Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Κι αυτή η μπόρα θα περάσει. Σημασία έχει εμείς τι θα αποκομίσουμε…

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος
Στο Σύμπαν ισχύει ο νόμος της περιοδικότητας. Ο ίδιος νόμος χαρακτηρίζει και τη ζωή. Τώρα ξεκίνησε η άνοιξη, που θα τη διαδεχτεί το καλοκαίρι, για να έρθει στη συνέχεια το φθινόπωρο και μετά ο χειμώνας. Και σαν κλείσει αυτός ο κύκλος θα ξεκινήσει ένας άλλος παρόμοιος κύκλος. Κάθε ημερόνυχτο τη μέρα τη διαδέχεται η νύχτα. Για να ξανάρθει η επόμενη μέρα με το φως της. Κάθε πρωινό προβάλει ο ήλιος, ο οποίος αφού διαγράψει την πορεία του στον ουρανό, μετά θα δύσει, για να παραχωρήσει τη θέση του στο σκοτάδι. Ξέρουμε, όμως, με βεβαιότητα ότι το επόμενο πρωινό και πάλι να προβάλει ο ήλιος στον ορίζοντα. Η αμυγδαλιές είναι ντυμένες νυφούλες με τα λευκά με λίγο ροζ ανθάκια τους. Τα πέταλα από τα άνθη θα πέσουν και πράσινα φύλλα να γεμίσουν το πριν από λίγο καιρό γυμνό κορμό του δέντρου. Μικροσκοπικοί καρποί θα εμφανιστούν στη θέση των ανθών. Μετά θα μεγαλώσουν και θα γίνουν ξυλώδη αμύγδαλα, κρύβοντας μέσα στο σκληρό περίβλημα τη γεμάτη με βιταμίνες και θρεπτικά στοιχεία ψύχα. Το φθινόπωρο- κι αφού μαζέψουμε τον καρπό- θα πέσουν τα φύλλα για να εμφανιστεί ένας άσχημος γυμνός σκελετός το χειμώνα. Στο τέλος του χειμώνα και πάλι τα ανθάκια θα δώσουν ομορφιά στον πρώην άσχημο σκελετό για να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος στο δέντρο.
Ο άνθρωπος γεννιέται, μεγαλώνει σαν παιδί, γίνεται έφηβος, μετά ενήλικας και στη συνέχεια αρχίζει να γερνάει. Όταν τελειώσει ο κύκλος της ζωής του έρχεται ο θάνατος να βάλει τη σφραγίδα του τέλους. Είναι όμως αυτό το πραγματικό τέλος; Ή μήπως είναι το τέλος ενός κύκλου; Ο άνθρωπος, αν και μέλος της φύσης- κύτταρο του Σύμπαντος- ξεφεύγει από το νόμο της περιοδικότητας; Ο άνθρωπος δηλαδή αποτελεί την εξαίρεση ενός συμπαντικού νόμου; Και πως μπορεί να είναι η εξαίρεση, τη στιγμή που μεγαλύτερες οντότητες απ’ αυτόν, όπως ο πλανήτης Γη, ο ήλιος, ο γαλαξίας υπακούουν στο νόμο της περιοδικότητας, τον οποίο έθεσε ο Μεγάλος Νομοθέτης, ο Δημιουργός;

Η συνέχεια >>> εδώ ….

Η Γη συμμετέχει σε δύο κινήσεις, που όλοι μας αντιλαμβανόμαστε. Μία περιστροφή γύρω από τον άξονά της σε εικοσιτέσσερις ώρες και μία περιφορά γύρω από τον ήλιο σε ένα έτος. Την περιστροφή την αντιλαμβανόμαστε με την εναλλαγή της μέρας και της νύχτας, ενώ την περιφορά με την εναλλαγή των εποχών του έτους. Πέρα απ’ αυτά, όπως μας ενημερώνουν οι επιστήμονες με βάση τα πετρώματα και τα απολιθώματα, έχουμε την μεγάλη εναλλαγή εποχών παγετώνων και θερμών εποχών που συμβαίνουν σε χιλιάδες χρόνια. Επίσης περιοδική αναστροφή του μαγνητικού πεδίου του πλανήτη μας, όπως αποτυπώνεται στα μαγνητικά πετρώματα. Ήπειροι αναδύονται από τους ωκεανούς, ενώ άλλες καταποντίζονται. Η εσωτερική γνώση μας αναφέρει τη Λεμουρία και την Ατλαντίδα, ηπείρους που υπήρξαν πριν χιλιάδες χρόνια και καταποντίσθηκαν, ενώ στην εποχή μας φαίνεται να αναδύεται μια πολύ μεγάλη περιοχή στον Ειρηνικό ωκεανό. Πολιτισμοί και αυτοκρατορίες αναλάμπουν και μετά σβήνουν.
Στον ήλιο έχουμε έξαρση και ύφεση των ηλιακών κηλίδων κάθε έντεκα χρόνια. Αυτό το άστρο περιφέρεται γύρω από το γαλαξιακό κέντρο και ολοκληρώνει την περιφορά σε ένα μεγάλο ενιαυτό, που διαρκεί περίπου 26 χιλιάδες χρόνια. Για 2.160 χρόνια βρίσκεται στην περιοχή ενός ζωδίου του ζωδιακού κύκλου και η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται σαν εποχή του Κριού, ή των Ιχθύων, ή του Υδροχόου, ανάλογα με το ζώδιο, στο οποίο βρίσκεται. Η ενέργεια της περιοχής του ζωδιακού που εκχέεται στο ηλιακό μας σύστημα χαρακτηρίζει την ζωδιακή εποχή και τους αντίστοιχους πολιτισμούς καθώς και τα θρησκευτικά συστήματα στη Γη.
Ανατολικά θρησκευτικά συστήματα, ορισμένες φιλοσοφικές δοξασίες, κάποιες μεταφυσικές σχολές και μυητικά τάγματα με ρίζες στα αρχαία μυστήρια, μιλούν για την ανακύκλωση της ζωής της ψυχής. Η ψυχή στη μεγαλειώδη πορεία της προς τη θέωση, στην επιστροφή στον Οίκο, την Πνευματική Ιθάκη, ενσαρκώνεται πολλές φορές. Σε κάθε επαναφορά στο γήινο πεδίο παίρνει σπουδαία μαθήματα, επανορθώνει τα λάθη που έκανε σε προηγούμενες ζωές και εξελίσσεται πνευματικά. Στο ανθρώπινο πνεύμα, που ενοικεί στον άνθρωπο, τα μαθήματα που παίρνει σε χρονικό διάστημα δέκα ετών στη γη, ισοδυναμούν με μαθήματα αιώνων αν βρισκόταν στον πνευματικό κόσμο. Το πνεύμα για να γνωρίσει τον κόσμο της ύλης έχει ανάγκη τις αισθήσεις. Αυτές το φέρνουν σε επαφή με τον αισθητό κόσμο. Επομένως πρέπει να “ενδυθεί” ένα σώμα. Η γη είναι το κοσμικό σχολείο του πνεύματος. Εδώ σε διαβαθμισμένα μαθήματα θα γνωρίσει την ύλη, αλλά και ό,τι έχει σχέση μ’ αυτήν, όπως τα ένστικτα, τα συναισθήματα, τις ιδέες και τις σκέψεις. Αναφέραμε διαβαθμισμένα μαθήματα- δηλαδή μαθήματα διαφορετικού ειδικού βάρους και δυσκολίας- που είναι αδύνατο να τα πάρει στο χρονικό διάστημα μιας ζωής, έστω κι αν είναι αιωνόβια. Γι’ αυτό η ψυχή ενσαρκώνεται πολλές φορές. Ο Λιβανέζος δάσκαλος Χαλίλ Γκιμπράν γράφει στο βιβλίο του “Ο προφήτης” για την ψυχή: «...Μην ξεχνάτε ότι θα ξαναγυρίσω κοντά σας. Λίγο ακόμη και η λαχτάρα μου θα μαζέψει σκόνη και αφρό για ένα άλλο σώμα. Λίγο ακόμα, μια στιγμή ανάπαυσης πάνω στον άνεμο και μια άλλη γυναίκα θα με γεννήσει.» Με τις διαδοχικές επαναγεννήσεις η ψυχή σταδιακά ανυψώνεται από το στάδιο του πρωτόγονου και άξεστου για να φτάσει στο στάδιο του φωτισμένου άγιου. Κάθε φάση της εφήμερης ζωής του ο άνθρωπος θα πρέπει να τη βλέπει σαν μια μικρή ή μεγάλη εμπειρία, σαν ένα μάθημα που του προσθέτει γνώση. Να μη μένει στο συμβάν, είτε είναι ευχάριστο, είτε δυσάρεστο, και να πηγαίνει παρακάτω λέγοντας: «κι αυτό θα περάσει»!
Θα αναφέρουμε την απλή ιστορία μιας γυναίκας, για να δούμε πως αντιμετώπιζε τη ζωή της:
[[ "Κατάγομαι από μία γη αλλιώτικη" μου 'λεγε και συνέχιζε ακάθεκτη να ξεσκονίζει και να τακτοποιεί. Ανύπαρκτες σκόνες κατά την γνώμη μου. Όλα γύρω έλαμπαν. Περιπλάνησα το βλέμμα άλλη μία φορά στο χώρο της. Όλα ίδια και απαράλλαχτα χρόνια τώρα. Ένα παλιό σερβάν με βαρύ σκάλισμα. Και πάνω του φωτογραφίες με ασημένιες κορνίζες. Τραπεζαρία από ξύλο σκούρο με πόδια περίτεχνα. Στο κέντρο του τραπεζιού ένα βάζο γεμάτο τριαντάφυλλα. Καρέκλες με βελούδινα μαξιλάρια. Βυσσινί. Ίδιο χρώμα με τις κουρτίνες. Και στην άκρη της κάμαρας ένα μπαούλο. Πάνω του ακριβώς μία κιτρινισμένη φωτογραφία. Εκείνη καθιστή με μακρύ λευκό φόρεμα και εκείνος όρθιος πίσω της. Όμορφοι και οι δύο. Νέοι, αισιόδοξοι, χαμογελαστοί.
Σταμάτησε να μετακινεί αντικείμενα και με κοίταξε. "Ήταν όμορφος άντρας ο Βαγγέλης μου. Και με πρόσεχε. "Καλοπαντρεμένη" με φώναζαν στη γειτονιά. Περπατούσε πλάι μου και έβλεπες την έγνοια στα μάτια του". Σταμάτησε. Αναστέναξε. "Αλλά κι εγώ ήμουν όμορφη. Δες τα μάτια μου. Το χαμόγελό μου. Τον αγαπούσα τον Βαγγέλη. Λαμποκοπούσα δίπλα του".
Πρώτη φορά την άκουγα να μιλά για τα παλιά. Μπαινόβγαινα στην κάμαρά της από παιδάκι. Κοντοστεκόμουν πάντα στην πόρτα και ρουφούσα το άρωμα της καθαριότητας. Λεβάντα και απορρυπαντικό. Ένα μείγμα παράξενο που θαρρώ δεν θυμάμαι παρά μόνο στο σπίτι της. Μετά βουτούσα άνετα το χέρι στο βάζο με τις καραμέλλες και καθόμουν πλάι της μπουκωμένη να την κοιτάζω να πλέκει και να τραγουδάει. Είχε φωνή αταίριαστη με το παρουσιαστικό της. Ψηλή, νταρντάνα, αρχοντογυναίκα η ίδια κι η φωνή της λεπτή, βελούδινη, κοριτσίστικη, μαγευτική. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει περνούσαμε στο διπλανό δωμάτιο. Την έβλεπα να ανάβει το καντήλι στα εικονίσματα. Και μετά έβαζε το ραδιόφωνο να μουρμουρίζει χαμηλά. Έπαιρνε ένα βιβλίο και άρχιζε να μου διαβάζει μεγαλόφωνα. Ακόμη κι όταν μεγάλωσα κάθε φορά που την επισκεπτόμουν έκανε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Άνοιγε το βάζο να μου προσφέρει καραμέλλες, έπιανε το πλεκτό, τραγουδούσε, άναβε το καντήλι και μετά διάλεγε ένα βιβλίο και άρχιζε την ανάγνωση. Αναρωτιόμουν αν όλα γίνονταν για μένα ή θα γίνονταν και χωρίς εμένα.
Κόντευε τα ογδόντα πια. Της έριχνα πλάγιες ματιές και σκεφτόμουν πως λιγόστεψαν τα μαλλιά της. Παιδί τα θαύμαζα όταν δύο στιγμές πριν το διάβασμα χανόταν στο μικροσκοπικό μπάνιο για να φορέσει την μακρυά νυχτικιά της. Βαμβακερή ή μάλλινη. Ανάλογα τον καιρό. Και μετά έβγαζε μπροστά μου τις φουρκέτες και η πλούσια κόμη αφηνόταν λεύτερη. Στεκόταν μπροστά σε ένα καθρέφτη που έγραφε το εξής περίεργο "ΚΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ". Έπαιρνε την βούρτσα και τα χτένιζε με μανία. Κάποτε κατάλαβα ότι χτένιζε και μετρούσε.
- Τι μετράς κυρά Στέλλα; τη ρώτησα
- Εκατό φορές, είπε. Τα χτενίζω εκατό φορές. Έτσι πρέπει.
Της άρεσε το "έτσι πρέπει". Τις δύσκολες απαντήσεις της έκλεινε πάντα μ' αυτό. Και μετά δεν σήκωνε κουβέντα.
Αυτό με τις εκατό φορές πάντως για κάποιο λόγο μου 'χε καρφωθεί στο μυαλό. Κάθε φορά που κρατούσα χτένα και κοιταζόμουν στον καθρέφτη, το θυμόμουν.
Μια άλλη φορά την ρώτησα για τον καθρέφτη. Οβάλ, μικρός, με ένα ξύλινο πλαίσιο και πάνω του χαραγμένη αυτή η φράση.
- Ποιός το ‘γραψε αυτό; ρώτησα
- Εγώ, απάντησε.
- Και γιατί το 'γραψες κυρά Στέλλα; επέμεινα.
- Για να το θυμάμαι, μου είπε. Όλα περνούν. Να το θυμάσαι κι εσύ.
Έλεγε φράσεις κοφτές. Και μετά με κοίταζε με ένα βλέμμα παράξενο. Σαν να μου 'λεγε "τσιμουδιά". Και πράγματι σώπαινα. Δεν ξαναρωτούσα. Κι όταν καταλάβαινε ότι σκεφτόμουν την τελευταία της κουβέντα χαμογελούσε.
Σήμερα έβλεπα την κακία του χρόνου. Τα μαλλιά της κάτασπρα πια και λιγοστά. Σε αυστηρό κότσο πάντα. Με φουρκέτες πάντα. Ίσως να τα βούρτσιζε ακόμη κάθε βράδυ εκατό φορές. Το σώμα της καμπούριαζε. Τα μάτια της είχαν βαθουλώσει στις κόγχες. Κάποιες στιγμές θαρρούσα πως βούρκωναν. Ένα μαντηλάκι εμφανιζόταν από την μανσέτα του πουκαμίσου της διακριτικά και τα σφούγγιζε. Και μετά ξαναχανόταν εκεί. Λιγομίλητη όπως πάντα.
- Να σου φτιάξω καφεδάκι, επέμενε όταν με καλωσόρισε. Δεν της χάλασα χατίρι. Την ακολούθησα στην κουζίνα. Η ίδια μυρωδιά όπως παλιά. Την είδα να ξεκρεμάει το μπακιρένιο μπρίκι και να ανάβει το πετρογκάζ. Να τακτοποιεί το φλυτζανάκι και το ποτήρι στο δίσκο. Ασημένιος κι απάνω λευκή χειροποίητη δαντέλα. Ο καφές μου έκανε τις απαραίτητες φουσκάλες και το καϊμάκι και τον πήγαμε στην τραπεζαρία. Άναψα τσιγάρο όταν την ειδα να κουβαλάει πάλι το βάζο με τις καραμέλες, να το ανοίγει και να το αφήνει πλάι μου. Μετά βάλθηκε να ξεσκονίζει. Και ακόμη πιο μετά είπε εκείνη την παράξενη κουβέντα: "κατάγομαι από μία γη αλλιώτικη". Πράγματι, η Πόλη είναι μία γη αλλιώτικη. Η γη των νοικοκυραίων. Στο μυαλό μου -εξ' αιτίας της- Πόλη σήμαινε πάντα γη των φρεσκοασβεστωμένων σπιτιών, των ανθισμένων αυλών, του Ιμάμ μπαϊλντί και του φρεσκοαλεσμένου καφέ. Επέμενε πάντα σ' αυτό το τελευταίο. Μία φορά της πήρα επίτηδες ένα σακκουλάκι καφέ του εμπορίου. Άστραψε!
- Καφέ θα παίρνεις μόνο φρεσκοαλεσμένο από τον Αρμένη, μου 'λεγε. Και θα παίρνεις λίγο. Να μην ξεθυμαίνει το άρωμα.
Πράγματι, ο καφές της είχε πάντα ένα μεθυστικο άρωμα και μία γεύση πιο αυθεντική. Κοίταξα αφηρημένα την εξώπορτα. Θυμήθηκα την ιστορία με το πρώτο δόντι που έπρεπε να χάσω. Καθόμουν εκεί στο σκαλοπάτι της και το κουνούσα με το δάκτυλο.
Με χάζευε ώρα ώσπου ρώτησε:
- Τι συμβαίνει;
- Το δόντι μου κουνιέται.
- Α πρέπει να το δέσουμε στην πόρτα, είπε γελώντας. Σηκώθηκε και έκοψε λίγο σπάγκο από το κουβάρι που 'πλεκε. Τρόμαξα.
- Τι θα κάνεις εκεί;
- Εσύ θα το κάνεις, μου 'πε. Θα δέσεις την μία άκρη του σπάγκου στην πόρτα, την άλλη στο δόντι σου και μετά θα κλείσεις την πόρτα απότομα. Είναι ένα παιχνίδι με τα δόντια που παίζουν όλα τα παιδιά.
Με έπεισε. Έδεσα τον σπάγκο στην πετούγια της πόρτας και μετά κοντοστάθηκα.
- Θα πονέσω; τη ρώτησα.
- Στάσου να δω το δόντι και θα σου πω, μου είπε.
Άνοιξα το στόμα και το ακούμπησα με το χέρι μου. Η ταλάντωση του ήταν μεγάλη. Ταυτόχρονα τη μύτη μου χτύπησε μία μυρωδιά από ούζο. Αλλά ο νους μου ήταν αλλού. Κρατούσα σφικτά την άκρη του σπάγκου, νιώθοντας ασφαλής καθώς ήταν ακόμη μακριά από το δόντι μου.
- Ποιό καλέ? Αυτό το δόντι? είπε κι αμέσως ένιωσα την γεύση του αίματος στο στόμα. Πόνος μηδέν. Κι ο σπάγκος που με ξεγέλασε, έμεινε ένα παιχνίδι αχρησιμοποίητο αλλά χρήσιμο. Δεμένος μάταια σε εκείνη την εξώπορτα. Πριν φύγω τύλιξε το δόντι σε ένα μαντήλι και μου το 'βαλε στο χέρι.
- Να το δώσεις στη μάνα σου, είπε.

Και να 'μαστε τώρα. Τρεις δεκαετίες μετά. Καθισμένες πάλι στον ίδιο χώρο να κοιτάμε κι οι δυό την εξώπορτα.
- Θυμάσαι το δόντι μου και τον σπάγκο; της είπα αυθόρμητα.
- Έσφιξες το νήμα στο χέρι σου, είπε και γέλασε. Μ' εμπιστεύτηκες όμως. Κι άλλες φορές με εμπιστεύτηκες. Θυμάσαι το σκισμένο γιακά της σχολικής ποδιάς σου; Την λευκή δαντέλα που του 'πλεξα σε μία νύχτα ολόγυρα? Θυμάσαι μία χαρτοπλεκτική που καταστρέψαμε μαζί αντί να φτιάξουμε το σωστό σχήμα και μετά κολλούσαμε τα σκισμένα κομμάτια της; Και μία ξυλοτεχνία που κόψαμε όλες τις σέγες και την άκρη του τραπεζιού μαζί;
Το 'πε και συγχρόνως σήκωσε το τραπεζομάντηλο να μου δείξει το σημάδι. Παράξενο! Αυτά δεν τα θυμόμουν. Το μαντηλάκι της ξεπρόβαλε πάλι δειλά από τον καρπό.
- Θυμάσαι τι αγαπούσες πιο πολύ εδώ μέσα; με ρώτησε απρόσμενα και με κοίταξε κατάματα.
- Εσένα, είπα γελώντας και ξόρκισα την ένταση της στιγμής. Γέλασε κι εκείνη.
- Εκτός από μένα; επέμεινε
- Τον καθρέφτη σου, είπα αυθόρμητα. Γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε κι οι δύο από την μισάνοιχτη πόρτα. Επιβλητικός, κομψός και με εκείνο τ' όμορφο επίγραμμα.
- Θέλω να τον πάρεις, μου 'πε έξαφνα.
- Για ποιό λόγο; Εδώ θα μείνει και θα τον βλέπω κάθε φορά που θα 'ρχομαι να βλέπω κι εσένα.
- Γι' αυτό ακριβώς θέλω να τον πάρεις. Δεν θα υπάρξει άλλη φορά.
Προσπάθησα να παρηγορήσω τον φόβο της φυγής, τα γεράματα, την μοναξιά και την αρρώστια. Αμετάπειστη.
- Στο 'πα και πριν. Κατάγομαι από μία γη αλλιώτικη. Ζυμώθηκα με το λάδι μου και ξέρω πότε λιγιαίνει.
Την αποπήρα. Το 'ριξα στα καλαμπούρια. Το προσπέρασε κι εκείνη. Μα σαν αποφάσισα να τερματίσω την ... αρμένικη επίσκεψή μου έτρεξε και ξεκρέμασε τον καθρέφτη και τον τύλιξε σε ένα άσπρο πανί. Μου τον έβαλε στα χέρια κι είπε μόνο:
- Να το πιστεύεις. Η πιο μεγάλη αλήθεια που 'μαθα είναι αυτή. "Κι αυτό θα περάσει". Έτσι τα πέρασα όλα. Τον πόλεμο. Την χηρεία. Την φτώχεια. την πείνα. Τον ξεριζωμό. Την μοναξιά. Μ' ακούς; Να το κοιτάς κάθε πρωί και να σκέφτεσαι πως όλα είναι περαστικά. Κι εμείς μαζί. Περαστικοί.
Ο καθρέφτης πάνε δύο μήνες που βρίσκεται μαζί μου. Κοιτάζω την επιγραφή του και χαμογελώ συχνά. Η απίστευτη δύναμη της αισιοδοξίας. Ή μήπως της ματαιότητας;
Σήμερα το τηλεφώνημα μου ΄φερε τα άσχημα νέα της. Έφυγε.
- Ήταν τόσο ήρεμη τις τελευταίες ώρες, έλεγε η μάνα μου στο τηλέφωνο. Μας έδινε οδηγίες που θα βρούμε το καθετί. Σαν να τα είχε σκηνοθετήσει όλα.
- Κάτι άλλο είπε; ρώτησα
- Ναι, πριν φύγει έπιασε το χέρι το δικό μου και της Νίκης και μας είπε "Μην κάνετε έτσι. Κι αυτό θα περάσει". ]]
Η μεγάλη αλήθεια της ζωής: «Κι αυτό θα περάσει»! Αρκεί να πιστέψουμε πως τίποτα δεν είναι μόνιμο. Ακόμη και το μεγαλύτερο κακό είναι παροδικό. Μπορεί να αφήνει βαθιά σημάδια, όμως, περνάει. Οι βαθύτερες πληγές επουλώνονται. Ίσως κάποιες φορές που αλλάζει ο καιρός να έχουμε μερικές ενοχλήσεις, όμως δεν αιμορραγούν και ούτε μας ενοχλούν συνέχεια. Δεν μας εμποδίζουν να πάμε παρακάτω. Σ’ αυτόν τον κόσμο τίποτα δεν είναι μόνιμο. Και τίποτα δεν είναι ικανό να σταθεί εμπόδιο, όταν εμείς δεν του δίνουμε χώρο να σταθεί. Ο χρόνος είναι ο γιατρός για όλες τις θλίψεις κι ό,τι μας ψυχοπλακώνει. «Χρόνος πανδαμάτωρ», έλεγαν οι σοφοί πρόγονοί μας. Εκείνο, που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να μη μένουμε στατικοί. Γιατί η στασιμότητα τελματώνει τη ζωή μας και της αφαιρεί κάθε ζωτικότητα. Η ζωή θέλει κίνηση. Δεν της αρμόζει η αδράνεια. Να κοιτάζουμε μπροστά αφήνοντας όσα έγιναν πίσω μας. Να ενεργούμε σαν τους κατασκευαστές των πυραύλων. Έχουν προνοήσει ώστε μόλις καούν τα καύσιμα που υπάρχουν στις δεξαμενές του πυραύλου, η άδεια δεξαμενή να απορρίπτεται. Ο πύραυλος δεν κουβαλάει περιττά μέρη μαζί του! Άδεια, που να του στερούν δύναμη στην κίνησή του! Έτσι κι εμείς να φροντίσουμε να μην κουβαλάμε πράγματα που έγιναν, αλλά αποτελούν παρελθόν. Έπαιξαν το ρόλο τους στη ζωή μας. Μας έδωσαν το μάθημα που χρειαζόμασταν. Εκμεταλλευτήκαμε τη δυναμική του γεγονότος που μας συνέβη. Αλλά αυτό ήταν. Πέρασε. Σαν καλοί παρατηρητές να αναλύουμε ό, τι μας συνέβη, κρατώντας τα θετικά του ή παίρνοντας το μήνυμα να αποφεύγουμε τα αρνητικά του. Κάθε τι που γίνεται εμπόδιο στο προχώρημα της ψυχής μας. Να μη στεκόμαστε ούτε σε αυτά που μας δίνουν μεγάλη χαρά, ούτε και σ’ αυτά που μας δίνουν μεγάλη λύπη. Κάθε φορά να λέμε: «Κι αυτό θα περάσει»! Πόση δύναμη και πόση αισιοδοξία μπορεί να μας δώσει η αλήθεια αυτής την μικρής φράσης!
Αυτή τη φράση είχε χαραγμένη στον καθρέφτη της η κυρα-Στέλλα. Κι αυτή τη βοήθησε να αντιμετωπίσει όλες τις κακοτυχίες της. Την έβλεπε κάθε μέρα που πήγαινε στον καθρέφτη να χτενίσει τα μαλλιά της και της έδινε δύναμη. Κυρίως την έχουμε ανάγκη όταν τα πράγματα είναι δύσκολα γι’ εμάς. Το να σκεφτόμαστε ότι κι αυτό το δυσάρεστο, που ζούμε τώρα, θα περάσει είναι μια καλή σκέψη, γιατί μας βοηθάει να οραματιστούμε το μέλλον. Να σκεφτούμε, δηλαδή: Ζω μια κατάσταση δύσκολη, τραυματική, επικίνδυνη, αλλά σε λίγο καιρό θα έχει τελειώσει. Όλα θα έχουν περάσει. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος είναι ένας πολύ καλός γιατρός. Και σαν περάσει θα είναι απλά μια ανάμνηση!
Το να σκεφτούμε με αυτόν τον τρόπο δεν σημαίνει ότι αγνοούμε αυτό που μας συμβαίνει, αλλά ότι καταφέρνουμε να μαλακώσουμε λίγο το έντονο συναίσθημα που νιώθουμε. Έτσι, με τη βοήθεια του χρόνου που περνάει, σε κάποιες περιπτώσεις η κατάσταση αλλάζει, βελτιώνεται, και σε άλλες εμείς οι ίδιοι τη συνηθίζουμε, την αποδεχόμαστε, βρίσκουμε λύσεις για να τη βελτιώσουμε. Το βέβαιο είναι ότι καθώς περνάει ο καιρός τόσο τα δυσάρεστα βιώματα όσο και τα αρνητικά συναισθήματα απαλύνονται και από την άλλη πλευρά ότι κι εμείς οι ίδιοι, καθώς μεγαλώνουμε, γινόμαστε πιο υπομονετικοί και στωικοί για να τα αντιμετωπίζουμε καλύτερα, λόγω του ότι ωριμάζουμε.
Κάποια δυσάρεστα συναισθήματα και αντιξοότητες της ζωής συνηθίζονται εύκολα, ενώ κάποια άλλα πιο δύσκολα. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι να μην πέσουμε στην παγίδα να καθόμαστε άπραγοι και να περιμένουμε να περάσει αυτό που μας απασχολεί. Να μην βραχυκυκλώσουμε και αποσυντονιστεί εντελώς η ζωή μας. Με ωριμότητα- και γιατί όχι με τη βοήθεια αγαπημένων προσώπων μας- να επιζητήσουμε να δώσουμε την καλύτερη δυνατή λύση. Να μην παραδώσουμε τα όπλα, αλλά να αγωνιστούμε. Και τότε σίγουρα θα βγούμε από τη μάχη δυνατότεροι. Γιατί ακόμη κι αν ηττηθούμε, η ήττα μας θα είναι προσωρινή. Στην επόμενη μεγάλη μάχη να είμαστε εμείς οι νικητές!
Αν έχει κλονιστεί η υγεία μας, η αισιοδοξία και η πίστη ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί και το πρόβλημά μας θα αποτελέσει παρελθόν είναι σίγουρο ότι θα μας βοηθήσουν. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ότι δεν θα εναποθέσουμε όλες μας τις ελπίδες στα θαύματα, παραμελώντας την θεραπεία που μας συνιστούν οι θεράποντες γιατροί. Όμως, είναι σημαντικό να το θέλουμε πολύ να γίνουμε καλά. Το νοητικό μας σώμα είναι κατά πολύ δυνατότερο του φυσικού σώματος. Η σκέψη ότι η αρρώστια δεν θα μας καταβάλλει μπορεί να δράσει ανασταλτικά. Επίσης θα μας βοηθήσει η προσπάθεια της επαφής με τον θείο κόσμο! Σε όλες τις περιπτώσεις αντιμετώπισης δύσκολων καταστάσεων η προσευχή δρα ενισχυτικά. Ποτέ μη ξεχνάμε ότι εκτός από υλικά όντα είμαστε και πνευματικά!
Όπως συμβαίνει με όλες τις στενοχώριες, έτσι και αυτή που προέρχεται από τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου όσο περνάει ο καιρός μειώνεται. Άλλωστε, όλα τα συναισθήματα ξεθυμαίνουν με το χρόνο. Έτσι και στο πένθος τα δυσάρεστα συναισθήματα αμβλύνονται, γιατί σιγά-σιγά αποδεχόμαστε το γεγονός που δεν μπορεί να αλλάξει. Αρκεί να σκεφτούμε ότι το μόνο σίγουρο που θα συμβεί από τη στιγμή που γεννηθήκαμε είναι να επακολουθήσει ο θάνατος. Ο θάνατος που είναι η συνέχεια της ζωής. Δύσκολο, βέβαια, να συμβιβαστούμε μ’ αυτή την ιδέα. Αναγκαίο, όμως κι αναπόφευκτο. Κάποιες φορές το πένθος συνοδεύεται με άρνηση για τη ζωή μας, άλλες με θυμό προς το θείο που μας αποστέρησε το αγαπημένο μας πρόσωπο, και κάποιες με κατάθλιψη που κλονίζει την υγεία. Ίσως η σκέψη ότι ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος, αλλά η ψυχή μεταβαίνει σε έναν άλλο κόσμο, όπου εξακολουθεί να υπάρχει σε μια άλλη διάσταση, να καταπραΰνει τον πόνο. Κι ακόμη πιο παρήγορη είναι η σκέψη ότι οι ψυχές συναντιούνται στα πνευματικά πεδία. Όταν ο θάνατος μας χτυπήσει την πόρτα του σπιτικού μας και ο πόνος του αποχωρισμού ενός αγαπημένου προσώπου μας βαρύνει την καρδιά μας, ας χρησιμοποιήσουμε το βάλσαμο της φράσης: «κι αυτό θα περάσει»
Δεν ξέρουμε πόσο μπορεί να ηρεμήσει τον αναγνώστη η εκδοχή πως ο θάνατος είναι κάτι που η ψυχή έχει αντιμετωπίσει πολλές φορές. Όπως στη ζωή μας έχουμε την εναλλαγή της μέρας, όπου δρούμε, και της νύχτας, όπου κοιμόμαστε, έτσι και η ψυχή έχει τις ζωές της στη γη και τους θανάτους των σωμάτων, στα οποία ενοίκησε. Ας αφήσουμε τον φωτισμένο Χαλίλ Γκιμπράν να μας μιλήσει γι’ αυτό μέσα από τον “Προφήτη”:
«Φεύγω, αλλά αν φεύγω με μια αλήθεια που δεν εκφράστηκε ακόμα, αυτή η ίδια η αλήθεια θα με γυρέψει πάλι και θα με μαζέψει, και πάλι θα ξανάρθω».
Και τώρα πια ήταν νύχτα. Και κείνος είχε φτάσει στους λόφους. Τα βήματά του τον φέραν στην ομίχλη και στάθηκε ανάμεσα στα βράχια και τ' άσπρα κυπαρίσσια που κρύβονταν απ' όλα τα πράγματα και μίλησε κι είπε:
«Ομίχλη, αδερφή μου, λευκή ανάσα που δεν μπήκες ακόμα σε καλούπι, ξαναγυρνώ σε σένα, άσπρη ανάσα κι άφωνη,
λέξη ανείπωτη ακόμα.
Ομίχλη, φτερωτή αδερφή μου, είμαστε τώρα μαζί και μαζί θα είμαστε ως τη δεύτερη μέρα της ζωής που η αυγή της θα σε ρίξει σα δροσιά μέσα στον κήπο και μένα σα μωρό στον κόρφο μιας γυναίκας και 'κει θα θυμηθούμε…..
Ομίχλη αδερφή μου, αδερφή μου Ομίχλη, Είμαι ένα τώρα με σένα. Δεν είμαι πια ένας εαυτός. Οι τοίχοι γκρέμισαν.
Κι οι αλυσίδες έσπασαν. Ανεβαίνω προς εσένα, σαν ομίχλη, Και μαζί θα ταξιδέψουμε πάνω απ' τη θάλασσα μέχρι
τη δεύτερη μέρα της ζωής. Όταν η αυγή θα σε ξαναρίξει σα δροσιά μέσα στον κήπο. Και μένα σα μωρό στον κόρφο μιας γυναίκας.»
Φεύγω, λέει η ψυχή, αλλά θα ξανάρθω. Σαν ομίχλη ανυψώνεται, όταν δεν κατοικεί σε ένα σώμα- δεν είναι ένας εαυτός- έχοντας σπάσει τις αλυσίδες που την κρατούν δέσμια στη γη. Κι όπως η ομίχλη θα επιστρέψει σα δροσιά στον κήπο, έτσι και η ψυχή θα έρθει τη δεύτερη μέρα της ζωής της, σαν μωρό στον κόρφο μιας γυναίκας.
Μια άλλη περίπτωση στεναχώριας είναι τα οικογενειακά προβλήματα. Ένα χωρισμός λ.χ. όπου θα νιώσουμε λύπη, μοναξιά κι απόρριψη. Θα μας βοηθήσει αν σκεφτούμε από τα εφηβικά μας χρόνια έναν χωρισμό ή μια απόρριψη. Όπως τότε, που ήμασταν ανώριμοι, μπορέσαμε να το ξεπεράσουμε, τώρα με την εμπειρία που έχουμε θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε το πρόβλημα. Βασικά δεν είναι πρέπον να κλειστούμε στο καβούκι μας και να γίνουμε εσωστρεφείς. Ανάλογα ενεργούμε σε ενδοοικογενειακά προβλήματα με την ή τον σύντροφό μας ή τα παιδιά μας. Κυρίως μ’ αυτά θα πρέπει να ερχόμαστε ταχτικά στη θέση τους και να αναλογιζόμαστε πως σκέφτονται και πως θα θέλαμε να μας συμπεριφερθούν οι γονείς μας αν βρισκόμασταν στη θέση τους. Σε όλα τα θέματα να δείχνουμε υπομονή και αισιοδοξία και να επαναλαμβάνουμε καθημερινά: «θα περάσει κι αυτό». Αν ήταν δυνατό να έχουμε στη σκέψη μας ένα δαχτυλίδι όπου να έχουν γράψει είτε πραγματικά, είτε εμείς νοερά την επιγραφή: «θα περάσει και αυτό. Κι εδώ θα αναφέρουμε μια σύντομη ιστορία γι’ αυτή την επιγραφή:
[[ Ένα πρωί ένας σοφός είδε τον χρυσοχόο του βασιλιά να κάνει βόλτες στην αυλή του παλατιού, στενοχωρημένος. Τον ρώτησε με απορία:
- Γιατί είσαι τόσο σκεφτικός και λυπημένος;
- Επειδή μέσα σε επτά ημέρες πρέπει να βρω μια λύση σε αυτό που μου ζήτησε ο βασιλιάς. Αν δεν τη βρω θα χάσω τη δουλειά μου. Αλλά είμαι απελπισμένος, γιατί δεν υπάρχει λύση σ’ αυτό που μου ζήτησε!
- Και τι είναι αυτό που σου ζήτησε;
- Μου ζήτησε να του φτιάξω ένα χρυσό δαχτυλίδι που να έχει πάνω του χαραγμένη μία επιγραφή γραμμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει στο βασιλιά, όταν βρίσκεται σε περίοδο μεγάλης ευτυχίας, να μην παρασύρεται από την ευτυχία του ξεχνώντας το θεϊκό λόγο. Αλλά και όταν βρίσκεται σε περίοδο μεγάλης δυστυχίας να τον βοηθάει να διατηρεί το κουράγιο του και να αντιμετωπίζει τις αποτυχίες και τις δυσκολίες.
Ο σοφός τότε του είπε τι έπρεπε να γράψει πάνω στο δαχτυλίδι: "Θα περάσει κι αυτό!" ]]
Δεν περνούν μόνο τα κακά. Περνούν και τα καλά! Θα αναφέρουμε άλλη μια ιστορία:
[[ Κάποτε στη μακρινή Ανατολή, ένας μαθητής ήρθε να συμβουλευτεί το Δάσκαλό του:
-Δάσκαλε, αυτή την εβδομάδα οι ασκήσεις μου δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα..
Το σώμα μου πονάει, το μυαλό μου δεν μπορεί να συγκεντρωθεί και η καρδιά μου είναι αναστατωμένη...
-Θα περάσει..., είπε ο Δάσκαλος με ένα ήρεμο χαμόγελο
Ανακουφισμένος ο μαθητής ξεκίνησε για το σπίτι του. Μια εβδομάδα αργότερα επέστρεψε πολύ χαρούμενος.
-Δάσκαλε είχες απόλυτο δίκαιο. Όλα πια πάνε προς το καλύτερο και εγώ νιώθω πως βαδίζω στο σωστό δρόμο.
-Θα περάσει, ξαναείπε ο Δάσκαλος με το ίδιο γαλήνιο χαμόγελο.
Ο μαθητής τότε συνειδητοποίησε το δίδαγμα του Διδασκάλου του και χαμογέλασε με νόημα.. ]]

Δεν υπάρχουν σχόλια: