Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Μικρό αφιέρωμα στη γιορτής της μητέρας

[[ δαμ- ων ]]

Μάνα: η πιο γλυκιά, η πιο τρυφερή λέξη σε κάθε γλώσσα του κόσμου. Και σήμερα έχει τη γιορτή της. Οι λέξεις είναι φτωχές για να περιγράψουν αυτά που θέλουμε να της πούμε, είτε βρίσκεται στη ζωή, είτε έχει φύγει για την ουράνια διαμονή της. Όταν τα λόγια είναι φτωχά να περιγράψουν όσα η καρδιά θέλει να πει, τότε αφήνουμε να μιλήσει η σιωπή. Το χαμόγελο που διαγράφεται στα χείλη μας, η λάμψη των ματιών μας, ίσως κι ένα δάκρυ συγκίνησης, μπορούν να πουν περισσότερα από έναν μακροσκελή λόγο, ή από ένα πολυσέλιδο άρθρο.
Ο Γ. Μαρτινέλλης αρχίζει με τους ακόλουθους στίχους το ποίημα αφιέρωμα στη μάνα:
« “Μάνα” κράζει το παιδάκι,
“Μάνα” ο νιος και “Μάνα” ο γέρος,
“Μάνα” ακούς σε κάθε μέρος,
α! τι όνομα γλυκό.»
Ο Αλ. Δουμάς (πατέρας) τόνισε τη σημασία της μητέρας με την φράση: «Επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, γι’ αυτό έφτιαξε τη μητέρα.» Σήμερα θα γράψουμε ελάχιστα. Θα χρησιμοποιήσουμε διάφορες ιστορίες για να κάνουμε ένα μικρό μπουκέτο, ώστε να μπορέσουμε να προσφέρουμε μια μικρή ανθοδέσμη ιστοριών στις μανάδες. Η πρώτη είναι γραμμένη από τον Paulo Coelho κι έχει τον τίτλο: “Και ο Θεός έπλασε την μητέρα”:.

Η συνέχεια >>> εδώ …

[[ Ο Θεός κάλεσε τον πιο αγαπημένο Του άγγελο και του παρουσίασε ένα πρότυπο μητέρας. Στον άγγελο δεν άρεσε αυτό που είδε.
- Εργαστήκατε πολύ, Κύριε, δεν ξέρετε πλέον τι κάνετε, είπε ο άγγελος. Κοιτάξτε! Φιλί ειδικό, που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, έξι ζευγάρια χέρια για να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει, να φροντίζει, να ελέγχει, να καθαρίζει. Δε θα δουλέψει!
- Το πρόβλημα δεν είναι τα χέρια, αντέτεινε ο Θεός. Είναι τα τρία ζευγάρια μάτια που χρειάστηκε να βάλω: ένα, για να βλέπει το παιδί της πίσω από κλειστές πόρτες και να το προστατεύει από ανοιχτά παράθυρα, ένα άλλο, για να το κοιτάζει με αυστηρότητα, όταν πρέπει να του μάθει κάτι ουσιώδες και το τρίτο, για να του δείχνει διαρκώς τρυφερότητα και αγάπη, όση δουλειά κι αν έχει εκείνη!
Ο άγγελος εξέτασε το πρότυπο της μητέρας πιο προσεκτικά.
- Κι αυτό τι είναι;
- Ένας μηχανισμός αυτοθεραπείας. Δε θα έχει χρόνο να αρρωσταίνει, θα πρέπει να ασχολείται με το σύζυγό της, με τα παιδιά, με το σπίτι.
- Νομίζω ότι πρέπει να ξεκουραστείτε λίγο, Κύριε, είπε ο άγγελος. Και να επιστρέψετε στο κλασικό πρότυπο με τα δύο χέρια, τα δύο μάτια, κ.λπ.
Ο Θεός συμφώνησε με τον άγγελο. Αφού ξεκουράστηκε, μεταμόρφωσε τη μητέρα σε κανονική γυναίκα. Εξομολογήθηκε όμως στον άγγελο:
- Χρειάστηκε να της δώσω μια τόσο δυνατή θέληση, ώστε να νομίζει ότι θα έχει έξι χέρια, τρία ζευγάρια μάτια και ικανότητα αυτοθεραπείας. Αλλιώς, δε θα καταφέρει να εκπληρώσει το καθήκον της.
Ο άγγελος την εξέτασε από κοντά. Κατά τη γνώμη του, αυτή τη φορά ο Θεός είχε επιτύχει. Ξαφνικά όμως πρόσεξε ένα λάθος:
- Αδειάζει. Αναρωτιέμαι, Κύριε, μήπως βάλατε ξανά υπερβολικά πολλά πράγματα σε αυτό το πρότυπο μητέρας.
- Δεν αδειάζει. Αυτό ονομάζεται δάκρυ.
- Και σε τι χρησιμεύει;
- Για να δείχνει χαρά, λύπη, απογοήτευση, πόνο, θυμό, ενθουσιασμό.
- Κύριε, είστε μεγαλοφυΐα! αναφώνησε ο άγγελος. Ακριβώς αυτό ήταν που έλειπε, για να συμπληρωθεί το πρότυπο.
Ο Θεός πρόσθεσε με ύφος μελαγχολικό:
- Δεν το έβαλα εγώ. Όταν συναρμολόγησα όλα τα μέρη, το δάκρυ εμφανίστηκε από μόνο του. ]]
Η επόμενη ιστορία αναφέρεται στην αγωνία μιας ψυχής, έτοιμης να έρθει στον κόσμο μας. Έχει τον τίτλο “Η αγωνία ενός μικρού αγγέλου”:
[[ Μια φορά και ένα καιρό ένα παιδί ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Την προηγούμενη ημέρα ρώτησε το Θεό: «Μου λένε ότι θα με στείλεις αύριο στη γη. Φοβάμαι. Πώς θα μπορέσω να ζήσω εκεί; Είμαι μικρός και αβοήθητος». Και ο Θεός του απάντησε: «Μην ανησυχείς. Έχω φροντίσει για σένα. Μεταξύ πολλών Αγγέλων διάλεξα έναν και για σένα. Θα σε περιμένει στη γη και θα σε φροντίζει». Το παιδί επέμενε.
«Ναι, αλλά εδώ στον παράδεισο δεν κάνω τίποτα άλλο από το να τραγουδάω και να γελάω κάθε μέρα! Μόνο αυτά χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος! Θα νοιώθω τόση ευτυχία στη γη;» Τότε ο Θεός του είπε: «Ο Άγγελος που έχω διαλέξει για σένα, ο Άγγελός σου, θα σου τραγουδάει όλη την ημέρα. Θα αισθάνεσαι την αγάπη του κι έτσι θα είσαι ευτυχισμένος». Και το παιδί ρώτησε: «Και πώς θα καταλαβαίνω τους ανθρώπους, όταν θα μιλούν, αφού δεν ξέρω τη γλώσσα τους;» «Αυτό είναι εύκολο», του είπε ο Θεός. «Ο Άγγελός σου θα σου λέει τα πιο όμορφα και γλυκά λόγια, που έχεις ακούσει ποτέ και με πολλή υπομονή και φροντίδα θα σε μάθει να μιλάς»! Και ύστερα το παιδί κοιτώντας το Θεό ρώτησε: «Και τι θα κάνω, όταν θα θέλω να μιλήσω σε σένα;» Ο Θεός χαμογέλασε στο παιδί και του είπε: «Ο Άγγελός σου θα σε μάθει πώς να προσεύχεσαι»! Και το παιδί είπε: «Έχω ακούσει ότι στη γη υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι, που είναι κακοί. Ποιος θα με προστατεύσει από τους κακούς;» Ο Θεός αγκάλιασε το παιδί και του είπε: «Ο Άγγελός σου θα σε υπερασπιστεί ακόμα και αν χρειαστεί να βάλει σε κίνδυνο την ζωή του». Λυπημένο το παιδί τον ρώτησε: «Ναι, αλλά πάντα θα είμαι λυπημένος, γιατί δε θα σε βλέπω πια». «Ο Άγγελός σου θα σου μιλάει συνέχεια για μένα και θα σε διδάξει τον τρόπο που θα μπορέσεις να γυρίσεις πάλι σε μένα. Έτσι και αλλιώς δε θα σου λείψω ποτέ, αφού θα είμαι πάντα δίπλα σου». Τη συγκεκριμένη στιγμή επικρατούσε απόλυτη γαλήνη στον παράδεισο και οι μακρινές φωνές από τη γη είχαν ήδη ακουστεί. Το παιδί βιαστικά ρώτησε: «Θεέ μου αν πρέπει να φύγω τώρα πες μου το όνομα του Αγγέλου μου!» Και ο Θεός απάντησε: «Τον Άγγελό σου θα τον αναγνωρίσεις εύκολα. Άλλωστε θα είναι ο πρώτος που θα αντικρίσεις, φτάνοντας στη γη. Το όνομα του Αγγέλου σου δεν είναι τόσο σημαντικό... …θα την φωνάζεις απλά «μαμάκα»! ]]
Ο Καμπούρογλου είχε πει: «Δικαίως ονομάζουμε τη γη μητέρα, αφού την ποδοπατούμε και αυτή δεν παύει να αποδίδει καρπούς και άνθη.» Η αγάπη της προς τα παιδιά της είναι αστείρευτη. Στη μητρική θυσιαστική αγάπη αναφέρεται η επόμενη ιστορία μας με τίτλο “Η μητέρα με το ένα μάτι”:
[[ Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι...Ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε.
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τούς φοιτητές και τούς καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους.
Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα, κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τούς προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα...
Μα από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του. Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένoς. «Πώς μπόρεσε να του το κάνει αυτό»; αναρωτιόταν. Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε.
Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι! Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!». Αυτή δεν του απάντησε. «Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε αργότερα σ’ ένα φίλο του. «Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά για σπουδές. Και τα κατάφερα. Μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει. Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;...».
Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του! Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιoς της ζήτησε, η μητέρα του πήγε να τον επισκεφθεί. Δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Mόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, θύμωσε επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει.
Τότε της φώναξε: «πώς τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!». Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους...
Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε.
Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι πού μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια... Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ.
Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι’ αυτόν:
«Αγαπημένε μου γιε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν, αν δεν με προφτάσεις.
Στεναχωριέμαι πού σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα, όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις, όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη πού ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι. Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου.
Η μητέρα σου». ]]
Η γυναίκα, που από σύζυγος γίνεται μητέρα, έχει προικιστεί με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν όμορφοι “ανώνυμοι” θρύλοι που το ισχυρίζονται. Ένας απ’ αυτούς λέει:
[[ Μετά τη δημιουργία του κόσμου ο Θεός αποφάσισε να δώσει πνοή στη γυναίκα. Αντιλήφθηκε, όμως, ότι είχε διαθέσει τα πιο γερά υλικά του στον άντρα. Μετά από ώριμη σκέψη, αποφάσισε να πάρει
- τη στρογγυλάδα του φεγγαριού και τις απαλές καμπύλες των κυμάτων,
- το τρεμάμενο λίκνισμα των φύλλων και τη στίλβη των άστρων,
- το μεθυστικό άρωμα και το ποικιλόχρωμο των λουλουδιών,
- το ερωτικό βλέμμα του ελαφιού και την υγρότητα της αχιβάδας,
- τη χαρά της πρωινής ηλιαχτίδας και τον τρόμο των μικρών πουλιών,
- τον ναρκισσισμό του παγωνιού και το χνούδι του φτερού του κύκνου... Επιπλέον πρόσθεσε,
- τη σκληρότητα του διαμαντιού και την αγριότητα της τίγρης,
- τη ζέση της φωτιάς και το πάγωμα του χιονιού.
Ανακάτεψε τα ετερόκλητα αυτά στοιχεία, έπλασε τη γυναίκα και την πρόσφερε στον άντρα. Όμως, μια βδομάδα αργότερα, ήρθε ο Αδάμ και του είπε:
- Κύριε, το πλάσμα που μου χάρισες μου φέρνει δυστυχία. Απορροφά ολημερίς την προσοχή μου, δε μ’ αφήνει ποτέ μόνο, μιλάει συνεχώς, κλαίει χωρίς λόγο, και χαίρεται όταν εγώ υποφέρω! Στο επιστρέφω, γιατί δεν θέλω τη συντροφιά του.
- Καλά», είπε ο Θεός και πήρε τη γυναίκα πίσω. Λίγες μέρες, όμως, αργότερα, ο άντρας πήγε στον Θεό και τον ικέτεψε:
- Κύριε, νιώθω κατάμονος απ’ τη στιγμή που σου επέστρεψα τη γυναίκα. Αυτή μου τραγουδούσε, έπαιζε δίπλα μου, με κοίταζε με τρυφερότητα, με χάιδευε με το βλέμμα της, κι όταν χαμογελούσε ήταν σαν να άκουγα μια ατέλειωτη μουσική. Όμορφη στη θωριά, απαλή στο άγγιγμα... Ξαναδώστη μου πίσω, σε παρακαλώ, γιατί δεν μπορώ πια να ζήσω χωρίς αυτήν. ]]
Ένας άλλος θρύλος λέει για τη γυναίκα τα εξής:
[[ Ένας μικρούλης κάποτε, βλέποντας τη μητέρα του να κλαίει, τη ρώτησε γιατί κλαίει;
- Επειδή είμαι γυναίκα», απάντησε αυτή.
- Δεν καταλαβαίνω», είπε ο μικρός. Η μητέρα τον πήρε στην αγκαλιά της και του είπε πως δεν θα καταλάβαινε ποτέ! Αργότερα ο μικρός ρώτησε τον πατέρα του:
- Μπαμπά, γιατί η μαμά κλαίει, χωρίς λόγο;. Αυτός του απάντησε πως «όλες οι γυναίκες κλαίνε έτσι, χωρίς λόγο»!
Ο μικρός και πάλι δεν κατάλαβε. Μεγάλωσε, έγινε άντρας, χωρίς να παίρνει ποτέ απάντηση στο ερώτημά του. Τελικά, απευθύνθηκε στον Θεό, που του είπε:
- Όταν έπλασα τη γυναίκα, έπρεπε αυτό το πλάσμα να είναι ιδιαίτερο. Της έδωσα, λοιπόν, ώμους δυνατούς για να σηκώνει τα βάρη του κόσμου. Την προίκισα με μεγάλη εσωτερική δύναμη ψυχής και αντοχή για να ξεπερνάει τους πόνους από γέννες και απώλειες παιδιών. Της έδωσα το σθένος να συνεχίζει από εκεί που οι άλλοι τα παρατούν. Να φροντίζει την οικογένειά της, χωρίς να γογγύζει -έστω κι αν είναι άρρωστη ή κουρασμένη. Της έδωσα την αρετή να αγαπά τα παιδιά της, ακόμη κι αν αυτά την πληγώνουν σκληρά. Επιπλέον, της χάρισα την υπομονή να ανέχεται τα ελαττώματα του άντρα της. Στο τέλος, της έδωσα τα δάκρυα, για τελείως δική της χρήση: να κλαίει κάθε φορά που η ίδια θα κρίνει τον λόγο»...
-Ξέρεις», συνέχισε ο Θεός, η ομορφιά της γυναίκας δεν είναι στα ρούχα που φοράει, ούτε στο πρόσωπο που δείχνει ή στον τρόπο που φτιάχνει τα μαλλιά της. Η ομορφιά μιας γυναίκας βρίσκεται στα μάτια της, γιατί αυτά είναι η είσοδος για την καρδιά της και στην καρδιά της φωλιάζει η απέραντη αγάπη. ]]
Ο ποιητής Pablo Neruda εξαίρει τη γυναίκα στο ποίημά του “Βασίλισσα”, που το δώρισε στον Έλληνα καθηγητή Γιώργο Μάρκου, και είναι από τα τελευταία που έγραψε (μετάφραση του Κ. Μπούρα):
«Εγώ σε έχω ονομάσει βασίλισσα.
Υπάρχουν πιο ψηλές από σένα, πιο ψηλές.
Υπάρχουν πιο αγνές από σένα, πιο αγνές.
Υπάρχουν πιο ωραίες από σένα, υπάρχουν πιο ωραίες.
Όμως εσύ είσαι η βασίλισσα.
Όταν βγαίνεις στο δρόμο
κανένας δεν σ’ αναγνωρίζει.
Κανένας δεν βλέπει την κρυστάλλινη κορώνα σου,
κανένας δεν κοιτάζει
το χαλί από κόκκινο χρυσάφι
που πατάς όπου περνάς,
το χαλί που δεν υπάρχει.
Κι όταν βγαίνεις έξω
φουσκώνουν όλα τα ποτάμια
στο σώμα μου, δονούν
τα ουράνια οι καμπάνες,
κι ένας ύμνος πλημμυρίζει τον κόσμο,
Μόνο εσύ κι εγώ,
μόνο εσύ κι εγώ, έρωτά μου,
τον ακούμε».
Πολλές φορές δεν συμμεριζόμαστε τον κόπο της μάνας να μας μεγαλώσει. Θαρρούμε πως είναι υποχρέωσή της και την ανταμείβουμε με αχαριστία ή με αδιαφορία. Ίσως χρειαστούμε την επέμβαση τρίτων προσώπων για να καταλάβουμε το λάθος μας. Σε ένα τέτοιο λάθος αναφέρεται η τελευταία μας ιστορία:
[[ Ένας νεαρός άνδρας πήγε να υποβάλλει αίτηση για μια διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία . Αφού πέρασε την αρχική συνέντευξη , έπρεπε τώρα να συμφωνήσει και ο γενικός διευθυντής για την πρόσληψη.
Ο διευθυντής ανακάλυψε από το βιογραφικό του, ότι ο νεαρός είχε εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές. Ρώτησε, «Πως κατάφερες να κάνεις αυτέ τις σπουδές; Μήπως πήρες υποτροφίες;»
«Όχι του απάντησε ο νεαρός».
«Ο πατέρας σου κατέβαλλε όλα αυτά τα δίδακτρα;» ρώτησε ξανά ο διευθυντής.
«Ο πατέρας μου κύριε πέθανε όταν ήμουν ενός έτους, η μητέρα μου ήταν αυτή που πλήρωνε τα δίδακτρά μου» Απάντησε.
« Που εργάζεται η μητέρα σου;»
«Η μητέρα μου εργάζεται ως καθαρίστρια ρούχων. Πλένει ρούχα για άλλους»
Ο διευθυντής ζήτησε τότε από το νεαρό να του δείξει τα χέρια του. Ο νεαρός έδειξε τα χέρια του τα οποία ήταν λεία και πολύ απαλά.
«Έχεις βοηθήσει ποτέ τη μητέρα σου στο πλύσιμο των ρούχων;»
«Ποτέ, η μητέρα μου ήθελε πάντα να μελετώ και να διαβάζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Εκτός αυτού, η μητέρα μου πλένει τα ρούχα πιο γρήγορα από μένα.
Ο διευθυντής είπε: «Θέλω να σου ζητήσω κάτι. Όταν πας σπίτι σήμερα, πήγαινε να καθαρίσεις τα χέρια της μητέρας σου και θα τα ξαναπούμε αύριο το πρωί».
Ο νεαρός θεώρησε ότι οι πιθανότητες να πάρει τη θέση, ήταν πολύ μεγάλες. Όταν πήγε πίσω στο σπίτι, ζήτησε από τη μητέρα του να τον αφήσει να καθαρίσει τα χέρια της. Η μητέρα παραξενεύτηκε και με ανάμεικτα συναισθήματα άπλωσε τα χέρια της προς το γιο της.
Ο νεαρός άρχισε να πλένει τα χέρια της μητέρας του σιγά-σιγά, ενώ δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του όση ώρα το έκανε αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησε ότι τα χέρια της μητέρας του ήταν τόσο ζαρωμένα, και ότι υπήρχαν τόσες πολλές μελανιές πάνω τους. Μερικές μελανιές μάλιστα ήταν τόσο οδυνηρές, που η μητέρα του βογκούσε όταν τις άγγιζε.
Ήταν η πρώτη φορά που ο νεαρός συνειδητοποίησε ότι ήταν αυτά τα χέρια που έπλεναν σε καθημερινή βάση ρούχα για να μπορέσει να πληρώσει τα δίδακτρά του. Οι μελανιές στα χέρια της, ήταν το τίμημα που η μητέρα έπρεπε να πληρώσει για την εκπαίδευσή του και το μέλλον του παιδιού της.
Μετά τον καθαρισμό των χεριών της μητέρας του, ο νεαρός άρχισε να πλένει σιγά – σιγά όλα τα ρούχα που είχαν στοιβαχτεί για πλύσιμο, μονολογώντας «Μάννα συγγνώμη και σ' ευχαριστώ για όλα» Μάννα συγγνώμη και σ' ευχαριστώ για όλα»... ενώ δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν από τα μάτια του.
Εκείνο το βράδυ, μητέρα και ο γιος έκατσαν και κουβέντιασαν για αρκετή ώρα.
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ο νεαρός πήγε στο γραφείο του διευθυντή συγκινημένος και βουρκωμένος, βλέποντάς τον έτσι, τον ρώτησε.
«Για πες μου λοιπόν, τι έγινε χθες στο σπίτι σου; Τι έκανες; Έμαθες κάτι καινούργιο»
Ο νεαρός απάντησε: «Καθάρισα τα χέρια της μητέρας μου, αλλά και έπλυνα τελικά όλα τα ρούχα που είχε για πλύσιμο»
«Τώρα κατάλαβα και εκτίμησα την προσπάθεια της μητέρας μου. Χωρίς τη μητέρα μου, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι σήμερα. Συνειδητοποίησα με την πράξη αυτή, πόσο σημαντική είναι η βοήθεια που σου προσφέρουν οι άλλοι. Έχω καταλήξει να εκτιμώ την αξία και τη σημασία που έχει το να βοηθά ο ένας τον άλλο στην οικογένεια και στην κοινωνία»
Ο διευθυντής τότε του είπε: «Αυτό είναι που ψάχνω σε ένα συνεργάτη. Θέλω να προσλάβω ένα άτομο που δεν θα σκέφτεται μόνο το εαυτό του, που μπορεί να γνωρίζει και να εκτιμά τη βοήθεια, τις προσπάθειες και τα δεινά των άλλων, για να επιτευχθούν κάποια πράγματα στη ζωή και δεν θα θέτει τα χρήματα ως μοναδικό στόχο του στη ζωή του. Έχεις προσληφθεί»
Αυτό το νεαρό άτομο εργάστηκε πολύ σκληρά, έλαβε αξιώματα στην επιχείρηση και απολάμβανε το σεβασμό των υφισταμένων του. Κάθε εργαζόμενος που είχε, εργάστηκε επιμελώς και ως ομάδα με τους υπόλοιπους. Οι επιδόσεις της εταιρείας βελτιώθηκαν σημαντικά.]]
Θα κλείσουμε το αφιέρωμά μας στη γιορτή της μητέρας με το ποίημα του Γερ. Μαρκορά με τίτλο “Μάνα”:
«Μάνα!.. Δε βρίσκεται
λέξη καμία
νάχει στον ήχο της
τόση αρμονία,
σαν ποιος να σ’ άκουσε
με στήθος κρύο,
όνομα θείο;
Παιδί από σπάργανα
ζωσμένο ακόμα,
με χάρη ανοίγοντας
γλυκά το στόμα,
γυρνάει στον άγγελο
που τ’ αγκαλιάζει
και μάνα κράζει.
Στον κόσμο τρέχοντας
ο νέος διαβάτης
πέφτει στ’ αγνώριστα
βρόχια τσ’ απάτης,
και αναστενάζοντας,
Μάνα μου! Λέει,
Μάνα! Και κλαίει.
Της νιότης φεύγουνε
τ’ άνθια κ’ η χάρη
τριγύρω σέρνεται
με αργό ποδάρι,
ώσπου στην κλίνη του,
σα βαρεμένος,
πέφτει ο καημένος.
Και πριν την ύστερη
πνοή του στείλει,
αργά ταράζονται
τα κρύα του χείλη,
και με το μάνα μου!
πρώτη φωνή του,
πετά η ψυχή του.»

ΜΗΤΕΡΕΣ, ΝΑ’ ΣΤΕ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕΣ. ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: