Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Μη σταθείς στο πού θα φτάσεις. Μεγαλύτερη αξία έχει το ταξίδι που θα κάνεις και το ίχνος της πορείας που θα αφήσεις

[[ δαμ- ων ]]

Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι. Σίγουρα ένα ταξίδι στον χρόνο. Για πολλούς κι ένα ταξίδι στο χώρο. Έτσι θα το λέγαμε ένα ταξίδι στο χωρόχρονο. Ο Ν. Καζαντζάκης στην εισαγωγή της “Ασκητικής” του γράφει: «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο∙ καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο∙ το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λένε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε αρχίζει κι η επιστροφή∙ ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός.» Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, λοιπόν. Ένα ταξίδι όπου βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, μυρίζουμε, ακουμπάμε κι έτσι με πολύτιμα εργαλεία τις πέντε αισθήσεις μαθαίνουμε. Σαν τον Οδυσσέα ο καθένας μας στο προσωπικό του ταξίδι «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω». Μα πάνω απ’ όλα θα νιώσει συναισθήματα στο ταξίδι του. Τη χαρά και την ικανοποίηση για το νέο, το δισταγμό και το φόβο μπροστά στο άγνωστο. Τη μοναξιά και την απογοήτευση στα αδιέξοδα, τον πόνο και την απόγνωση στ’ ανυπέρβλητα εμπόδια. Ο ταξιδευτής θα κουραστεί, θα παραπατήσει, θα λυγίσει και κάποιες φορές θα πέσει. Μα θα σηκωθεί, θα τινάξει από πάνω του τη σκόνη και θα συνεχίσει. Κι αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει το ταξίδι.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Για το ταξίδι ενός σαλιγκαριού μας λέει ένα όμορφο παραμύθι. Κι αυτό το παραμύθι θ’ ανοίξει τις πύλες του μυαλού για ν’ αρχίσει το σεργιάνι της η σκέψη. Όπως μαγεύεται από το παραμύθι του παππού του ο ποιητής Αργύρης Μπαρής λέγοντας:
« Συνέχισε το παραμύθι παππού
Μαγεύομαι απ’ το χάδι και τα φτερά του.
Θέλω να κοιμηθώ όπως τότε.
Με όλα τα παράθυρα ανοιχτά.
Να μπαινοβγαίνει το φεγγάρι
να με φωνάζει με το μικρό μου όνομα
κι εγώ να το παίρνω απ’ το χέρι
και να το σεργιανώ
πότε στο κήπο της αυλής μας
και πότε στις θεοσκότεινές μου γωνιές.
Έλα παππού συνέχισε το παραμύθι.
Οι ιστορίες με προβληματίζουν
είναι παιδιά των νικητών
κι έχουν συγκεκριμένους επικαρπωτές.
Τις φοβούμαι
θεωρούνται αυτονόητες
με σφραγίδες εξουσίας
και χωρίς υποθήκες αρχών.»
όμοια κι εμείς θα μαγευτούμε από το θαυμάσιο παραμύθι, που έγραψε η Βάσια Ακαρέπη:
[[ Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό δάσος, ζούσε ένα σαλιγκάρι. Εξωτερικά ήταν ένα συνηθισμένο σαλιγκάρι όπως τόσα και τόσα άλλα. Όμως μέσα του συνέβαινε κάτι διαφορετικό, τον έκαιγε μια φλόγα. Να ταξιδέψει! Ο προορισμός, που είχε θέσει στον εαυτό του ήταν η πόλη. Μια πόλη που είχε δει μόνο τα φώτα της, ένα βράδυ που κατάφερε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο δέντρο του δάσους. Τόσο τον είχε μαγέψει το θέαμα, που αμέσως είπε μέσα του «εκεί θέλω να πάω», και άρχισε να οργανώνει το ταξίδι του..
Ύστερα από λίγες μέρες κι αφού τα είχε οργανώσει όλα στην εντέλεια, ξεκίνησε. Βρήκε το μονοπάτι που θα τον οδηγούσε κατευθείαν στην πόλη και άρχισε να σέρνεται πάνω του, αργά αργά … σαλιγκαρίσια!
Οι μέρες περνούσαν. κι εκείνο εκεί, στον αγώνα του να φτάσει στην πόλη. Όταν κουραζόταν, σταματούσε λίγο να ξαποστάσει κι ύστερα πάλι ριχνόταν με καινούρια ορμή στον δρόμο. Όμως, πόση “ορμή” μπορεί να έχει ένα σαλιγκάρι; Η ταχύτητά του ήταν τόσο αργή, που μερικές φορές σκεφτόταν πως δεν θα φτάσει ποτέ στον προορισμό του.. Ήταν κι αυτά τα μυρμήγκια που τον προσπερνούσαν με γρηγοράδα! Μια μέρα σταμάτησε ένα από αυτά και του είπε: «Σε ζηλεύω φίλε μου, που περπατάς τόσο γρήγορα! Αν είχα εγώ την ταχύτητά σου, θα πήγαινα στην πόλη μια ώρα αρχύτερα και δεν θα αργούσα τόσο.»
Το μυρμήγκι απόρησε. Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη;» είπε και συνέχισε την πορεία του.
Πέρασαν κι άλλες μέρες και το σαλιγκάρι είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με την αργοπορία του. Περνούσα πάνω από το κεφάλι του κι αυτές οι πλουμιστές πεταλούδες με τα φτερά τους και του θύμιζαν πως εκείνο ήταν αναγκασμένο να σέρνεται στο χώμα. Κάποια στιγμή, μία από αυτές προσγειώθηκε μπροστά του. «Σε ζηλεύω φίλη μου που έχεις φτερά και πετάς! Αν είχα εγώ τα φτερά σου θα έφτανα στην πόλη μια ώρα αρχύτερα» της είπε.
«Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη;» απόρησε η πεταλούδα και πέταξε προς το κοντινότερο λουλούδι.
Το σαλιγκάρι συνέχισε την αργή του πορεία με επιμονή και θέληση. Κι άλλες μέρες πέρασαν μα η πόλη ήταν πολύ μακριά ακόμα. Λίγο η ζέστη, λίγο οι πέτρες που του έκοβαν τον δρόμο κι έπρεπε να τις προσπεράσει σκαρφαλώνοντας πάνω τους, λίγο το ένα λίγο το άλλο, οι δυνάμεις άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Ήταν κι αυτές οι ακρίδες που περνούσαν από δίπλα του πηδώντας γρήγορα! Πόσο τις ζήλευε. Μια ακριδούλα στάθηκε για μερικά λεπτά δίπλα του για να μασουλήσει ένα φυλλαράκι. «Σε ζηλεύω φίλη μου που έχεις μακριά πόδια και μπορείς να πηδάς τόσο μεγάλες αποστάσεις! Αν είχα εγώ τα πόδια σου θα βρισκόμουν στην πόλη με ένα και μόνο άλμα» είπε το σαλιγκάρι με παράπονο.
Η ακρίδα συνοφρυώθηκε. «Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη!» είπε ενοχλημένη και πήδηξε μακριά του.
Το σαλιγκάρι συνέχισε την πορεία του αλλά είχε αρχίσει πια να απογοητεύεται. Μέρες περνούσαν, νύχτες περνούσαν, και η πόλη ήταν πολύ μακριά ακόμα..
Κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα να ξαποστάσει και να σκεφτεί έναν τρόπο για να πάει πιο γρήγορα στην πόλη. Όμως όσο σκεφτόταν τόσο κατέληγε σε αδιέξοδο. Ίσως να μην ήταν καλή ιδέα τελικά, ίσως έπρεπε να μείνει πίσω, στο δάσος. Ίσως τα σαλιγκάρια να μην πρέπει να κάνουν όνειρα! Όλα αυτά σκεφτόταν το σαλιγκάρι μας και τα ματάκια του γέμισαν δάκρυα. Μια κουκουβάγια που πετούσε εκεί γύρω, άκουσε τους λυγμούς του και πλησίασε. Το σαλιγκάρι, βλέποντας την κουκουβάγια, τρόμαξε τόσο πολύ που έβγαλε μια κραυγή. «Σε παρακαλώ, μην με φάς!» της είπε.
Η κουκουβάγια γέλασε. «Ηρέμησε, δεν θα σε φάω. Πες μου τι σε απασχολεί.»
Το σαλιγκάρι άρχισε να της διηγείται όλη την ιστορία του και η κουκουβάγια τον άκουσε πολύ προσεκτικά. Μόλις τελείωσε την διήγηση, του είπε με την ήρεμη φωνή της. «Σκούπισε τα μάτια σου κι ανέβα στην πλάτη μου. Θα σε πάω εγώ στην πόλη.. Αλλά πρώτα θα σου δείξω κάτι!»
Η χαρά του σαλιγκαριού ήταν μεγάλη. Επιτέλους θα τον βοηθούσε κάποιος… Ανέβηκε στην πλάτη της κουκουβάγιας, χωρίς δεύτερη σκέψη και η πτήση τους ξεκίνησε.. Όταν κόντευαν να φτάσουν, η κουκουβάγια έκανε μια στάση σε ένα ψηλό δέντρο που δέσποζε στην είσοδο της πόλης. «Γιατί σταματήσαμε εδώ;» απόρησε ο μικρός ταξιδιώτης
«Κοίτα! Κοίτα κάτω!» του είπε η κουκουβάγια και του έδειξε τον δρόμο «Τι βλέπεις;»
«Τίποτα!.. Μόνο χώμα και πέτρες» είπε το σαλιγκάρι.
«Και τώρα κοίτα εκεί! Τι βλέπεις;» είπε και του έδειξε λίγο πιο πέρα προς το σημείο από όπου είχαν έρθει.
«Είναι η πέτρα από όπου με πήρες.» είπε το σαλιγκάρι.
«Και τώρα κοίταξε πιο μακριά πίσω από την πέτρα αυτή. Κοίτα προς το δάσος. Τί βλέπεις;»
Το σαλιγκάρι έριξε το βλέμμα του πάνω στο μονοπάτι το οποίο ξεκινούσε από το δάσος κι έφτανε μέχρι την πέτρα. Κι έτσι όπως έπεφτε επάνω του ο ήλιος… είδε…. Κάτι να γυαλίζει! Μια μακριά ασημένια κλωστή που ξεκινούσε από το δάσος κι έφτανε μέχρι το σημείο που είχε συναντηθεί με την κουκουβάγια.. Και μετά η γραμμή κοβόταν απότομα.
«Τί είναι αυτή η ασημένια γραμμή;» απόρησε το σαλιγκάρι.
«Είναι η πορεία σου! Κοίτα πόσο δρόμο έκανες μόνος σου, με την δική σου προσπάθεια. Κοίτα πως η διαδρομή σημαδεύτηκε από την γραμμή που άφησες πίσω σου.. Δεν είναι όμορφη αυτή η ασημένια γραμμή; Είναι δική σου. Εσύ την δημιούργησες. Και τώρα κοίτα την πορεία σου από την πέτρα ως εδώ.. Δεν φαίνεται να έχεις διανύσει αυτή την απόσταση. Δεν έχει τίποτα που να θυμίζει πως πέρασες αυτόν τον δρόμο. Γιατί τον διάνυσες άκοπα, επάνω στα φτερά μου. Αυτό ήθελα να σου δείξω. Και τώρα πάμε στην πόλη, σε έφερα στον προορισμό σου» είπε η κουκουβάγια και ξεκίνησε.
«Σταμάτα! Δεν θέλω να με πας στην πόλη» είπε το σαλιγκάρι.
«Άλλαξες γνώμη;»
«Όχι! Στην πόλη θα πάω, αλλά θα πάω μόνος μου! Θέλω να με πας πίσω στην πέτρα που συναντηθήκαμε» είπε ο ταξιδιώτης και η κουκουβάγια ακολούθησε την επιθυμία του..
Τον πήγε πίσω στην πέτρα και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια.
«Καλό δρόμο φίλε μου! να προσέχεις!» του είπε.
«Σε ευχαριστώ για όλα!» απάντησε το σαλιγκάρι και συνέχισε την αργή του πορεία προς την πόλη.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν έφτασε στον προορισμό του. Κανείς δεν έμαθε ποτέ , γιατί ήταν τόσο σημαντικό για ένα σαλιγκάρι να φτάσει στην πόλη.. Αυτό που όλοι είδαν και συνεχίζουν να βλέπουν αιώνες τώρα… είναι αυτές οι λεπτές ασημένιες πολύτιμες κλωστές που δείχνουν πως από αυτόν τον κόσμο πέρασαν ονειροπόλα πεισματάρικα σαλιγκάρια!]]
Η ζωή είναι ένα μονοπάτι. Μια ατραπός, όπως την ονομάζουν οι μύστες. Ο καθένας βαδίζει το δικό του προσωπικό μονοπάτι. Τα πόδια του ματώνουν, γδέρνονται, πληγιάζουν. Μα αυτός βαδίζει κι αφήνει πάνω στη γη τα δικά του, μοναδικά, ίχνη. Τη δικιά του ασημένια- όπως το σαλιγκάρι- γραμμή. Κι όπως το ασήμι είναι ένα πολύτιμο μέταλλο, έτσι και το ασημένιο μας ίχνος έχει πολύτιμη αξία. Γιατί είναι το ίχνος που αφήνει μια ενσαρκωμένη ψυχή, ένα μέρος της θεότητας, πάνω στη γη, όπου κατέβηκε για να πάρει πολύτιμα μαθήματα. Ο ενσαρκωθείς Θεός, ο Ιησούς, είπε:
«εισέλθετε δια της στενής πύλης∙ ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισιν οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. τι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολόγοι εισιν οι ευρίσκοντες αυτήν!» (Ματθαίος, ζ΄, 13-14) Είναι τεθλιμμένη η στενή οδός, η ατραπός, η απάγουσα στη ζωή! Αυτό το τεθλιμμένο μονοπάτι χωράει μόνον έναν. Είναι το μονοπάτι που βαδίζει ο καθένας μας που έχει κατανοήσει τι σημαίνει η λέξη άνθρωπος. Αυτός που άνω θρώσκει. Αυτός που ξέρει ότι για να αναστηθεί ως θεός, πρέπει να πεθάνει ως άνθρωπος, αφού βαδίσει το δρόμο του Γολγοθά! Στο μονοπάτι που βαδίζει πέφτουν οι σταγόνες του ιδρώτα. Είναι ο ιδρώτας του μόχθου, της προσπάθειας, της κούρασης, της αγωνίας, του πόνου. Ο απόστολος Λουκάς περιγράφει την αγωνία της Γεθσημανή με τα ακόλουθα λόγια: «και γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο. εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην.» (Λουκάς, κβ΄, 44) Τέτοιες σταγόνες ιδρώτα, αναμεμειγμένες με δάκρυα πόνου κι απελπισίας, γίνονται το ασημένιο ίχνος μας. Οι ασημένιες γραμμές δείχνουν πως δεν ζήσαμε μάταια. Δεν βαδίσαμε την ευρύχωρη οδό, περνώντας μέσα από την πλατειά πύλη. Γιατί τότε πραγματικά η ζωή μας θα ήταν μάταιη. Θα ήταν μια ζωή γεμάτη με κενότητα, δηλαδή ένα τίποτα. Χαραμίσαμε μια ζωή, χωρίς η ψυχή να επωφεληθεί σε κάτι. Χωρίς να κάνει ένα βήμα προς την πνευματική της τελείωση. Μοιάζει με το να χουζουρέψαμε μια ολόκληρη μέρα στο κρεβάτι, χωρίς να κάνουμε τίποτα.
Υπάρχουν κάποιοι από μας, που έχουν μέσα τους μια φλόγα. Θέλουν να κάνουν ένα ταξίδι. Βάζουν σαν στόχο να φτάσουν κάπου- στην πόλη του σαλιγκαριού. Μελετούν το ταξίδι τους, το οργανώνουν. Έχουν το όραμα να φτάσουν κάπου. Και ξεκινούν… Μπορεί να χάσουν το δρόμο τους. Μα το όραμα μένει. Κι αν ξεστρατίσουν, είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν και πάλι. Γι’ αυτούς ο Αργύρης Μπαρής έγραψε τους στίχους:
«Όσες φορές χάνω τον δρόμο μου
ανεβαίνω σε νέες κορφές
κι όσες φορές ξεστρατίζω ξεδιψώ.
Έτσι μετά από κάθε «αμαρτία»
γυρίζω γεμάτος διάθεση για εξομολόγηση
ώριμος και πιο σοφός
έτοιμος να ξαναμαρτήσω.»
Μέσα στους κανόνες της ζωής είναι και τα ξεστρατίσματα. Είναι και τα λάθη που γίνονται πολύτιμα μαθήματα. Ο Αμερικάνος συγγραφέας αυτοβοήθειας Denis Waitley μας βεβαιώνει πως: «Δεν υπάρχουν λάθη ή αποτυχίες, μόνο μαθήματα», ενώ ο Ιρλανδός συγγραφέας James Joyce μας λέει πως: «Τα λάθη είναι οι πύλες της ανακάλυψης.» Ένας από τους μεγάλους σοφούς του περασμένου αιώνα, ο Αλβέρτος Αϊντάιν μας δίνει θάρρος, γιατί είχε πει: «Όποιος δεν έκανε ποτέ λάθος, δεν έχει δοκιμάσει ποτέ κάτι καινούργιο». Είναι γεγονός ότι ο μόνος άνθρωπος που δεν κάνει λάθη είναι εκείνος που δεν κάνει τίποτα. Γιατί όποιος από φόβο στα λάθη κλείσει την πόρτα της ζωής του σ’ αυτά, θ’ αφήσει και την αλήθεια απ’ έξω!
Το ταξίδι ξεκινάει με ενθουσιασμό. Ο αληθινός ταξιδευτής της ζωής χαίρεται κάθε εμπειρία που αποκτά. Ο αληθινός οδοιπόρος χαίρεται σε κάθε βήμα του το ταξίδι. Μαγεύεται από τα λουλούδια και τις πεταλούδες, καθώς μας λέει ο Αργύρης Μπαρής:
« Αυτό που με τρελαίνει
είναι ό,τι όλα τα λουλούδια
έχουν κάτι από τ’ όνειρό μου.
Γιατί και πώς δεν ξέρω.
Όμως, κάθε φορά
που συναντώ άνθη
και παιδικά μάτια
ανακαλύπτω το Θεό.»
O ταξιδευτής της ζωής αναγνωρίζει σε όλα να ενυπάρχει ο Θεός, ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών. Οι πεταλούδες του θυμίζουν το μεγαλείο της ζωής! Η πεταλούδα ξεκινάει τη ζωή της από την άσχημη κάμπια, για να γίνει μετά χρυσαλίδα και να μεταμορφωθεί στη συνέχεια σε πανέμορφη πεταλούδα. Από έρπουσα κάμπια, η ζωή την κάνει χιλιόχρωμη πεταλούδα που πετάει στον αέρα.
Το σαλιγκάρι στην πορεία του συνάντησε πολλά εμπόδια. Πέτρες που του έφραζαν το δρόμο. Έτσι κι ο ταξιδευτής της ζωής θα συναντήσει πολλά εμπόδια. Ο Μολιέρος μας λέει: «Όσο μεγαλύτερο το εμπόδιο, τόσο μεγαλύτερη η δόξα στο ξεπέρασμά του.» Ας μην μείνουμε στη δόξα. Εμείς να μείνουμε στην ικανοποίηση στο ξεπέρασμα του εμπόδιου. Να ξέρουμε ότι οι αντιξοότητες μας συστήνουν στον εαυτό μας. Μας κάνουν να ανακαλύπτουμε τις πραγματικές δυνατότητές μας. Και έχουμε πολύ μεγάλες δυνατότητες γιατί είμαστε «εν δυνάμει» θεοί! Μας το τονίζει ο ίδιος ο Χριστός επαναλαμβάνοντας τον ψαλμό: «Ἐγώ εἶπα, θεοὶ ἐστε καὶ υἱοί Ὑψίστου πάντες» (ψαλμός, πβ΄, 6)
Ο Ανατολίτης σοφός Μαλάτ Αλ Ντιν Ρουμί γράφει:
«Το ανθρώπινο ον είναι ένας οίκος φιλοξενίας.
Κάθε πρωί και μια νέα άφιξη:
μια χαρά, μια μελαγχολία, μια κακία,
κάποια στιγμιαία συνειδητοποίηση, έρχεται σαν απρόσμενος επισκέπτης.
Καλωσόρισε και περιποιήσου τες όλες!
Ακόμη κι αν είναι ένα πλήθος από λύπες,
οι οποίες βιαίως αδειάζουν τον οίκο σου από την επίπλωσή του,
ακόμη και τότε, να συμπεριφέρεσαι σε κάθε επισκέπτη με τιμή.
Μπορεί να σε καθαρίζει για κάποια νέα ευχαρίστηση.
Τη σκοτεινή σκέψη, το ίδιο, τη ντροπή, την κακία,
συνάντησέ τες στην πόρτα γελώντας, και κάλεσέ τες μέσα.
Να είσαι ευγνώμων για οποιονδήποτε έρχεται,
διότι κάθε επισκέπτης έχει αποσταλεί σαν οδηγός από τον ουρανό. »
Στη ζωή χρειάζονται όλα. Θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε το λευκό, αν δεν υπήρχε το μαύρο; Είναι δυνατό να νιώσουμε τη χαρά του ξημερώματος της νέας μέρας αν δεν είχε μεσολαβήσει η νύχτα; Θα ήμασταν σε θέση να συγκλονιστούμε από τη ζωή, αν δεν νιώθαμε δίπλα της τον θάνατο; Με αυτές τις αντιθέσεις προέκυψαν οι θαυμάσιοι στίχοι του Αργύρη Μπαρή:
«Έτσι απλά, σα νάταν στο χέρι του,
μ’ ένα σφουγγάρι διέγραψε το μαύρο,
κάθε μαύρο ως και την νύχτα.
Άντε τώρα ν’ αξιολογήσεις το λευκό,
να χαρείς το μεγαλείο της μέρας
χωρίς το θάμβος της νύχτας,
χωρίς το σκοτάδι και τη μαγεία του,
χωρίς το θάνατο τη ζωή.»
Αν δεν νιώθαμε την απογοήτευση της ήττας, δεν θα μπορούσαμε να αισθανθούμε τη χαρά της νίκης. Δικαιολογημένα ο Charles A. Beard έγραψε: «Όταν είναι αρκετά σκοτεινά, μπορείς να δεις τ’ αστέρια.» Η μαγεία του έναστρου ουρανού χάνεται στο ασημένιο φως του φεγγαριού. Βλέποντας τις αντιθέσεις της ζωής γινόμαστε καλύτεροι κι αποκτούμε πολύτιμα μαθήματα.
Κι αυτό που έχει ιδιαίτερο νόημα είναι να βάζουμε υψηλούς στόχους. Στόχους πάνω από το μπόι μας. Αυτή την προσταγή έδωσε στον Καζαντζάκη ο παππούς του, όπως μας αναφέρει στο βιβλίο του “Αναφορά στον Γκρέκο”:
[[ - Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου∙ δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά∙ ως τις ρίζες του μυαλού μου περιχύθηκε η φλόγα.
- Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ‘βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά δεν τινάχτηκε.
- Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
- Φτάσε όπου δεν μπορείς! ]]
Έτσι, ένα μονοπάτι είναι η ζωή! Ένα μονοπάτι, που περνάει μέσα από βράχια, ρέματα, δάση και λιβάδια. Μα κυρίως περνάει μέσα από το μυαλό μας, τις σκέψεις μας, τα συναισθήματα, την ψυχή μας. Περνάει μέσα από τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. Μέσα από τις φιλίες και τις έχθρες, τις καλές μας πράξεις και τις κακίες μας. Μέσα από τις θετικές και τις αρνητικές όψεις του εαυτού μας, από τις νίκες και τις ήττες μας. Μέσα από τις ολόφωτες μέρες, αλλά και τις σκοτεινές νύχτες της ψυχής μας. Κάποιες φορές θα το βαδίσουμε με όρεξη κι ορμή. Άλλες ανόρεχτα και με τρεμάμενα βήματα.
Κάποτε πρέπει να ξαποστάσουμε. Αρκεί οι στάσεις μας να είναι σύντομες. Όσο να πάρουμε δυνάμεις. Να μην τεμπελιάσουμε και γίνουμε νωθροί. Να φτάσουμε όπου μπορούμε. Και κάποιοι- πολύ λίγοι- όπου δεν μπορούμε! Μα εκείνοι- όσοι φτάνουν εκεί όπου δεν μπορούν- είναι που αφήνουν τα πιο έντονα σημάδια από το πέρασμά τους. Δεν έχει σημασία που θα φτάσουν. Σημασία έχει ότι τα ίχνη τους επηρεάζουν τους άλλους. Μπορεί ο Λεωνίδας της Σπάρτης να μην κατόρθωσε να σταματήσει τους Πέρσες στις Θερμοπύλες. Αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων και τους οδήγησε στη νίκη της Σαλαμίνας. Ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι δεν σταμάτησε την προέλαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Η θυσία του όμως συνένωσε τους διαλυμένους Έλληνες και τους έκανε να πιστέψουν ότι μπορούν να αποτινάξουν το ζυγό των Τούρκων. Ο Ισαάκ Νεύτων δεν έγραψε την ιστορία όλης της Φυσικής. Με τους νόμους της Μηχανικής έβαλε τα θεμέλιά της και την μαθηματικοποίησε. Ο Φαραντέυ με την ηλεκτρομαγνητική επαγωγή δεν ανακάλυψε όλες τις εφαρμογές του ηλεκτρισμού. Όμως οδήγησε στην κατασκευή της γεννήτριας για την παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας. Μετά άλλοι επιστήμονες και ερευνητές μας έδωσαν όλες αυτές τις εφαρμογές που απολαμβάνουμε σήμερα. Ο Πλάτωνας δεν τα είπε όλα στη φιλοσοφία του. Ήρθαν όμως οι Νεοπλατωνικοί και την ερμήνευσαν ή την πήγαν παραπέρα. Επομένως, στο ταξίδι μας πάνω στο προσωπικό μας μονοπάτι, το πιθανότερο είναι να μη φτάσουμε στο τέρμα. Σημασία έχει να απολαύσουμε το ταξίδι και να βαδίσουμε με ελεύθερο πνεύμα το μονοπάτι έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Γιατί η ψυχή μας με τους ουράνιους βοηθούς σχεδίασε, πριν έρθει στη γη και φορέσει το σαρκικό της ρούχο, το ταξίδι και καθόρισε το που θα φτάσει. Και ξέρει πως στην επόμενη ευκαιρία της θα φτάσει ακόμη πιο μακριά, ακόμη πιο κοντά στην Πολιτεία, δηλαδή στον ουράνιο προορισμό της.
Τονίσαμε ότι η ζωή είναι ένα μονοπάτι. Ένα μονοπάτι που το βαδίζουμε μέσα στη μοναξιά. Δεν είναι λεωφόρος που τη διαβαίνουμε μέσα σε πολυτελές αμάξι με την τρελούτσικη παρέα μας. Ένα μονοπάτι, που το ζητούμενο είναι να το βαδίσουμε με δικαιοσύνη, έχοντας κατά νου πως έχει λεχθεί: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες και διψῶντες την δικαιοσύνην,
ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Ματθαίος, ε΄, 6). Κάποιοι, μέσα από τις αδικίες που θα συναντήσουν, ίσως αγανακτήσουν και επαναλάβουν τους στίχους του Αντώνη Ζαχαρόπουλου:
«Κύριε,
είμαι από κείνους
τους «πεινώντας».
Είμαι από τους «διψώντας
την δικαιοσύνην».
Είμαι από κείνους πού πίστεψαν στα λόγια σου
για τούς φτωχούς και τούς κυνηγημένους.
Σκέψου ό,τι θες για μένα,
όμως των ουρανών η βασιλεία
τόσο μακριά είν' ακόμα,
κι' εγώ, Κύριε, πεινώ...
Πασχίζω να κρατήσω
τα χέρια μου στην προσευχή δεμένα
και σφίγγονται άθελα μου,
σε γροθιές.»
Να πασχίσουμε, μόνο, να είναι γροθιές πείσματος, κι όχι γροθιές εκδίκησης. Γιατί τότε τα ασημένια ίχνη θα σβήσουν. Να αντισταθούμε στους πειρασμούς και να συνεχίσουμε. Σημασία δεν έχει το πόσο μακριά θα φτάσουμε. Σημασία έχει το ταξίδι της ζωής και να αφήσουμε άσβηστα ίχνη, που θα βοηθήσουν και τους άλλους οδοιπόρους. Η Ζωή έχει προβλέψει να φτάσουμε κάποτε στη μακρινή Πολιτεία…





1 σχόλιο:

Βάσια Ακαρέπη είπε...

Συγκίνηση μόνο ... Που βλέπω ότι το σαλιγκαράκι μου γυρίζει τον κόσμο και εμπνέει! Την καλημέρα μου..