Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Ωραία Ελένη

[[ δαμ- ων ]]

Μέρος Β΄
Θα παρουσιάσουμε τώρα μια άλλη εκδοχή, που αποκαθιστά το όνομα της Ελένης.
Έστω κι αν ο Δίας ήταν ο βασιλιάς των θεών και των ανθρώπων, είχε το δικαίωμα να διαπομπεύσει ανά τους αιώνες το όνομα της ωραιότερης γυναίκας που είδε το φως στην ανθρωποθρέφτα γη; Όχι, βέβαια, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος! Γι’ αυτό φρόντισε να μείνει ακηλίδωτο το όνομα της κόρης του. Ας δούμε πως έγινε:
Η Ήρα είχε πολύ θυμώσει που το βασιλόπουλο της Τροίας δεν τίμησε στον αγώνα ομορφιάς αυτήν, την βασίλισσα των θεών κι ανθρώπων, τη συντρόφισσα του χρυσόθρονου Δία, αλλά την πλανεύτρα Αφροδίτη. Έτσι θέλησε να τον εκδικηθεί. Αυτή η εκδίκηση καλάρεσε και στον βροντορίχτη Δία, γιατί δεν ατιμαζόταν το όνομα της μοναδικής κόρης του από θνητή γυναίκα. O Πάρης, λοιπόν, δεν έκλεψε την πραγματική Ελένη, αλλά ένα ομοίωμά της, καμωμένο από σύννεφα, που ήταν όμως τόσο τέλειο, που σ’ όλα έμοιαζε με την πραγματική Ελένη. Αυτό το είδωλο έγινε η αφορμή να γίνει των Ελλήνων η πανελλήνια τρανή εκστρατεία στην Ασία, ενάντια στων Τρώων την πλούσια πόλη. Την πραγματική Ελένη, πήρε εντολή ο μαντατοφόρος των θεών, ο Ερμής, να την μεταφέρει στην μακρινή Αίγυπτο, στο βασιλιά Πρωτέα, που με σιγουριά θα διασφάλιζε την τιμή της. Έτσι, αφού δόθηκε η αφορμή για τον μεγάλο πόλεμο, που θ’ αλάφρωνε της Γης τα στήθη από το μέγα πλήθος των ανθρώπων, ο πατέρας της Ελένης, βάζοντας στο νου της Ήρας τη μεταφορά της, έσωσε την τιμή της.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Της Αιγύπτου ο ρήγας στάθηκε στην φιλοξενούμενη σαν να ήταν δικός του άνθρωπος. Μα τα γηρατειά προχώρησαν κι ο ρήγας άφησε τις χαρές του πάνω κόσμου πηγαίνοντας στο βασίλειο του Πλούτωνα και της Περσεφόνης. Ο Θεοκλύμενος, ο γιος του Πρωτέα πήρε της βασιλείας το σκήπτρο και σαν κάθισε στο θρόνο, θέλησε μια λαμπρή ρήγισσα στο πλευρό του αλλά και συνάμα τα χάδια και τον έρωτα της ωραιότερης γυναίκας σ’ ολάκερη τη γη. Έτσι θέλησε να την κάνει δική του. Όμως η σκέψη της Ελένης ήταν στον ξανθομάλλη άντρα της από τη μακρινή Σπάρτη, που για το χατίρι της βρισκόταν στου Σκάμανδρου το ποταμό, έξω από το κάστρο της πολυάνθρωπης Τροίας.
Με άγριες μάχες, όπου πλήθος σφάζονταν τα παλικάρια, κι αυτού τα στήθια απόχτησαν πολλές αιμορρέουσες πληγές, πάσχιζε να πάρει τη γυναίκα του πίσω και την τιμή της πατρίδας να περισώσει από τα βέβηλα χέρια των Ασιατών εχθρών της. Η Ελένη απόκρουσε την πεθυμιά του νέου ρήγα, μα αυτός ποθούσε την όμορφη γυναίκα κι αφόρητα την πίεζε. Στην απελπισιά της πάνω σκέφτηκε να προσπέσει στον ιερό χώρο του τάφου του Πρωτέα. Εκεί βρήκε της απελπισιάς της καταφύγιο.
Κάποιος Ελλαδίτης, ο Τεύκρος (*1), βρέθηκε στα μέρη της Αιγύπτου πηγαίνοντας για της αφροαναδυόμενης θεάς, της πανώριας Αφροδίτης, το νησί, την Κύπρο. Συνάντησε τη ξενιτεμένη κυρά της Σπάρτης και της είπε για της Τροίας την άλωση, για την σφαγή τόσων παλικαριών κι από τις δυο μεριές, μα και τη σφαγή των άμαχων στο κούρσεμα. Της μίλησε για την μάνας της Λήδας την αυτοκτονία με βρόχο για της κόρης της τη πομπή και των αδελφών, που βγήκαν από το ίδιο αυγό, την τύχη. Σφίχτηκε η καρδιά σαν άκουσε την περιφρόνια που γι’ αυτήν αισθάνονταν οι Έλληνες, για τις κατάρες των μανάδων που έχασαν τους γιους στην Τροία και τ’ ανάθεμα από τις χήρες γυναίκες που έχασαν των σπιτιών τους τον κύρη και του αντρός την αγκαλιά. Για τα παιδιά που ορφανεμένα έκλαιγαν σαν είδαν πως γύρισαν άλλοι με λάφυρα και σκλάβους μα του γονιού τους το κορμί είχε άψυχο σωριαστεί σε τόπο αφιλόξενο. Είπε και για τον Μενέλαο, που αν και πέρασαν χρόνοι εφτά, δεν βρήκε της πατρίδας το απάνεμο ακρογιάλι. Μπορεί τα κύματα της θάλασσας κι οι άγριοι ανέμοι να τον έσπρωχναν μακριά από την ποθητή πατρική γη, μπορεί όμως και να ήταν αφανισμένος. Οι πιο πολλοί τον είχαν για νεκρό.
Κι οι ωραίες γυναίκες νιώθουν τα χτυπήματα της τύχης. Η φύση, που τις προίκισε με περίσσιες χάρες, δεν έκανε την ομορφιά ασπίδα, για να φεύγουν μακριά τα κακά. Μαύρα κι άραχλα της φάνηκαν όλα γύρω, απελπισιά της πλάκωσε τ’ αφράτα στήθη. Στη σκέψη πως άδικα περίμενε τον καλό της τόσα χρόνια, θέλησε, σαν πιστό του ταίρι, να τον συναντήσει στου Άδη τα μαύρο σκοτάδι. Αποφάσισε, λοιπόν, να τον ακολουθήσει στο θάνατο, και στο μέρος που διαφέντευε ο Πλούτωνας να τον συναντήσει. Μα η μάντισσα Θεόνη, η κόρη του Πρωτέα, της ζήτησε να μην κάνει της αυτοχειρίας την απερισκεψία, γιατί ο άντρας της ζούσε. Μόνο που παράδερνε σε ξένες χώρες, έχοντας μαζί του το από πυκνή νεφέλη φάσμα της, για να την τιμωρήσει σαν πατούσαν στης Σπάρτης τα χώματα τα ιερά.
Αυτά μας λέει σε συντομία σε κάποιο απόσπασμα της τραγωδίας του “Ηλέκτρα” o Eυριπίδης. Σαν σκότωσε την άπιστη Κλυταιμήστρα ο Ορέστης, οι θείοι του οι Διόσκουροι, θεότητες ευεργετικές, του λένε:
« Τη μάνα σου σε τάφο θα τη βάλουν
η Ελένη κι ο Μενέλαος, που τώρα
στο Ναύπλιο έχει αυτός ξαναγυρίσει,
απ’ τον καιρό που κούρσεψε την Τροία•
γιατί η Ελένη απ’ του Πρωτέα το σπίτι,
φεύγοντας απ’ την Αίγυπτο, γυρνάει.
Ποτέ δεν πήγε στη Φρυγία. Ο Δίας
το είδωλό της έστειλε στην Τροία,
πόλεμος για να γίνει και να βρούνε
το θάνατο τόσοι θνητοί… » ( Ευριπίδης, “Ηλέκτρα”, 1278- 1283 )
Η τραγωδία “Ελένη” του Ευριπίδη αναφέρεται στην εκδοχή του μύθου, που κατά ένα μέρος του ιστορήσαμε. Ο ποιητής στο πρώτο σκηνικό παρουσιάζει την Ελένη ικέτισσα να έχει καταφύγει στο μνήμα του Πρωτέα, κι αφού πρώτα μιλάει για την καταγωγή της, στη συνέχεια αναφέρεται στα βάσανά της, που ξεκίνησαν από τη διαμάχη των θεαινών για την ομορφιά:
« Τα βάσανά μου θα σας ιστορήσω.
Οι τρεις θεές, η Κύπριδα κι η Ήρα
κι η Αθηνά, του Δία η θυγατέρα,
σε μια βραχοσπηλιά πήγαν της Ίδης,
την πιο όμορφη να κρίνει ο Πάρης. Όμως
την ομορφιά μου τάζοντάς του η Κύπρη
- αν όμορφο λογιέται ό,τι σου φέρνει
τη δυστυχία- και ταίρι του πως θα ‘μαι,
κερδίζει το βραβείο. Και της Ίδης
αφήνοντας τις στάνες φτάνει ο Πάρης
γοργά στη Σπάρτη για να με κερδίσει.
Οργίστηκ’ η Ήρα που έτσι τη νικήσαν
κι εμπόδισε το γάμο μου μ’ εκείνον.
Στου Πρίαμου το γιο δε δίνει εμένα,
παρά το είδωλό μου, φτιάχνοντάς το
σαν πλάσμα ζωντανό από τον αιθέρα
κι αυτός θαρρεί πως μ’ έχει – κούφια ιδέα-
ενώ δε μ’ έχει καν. Έπειτα οι γνώμες
του Δία στα πάθη αυτά σωριάσαν κι άλλα•
γιατί σήκωσε πόλεμο ανάμεσο
στη χώρα των Ελλήνων και στους δόλιους
τους Τρωαδίτες, για να ξαλαφρώσει
τη μάνα γη απ’ το πλήθος των ανθρώπων
κι ο πιο μεγάλος άντρας της Ελλάδας
να γίνει ξακουστός. Εγώ βραβείο
παλικαριάς στους Έλληνες και Τρώες
ποτέ δεν ήμουν, ήταν τ’ όνομά μου.
Με πήρε στις πτυχές ο Ερμής του αιθέρα
και σκεπασμένη σε θαμπή νεφέλη
- δε μ’ άφησε χωρίς φροντίδα ο Δίας-
μ’ έφερε στου Πρωτέα εδώ τα σπίτια,
κρίνοντας πως αυτός απ’ όλους ήταν
πιο γνωστικός κι αγνό το γάμο μου έτσι
γιο το Μενέλαο θα κρατούσα. Τώρα
βρίσκομαι εδώ κι ο δόλιος μου ο άντρας πήγε,
μαζεύοντας στρατό, στης Τροίας τα κάστρα
ζητώντας να με πάρει πίσω. Κι έχουν
στου Σκάμανδρου χαθεί το ρέμα πλήθος
ψυχές για μένα• κι ενώ τόσα πάθη
τράβηξα, από παντού ακούω κατάρες,
προδότρα με λογιάζουνε του αντρός μου
κι αιτία για να μπλέξουνε σε μέγα
πόλεμο οι Έλληνες. Τι να την κάνω
τη ζωή πια; Ο Ερμής αυτόν το λόγο
μου είπε• στη δοξασμένη εγώ τη Σπάρτη
θα ζήσω με τον άντρα μου και πάλι,
που θα το μάθει πως ποτέ δεν πήγα
στην Τροία στο κρεβάτι κάποιου ξένου.
Κι όσο ο Πρωτέας έβλεπε τον ήλιο,
κανείς για γάμο δε μιλούσε• μα όταν
μπήκε στη σκοτεινιά της γης εκείνος,
γυναίκα με ζητά ολοένα ο γιος του.
Τον άντρα μου τιμώντας, στου Πρωτέα
το μνήμα ετούτο ικέτισσα προσπέφτω,
καθάρια να κρατήσει την τιμή μου.
Γιατί αν κακό όνομα έχω στην Ελλάδα,
το σώμα μου η ντροπή να μη μολύνει. » ( Ευριπίδης, “Ελένη”, 22-67 )
Ο Τεύκρος δεν πίστευε στα μάτια του όταν αντίκρισε την Ελένη:
« Άα!
Θεοί, ποιάν όψη αντίκρισα; Κοιτάζω
την πολυμίσητη θωριά κακούργας
γυναίκας, που ξεκλήρισε κι εμένα
κι όλους τους Αχαιούς. Άμποτε να ‘χεις
την έχθρα των θεών που τόσο μοιάζεις
με την Ελένη. Κι αν σε ξένη χώρα
δε βρισκόμουν , με τούτη τη σαΐτα
που αλάθευτα χτυπά θ’ αφανιζόσουν,
για να γευτείς αυτή τη χάρη, αφού είσαι
παρόμοια με του Δία τη θυγατέρα. » ( Ευριπίδης, “Ελένη”, 71-77)
Σαν μαχαιριά έπεσαν τα λόγια του άντρα, όταν είπε στην πανώρια γυναίκα, που σαν σκεύος οι θεοί την χρησιμοποίησαν, πως ήταν καταμίσητη σ’ ολάκερη την Ελλάδα:
« Μισεί γαρ Ελλάς πάσα την Διός κόρην »
Με ανυπομονησία ζήτησε η ξενιτεμένη ρήγισσα να μάθει τα νέα του πολέμου, στον οποίο είχε για χατίρι της εμπλακεί όλη η Ελλάδα:
« ΕΛ.: Ήσουν λοιπόν στην ξακουσμένη Τροία, ξένε;
ΤΕ.: Την κούρσεψα, μα πάω κι εγώ χαμένος.
ΕΛ.: Την έκαψαν, την έχουν κάνει στάχτη;
ΤΕ.: Δε μένει από τα κάστρα της σημάδι.
ΕΛ.: Δύσμοιρη Ελένη, παν για σένα οι Φρύγες.
ΤΕ.: Κι οι Έλληνες• τρανό κακό έχει φέρει. » ( Ευριπίδης, “Ελένη”, 105-110 )
Απόρησε από την κουβέντα τους ο Τεύκρος, και γι’ αυτό επισήμανε: « Ελένη δ’ όμοιον σώμ’ έχουσ’ ου τας φρένας έχεις ομοίας, αλλά διαφόρους πολύ. »
Όταν η Ελένη έμαθε τα θλιβερά μαντάτα ξέσπασε σε θρήνους:
« Σε τι κλάμα βαθύ να ξεσπάσω, που θλίψη τρανή
την ψυχή μου πλακώνει με πόνο μεγάλο κι ασήκωτο;
Ποιο μοιρολόγι να πιάσω
με θρήνους, με βόγγους, με δάκρυα;
Σειρήνες, φτερωτές κόρες της Γης, ελάτε
με φόρμιγγες, φλογέρες λωτοκάμωτες,
με αυλούς συντρόφισσες στον πόνο μου,
υγιάζοντας συνταιριαστούς
θρήνους στα μαύρα μου δεινά.
Στις συμφορές μου δάκρυα
να ‘στελνε η Περσεφόνη
λυπητερούς, μακρόσυρτους
σκοπούς να συνοδέψουνε
τα κλάιματά μου κι από με
να πάρει σαν αντίχαρη
στ’ ανήλιαγα παλάτια της
πικρό– πικρό τραγούδιασμα
για τους βαριόμοιρους νεκρούς.
………………………………..
Γυναίκες της Ελλάδας, αχ!
κούρσεμα καραβιού βαρβαρικού,
ήρθε ένας ναύτης Αχαιός,
ήρθε και πόνους μου ‘φερε
βαριούς στους πόνους που έχω.
Την γκρεμισμένη τώρα Τροία
την τρώει ανέλεη φωτιά•
φταίω εγώ για τόσους φόνους
και τ’ όνομά μου, που ένα πλήθος
σώριασε δυστυχίες. Η Λήδα
πέρασε βρόχο στο λαιμό της
και πέθανε από τις ντροπές μου.
Στο πέλαο, παραδέρνοντας,
ο άντρας μου είναι πια χαμένος•
ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης,
διπλό καμάρι της πατρίδας,
έγιναν άφαντοι κι αφήσαν
έρημες τις παλαίστρες, πλάι
στις καλαμιές του Ευρώτα, δίχως
αλόγων ποδοβολητά. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” ,164-178 και 191-210 )
Θλίβεται η όμορφη κυρά που έχει αμαυρωθεί, χωρίς να φταίει, η φήμη της:
« Κι απ’ το χρυσό θρονί της η Ήρα,
του Δία η σεβαστή γυναίκα,
το φτεροπόδη έστειλε Ερμή.
Κι ως έκοβα μες στην ποδιά μου
Τριαντάφυλλα δροσάτα, στη Χαλκίοικη
δώρο την Αθηνά για να τα πάω,
μ’ άρπαξε αυτός κι απ’ τον αιθέρα εδώ
στον άχαρο μ’ έφερε τόπο
τη δόλια, αιτία για να σφαχτούν
οι Έλληνες και οι Πριαμίδες.
Και τ’ όνομά μου ντροπιασμένη,
ψεύτικη το λερώνει φήμη
πλάι στου Σιμόεντα τα νερά. » ( Ευριπίδης, “Ελένη”, 241-251 )
Οι πρόγονοί μας έδιναν μεγάλη σημασία στη φήμη τους. Δεν ήθελαν να τους θυμούνται, σαν πέθαιναν, οι άλλοι με θλίψη και μίσος. Επιζητούσαν μα μένει το όνομά τους σαν παράδειγμα μίμησης και τα κατορθώματά τους να οδηγούν τα βήματα των νέων. Να είναι η ζωή τους δίδαγμα για την ηθική διάπλαση του χαρακτήρα των νεότερων και των απλών ανθρώπων.
Μετά η Ελένη τα βάζει με την αιτία του κακού, τα βάζει με την ομορφιά της:
« Καλές μου, με ποια δέθηκα εγώ μοίρα;
Με γέννησε η μητέρα μου σαν κάτι
παράξενο; Καμία Ελληνίδα ή ξένη
ποτές αυγό πουλιού δεν έκανε όπως
εμένα η Λήδα από το Δία, ως λένε.
Αλλόκοτη κι ολάκερη η ζωή μου•
δυο οι φταίχτες, η Ήρα κι η ομορφιά μου.
Αχ! να σβηνόμουν πάλι σαν εικόνα
κι αντί για την ωραία θωριά μου ετούτη
μεγάλη ασκήμια να ‘χα, να ξεχνούσαν
την τωρινή μου οι Έλληνες τη φήμη
κι ό,τι καλό δικό μου να κρατούσαν,
όπως θυμούνται τώρα το κακό. Όποιος
έχει μια συμφορά θεοσταλμένη,
το χτύπημα βαρύ, μα το υποφέρει•
όμως πολλά δεινά με ζώνουν. Δίχως
να φταίω με κακολογούν• ετούτο
χειρότερο είναι απ’ την αλήθεια, πράξεις
να σου φορτώνουν που δεν έχεις κάνει.
……………………………………………
Γιατί λοιπόν να ζω; Τι με προσμένει;
Για να γλυτώσω από τα βάσανά μου,
να παντρευτώ ένα βάρβαρο και πλούσια
ζωή μαζί του να περνώ; Η γυναίκα
σα θα δεχτεί έναν άντρα που δε στέργει,
δεν έχει σέβας διόλου στον εαυτό της.
Πιο καλά ο θάνατος, μα να ‘ναι ωραίος. » ( Ευριπίδης, “Ελένη” ,254-272 και 293-298 )
Για να καταλήξει: « αι μεν γαρ άλλαι δια το κάλλος ευτυχείς γυναίκες, ημάς δ’ αυτό τούτ’ απώλεσεν.»
[« σ’ άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει
χαρά, το χαλασμό σε μένα μόνο. »]

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Τεύκρος: μάλλον πρόκειται για τον ετεροθαλή αδελφό του Αίαντα. Γιος του Τελαμώνα και της Ησιόνης, που είχε τη φήμη μεγάλου τοξότη. Πήρε κι αυτός μέρος στον Τρωικό πόλεμο κι όταν επέστρεψε στη Σαλαμίνα χωρίς τον αδελφό του, δεν έγινε δεκτός από τον πατέρα του. Γ’ αυτό αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κύπρο, όπου ίδρυσε την εκεί Σαλαμίνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: