη απάντησε: «Αυτή που βλέπεις είναι του Δία κόρη, της τραγωδίας η Μούσα, η Μελπομένη».
«Μακάρια, Νιότη!», αναφώνησα τότε, «τι γυρεύει η τραγωδία από μένα, όσο βρίσκεσαι στο πλάι μου εσύ;»
Κι εκεί νη μ’ αποκρίθηκε: «Ήρθε να σου δείξει τη Γη και τον πόνο της. Γιατί όποιος δε γνώρισε τον πόνο, δεν θα γνωρίσει ποτέ τη χαρά.»
Κι ένα χέρι άπλωσε τότε μπρος στα μάτια μου το πνεύμα, κι όταν το τράβηξε η Νιότη είχε χαθεί. Κι εγώ βρισκόμουν μόνος, γυμνός από κάθε γήινο ένδυμα. Αναφώνησα: «Κόρη του Δία, που χάθηκε η Νιότη;»
Εκείνη δεν απάντησε. Με πήρε κάτω από τα φτερά της και μ’ ανέβασε σε μια ψηλή βουνοκορφή. Κάτω απ’ τα πόδια μου είδα τότε ν’ απλώνεται η Γη κι όλα όσα έκλεινε μέσα της, αραδιασμένα σάμπως σελίδες από βιβλίο, όπου ήταν γραμμένα τα μυστικά του σύμπαντος. Στάθηκα περίφοβος πλάι στην Κόρη, συλλογίστηκα το μυστήριο του ανθρώπου και πάσχισα ν’ αποκρυπτογραφήσω τα σύμβολα της Ζωής!
Κι είδα πράγματα φοβερά: Τους αγγέλους τ’ ουρανού να μάχονται με τους δαίμονες της δυστυχίας. Κι ανάμεσά τους να στέκει ο άνθρωπος. Και να τον τραβά άλλοτε η Ελπίδα κι άλλοτε η Απόγνωση. Είδα το μίσος και την αγάπη να παίζουν με του ανθρώπου την καρδιά… Η αγάπη να κρύβει την ενοχή του και να του παίρνει το νου με το κρασί της υποταγής, του επαίνου και της κολακείας… Και το μίσος να τον προκαλεί, να σφραγίσει τ’ αυτιά του και να τυφλώνει τα μάτια του μπρος στην αλήθεια.
Κι είδα την πόλη να ζαρώνει σαν ένα παιδί από τις φτωχογειτονιές της και ν’ αρπάζεται από το ρούχο του γιου της Αδάμ. Κι είδα από μακριά τα όμορφα χωράφια να κλαίνε για τον πόνο του ανθρώπου.
Είδα τους ιερείς ν’ αφρίζουν σαν πονηρές αλώπεκες… Και τους ψεύτικους Μεσσίες να συνωμοτούν ενάντια στην ευτυχία του ανθρώπου.
Κι είδα τον άνθρωπο να καλεί την σοφία για σωτηρία του… Μα εκείνη δεν άκουγε τις κραυγές του, γιατί την είχε περιγελάσει όταν του μίλησε στους δρόμους της πόλης.
Κι είδα κήρυκες να στρέφουν το βλέμμα τους με λατρεία στους ουρανούς, ενώ οι καρδιές τους ήταν θαμμένες μέσα στους λάκκους της απληστίας!
Είδα έναν νέο να κερδίζει την καρδιά μιας κοπέλας με λόγια γλυκά… Ήταν κοιμισμένα τα αληθινά τους αισθήματα και φευγάτη η θεότητά τους.
Είδα τους νομοθέτες να φλυαρούν νωχελικά και να πουλάν τα εμπορεύματά τους στις αγορές της απάτης και της υποκρισίας.
Είδα τους γιατρούς να παίζουν με τις ψυχές των απλοϊκών και των εύπιστων
Είδα τους άμαθους να κάθονται μαζί με τους σοφούς, να ανεβάζουν το παρελθόν τους στο θρόνο της δόξας, να καλλωπίζουν το παρόν τους με τα ρούχα της χλιδής και να προετοιμάζουν την κλίνη της πολυτέλειας για το μέλλον.
Είδα τους φτωχούς εξαθλιωμένους να σπέρνουν το σπόρο και τους δυνατούς να δρέπουν την σοδειά… Κι από κοντά τον φόβο της τιμωρίας, που ψεύτικα τον ονομάζουν “νόμο”, να στέκεται φρουρός.
Είδα τους κλέφτες της άγνοιας να λεηλατούν τους θησαυρούς της γνώσης, ενώ οι φύλακες του φωτός είχαν χαθεί μεσ’ το βυθό της αδράνειας.
Κι είδα δυο εραστές… Μα η γυναίκα έμοιαζε με λαγούτο στα χέρια ενός άντρα που δεν μπορεί να παίξει, μα νιώθει μόνο τους σκληρούς ήχους των χορδών.
Κι είδα τις δυνάμεις της γνώσης να πολιορκούν την πολιτεία των “κληρονομημένων προνομίων”… μα ήταν λίγες οι δυνάμεις αυτές και σύντομα διαλύθηκαν.
Κι είδα τη λευτεριά να περπατάει μόνη, χτυπώντας πόρτες και αναζητώντας καταφύγιο, αλλά κανένας δεν εισάκουσε την παράκλησή της. Έπειτα είδα την ασωτία να βηματίζει μεγαλόπρεπα και το πλήθος να την ονομάζει λευτεριά!
Είδα την θρησκεία θαμμένη στα βιβλία, και την αμφιβολία να στέκεται στη θέση της.
Κι είδα τον άνθρωπο να φορά τα ρούχα της υπομονής, μα ήταν το ντύμα της δειλίας και να ονομάζει την παραίτηση … ανεκτικότητα και τον φόβο… ευγένεια.
Είδα τον εισβολέα να τρωγοπίνει στο τραπέζι της γνώσης και ανόητα να μιλά, ενώ οι καλεσμένοι σιωπούσαν.
Είδα το χρυσάφι στα χέρια του σπάταλου, μέσο για τα άθλια έργα του… Και στα χέρια του τσιγκούνη σαν δόλωμα για το μίσος. Αλλά χρυσάφι στα χέρια του σοφού δεν είδα.
Όταν τα είδα όλα αυτά, φώναξα με πόνο: «Ω κόρη του Δία, είναι αυτή πραγματικά η Γη; Είναι αυτός ο άνθρωπος;»
Με φωνή απαλή, αλλά γεμάτη λύπη μ’ αποκρίθηκε: «Αυτό που βλέπεις είναι το μονοπάτι της ψυχής, κι είναι στρωμένο με κοφτερές πέτρες και γεμάτο αγκάθια. Αυτή είναι η σκιά μόνο του ανθρώπου. Αυτή είναι η νύχτα! Αλλά περίμενε, σύντομα θα έρθει το πρωί!»
Έπειτα ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στα βλέφαρα των ματιών μου, κι όταν τα τράβηξε… ω, θαύμα!!! Ξανάδα τη Νιότη να σιγοπερπατά στο πλάι μου, και μπροστά από μας, οδηγήτρα στο δρόμο μας, να βαδίζει η Ελπίδα…!!! ]]
Σε έναν αποκαλυπτικό λόγο χρησιμοποιείται η γλώσσα των συμβόλων. Τα σύμβολα είναι διαχρονικά και αποκαλύπτουν την αλήθεια σε όσους έχουν τη δυνατότητα να κάνουν αποσυμβολισμούς. Λέγεται πως τα σύμβολα έρχονται από τον θείο κόσμο, όπου βρίσκεται η αλήθεια και οι αθάνατες ιδέες. Ιδέες και μηνύματα που καλούμαστε να ανακαλύψουμε, επιτρέποντας στη φαντασία μας να βρεθεί πέρα από το χώρο και το χρόνο. Ερμηνεύοντας ένα σύμβολο ερχόμαστε σε επαφή με πνευματικές έννοιες και βοηθάμε στην πνευματική μας ανάπτυξη. Ο Πλάτωνας μιλούσε για τα σύμβολα, μέσα από τα Αρχέτυπα, τα οποία βρίσκονται πολύ πιο πέρα από τον υλικό κόσμο, όπου ζούμε.
Η λέξη “σύμβολο” προέρχεται από το ρήμα «συμβάλλω», που σημαίνει φέρνω μαζί μου, μέσα μου. Έτσι, παίζει το ρόλο του αγγελιοφόρου, του μεσολαβητικού στοιχείου μεταξύ δύο επιπέδων συνείδησης, μεταξύ του νοητού και του αισθητού, ή καλύτερα μεταξύ του πνευματικού και του φυσικού πεδίου. Τα σύμβολα μας θυμίζουν την αόρατη πλευρά μας. Μπορούν να μας θυμίσουν ότι έχουμε μια αθάνατη ψυχή. Μπορούν να μας εμπνεύσουν, να καλλιεργήσουν τη φαντασία μας, ώστε διαμέσου του αισθητού να αναζητήσουμε το υπερβατικό.
Τα βήματα του νέου οδηγούσε η Νιότη. Η Νεότητα ουσιαστικά είναι η διάθεση για ζωή, για δημιουργικότητα. Δε σχετίζεται αναγκαστικά με την ηλικία. Όπως λέει στην “παραλλαγή” της, που σας παραθέτουμε, η Λιζ Μπόλντυκ στο βιβλίο “Αφυπνίστε το γιατρό μέσα σας”- μια έμπνευση από το ποίημα “Η νεότητα” του Σάμιουελ Ούλμαν- η νεότητα είναι μια κατάσταση του νου! Γι’ αυτό μας προτρέπει να είμαστε νέοι:
« Να είστε νέοι.
Η νεότητα δεν είναι περίοδος της ζωής.
Είναι κατάσταση του νου, η συνέπεια της προθυμίας
Η ιδιότητα της φαντασίας, η συναισθηματική δύναμη
Η νίκη του θάρρος ενάντια στη δειλία
Η νίκη της λαχτάρας για περιπέτεια ενάντια στο βόλεμα μιας άχρωμης ζωής.
Δεν γερνάμε γιατί διανύουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών
Γερνάμε γιατί εγκαταλείπουμε τον ενθουσιασμό μας
Τα χρόνια ρυτιδώνουν το δέρμα, η απουσία ενθουσιασμού ρυτιδώνει την ψυχή
Η ανησυχία, η αμφιβολία, ο φόβος, η απελπισία
είναι εχθροί που σιγά σιγά μας κάνουν να γέρνουμε προς το έδαφος
και να γινόμαστε σκόνη πριν από το θάνατο…
Νέος είναι αυτός που αιφνιδιάζεται και θαυμάζει.
Που ρωτάει σαν αχόρταγο παιδί: “Και μετά;”
Προκαλείται από τα γεγονότα
και βρίσκει χαρά στο παιχνίδι της ζωής.
Είστε όσο νέα είναι η πίστη σας. Όσο ηλικιωμένη είναι η αμφιβολία σας
Όσο νέα η αυτοπεποίθησή σας
Όσο νέα είναι η ελπίδα σας. Όσο ηλικιωμένη είναι η απελπισία σας
Όσο νέα είναι η αγάπη που νιώθετε για τον εαυτό σας
Όσο ηλικιωμένη είναι η κριτική που ασκείτε σ’ εσάς και στους άλλους…
Θα μείνετε νέοι για όσο καιρό παραμένετε δεκτικοί και ανοιχτοί
Δεκτικοί στο ωραίο, στο καλό, στο μεγάλο.
Ανοιχτοί στα μηνύματα του σώματός σας, της φύσης, του ανθρώπου, του απείρου….
Αν μια μέρα η καρδιά σας ταραχτεί από την απαισιοδοξία
θυμηθείτε ότι το χαμόγελο και το γέλιο
μπορούν να φωτίσουν ξανά την αιώνια νεότητά σας!»
Η Νιότη, λοιπόν, λέει πως «η ταραχή είναι η αρχή της γνώσης». Η γνώση δημιουργείται μέσα από τη μεταβολή και τις εναλλαγές της ζωής. Ποτέ από την στασιμότητα. Η μεταβολή έχει το νου σε εγρήγορση. Ο νους παρατηρεί τις μεταβολές, τις κατατάσσει, τις συγκρίνει, τις αντιπαραβάλλει κι έτσι τις αφομοιώνει σαν γνώση. Ταράχτηκε η γαλήνη των πρωτόπλαστων όταν έφαγαν τον καρπό από το ξύλο της γνώσης του καλού και του κακού: «… και λαβούσα του καρπού αυτού έφαγεν• και έδωκεν και τω ανδρί αυτής μετ’ αυτής και έφαγον. Και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα. Και ήκουσαν της φωνής Κυρίου του Θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν, και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύλου του παραδείσου.» (Γένεσις, γ΄, 6- 8) Η ταραχή και η εκδίωξη από τον παράδεισο ήταν αποτέλεσμα της ικανότητας που απόκτησε το ζεύγος των πρωτόπλαστων, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Θεός κατά το βιβλικό κείμενο: «και είπεν ο Θεός• ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν» (Γένεσις, γ΄, 22)
Την Αποκάλυψη όσων με πολύ πόνο θα γίνουν γνώση, την κάνει η κόρη του Δία, η Μελπομένη, η Μούσα της τραγωδίας. Κατά τον Ησίοδο η Μελπομένη είναι κόρη της Μνημοσύνης και του Δία. Ο Δίας σχετίζεται με το νου και η Μνημοσύνη με τη μνήμη. Έτσι η γνώση είναι αυτό που παραμένει στη μνήμη της ανθρωπότητας, ενώ η άγνοια σχετίζεται με τη Λησμοσύνη (=λησμονιά). Μνημοσύνη σημαίνει μνήμη, ανάμνηση, ενθύμηση, έχοντας την ίδια σημασία με τη λέξη μνήμων, που είναι αυτός που πάντοτε θυμάται χωρίς ποτέ να λησμονεί. Προέρχεται από το ρήμα μνάομαι- μνώμαι (=ένθυμούμαι, σκέφτομαι για κάτι, συλλογίζομαι). Η Μνημοσύνη, λοιπόν, συνδέεται με την σπουδαία για τον άνθρωπο μνήμη. Ο Πορφύριος αναφέρει: «Η μνήμη είναι κοινή στον άνθρωπο και στα άλογα ζώα. Η πλήρως όμως διαμορφωμένη μνήμη, με την οποία συντελείται και η ανάμνηση, υπάρχει μόνο στα λογικά όντα. Διότι το ολοκληρωμένα διαμορφωμένο είναι το αποτέλεσμα της λογικής μας ικανότητας. Γι’ αυτό και οι μαθητές του Αριστοτέλους λέγουν, ότι τα άλογα ζώα έχουν το “μεμνήσθαι” όχι όμως και το “αναμιμνήσκεσθαι”. Έτσι μόνον ο άνθρωπος έχει την δύναμη να διατηρεί τις παραστάσεις αυτές, αλλά και να τις αναπλάθει» (Πορφύριος, “Περί των δυνάμεων της ψυχής”, παρ.1). Ο Πλούταρχος παρουσιάζει την Μνήμη σαν το ταμείο της παιδείας, λέγοντας πως η Μνημοσύνη θεωρείται μητέρα των Μουσών γιατί δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μπορεί σαν και αυτήν «γεννάν και τρέφειν». Είναι λοιπόν η Μνήμη η αποθήκη της σοφίας απ’ όπου η ψυχή αντλεί την τροφή της αθανασίας της και νικά τον χρόνο. Η παιδεία για αυτόν αποτελεί ένα οριστικό απόχτημα που παραμένει μέσα μας αθάνατο και θεϊκό, γιατί μονάχα το πνεύμα δυναμώνει γερνώντας, ενώ πολλά άλλα αγαθά είναι αβέβαια και ευμετάβλητα. Το ίδιο υποστηρίζει ο Πυθαγόρας, όπως βλέπουμε στον Ιάμβλιχο, ότι οι καρποί της παιδείας διαρκούν ως τον θάνατο και σε μερικούς φέρνουν επίσης αιώνια δόξα πέρα από τον θάνατο.
Για τον Σωκράτη η μάθηση είναι ανάμνηση, δηλαδή κάθε τι, το οποίο ανακαλύφθηκε και μαθεύτηκε απ’ τους ανθρώπους σε κάποια παλαιότερη χρονική στιγμή, έχει αποτυπωθεί σαν σφραγίδα στο D.N.A. των κυττάρων μας:
«… η μάθηση δεν είναι παρά στην πραγματικότητα παρά ανάμνηση, και σύμφωνα μ’ αυτό, λοιπόν, είναι αναγκαίο να έχουμε μάθει, σε κάποιο προηγούμενο χρόνο, αυτά που τώρα ανακαλούμε στην μνήμη μας. Αυτό θα ήταν αδύνατον, αν η ψυχή μας δεν υπήρχε κάπου προτού πάρει τούτη εδώ την ανθρώπινη μορφή. Ώστε και με αυτό το σκεπτικό, η ψυχή είναι, καθώς φαίνεται, κάτι αθάνατο.» (Πλάτωνας, “Φαίδων”, 72e- 73a) .
Στη συζήτησή τους καταλήγουν στο συμπέρασμα: «η καλουμένη μάθησις ανάμνησίς εστιν».
Η ανάμνηση της γνώσης, κατά τον Σωκράτη, γίνεται μετά από αποτύπωση σαν σε ένα κέρινο εκμαγείο, που είναι δώρο της Μνημοσύνης:
« ΣΩΚ.: Τοποθέτησέ μου λοιπόν, για χάρη του διαλόγου, μέσα στις ψυχές μας κέρινο εκμαγείο, στον ένα μεγαλύτερο, στον άλλο μικρότερο, στον ένα από καθαρό κερί, στον άλλον από λιγότερο καθαρό και σκληρότερο, σε μερικούς πιο μαλακό και σε μερικούς κανονικό.
ΘΕΑΙΤ.: Τοποθετώ.
ΣΩΚ.: Ας πούμε πως είναι δώρο της μητέρας των Μουσών, της Μνημοσύνης, και πως πάνω σε τούτο αποτυπώνονται ό,τι θελήσουμε ν’ απομνημονεύσουμε απ’ όσα τυχόν δούμε ή ακούσουμε ή καταλάβουμε οι ίδιοι, προσφέροντας ό,τι αντιλαμβανόμαστε ή εννοούμε, σαν ν’ αφήναμε πάνω του το αποτύπωμα δαχτυλιδιών. Όποιο λοιπόν αποτυπωθεί το απομνημονεύουμε και το γνωρίζουμε όσο διατηρείται η εικόνα του• όποιο τυχόν σβήσει ή δεν σταθεί δυνατό ν’ αποτυπωθεί, το λησμονούμε και δεν το γνωρίζουμε. » (Πλάτωνας, “Θεαίτητος”, 191c- d) « Όταν το κερί κάποιου στην ψυχή είναι βαθύ, πολύ, λείο και αρκετά μαλακό, αυτά που έρχονται μέσω των αισθήσεων, χαράσσονται σ’ αυτή την “καρδιά”, όπως είπε και ο Όμηρος, υπαινισσόμενος την ομοιότητα με το κερί, τότε και σε τούτους δημιουργούνται καθαρά τα αποτυπώματα, που αποκτούν μεγάλο βάθος και αποβαίνουν μακροχρόνια. Οι τέτοιου είδους άνθρωποι λοιπόν γίνονται κατ’ αρχάς ευμαθείς, έπειτα μνημονικοί και τέλος δεν αποδίδουν με λανθασμένο τρόπο τα αποτυπώματα των αισθήσεων αλλά σχηματίζουν αληθινές κρίσεις. Γιατί καθώς τούτα είναι ευδιάκριτα και βρίσκονται σε ευρυχωρία, αμέσως τα μοιράζουν αυτοί στα εκμαγεία που τους αντιστοιχούν, τα οποία βέβαια ονομάζονται πραγματικά και κείνοι ονομάζονται σοφοί. » (Πλάτωνας, “Θεαίτητος”, 194c- d)
Η κόρη της Μνημοσύνης, η Μελπομένη, θεωρούνταν Μούσα του μέλους ή της ωδής και σ’ αυτήν απέδιδαν την εφεύρεση της βαρβίτου (έγχορδο μουσικό όργανο, συγγενές με τη λύρα), με την οποία μέλπουσα «καθήδυνε» τους θνητούς ακροατές της, «θνητοίσι μελίφρονα βάρβιτον εύρε». Ετυμολογικά το αρχαίο ρήμα “μέλπω” σημαίνει άδω, ψάλλω, υμνώ και εξυμνώ. Εκτός όμως από τις κύριες αυτές σημασίες, οι αρχαίοι Έλληνες με το ρήμα μέλπω απέδιδαν κυρίως όλες τις παραπάνω ερμηνείες μόνο και όταν συνοδεύονταν με μουσικό όργανο, λύρα ή κιθάρα.
Η Μελπομένη είχε σαν ακολουθία τις Ώρες και τις Νύμφες. Αργότερα όμως γίνεται η κατ’ εξοχή μούσα της θεατρικής τραγωδίας. Ως Μούσα συνοδεύει με τις άλλες Μούσες τον Απόλλωνα αλλά και συνεργάζεται με τον Διόνυσο. Έτσι συνδυάζει τόσο το Απολλώνιο, όσο και το Διονυσιακό στοιχείο. Μέσα από την τραγωδία βοηθά να προβάλει ο θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος. Λειτουργεί ως οδηγός για να εμπνεύσει τον άνθρωπο να αντεπεξέλθει τις καταιγίδες της ζωής και να βγει νικητής.
Η τραγωδία ορίζεται από τον Αριστοτέλη στην “Ποιητική” του: «Έστιν ουν τραγωδία, μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι` απαγγελίας, δι` ελέου και φόβου περαίνουσαν την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Έτσι η τραγωδία έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα και ανυψώνει ηθικά τον θεατή. Η Μελπομένη αναλαμβάνει να δράσει παιδαγωγικά στο νέο της “αποκάλυψής” μας. Γι’ αυτό στην απορία του, τι γυρεύει απ’ αυτόν η Μούσα της τραγωδίας, η Νιότη του απαντά: «Ήρθε να σου δείξει τη Γη και τον πόνο της. Γιατί όποιος δε γνώρισε τον πόνο, δεν θα γνωρίσει ποτέ τη χαρά.»
Η Γη είναι ο τόπος της γνώσης. Και η γνώση αποκτάται με πόνο, που σημαίνει με κόπο αλλά και με οδύνη! Δεν θα μείνουμε στην κατάρα που αναφέρει η Π. Διαθήκη του Θεού προς τους προπάτορες, όταν τους έδιωξε από τον κήπο του παραδείσου, επειδή έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό: «και τη γυναικί είπεν∙ πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου∙ εν λύπαις τέξη τέκνα, και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου, και αυτός σου κυριεύσει. Τω δε Αδάμ είπεν∙ ότι ήκουσας της φωνής της γυναικός σου και έφαγες από του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν απ’ αυτού, επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου∙ εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγη τον άρτον σου, έως του επιστρέψαι σε εις την γην, εξ ης ελήφθης, ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γένεσις, γ΄, 16- 19) Στη σκέψη μας δεν μπορεί να βρει θέση ένας Θεός που καταριέται τα δημιουργήματά του! Έναν τέτοιο Θεό δεν τον δέχεται η συνειδητότητά μας. Εμείς δεχόμαστε πως ήταν στο θείο σχέδιο ο άνθρωπος κάποτε να φύγει από την παθητική παραδείσια κατάσταση για να μπορέσει το πνεύμα να μελετήσει την ύλη. Να την γνωρίσει σε βάθος διαμέσου των αισθήσεων. Αυτό που το πνεύμα γνώριζε θεωρητικά, ήθελε να το γνωρίσει στην πράξη. Έτσι το πνεύμα έλαβε σάρκα και οστά και σκήνωσε στον άνθρωπο. Και η οντότητα άνθρωπος, από τη στιγμή που ήρθε στο μεγάλο κοσμικό σχολείο της γης, σταδιακά αποκτά τη βιωματική γνώση. Ξέρουμε, όμως, έχοντας ζήσει στις τάξεις των σχολείων στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης, πόσο κόπο και πόσο πόνο (=οδύνη) απαιτεί το προχώρημα του επιμελούς μαθητή από τάξη σε τάξη κι από βαθμίδα σε βαθμίδα. Όμως στο θείο σχέδιο έχει προβλεφτεί η επιστροφή μας στην πρότερη κατάσταση. Αυτή η επιστροφή στην πνευματική Ιθάκη θα έχει τη δόξα της νίκης. Πιθανόν ο θείος Όμηρος του μέλλοντος θα γράψει την Πνευματική Οδύσσεια της ψυχής με λόγια πάνω- κάτω σαν κι αυτά:
«Τον άνθρωπο, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε
ώς τα πέρατα του υλικού κόσμου να γυρνά, αφού της παχυλής ύλης
πάτησε το κάστρο το ιερό.
Γνώρισε της φύσης τα μυστικά, έμαθε των φαινομένων
και των όντων της τους νόμους,
κι έζησε, μέσα σε αδυναμίες αλλά και δόξες,
πάθη πολλά που τον σημάδεψαν,
σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή κι εξέλιξη,
καθώς και των συντρόφων του
τον γυρισμό στην ποθητή πνευματική Ιθάκη,
που οι μύστες ονόμασαν βασιλεία των Ουρανών.»
Κι η Μελπομένη πήρε το νέο κάτω από τα φτερά της και του έδειξε τα μυστήρια της Γης. Ενώ ήταν γυμνός από τα γήινα ενδύματα, αυτή τον προστάτεψε κάτω από τα φτερά, όπως η αϊτοπουλίνα το αϊτόπουλό της, κι από τον ψηλότερο βράχο του έδειξε τα μυστήρια που συμβαίνουν στη Γη. Κι εδώ πρέπει να ξαναγυρίσουμε στο κείμενο της Αποκάλυψης του Γκιμπράν και να το διαβάσουμε λέξη- λέξη και να στοχαστούμε σε όσα περιγράφει. Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την εποχή μας!
Ο άνθρωπος σήμερα είναι θεατής και συνάμα συμμέτοχος στη μάχη του φωτός και του σκότους. Οι δύο αντίδρομες δυνάμεις, το φως και το σκοτάδι, η ανυψωτική ισχύς του πνεύματος και η καθηλωτική ισχύς της ύλης, βρίσκονται σε μια λυσσαλέα μάχη. Βιώνουμε το στάδιο της επικράτησης του σκότους. Οι Νέα Τάξη Πραγμάτων χρησιμοποιεί τις χειρότερες μεθόδους για την οπισθοδρόμηση της ανθρωπότητας. Μας οδηγεί σε έναν νέο μεσαίωνα, όπου θα χρησιμοποιήσει χειρότερες μεθόδους, γιατί η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ. Το ρόλο της μεσαιωνικής ιερής εξέτασης έχουν αναλάβει οι πιστές στο νέο ιερατείο του χρήματος μυστικές υπηρεσίες. Στόχος της Νέας τάξης να ρίξει τους εργαζόμενους στα Τάρταρα. Να αλυσοδέσει τους νέους Προμηθείς, τη νεολαία, στον Καύκασο της ανεργίας και της υποαπασχόλησης, όπου ο αετός της αβεβαιότητας θα τους κατατρώγει το συκώτι. Σαν το Γιαχβέ της Π. Διαθήκης πλήττει τους λαούς με τις επτά πληγές του Φαραώ για να ευνοήσει τον εκλεκτό λαό των τραπεζιτών, των εφοπλιστών και των κολοσσών του παγκοσμιοποιημένου επενδυτικού κεφαλαίου.
Κι ανάμεσα στις δυο αντίδρομες δυνάμεις στέκει ο σημερινός άνθρωπος. Άλλους, που αποτελούν την πλειονότητα, τους τραβά η απόγνωση, κι άλλους, τους πολύ λίγους που ψάχνουν πίσω από τα γεγονότα, τους τραβά η ελπίδα. Οι πάρα πολλοί έχουν περιπέσει στη δίνη των γεγονότων και βρίσκονται σε σύγχυση. Η πόλωσή τους είναι καθαρά γήινη και υλική. Θαρρούν πως η ζωή συνδέεται μόνο με τα υλικά αγαθά. Η οικονομική κρίση τους έκανε να χάσουν τη γη κάτω από τα πόδια τους. Μπροστά στις δυσκολίες κιοτεύουν, τα παρατούν, ενώ κάποιοι γίνονται αυτόχειρες. Η πλειονότητα βρίσκεται σε απόγνωση. Περιμένει ένα θαύμα. Είναι οι άβουλοι και μοιραίοι που δεν πιστεύουν στις τεράστιες δυνατότητες, με τις οποίες ο Δημιουργός έχει προικίσει τον άνθρωπο, και προσμένουν τον Μεσσία για να κάνει το θαύμα του και να τους σώσει.
Υπάρχουν, όμως, και οι λίγοι, που βλέπουν πέρα από το σκοτάδι πως θα ‘ρθει το φως. Διακρίνουν την τελική νίκη. Γνωρίζουν πως ο πόλεμος αποτελείται από πολλές μάχες. Η έκβαση του πολέμου δεν έχει κριθεί. Η νίκη των σκοτεινών δυνάμεων είναι προσωρινή. Στο τέλος το καλό πάντα θριαμβεύει. Τούτες είναι οι οδύνες πριν τη μεγάλη γέννα. Μια νέα εποχή ανατέλλει. Πριν την ανατολή για λίγο επικρατεί βαθύ σκοτάδι. Μα ο βασιλιάς ήλιος θα προβάλλει και θα διαλύσει αυτό το σκοτάδι. Έτσι η εποχή του Υδροχόου έρχεται να αντικαταστήσει την εποχή των Ιχθύων, που φεύγει. Έχει προβλεφτεί: «ο δε είπεν αυτοίς∙ ιδού εισελθόντων υμών εις την πόλιν συναντήσει υμίν άνθρωπος κεράμιον ύδατος βαστάζων∙ ακολουθήσατε αυτώ εις την οικίαν ου εισπορεύσεται» (Λουκάς, κβ΄, 10) Σε αυτή την εποχή θα γίνουμε πραγματικοί κοινωνοί του σώματος και του αίματος του Χριστού, δηλαδή θα χριστοποιηθούμε! Αυτοί- οι ελάχιστοι- μπορούν να δουν πίσω απ’ όσα συμβαίνουν: «τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος Αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης» (Παύλου επιστ. προς Ρωμαίους, α΄,20). Ο προφήτης έχει πει: «οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα» (Ψαλμός ιη΄ 1).
Αυτοί, λοιπόν, ελπίζουν, γιατί γνωρίζουν πως μια καλύτερη εποχή θα γεννηθεί, πως η ανθρωπότητα θα κάνει ένα μεγάλο άλμα. Και καρτερικά περιμένουν. Δε βιάζονται. Επειδή γνωρίζουν πως ο χρόνος κάνει την αγουρίδα γλυκό σταφύλι. Η φύση περιμένει υπομονετικά, δε βιάζεται, και κάνει όλα αυτά τα θαυμαστά που σαν θαύματα ξεδιπλώνονται μπροστά μας. Έτσι και αυτοί οι λίγοι, οι μύστες της Ζωής, έχουν εμπιστοσύνη στη Ζωή και προσμένουν με υπομονή να έρθει και πάλι το φως. Γιατί ξέρουν πως το πνεύμα θα κυριαρχήσει στην ύλη. Είναι θεία νομοτέλεια να αποκατασταθεί η αρμονία του πνεύματος και να εξαλείψει την αταξία του υλισμού. Ο άνθρωπος θα σπάσει τα δεσμά της λεγόμενης ελεύθερης οικονομίας- που στην πραγματικότητα είναι η σκλαβιά των πολλών στους λίγους- και θα αναζητήσει την πραγματική ελευθερία…
Η Αποκάλυψη συνεχίζει: «Κι είδα τη λευτεριά να περπατάει μόνη, χτυπώντας πόρτες και αναζητώντας καταφύγιο, αλλά κανένας δεν εισάκουσε την παράκλησή της. Έπειτα είδα την ασωτία να βηματίζει μεγαλόπρεπα και το πλήθος να την ονομάζει λευτεριά!» Κι εδώ αναρωτιόμαστε: Πόσο ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που αγνοεί την πραγματική του φύση; Μπορεί να είναι ελεύθερος κάποιος που βασίζει το φέρσιμό του όχι στην εσωτερική φωνή του, αλλά στην γνώμη των άλλων; Πόση ελευθερία έχει εκείνος που δεν φροντίζει να είναι αρεστός στον ηθικό κόσμο, στον κόσμο των επαϊόντων, στον κόσμο όπου κυριαρχεί το φως, αλλά να είναι αρεστός στον όχλο, στους αμαθείς και τους ημιμαθείς, στον κόσμο της σκιάς; Είναι ελεύθερος αυτός που φοβάται το αύριο, που δεν έχει εμπιστοσύνη ούτε στον ίδιο τον εαυτό του, όταν τρέμει τον θάνατο; Που είναι η ελευθερία όταν φθονούμε τον πλησίον μας, όταν ζηλεύουμε τον(την) σύντροφό μας, όταν μας κατέχει ο φόβος, όταν μας κατευθύνουν τα πάθη και οι επιθυμίες μας, όταν σχεδιάζουμε τη ζωή μας με βάση τις προκαταλήψεις και τους δογματισμούς, όταν το προσωπικό συμφέρον καθορίζει την ιδεολογία μας.
Κάπου αναφέρεται ότι ο σοφός Αθηναίος, ο Σωκράτης, στάθηκε μπροστά σε κάποιο κατάστημα που πουλούσε πολλά είδη. Αφού τα παρατήρησε για λίγο, είπε: «Για δες πόσα πράγματα χρειάζονται οι Aθηναίοι για να ζήσουν!» Ο ίδιος ήταν ολιγαρκής και ως εκ τούτου ελεύθερος από τα καταναλωτικά αγαθά. Η ελευθερία χτυπούσε την πόρτα μας, αλλά την εύρισκε κλειστή. Γιατί η καταναλωτική συνείδησή μας, μας είχε κλείσει τα αυτιά και δεν την ακούγαμε. Μας είχαν μαγέψει οι Σειρήνες του καταναλωτισμού. Δεν μας αρκούσε η κύρια κατοικία. Θέλαμε να έχουμε και δεύτερο και τρίτο σπίτι- το εξοχικό μας στο νησί για το καλοκαίρι και το σαλέ στο βουνό για τον χειμώνα. Θεωρούσαμε δέσμιο τον εαυτό μας αν είχαμε ένα αυτοκίνητο στην οικογένεια, έστω κι αν ζούσαμε κάτω από την ίδια στέγη. Ήταν για εμάς ανεξαρτησία να έχει το κάθε μέλος της οικογένειας το δικό τους αυτοκίνητο. Ο αριθμός των αυτοκινήτων καθόριζε τους βαθμούς της ελευθερίας μας. Ήταν ελευθερία κίνησης για την οικογένεια αν ο καθένας μας είχε το κινητό του τηλέφωνο. Και μάλιστα το ένα ήταν λίγο. Θέλαμε ο καθένας να έχει το οικογενειακό πρόγραμμα, το what’s up, το τελευταίο μοντέλο ipad ή iphone. Είχαμε γίνει οι κινητές διαφημίσεις των επώνυμων ρούχων, υποδημάτων, τσαντών, με τις τεράστιες φίρμες πάνω τους. Κι αντί να μας πληρώνουν για τη διαφήμιση που κάναμε, πληρώναμε αδρά τους οίκους παραγωγής τους. Πηγαίναμε στις ταβέρνες και στα γκουρμέ εστιατόρια και παραγγέλναμε τριπλάσιες ποσότητες απ’ αυτές που είχαμε ανάγκη. Ο καταναλωτισμός μας είχε γίνει πάθος. Κι έτσι είχαμε χάσει την ελευθερία μας, γιατί όπως είχε πει ο Πυθαγόρας : «Είναι αδύνατο να θεωρείται ελεύθερος αυτός που είναι δούλος στα πάθη του και κυριαρχείται από αυτά». Για να συμπληρώσει ο Αριστοτέλης: «Θεωρώ πιο γενναίο εκείνον που κυριαρχεί στα πάθη του από εκείνον που κυριαρχεί στους εχθρούς του. Η δυσκολότερη νίκη είναι εκείνη ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό.»
Εκτός από την ελευθερία, που καθορίζεται από τους εκάστοτε νόμους- θα την αποκαλούσαμε “εξωτερική”- υπάρχει και μια άλλη που καθορίζεται από τον εσώτερο εαυτό μας, μια μυστικιστική ελευθερία- που θα την αποκαλούσαμε “εσωτερική”. Αυτή εξαρτάται από τους βαθμούς ελευθερίας που έχουμε αποκτήσει τιθασεύοντας τα πάθη μας, τις αδυναμίες μας, τον κατώτερο εαυτό μας. Ορίζεται από την μεγαλοψυχία μας, από το φιλότιμο, την εντιμότητα, την αρχοντιά που δείχνουμε όταν αντιμετωπίζουμε ευτελείς ανθρώπους και τη λάσπη που ρίχνουν εναντίον μας, την μεγαλοσύνη όταν ερχόμαστε σε αντίθεση με μικροπρεπείς που εξαπολύουν την κακία τους εναντίον μας.
Είμαστε σε θέση να διαχειριστούμε σωστά την εξωτερική ελευθερία, όταν έχουμε αποκτήσει αυθόρμητα και πηγαία την εσωτερική ελευθερία. Τότε η εξωτερική ελευθερία δεν κινδυνεύει να αποβεί οχλοκρατία , ασυδοσία, νόμος της ζούγκλας. Σε αυτή την περίπτωση η ασωτία δεν θα βαδίσει μεγαλόπρεπα, καθώς μας λέει ο Λιβανέζος συγγραφέας, και ο όχλος θα την ονομάζει ελευθερία. Επειδή η δική μας ελευθερία δεν θα σκιάζει το δέντρο της ελευθερίας του συνανθρώπου μας, ώστε με δική μας ευθύνη να την καταστήσει ατροφική!
Να γνωρίζουμε και τούτο. Όλα αυτά είναι τα σκαλοπάτια που πρέπει να βαδίσουμε για να ανέβουμε ψηλά. Να μη γεμίζουμε ενοχές αν σε κάποιο σκαλοπάτι στραβοπατήσουμε. Αν δεν περάσουμε από το σκαλοπάτι της ασυδοσίας, δε θα φτάσουμε το ανώτερο σκαλοπάτι της εσωτερικής ελευθερίας. Αν δεν περάσουμε από το στάδιο της ασωτίας και δε σιχαθούμε τη μίζερη αυτή ζωή δεν θα αποφασίσουμε να πούμε το «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Γιατί όπως λέει ο ποιητής, ο επουράνιος Πατέρας δεν μας θέλει κοντά Του με ανεκπλήρωτες ελπίδες φορτωμένους κι ανώριμους! Και πάνω απ’ όλα, ας μη φοβηθούμε τη ζωή! Υπάρχει ο θείος ομφάλιος λώρος, κι είναι αδύνατο να χάσουμε το ταξίδι της επιστροφής! Σας παραθέτουμε το μεστό νοημάτων ποίημα- χωρίς να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τον ποιητή- που βρήκαμε στην ιστοσελίδα “Ξάνθη φιλοσοφείν”, με τίτλο “Άσωτος Υιός”:
« Με ανεκπλήρωτες ελπίδες φορτωμένο
κι ανώριμο κοντά του δε σε θέλει.
Αν δε ξεπλύνεις τον λευκό χιτώνα σου απ’ τους ρύπους,
τον ακατέργαστό σου λίθο αν δε λαξεύσεις,
τη θύρα του σπιτιού του δε σ’ αφήνει να περάσεις.

Βγες λοιπόν, γύρνα, γλέντα, ζήσε
θάμπωσε κι άλλο την ψυχή σου
στου κόσμου το πολύχρωμο χαρμάνι.
Γεύσου απόλυτα την άφατη την πίκρα της ζωής
κι απομακρύνσου απ’ την πηγή της μνημοσύνης όσο θέλεις
μέχρι του νόστου το άλγος άλλο πια να μην αντέχεις.

Στο θεϊκό ομφάλιο λώρο
έτσι σφιχτά δεμένος που είσαι
μη φοβάσαι!
Αδύνατον το δρόμο της επιστροφής να χάσεις
όσο μακριά κι αν φτάσεις στο αλαργινό σου το ταξίδι. »
Ο γεμάτος αγάπη Πατέρας- κι όχι ο εκδικητικός κι άσπλαχνος Γιαχβέ των Εβραίων- μας περιμένει, έτοιμος να βάλει στο δάχτυλό μας το δαχτυλίδι Του!
Κι εδώ ταιριάζει η επόμενη φράση της Αποκάλυψης: «Είδα την θρησκεία θαμμένη στα βιβλία, και την αμφιβολία να στέκεται στη θέση της.» Αναρωτιόμαστε πόσο ελκτική μπορεί να είναι μια θρησκεία, η οποία παρουσιάζει σαν κυρίαρχη μορφή τον Κύριο του Εβραϊκού εκλεκτού λαού, και που βασίζεται στην υπόσχεση της μεταθανάτιας γαλήνης του παράδεισου και στην αιώνια τιμωρία της κόλασης. Γιατί δεν τονίζεται η ρήση του Ιησού: «ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν» (Λουκάς, ιζ΄, 21); Και γιατί την αναζητούμε στον ακαθόριστο ουρανό και όχι μέσα μας;
Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μέσα από την αυτογνωσία. Όταν καταλάβουμε ότι αυτό το φθαρτό σώμα μας είναι ο ναός του Θεού και το Πνεύμα Του ενοικεί μέσα μας! Ο στοχαστής Ν. Καζαντζάκης αναφέρει στην Ασκητική του: «Η ζωή είναι στρατιωτική θητεία στην υπηρεσία του Θεού. Κινήσαμε σταυροφόροι να λευτερώσουμε, θέλοντας και μη, όχι τον Άγιο Τάφο, παρά το Θεό το θαμμένο μέσα στην ύλη και μέσα στην ψυχή μας. Κάθε κορμί, κάθε Ψυχή, είναι Άγιος Τάφος.»
Απλά, ας εφαρμόσουμε την προτροπή του Χριστού: «και γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάννης, η΄, 32).
Το μονοπάτι που οδηγεί προς το ναό της Ελευθερίας είναι ανηφορικό και περνά από το πεδίο της μάχης. Είναι ένα εγχείρημα πολύ δύσκολο, επίπονο και επώδυνο, γιατί η ανθρώπινη ευτυχία είναι ταυτισμένη με την ικανοποίηση των αναγκών του σώματος, παραβλέποντας πως υπάρχουν και οι ανάγκες της ψυχής. Εστιάζουμε την προσοχή μας στην προσωπικότητα. Αλλά με τον αγώνα μας θα αναδείξουμε και την εντός μας ατομικότητα. Σύμμαχός του ανθρώπου σ’ αυτόν τον αγώνα είναι ο εσωτερικός του Θεός, ο ανώτερ, όπως και η αλήθεια, δεν περιγράφεται και δεν μεταδίδεται. Δεν μπορεί να μας την χαρίσει κανείς. Ούτε, όμως, μπορεί και να μας την στερήσει από την στιγμή που θα την κατακτήσουμε. Η εσωτερική ελευθερία βρίσκεται μέσα μας. Είναι μια καθαρά βιωματική κατάσταση και η κατάκτηση της είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον άνθρωπο στην ατέρμονη προσπάθεια του να προσεγγίσει την αλήθεια. Κι αν δεν το πετύχουμε σ’ αυτή τη ζωή, η αιώνια Ζωή έχει μεριμνήσει, ώστε κάποτε να πετύχουμε τη μεγάλη νίκη! Αρκεί να αφεθούμε με εμπιστοσύνη και υπομονή στη ροή της Ζωής.
Χρησιμοποιώντας τη λέξη υπομονή δεν εννοούμε την υπομονή που αναφέρεται στην Αποκάλυψη: «Κι είδα τον άνθρωπο να φορά τα ρούχα της υπομονής, μα ήταν το ντύμα της δειλίας και να ονομάζει την παραίτηση … ανεκτικότητα και τον φόβο… ευγένεια.» Αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά του αγωνιστή, του ανθρώπου που έχει την πίστη στη νίκη, αλλά του ηττημένου. Ο πραγματικός αγωνιστής έχει δώσει όρκο στον ανώτερο εαυτό του, παρόμοιο μ’ αυτόν που έδιναν οι πρόγονοί μας: «Ού καταισχυνώ όπλα τά ιερά, ούδ' εγκαταλείψω τόν παραστάτην, ότω άν στοιχήσω. Αμυνώ δέ καί υπέρ ιερών καί οσίων, καί μόνος καί μετά πολλών.»
Σήμερα, στην εποχή της οικονομικής- και κυρίως της ηθικής- κρίσης, οι περισσότεροι έχουμε παραιτηθεί από τη ζωή. Ισχύουν όσα έδειξε η Μούσα της τραγωδίας και περιγράφει ο νέος: «Είδα τον εισβολέα να τρωγοπίνει στο τραπέζι της γνώσης και ανόητα να μιλά, ενώ οι καλεσμένοι σιωπούσαν.
Είδα το χρυσάφι στα χέρια του σπάταλου, μέσο για τα άθλια έργα του… Και στα χέρια του τσιγγούνη σαν δόλωμα για το μίσος. Αλλά χρυσάφι στα χέρια του σοφού δεν είδα.»
Και με το δίκιο μας ρωτάμε, με τη καρδιά μας γεμάτη πόνο, όπως ο νέος: «Ω κόρη του Δία, είναι αυτή πραγματικά η Γη; Είναι αυτός ο άνθρωπος;»
Η απάντηση είναι παρήγορη και δείχνει τι θα ακολουθήσει: «Αυτό που βλέπεις είναι το μονοπάτι της ψυχής, κι είναι στρωμένο με κοφτερές πέτρες και γεμάτο αγκάθια. Αυτή είναι η σκιά μόνο του ανθρώπου. Αυτή είναι η νύχτα! Αλλά περίμενε, σύντομα θα έρθει το πρωί!» Οι ψυχές μας δεν ακολουθούν μια λεωφόρο καθώς πορεύονται το δρόμο της επιστροφής. Ακολουθούν μονοπάτια. Ποτέ όλες το ίδιο μονοπάτι! Όμως, να είμαστε σίγουροι πως όλα τα μονοπάτια οδηγούν στον ίδιο προορισμό. Επομένως, συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό, βαδίζοντας διαφορετικά μονοπάτια. Κανενός το μονοπάτι δεν είναι καλύτερο απ’ του άλλου. Ίσως κάποια να είναι πιο σύντομα…, αλλά η κάθε ψυχή παίρνει το μονοπάτι που της ταιριάζει!
Αυτό, λοιπόν, που βλέπουν τα μάτια μας είναι η σκιά του ανθρώπου. Γιατί ο πραγματικός άνθρωπος δεν είναι ορατός με το αισθητήριο της όρασης. Το ενοικούν πνεύμα θέλει άλλου είδους μάτια. Μια άλλη αίσθηση, που ακόμα δεν την έχουμε αναπτύξει. Θα την αναπτύξουμε όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου για την ψυχή μας. Και τότε θα δούμε αυτά που μπορούν να δουν οι άγιοι. Τότε θα έχει φύγει και για εμάς το σκοτάδι και θα έχει έρθει το πρωί. Μπροστά στα νέα μας μάτια θα προβάλει μια άλλη εικόνα της Δημιουργίας. Μια εικόνα γεμάτη ανέσπερο φως.
Αυτή είναι η υπόσχεση της Μούσας της τραγωδίας. Η Μελπομένη δεν μας υπόσχεται έναν από μηχανής θεό, που θα μας λυτρώσει από τα δεινά μας. Μας υπόσχεται πως σύντομα θα έρθει το πρωί!
Και γι’ αυτό αφήνει την Ελπίδα να οδηγεί το δρόμο μας…!



Δεν υπάρχουν σχόλια: