Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια, ένας έρωτας μέσα από τον θάνατο

[[ δαμ- ων ]]

Ένας έρωτας χωρίς αντίκρισμα, γιατί πριν καν αρχίσει τον σκέπασε με τα μαύρα φτερά του ο θάνατος, ήταν αυτός που ένιωσε ο μεγαλύτερος ήρωας του Τρωικού πολέμου, ο Αχιλλέας,
για την πεντάμορφη Αμαζόνα Πενθεσίλεια. Για τον Αχιλλέα, το γιο της θεάς Θέτιδας και του θνητού Πηλέα, γνωρίζουμε πάρα πολλά από τη μυθολογία μας. Η Πενθεσίλεια ήταν κόρη του θεού του πολέμου Άρη και της Οτρήρης. Η βασιλεία της ανάγεται στην εποχή του Τρωικού Πολέμου, ενώ στην προγενέστερη εποχή του Ηρακλή βασίλισσα των Αμαζόνων ήταν η Ιππολύτη. Μετά τον θάνατο του Έκτορα στον Τρωικό Πόλεμο, η Πενθεσίλεια ήρθε «από τον αλαργινό Πόντο» να βοηθήσει τους Τρώες επικεφαλής στρατού από Αμαζόνες. Σύμφωνα με κάποια παράδοση είχε αναγκασθεί να εγκαταλείψει τη χώρα της μετά από κάποιο φόνο που έκανε άθελά της, ή ήθελε να εξαγοράσει το κρίμα που την βάρυνε. Συγκεκριμένα, είχε σκοτώσει κατά λάθος την αδελφή της στο κυνήγι κι έλπιζε βοηθώντας τους Τρώες, που τους προστάτευε η θεά Άρτεμη, προστάτιδα και του κυνηγιού, ότι θα τη συγχωρούσε η θεά.
Ο βασιλιάς της Τροίας Πρίαμος δέχθηκε την Πενθεσίλεια σα να ήταν πραγματική κόρη του και ετοίμασε πλούσιο τραπέζι γι’ αυτήν. Όμως οι οιωνοί δεν φάνηκαν ευνοϊκοί. Ο Πρίαμος είδε στον ουρανό έναν αετό που κρατούσε στα νύχια του ένα περιστέρι – σημάδι ότι η Πενθεσίλεια θα σκοτωνόταν. Η γενναιότητα των Αμαζόνων και η πολεμική τους ικανότητα ήταν τέτοιες που κατόρθωσαν όχι μόνο να κυνηγήσουν τους Έλληνες και να τους αναγκάσουν να οπισθοχωρήσουν στα πλοία τους, αλλά και να σκοτώσουν πολλούς Αχαιούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Μαχάονας, γιος του Ασκληπιού κι ένας εκ των δύο γιατρών του αχαϊκού στρατεύματος. Η βασίλισσα των Αμαζόνων κάλεσε σε μονομαχία τον Αίαντα τον Τελαμώνιο, που όμως δεν αποδέχτηκε την πρόκληση, θεωρώντας την ανάξιά του.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ο θάνατος της Πενθεσίλειας περιγράφεται με λεπτομέρεια, όχι στην “Ιλιάδα”, αλλά στις “Ηρωίδες” του Οβιδίου και την “Αινειάδα” του Βιργιλίου. Οι Έλληνες ζήτησαν από τον Αχιλλέα να τους βοηθήσει και ο βασιλιάς των Μυρμιδόνων ήρθε σε κατά μέτωπο σύγκρουση με την βασίλισσα Πενθεσίλεια που πολεμούσε φορώντας περικεφαλαία με πολεμική μάσκα. Η Αμαζόνα έριξε το κοντάρι της στον Αχιλλέα, αλλά αυτό έγινε κομμάτια μόλις χτύπησε την περίφημη ασπίδα του. Η Αμαζόνα έριξε και δεύτερο κοντάρι αλλά αστόχησε. Ο Αχιλλέας επιτέθηκε και την τραυμάτισε στο στήθος. Βλέποντάς την πεσμένη στο έδαφος και θανάσιμα τραυματισμένη ο Αχιλλέας την πλησίασε, έχοντας θαυμάσει το θάρρος της και της έβγαλε την περικεφαλαία. Καθώς η Πενθεσίλεια ψυχορραγούσε ο Αχιλλέας αιχμαλωτίστηκε από τη φλογερή της ματιά. Η ζωή έσβηνε σιγά-σιγά μέσα στα μάτια της ωραίας πολεμίστριας κι ο Αχιλλέας γέμισε απέραντη θλίψη, που έγινε αντιληπτή από τους παριστάμενους συμπολεμιστές του. Ο μόνος που φάνηκε ασυγκίνητος από το τέλος της Πενθεσίλειας ήταν ο αισχρός Θερσίτης, που περιγέλασε τον Αχιλλέα κι ασχημόνησε πάνω στο σώμα της βασίλισσας καρφώνοντας το δόρυ του στο μάτι της. Αυτό προκάλεσε την οργή του Αχιλλέα που σκότωσε με τις γροθιές του το Θερσίτη.
Στη συνέχεια, σήκωσε απαλά τη βασίλισσα και την έβγαλε από το πεδίο της μάχης. Το σώμα της, μαζί με τα πτώματα 12 άλλων Αμαζόνων, τα παρέδωσαν με ολόκληρο τον οπλισμό τους στους Τρώες. Κι αυτοί τα έκαψαν και έθαψαν τις στάχτες με όλες τις τιμές.
Ο μεγάλος ήρωας είχε ερωτευτεί εκείνη που ο ίδιος της πήρε τη ζωή. Οι ματιές των δύο νέων συναντήθηκαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια ο έρωτας να νικήσει τον θάνατο. Έτσι, γεννήθηκε και πέθανε σε μια στιγμή ένας μεγάλος έρωτας!
Σε αυτόν τον στιγμιαίο, αλλά μεγάλο έρωτα ήταν αδύνατο να μην αφιερώσουν λίγες ή πολλές γραμμές και οι σύγχρονοι συγγραφείς. Θα ξεκινήσουμε με το ποίημα “Αχιλλέας και Πενθεσίλεια” του Στρατή Παρέλη:
« Θα με καταμαρτυρήσει το φως, καθώς
θα σου παίρνω την ζωή, εκεί
που ο νους μου θα έχει το πάθος του αγριμιού- τότε
που κοιτώντας σε πάλι,
μιαν στιγμή
πριν πάρω την ανάσα σου,
θα βρω
την καρδιά μου να χτυπά τρυφερά
για σένα,
λιγάκι
πριν πράξω το μοιραίο μου λάθος
στην ιστορία να σε παραδώσω αλώβητη
γυμνή και αθάνατη
με το στήθος σου μάρμαρο
που γράφτηκε ο πόθος μου και έμεινε
να τον δοξάζει το φεγγάρι. »
Στα κείμενα που θα παραθέσουμε στη συνέχεια αναφέρεται η Ιλιάδα και ο Όμηρος. Ο μύθος της Πενθεσίλειας δεν συμπεριλαμβάνεται στην Ιλιάδα και την Αμαζόνα δεν την αναφέρει ο τυφλός ποιητής μας. Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφεί από τον Ντίνο Γιώτη:
[[ Στην Ιλιάδα υπάρχει ένας ωραίος μύθος έρωτα και θανάτου. Στον Τρωικό Πόλεμο ο Αχιλλέας τραυματίζει θανάσιμα τη βασίλισσα των Αμαζόνων, Πενθεσίλεια. Όμως, λίγο πριν ξεψυχήσει, τα βλέμματά τους διασταυρώνονται και ο Αχιλλέας νιώθει να τον κυριεύει ένας ακαριαίος έρωτας για την όμορφη Αμαζόνα. Είναι πολύ αργά όμως (ο Αχιλλέας είχε ήδη κάνει την επιλογή του) και καθώς η ζωή εγκαταλείπει το ποθητό κορμί που σφίγγει στην αγκαλιά του, ξεσπάει σε λυγμούς επειδή δεν θα αποκτήσει ποτέ εκείνη που ερωτεύτηκε. Ο Αχιλλέας είχε πάρει αμετάκλητα το μονοπάτι χωρίς την Πενθεσίλεια και ποτέ δεν θα μάθει πώς θα ήταν η ζωή μαζί της. Εξάλλου ούτε εμείς θα μάθουμε ποτέ την εξέλιξη που θα είχε ο Τρωικός Πόλεμος, αν ο Αχιλλέας αποφάσιζε να φύγει μαζί της και άφηνε τους συμπολεμιστές του μόνους στην κοιλάδα του Ίλιου.
Τη στιγμή που στεκόμαστε μετέωροι στο σταυροδρόμι των ερωτικών αποφάσεων, οι επιλογές μας βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη. Μπορούμε να τις ζυγίζουμε μέσα στη φούχτα μας. Η σκέψη να απαρνηθούμε το ένα για χάρη του άλλου μας καθηλώνει. Αναζητούμε βοήθεια κάνοντας προβολές στο μέλλον. Όσο όμως και αν προσπαθούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας στο βάθος του χρόνου, μόνο θολές εικόνες έρχονται από εκεί που ίσως καν να μη μας ανήκουν.
Οι πορείες είναι αποκλίνουσες και μοιάζουν με την κίνηση των γαλαξιών: όσο μακρύτερα βρίσκονται μεταξύ τους, τόσο γρηγορότερα απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο. Έτσι και με τις επιλογές μας. Όσο περνάει ο χρόνος τόσο γρηγορότερα απομακρύνεται η μία από την άλλη, έτσι που μετά από χρόνια δείχνουν σαν να μην είχαν βρεθεί ποτέ στο παρελθόν δίπλα δίπλα. Και όμως στο σημείο εκκίνησης βρίσκονταν τόσο κοντά μεταξύ τους. Στριφογύριζαν σαν Κίρκες μέσα μας, καλώντας μας να διαλέξουμε ή τη μία ή την άλλη.
Άραγε υπάρχει τρόπος, κάθε φορά που στεκόμαστε αμήχανοι, ανασφαλείς και συναισθηματικά φορτισμένοι μπροστά στα σταυροδρόμια της ζωής μας, να κάνουμε τη σωστή κίνηση; Δεν υπάρχει!
Ένα είναι το βέβαιο: η κάθε επιλογή μας οδηγεί σε διαφορετικό κλαδί στο δέντρο της ζωής μας. Ποτέ δεν θα έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε πώς θα ήταν αυτή, αν είχαμε επιλέξει, τότε, να μη σκοτώσουμε την Πενθεσίλεια. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εξακριβώσουμε αν θα ήμασταν καλύτερα, γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Δεν είναι δυνατόν να συγκρίνουμε την πραγματικότητα με το δυνητικό τοπίο μιας άλλης πορείας μας.
Η ζωή είναι μοναδικό γεγονός που ζούμε μονάχα μια φορά και είμαστε αναγκασμένοι, κάθε που κοντοστεκόμαστε στα σταυροδρόμια της, να "σκοτώνουμε" τη μία επιλογή μας. Αρκετοί τέτοιοι μικροί ερωτικοί θάνατοι - καμιά φορά αρκεί και ένας- σημαδεύουν τη ζωή μας. Ποτέ δεν θα μάθουμε αν κάναμε σωστά, ακόμα και αν αυτό που τελικά επιλέξαμε μας δίνει μεγάλη ικανοποίηση, απέραντη χαρά, ακόμα και ευτυχία, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσουμε να το συγκρίνουμε με το άλλο φανταστικό Σύμπαν που πνίξαμε σαν νεογέννητο μωρό στην κούνια του. ]]
Το επόμενο κείμενο με τον ίδιο τίτλο “Αχιλλεύς και Πενθεσίλεια” έχει αναρτηθεί από άγνωστο bloger με το όνομα “Άναξ Αυτόν”:
[[ Η Απόλυτη Σύγκρουση που γέννησε μια Αιώνια Αγάπη....
Στέκονται οι νέοι και κοιτούν τον γέρο-Όμηρο να πλησιάζει την ιστορία του στην έλευση των Αμαζόνων...
Και το μυαλό του σταματάει...
Τα μάτια του σα να βρίσκουν το φώς τους και κοιτούν αυτή τη μεγάλη στιγμή που χάραξε μια αιώνια ιστορία...
Οι νέοι παρακολουθούν τα μάτια του γερο-Ομήρου να δακρύζουν μελαγχολικά...
"Ήταν εκείνη η στιγμή που ο καθένας θα μπορούσε κατάρες να στείλει στις Μοίρες για τους δρόμους που χάραξαν σε αυτούς τους δύο νέους... ΄Ηταν εκείνη η στιγμή που ακόμη και οι σκληρόκαρδοι Θεοί δάκρυσαν και λύγισαν μπροστά στο θέαμα... Ήταν εκείνη η στιγμή που ακόμη και ο Άδης δίστασε για μια στιγμή να κάνει το χρέος του...
Η μάχες έξω από τα μεγαλειώδη τείχη της Τροίας έφταναν στην αποκορύφωση τους... Ο νεαρός Αχιλλέας δόξαζε την αθανασία του ονόματος του και στο πλάϊ του τόσοι άλλοι έλληνες βασιλιάδες...
Μα την "ηρεμία" της μάχης, καλπασμοί αλόγων και κραυγές εξωτικές έμελε να ταράξουν...
"Oι Αμαζόνες...." πρόλαβε να φωνάξει κάποιος έλληνας πολεμιστής πρίν, μια από αυτές, του πάρει για λάφυρο το κεφάλι...
Μάχη βγαλμένη από τις Τιτανομαχίες... Ήρωες να πέφτουν άψυχοι και γενναίοι και από τις δυο πλευρές...
Μέχρι που κανείς τίποτα δεν έβλεπε από την σκόνη που σηκώθηκε... Παρά μόνο αλαλαγμούς και άγριες κραυγές άκουγε...
Ώσπου τα πάντα έπαψαν... Σιγή παντού... Ο Μέγας Άρης την σκόνη έδιωξε να δει κι ο ίδιος τι συμβαίνει...
Δυο νέοι έστεκαν αντιμέτωποι... Δυο νέοι που ήταν έτοιμοι ο ένας να διεκδικήσει την ζωή του άλλου...
Ο Αχιλλέας, ο Βασιλιάς των Μυρμηδόνων και η Πενθεσίλεια η Βασίλισσα των Αμαζόνων...
Έστεκαν ακίνητοι. Μόνο τα μεγάλα και όμορφα μάτια τους συναντιόντουσαν...
Ήταν σα να περίμεναν αιώνες οι ψυχές του τη στιγμή αυτή... μόνο που δεν ήξεραν για ποιό λόγο...
Οι ασπίδες έπεσαν... Τα σπαθιά σηκώθηκαν... Τα βλέμματα χτύπησαν πρώτα... Και μετά... τα σώματα...
Εχθροί και σύμμαχοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα μια στιγμή που όμοιά της μόνο στους μύθους γνώριζαν...
Έτρεξε ο Αχιλλέας... Έτρεξε η Πενθεσίλεια... Και τα μέταλλα των σπαθιών τους συναντήθηκαν...
Νόμιζες ότι ο κρότος της επαφής τους ενόχλησε την γή κι εκείνη ταρακουνήθηκε...
Ακόμη και οι Θεοί έμειναν σαν κοινοί θνητοί να παρακολουθούν αυτό το θέαμα...
Ιδρώτας... Πείσμα... Θάρρος... Τέχνη...
Μια απόλυτη σύγκρουση δύο λαμπρών πολεμιστών...
Τα δόντια σφιγμένα... Καμιά κραυγή...
Πότε γινόντουσαν ένα σώμα και πότε χώριζαν για να χτυπηθούν...
Ακόμη κι ο Θεός του Έρωτα θα ζήλευε αυτές τις στιγμές...
Θεοί! Ποτέ κανείς δεν είδε κάτι τέτοιο.... Θεός ή θνητός...
Τα σώματα τους γέμιζαν ουλές, το αίμα έτρεχε και ήταν θεϊκό...
Οι ψυχές χτυπιόντουσαν κι αυτές πάνω από τα σώματα τους...
Βήματα προς τα πίσω...
Χτύπημα των σπαθιών...
Ξανά ένα σώμα...
Ξανά και ξανά...
Μέχρι που ο θεϊκός Αχιλλέας έμπηξε στο στήθος της Πενθεσίλειας την μύτη του σπαθιού του...
Η Βασίλισσα έβγαλε μια σπαρακτική κραυγή...
Γούρλωσε τα πανέμορφα μάτια της κοιτώντας μέσα στα μάτια του Αχιλλέα...
Ο Κόσμος ολόγυρα σκοτείνιασε... έμειναν μόνοι τους... λίγα δευτερόλεπτα που κράτησαν αιώνες...
Του Αχιλλέα η καρδιά ράγισε ολοκληρωτικά... Ο Έρωτας του την διαπέρασε...
Μα ήταν αργά...
Οι πολεμιστές τριγύρω κοιτούσαν σαν χαμένοι...
Κανένας δεν ζητωκραύγαζε...
Γονάτισε ο Αχιλλέας... και ένιωσε την αγάπη να τον έχει νικήσει...
Τα δάκρυα των ματιών του ενώθηκαν με τα δάκρυα στο πρόσωπο της Βασίλισσας...
Καμιά παράκληση προς τους Θεούς δεν ήταν δυνατή πίσω στην ζωή να την φέρουν...
Η ψυχή του έφευγε αγκαλιά με την ψυχή της πολεμίστριας...
Παρηγοριά πουθενά...
Δυο βλέμματα που ποτέ δεν αποχωρίστηκαν μεταξύ τους...
Δυο ψυχές που ξεκίνησαν το ταξίδι τους...
Μόνο τα κενά σώματα έμειναν στο πεδίο της μάχης...
Πόνος και οργή...
Πόνος και αγάπη...
"Θα συναντηθούμε ξανά... κάτω από άλλες συνθήκες... Αυτές που θα έπρεπε να είχαμε βρεθεί από πριν... Βασίλισσα μου..."
Ήταν τα λόγια που κατάφερε να βγάλει με μια πνοή ο Αχιλλέας...
Σήκωσε το σώμα της και το παρέδωσε στις Αμαζόνες...
Με σκυμμένο το κεφάλι, με το σώμα από την κούραση να μη τον κρατά, αποχώρισε με μια μόνο ευχή... Σύντομα να έρθει η στιγμή που θα την ξαναδεί σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος δεν θα υπάρχει πια...
Σε έναν κόσμο όπου τα σώματα τους θα γίνουν ένα ξανά χωρίς πανοπλίες και σπαθιά...
Και σα να μη του χάλασαν την ευχή οι Θεοί... δεν πέρασε καιρός... και τον έστειλαν την αγαπημένη του να βρεί...
στα σκοτεινά δωμάτια του Άδη... Εκεί που οι δυό τους θα πλημύριζαν με Φώς το Βασίλειο των Σκιών... Ο Ηράκλειτος... είπε... ότι όλα είναι γέννημα της Φωτιάς.
Η ζωή προέρχεται από το Πύρ...
Έτσι κι εδώ... μια Απόλυτη Σύγκρουση γέννησε την Απόλυτη Αγάπη...
Έφτανε μονάχα μια στιγμή για να γεννηθεί μια Αγάπη που κράτησε αιώνια...]]
Το τελευταίο κείμενο είναι μια διασκευή του Βασίλη Χλέτσου:
[[ Ο ορισμός του ήρωα, κι ο ορισμός του θανάτου... Βίοι Παράλληλοι, κι ο Πλούταρχος απών... σύντομη ζωή, πρόωρος θάνατος στη μάχη κι η εξίσωση τη λύση της θα βρει... Πλήρες βίαιων συναισθημάτων θα βιαστεί το πεπρωμένο να συναντήσει μα μ' απούσα τη λογική... την έχει εξοστρακίσει άλλωστε προ πολλού η οργή που έχει φωλιάσει στο μυαλό, στην καρδιά, σ' όλο το σώμα. Οργή και θάρρος αδελφωμένα να βαδίζουν, κοντά κι η ζηλευτή η τέχνη του πολεμιστή του να μοιράζει θάνατο, κι αυτά περίτεχνα δεμένα μεταξύ τους...
Σκληρός χαλκός... κασσίτερος, πολύτιμο χρυσάφι κι ασήμι να τον ντύνουν... πέντε οι πτυχές μετάλλων περίτεχνα δεμένες, δοράτων και βελών αιχμές να αποκρούουν... λαμπρό στεφάνι, τρίδιπλο κι αργυρός τελαμώνας να κρέμεται, το σύνολο να δένει... το σώμα Αυτού που έμελλε να την κρατά, αλώβητο ν' αφήσει...
Θνητός κι αθάνατος ο ισόθεος Πηλείδης... Και πόσο τρομερός αυτός ο θυμός που από την αρχή τον κατευθύνει... Μα πόσο πιο τρομερός ο 'Ερωτας που στα δεσμά του άρματός του θα τον δέσει εκεί που δεν τον περιμένει και σαν του Πριάμου το γιο πίσω του θα τον σέρνει, νεκρό, γυμνό, στο γύρο του θριάμβου...
Νεκρώνεται η σάρκα όταν παραλύει, το θάνατο πλησιάζει... Μα όταν παραλύουν τα συναισθήματα, η αιχμή του βέλους του θεού απλά το στόχο της έχει βρει... Κι ας τυλίγουν τα δώρα των θεών το θείο σώμα του ήρωα, κι ας σπάνε πάνω δόρατα, βέλη ξίφη... αδύναμα, θνητών τα χέρια τα βαστούν και τα εκσφενδονίζουν... Τα λαμπρά τα δώρα των θεών δεν είναι εύκολο από θνητούς να νικηθούν...
Ατύχησε...
Κι εκείνους τους παντοδύναμους θεούς, ο Έρως εξουσιάζει, πόσο τους θνητούς...
Πέντε οι πτυχές μετάλλων στην ασπίδα, στην πανοπλία την αστραφτερή, κι η ομορφιά κι η τρομερή η λάμψη της τον τρόμο γύρω να σκορπά...
Πέντε οι αισθήσεις που παραλύουν όταν η αιχμή του βέλους του θεού, το σώμα διαπεράσει...
Πενθεσίλεια...
Τι θέλησες, τι γύρευες, κόρη του Άρη και βασίλισσα του αλαργινού του Πόντου στη ματωμένη άμμο της Τρωάδος? Χρόνια ατέλειωτα, θνητοί κι αθάνατοι με λύσσα και οργή ζωές σαν τα γιομωμένα στάχια εκεί θερίζουν... και ματωμένος, άχαρος κι ασήμαντος ο λιγοστός καρπός τους...
Ανδρεία εκ του ανδρός... Και πόση η ταπείνωση, η οργή μα κι ο κρυφός ο θαυμασμός για την ανδρεία της Αμαζόνας που τα πλήθη των Αχαιών ως τα καράβια τους θ' ακολουθήσει η ανδροκτόνος, σκορπώντας μ' ορμή το θάνατο ανάμεσά τους...
Η περίτεχνη η προσωπίδα της θεάς με το λοφίο που ανεμίζει, μια τρομερή όψη στα μάτια των Αχαιών... Ποιος δαίμονας ξεχύθηκε και τις ζωές αρπάζει, στου Αϊδωνέα την αυλή με βία να τις στέλνει, αέναα να βολοδέρνουν κάτω από το μαύρο, το ανήλεο της γης το χώμα?
Ο άνδρας της ζωής της κι άνδρας που θα της πάρει τη ζωή, όλα σε μια στιγμή πλεγμένα... Η μοίρα τάχει κλώσει, μ' ασημένια και χρυσή κλωστή δεμένα όλα. Μα πόσος χρυσός, πόσο ασήμι ν' αναλογεί στον καθένα..?
Ζωές κομμένες γύρω της, δόρατα κι ασπίδες τσακισμένες, ματωμένα σώματα, τσακισμένα μέλη... Βία, οργή... θρήνος. Σαν την μαινάδα που με ξέπλεκα μαλλιά κι ακάλυπτο το σώμα στα δάση θα χαθεί, το δαίμονά της ν' ακολουθήσει...
Τι νά νιωσες, βασίλισσα, του Πηλέα το γιο αρματωμένο μες το φως σαν είδες? Ούτε στιγμή δε σκέφτηκες, τρελή, ποιος ο θεός μπροστά σου που ορθώθηκε, αφού οι θνητοί σκόρπισαν μπροστά στου δόρατός σου την ορμή?
Στιγμή δε δείλιασες... με δύναμη το δόρυ εκσφενδόνισες, το νήμα της ζωής του φοβερού εχθρού να κόψεις... Τσακίστηκε το όπλο σου, χίλια κομμάτια το κοντάρι πάνω στη φοβερή ασπίδα, την καλοδουλεμένη... πέντε πτυχές, τις δυο θα διαπεράσει... Χρυσός, το δώρο των θεών... η αιχμή το σώμα δε θ΄αγγίξει... Το δεύτερο κοντάρι του πρώτου την πορεία και την τύχη την πικρή θε ν' ακολουθήσει...
Τι να σκεφτόσουν, Αμαζόνα, όταν το δόρυ του ισόθεου μ' ορμή στο στήθος σε χτυπούσε, στη ματωμένη άμμο σ' έριχνε ένα μ' αυτή για να γενείς? Ποιες σκέψεις άραγε να πέρασαν σε μια στιγμή μπροστά σου?
Τι ένιωσες, πώς ένιωσες όταν το χέρι του ανδρός που τη ζωή σου πήρε, την κρύα προσωπίδα από το κεφάλι σου τραβάει, το βλέμμα του εχθρού του νικημένου ν' αντικρίσει? Ποτάμι τα χρυσά μαλλιά - δώρο θεών κι αυτά... κάθε χρυσό - μες το ποτάμι του αίματος βουτηγμένα...
Δύο ρίψεις δόρατος... δύο χαμένες ευκαιρίες το στόχο για να βρεις... Μα ακόμη και στου θανάτου το κατώφλι, ο έρωτας καραδοκεί... Και βρίσκει πάντα στόχο...
Πώς χάνονται οι αισθήσεις? Πώς παγώνει ο χρόνος? Τι είναι αυτό που ανοίγεται όταν τα μάτια συναντιόνται και το βλέμμα σώμα ψυχή τα διαπερνά και στην καρδιά φωλιάζει?
Σκόρπισε ο θυμός, συγκίνηση ευθύς για να καλύψει το κενό απλώνεται... Τίποτα δεν είναι γραφτό του κενό κι αδειανό να μείνει... Λύγισαν τα γόνατα, κι η ασπίδα που σε τύλιγε, στο χώμα πεταμένη... Αγκαλιά μ' αυτό που αγνοούσες την ύπαρξή του, να του χαϊδεύεις τα μαλλιά, το πρόσωπο, το αίμα από τα μάγουλα πασχίζεις για να διώξεις...
Κόκκινο το αίμα που χάνεται... ροδαλά τα μάγουλα να ξεπροβάλλουν από κάτω... Βλέμματα που χαϊδεύουν το ένα το άλλο, ανάμεσα σε θάνατο και πόνο... Και το μοναδικό μα και στερνό φιλί τα χείλη που θα δέσει, είναι κι αυτό που το κενό ευθύς θα ξαναφέρει... Δάκρυα και συγκίνηση που θα χαθούν, κι η οργή στα γέλια του Θερσίτη πίσω σου, το χρόνο θα κινήσει... ξανά. Και πόσο πιότερη οργή το νου σου θα τυλίξει, όταν το δόρυ του θρασύδειλου, στο μάτι το άψυχο, του έρωτά σου του νεκρού θα καρφωθεί...
Κι οργή τα χέρια σου με το λαιμό του θα τα πλέξει... Άψυχος ο βέβηλος, δίπλα σε ό,τι πιο πολύ αγάπησες κι ας ήταν για μια στιγμή, ένα βλέμμα, μια πνοή, ένα φιλί...
Τι νά νιωσες, ισόθεε, κοιτώντας τα χέρια σου μες τη ζεστή σκηνή σου? Το αίμα κι αν ξεπλύθηκε, μες την ψυχή σου απλώθηκε, την τύλιξε, την κάλυψε, ένα μαζί της έγινε..
...Πώς παίζεις, Έρωτα, με τις ψυχές? Συνείδηση δεν έχεις? Τυλίξου με τον φωτεινό μανδύα της περηφάνιας, στο γύρο του θριάμβου να χαθείς... μα μην γυρίσεις πίσω σου να δεις στο άρμα σου ποιους σέρνεις ...


Δεν υπάρχουν σχόλια: