Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Πρωτεσίλαος και Λαοδάμεια, ένας έρωτας με ανάβαση νεκρού (ανάσταση) από τον Άδη

[[ δαμ- ων ]]

Στην ελληνική μυθολογία, και συγκεκριμένα στον Τρωικό Κύκλο, ο Πρωτεσίλαος αναφέρεται ως βασιλιάς κάποιων πόλεων της Θεσσαλίας, γιος του Ίφικλου και της Αστυόχης. Ο Πρωτεσίλαος ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και ως τέτοιος έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με 40 πλοία επικεφαλής των Θεσσαλών των πόλεων Φυλάκης, Ανδρώνας, Πυράσου και Πτελεού. Το βασίλειο του Πρωτεσίλαου εντοπίζεται στα όρια της σημερινής επαρχίας του Αλμυρού. Το όνομα του έγινε γνωστό γιατί ήταν ο πρώτος νεκρός από τους Αχαιούς στον πόλεμο της Τροίας.
Η Λαοδάμεια ανήκει στη χορεία εκείνη των γυναικών που οι άντρες χάθηκαν στον πόλεμο, αλλά ταυτόχρονα σχετίζεται και με την ανάβαση του νεκρού άντρα της από τον Κάτω Κόσμο. Η Λαοδάμεια ήταν κόρη του Άκαστου, γιου του Πελία, βασιλιά της Ιωλκού, που ήταν γειτονική της Φυλάκης.
Στον Τρωικό Πόλεμο ήταν υποχρεωμένα με όρκο να λάβουν μέρος όσα αρχοντόπουλα της Ελλάδας είχαν ζητήσει να πάρουν γυναίκα τους την Ωραία Ελένη. Ο Πρωτεσίλαος ήταν ένας από αυτούς. Αρχοντόπουλο ακόμη ο Πρωτεσίλαος, ζώντας στη Φυλάκη, είχε στείλει προξενητάδες με πολλά δώρα στη Σπάρτη ζητώντας να κάνει γυναίκα του την Ωραία Ελένη. Πριν την επιλογή του συζύγου της, που ήταν ο Σπαρτιάτης Μενέλαος, οι μνηστήρες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και οι Αντίλοχος, Αίας ο του Οιλέα, ο Αίας ο Τελαμώνιος, ο Μενέλαος, ο Διομήδης, ο Οδυσσέας, ο Πολυποίτης, ο Ελπήνωρ, ο Εύμηλος, ο Ποδαλείριος, ο Ιδέας, ο Λεοντέας, ο Φιλοκτήτης κ.α, ορκίστηκαν ενώπιον του Αγαμέμνονα, των αδελφών της Ελένης, Κάστορα και Πολυδεύκη, των γνωστών με το όνομα Διόσκουροι, και των γονέων της Ελένης, πως θα στέκονταν για πάντα εγγυητές του γάμου της Ελένης, όποιος και αν επιλεγόταν για την επίζηλη αυτή θέση. Έτσι μετά την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη, αναγκάστηκε κι ο Πρωτεσίλαος να λάβει μέρος στην εκστρατεία τιμωρίας του Πάρη, που έμεινε γνωστή ως Τρωική Εκστρατεία. Στην εκστρατεία αυτή, κατά τον Όμηρο συμμετείχε ο Πρωτεσίλαος με 40 καράβια.
Ο Πρωτεσίλαος σαν μεγάλωσε κι έγινε είκοσι ετών παντρεύτηκε την όμορφη Λαοδάμεια. Ο γάμος έγινε μια μέρα πριν ξεκινήσει για την Τρωική Εκστρατεία.

Η συνέχεια>>> εδώ …

Μάλιστα από τη βιασύνη του να φύγει για την Τροία λησμόνησε τις καθιερωμένες θυσίες προς τιμήν της θεάς Άρτεμης. . Όπως μας λέει ο Όμηρος δεν είχε προλάβει ακόμη να τελειώσει ούτε το σπίτι του που είχε αρχίσει να το χτίζει και το παράτησε μισοτελειωμένο:
« Στον ανθισμένο Πύρασο, της Δήμητρας το άλσος,
στην πολύαρνη Ίτωνα και όσοι στη Φυλάκη,
στην Αντρώνα, στην Πτελεό τη χλοερή εζούσαν,
τον τρανό Πρωτεσίλαο είχαν για αρχηγό τους,
όσο βρισκόταν στη ζωή∙ μα είχε πια πεθάνει.
Η χήρα απαρηγόρητη έμενε στη Φυλάκη
και άκληρο το σπίτι του∙ αυτόν είχε σκοτώσει
Δάρδανος, καθώς πήδησε από το πλοίο πρώτος.
Δεν ήταν δίχως αρχηγό, αυτόν ποθούσαν όμως∙
τους σύναξε ο δυνατός Ποδάρκης, γιος του ρήγα
που είχε τα πολλά αρνιά Ίφικλου Φυλακίδη,
του αντρείου Πρωτεσίλαου αδερφός πιο μεγάλος∙
πάντως ο Πρωτεσίλαος πρώτος και πιο αντρείος
ήταν. Δεν τους έλειπε κάποιος να τους συντάσσει,
ωστόσο τον νοσταλγούσαν, γιατί καλός τους ήταν.
Σαράντα μαυροκάραβα αυτόν ακολουθούσαν.» ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Β΄, 695- 710)
Πολλοί μύθοι κυκλοφορούσαν για τον Πρωτεσίλαο. Είχε, έλεγαν, ένα τεράστιο σώμα. Ήταν ολόκληρος γίγαντας, δέκα πήχεις ψηλός. Και θα μεγάλωνε ακόμη περισσότερο, αν δεν σκοτωνόταν τόσο νωρίς. Ήταν μόνο είκοσι χρονών.
Στην Τροία ήταν το πρώτο από τα θύματα των Ελλήνων. Ο θάνατός του αποδίδεται στην προφητεία-χρησμό της θεάς Θέτιδας. Η Θέτιδα έλεγε πως ο πρώτος Έλληνας που θα πατούσε στο έδαφος της Τροίας θα σκοτωνόταν άμεσα. Ο Πρωτεσίλαος, δεν ήθελε να αποβιβαστεί πρώτος γιατί ήξερε ότι τον περίμενε ο θάνατος. Τον ξεγέλασε όμως ο πονηρός βασιλιάς της Ιθάκης, ο Οδυσσέας, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τι ακριβώς έλεγε ο χρησμός. Έριξε, λοιπόν, ο Οδυσσέας πρώτα την ασπίδα του στο τρωικό έδαφος και μετά πήδησε ο ίδιος πρώτος, αλλά στάθηκε επάνω στην ασπίδα. Έτσι ο Οδυσσέας δεν πάτησε το χώμα της Τροίας, αν και πήδηξε πρώτος από το καράβι και για το λόγο αυτό δεν σκοτώθηκε. Αντίθετα σκοτώθηκε ο Πρωτεσίλαος που ξεγελασμένος από τον Οδυσσέα πήδηξε στο έδαφος της Τροίας μετά από αυτόν, νομίζοντας ότι ήταν δεύτερος.
Ο Πρωτεσίλαος αφού κατόρθωσε να σκοτώσει πολλούς αντιπάλους του, δέχτηκε θανατηφόρο χτύπημα απ' τον Έκτορα, που καθοδηγούνταν από την Άρτεμη, αδελφή του προστάτη της Τροίας Απόλλωνα.
Το μαύρο μήνυμα του χαμού του άντρα της, του Πρωτεσίλαου, δεν άργησε να το μάθει η γυναίκα του Λαοδάμεια, που είχε μείνει μόνη της στη Φυλάκη. Άρχισε τότε να κλαίει απαρηγόρητα, με τίποτε δεν μπορούσε να παρηγορηθεί. Στην μεγάλη της απελπισία και απόγνωση που την έδερνε, έφτιαξε ένα κέρινο ομοίωμα του άντρα της και μ' αυτό στην αγκαλιά της περνούσε μέρες και νύχτες. Ο πατέρας της Λαοδάμειας, έλεγαν άλλοι μύθοι, προσπαθούσε να την παρηγορήσει και την μάλωνε που κοιμόταν με κέρινο ομοίωμα του άντρα της έτσι εξοργισμένος το έριξε στην φωτιά. Γι' αυτό αυτοκτόνησε η Λαοδάμεια, έλεγαν αυτοί οι μύθοι. Άλλοι τα έλεγαν διαφορετικά. Δεν έκαψε ο πατέρας της το κέρινο ομοίωμα του Πρωτεσίλαου. Το κρατούσε η Λαοδάμεια στην αγκαλιά της και συνομιλούσε μ' αυτό, όταν ο Ερμής έφερε κοντά της τον Πρωτεσίλαο. Άλλος μύθος έλεγε ωστόσο ότι η Λαοδάμεια αυτοπυρπολήθηκε μαζί με το κέρινο ομοίωμα του Πρωτεσίλαου και άλλος ότι πέθανε στην αγκαλιά του άντρα της.
Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης έγραψε ένα έργο με τον τίτλο “Πρωτεσίλαος” από το οποίο έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα. Παραθέτουμε δύο, στα οποία φαίνεται η αγάπη της Λαοδάμειας: «Εκείνον π΄ αγαπώ να τον προδώσω δεν μπορώ, μ΄ όλο που είναι πεθαμένος.» (απόσπασμα 657)
«Η μοίρα του είναι εκείνη που σε περιμένει κι εσένα κι όλους τους θνητούς». (απόσπασμα 651)
Η θεά Άρτεμης γνωρίζοντας την μεγάλη αγάπη του Πρωτεσίλαου για την Λαοδάμεια, για να τον τιμωρήσει επειδή δεν της πρόσφερε θυσίες στον γάμο του, κατόρθωσε και τον έκανε να πιει λίγο μόνο από το νερό της Λήθης που έπιναν οι κατερχόμενοι νεκροί για να λησμονήσουν το παρελθόν, την επίγεια ζωή τους. Ο Πρωτεσίλαος στον Κάτω Κόσμο πάντα θυμόνταν την γυναίκα του και ήταν απαρηγόρητος. Έτσι νέος που βρέθηκε στον Κάτω Κόσμο και μάλιστα τόσο άδικα και νιόπαντρος ο Πρωτεσίλαος παραπονούνταν στον Πλούτωνα το θεό του Άδη και αναθεμάτιζε την Ωραία Ελένη, που εξαιτίας της έγινε ο Τρωικός Πόλεμος και έτσι έχασε τη ζωή του.
Ύστερα από πολύχρονες ικεσίες όμως του ήρωα πείθεται ο Πλούτωνας και με τη σύμφωνη γνώμη της γυναίκας του, της Περσεφόνης, του επιτρέπει, να περάσει μια μέρα στον Επάνω Κόσμο, συνοδευόμενος από τον Ερμή, ώστε να συναντήσει τη γυναίκα του, όχι απλά σαν μία σκιά αλλά μ' όλη του την σωματική ακμή, σα να μην είχε ποτέ πεθάνει. Η Λαοδάμεια μόλις τον αντίκρισε, έπεσε με λυγμούς στην αγκαλιά του, πιστεύοντας ότι η αγγελία του θανάτου του ήταν ένα τερατώδες ψέμα ή λάθος. Εκείνος όμως της εξηγεί την αλήθεια και την παρακαλεί, λίγο πριν φύγει, να μη θελήσει να ζήσει χωρίς εκείνον. Πολύ γρήγορα, πέρασε ο χρόνος της άδειας που δόθηκε στον Πρωτεσίλαο. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει πάλι και να επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο, η Λαοδάμεια, μην αντέχοντας ένα καινούργιο χωρισμό, αρπάζει το σπαθί του και το βυθίζει στο στήθος της, ακολουθώντας, τον αιώνια αγαπημένο της στον Κάτω Κόσμο.
Ο Λουκιανός στους “νεκρικούς διαλόγους” του, παρουσιάζει τον Πρωτεσίλαο να παρακαλάει τον Πλούτωνα να του επιτρέψει να ανέβει στον Πάνω Κόσμο για να συναντήσει την αγαπημένη του. Ο διάλογος έχει τίτλο “Πρωτεσίλαος, Πλούτων και Περσεφόνη” και είναι ο ακόλουθος:
[[ Πρωτεσίλαος: Αχ, κύριε και βασιλιά και Δία του Άδη κι εσύ κόρη της Δήμητρας, μην κλείνετε τ’ αφτιά σας σε μια ερωτική μου παράκληση.
Πλούτων: Τι θέλεις από μας και ποιός είσαι;
Πρωτεσίλαος: Είμαι ο Πρωτεσίλαος, ο γιος του Ίφικλου, Θεσσαλός, ένας απ’ τους Έλληνες που εκστράτευσαν στην Τροία και ο πρώτος που σκοτώθηκε εκεί. Σας ικετεύω να με αφήσετε να επανέλθω για λίγον καιρό στη ζωή.
Πλούτων: Αυτή την επιθυμία, Πρωτεσίλαε, την έχουν όλοι οι νεκροί, αλλά σε κανέναν απ’ αυτούς δεν έχει γίνει τέτοια χάρη.
Πρωτεσίλαος: Εγώ δεν θέλω να ζήσω ξανά, Πλούτωνα. Θέλω μόνο να ξαναδώ τη γυναίκα μου, που την άφησα νιόπαντρη στην κάμαρά μας κι έφυγα στην εκστρατεία, και με το που πάτησα το πόδι μου στην Τροία με σκότωσε ο Έκτορας. Ο έρωτας για την γυναίκα μου, κύριε, με βασανίζει πολύ και θα ήθελα να την δω για λίγο και θα επιστρέψω πάλι.
Πλούτων: Δεν έχεις πιει το νερό της λησμονιάς, Πρωτεσίλαε;
Πρωτεσίλαος: Το ήπια, αλλά ο έρωτάς μου είναι τόσο ισχυρός, ώστε κι έτσι δεν μπόρεσα να τον λησμονήσω.
Πλούτων: Τότε περίμενε. Γιατί κι εκείνη θα έρθει μια μέρα εδώ, οπότε δεν είναι ανάγκη ν’ ανέβεις εσύ.
Πρωτεσίλαος: Υποφέρω να περιμένω. Κι εσύ αγάπησες και γνωρίζεις τι είναι έρωτας.
Πρωτεσίλαος: Πιστεύω ότι θα την πείσω να έρθει κι εκείνη εδώ, ώστε αντί ενός θα σου έρθουν δύο νεκροί μετά από λίγο.
Πλούτων: Δεν επιτρέπεται να γίνουν αυτά, ούτε και έγιναν ποτέ.
Πρωτεσίλαος: Θα σου θυμίσω, Πλούτωνα, δύο περιστατικά. Στον Ορφέα, για τον ίδιο λόγο, παραδώσατε την Ευρυδίκη, και την συγγενή μου την Άλκηστη που την στείλατε στον Ηρακλή για να τον ευχαριστήσετε.
Πλούτων: Και θες να παρουσιαστείς μ’ αυτό το γυμνό και άσχημο κρανίο στην ωραία και νεαρή σου σύζυγο; Και πώς εκείνη θα σε δεχθεί, αφού ούτε να σ’ αναγνωρίσει δεν θα μπορεί; Είμαι βέβαιος ότι θα σε φοβηθεί και θα σε αποφύγει και άδικα θα κάνεις τόσο ταξίδι για να επανέλθεις στη ζωή.
Περσεφόνη: Λοιπόν, άνδρα μου, εσύ μπορείς να το διορθώσεις κι αυτό. Διάταξε τον Ερμή, όταν ο Πρωτεσίλαος φτάσει στο φως να τον αγγίξει με το μαγικό του ραβδί για να τον μεταμορφώσει αμέσως και να τον κάνει όμορφο παλικάρι, όπως ήταν και την ημέρα του γάμου του.
Πλούτων: Αφού η Περσεφόνη το θέλει, πήγαινέ τον επάνω, βρε Ερμή, και κάνε τον πάλι, όπως ήταν γαμπρός. Κι εσύ, Πρωτεσίλαε, να θυμάσαι, ότι έχεις μόνον μια ημέρα άδεια. ]]
Θα κλείσουμε αυτό το αφιέρωμα στο θεσσαλικό ζευγάρι της μυθολογίας μας με ένα ποίημα, που έχει τον τίτλο
“Πρωτεσίλαος και Λαοδάμεια” του bloger με το όνομα “Τραγωδάνος”:
«Παντέρμη ἡ Λαοδάμεια στὸν ἀργαλειὸν ὑφαίνει,
τὸν Πρωτεσίλαο ἀνιστορεῖ βουβὴ καὶ δακρυσμένη.
Περιδακρύζουν κ' οἱ θεοί, τοῦ Ἅδη παραγγέλουν
τὸν ἀγαπῶ παρηγοριὰ κι ὀπίσω νὰ τὸν φέρουν.
Μὰ δεύτερο ἀποχωρισμὸν ἡ κόρη δὲν βαστᾶ τον,
τὸν ἀγαπῶ παντοτινὰ στὸν Ἅδην ἀκλουθᾶ τον.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: