Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ωραία Ελένη

[[ δαμ- ων ]]

Μέρος H΄
Σχόλια
• Κι ο Ηρόδοτος στο Β’ βιβλίο του, με τίτλο “Ευτέρπη”, γράφει πως η Ελένη ποτέ της δεν έφτασε στην Τροία. Τις πληροφορίες του πήρε από ιερείς της Αιγύπτου. Ας δούμε τι γράφει, από την μετάφραση του σχετικού κειμένου:
[[ …Καθώς μου είπαν οι ιερείς, τον Φερών διαδέχτηκε ένας Μεμφίτης, που τ’ όνομά του ελληνικά είναι Πρωτέας. Αυτού σήμερα υπάρχει ένας ιερός περίβολος πάρα πολύ ωραίος και ωραία διακοσμημένος, που βρίσκεται προς το νότιο μέρος του ναού του Ηφαίστου… Μέσα στον ιερό περίβολο υπάρχει ναός του Πρωτέα που ονομάζεται της Ξένης Αφροδίτης. Αλλά εγώ έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ναός αυτός είναι της Ελένης, κόρης του Τυνδάρεω, τόσο επειδή άκουσα το λεγόμενο ότι η Ελένη έμεινε αρκετό καιρό κοντά στον Πρωτέα, όσο και επειδή το επώνυμο σ’ αυτή την περίσταση για της Αφροδίτη είναι Ξένη• πουθενά αλλού, όπου υπάρχουν ναοί της Αφροδίτης, δεν την ονομάζουν Ξένη.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Οι ιερείς μου είπαν, όταν τους ρώτησα για την ιστορία της Ελένης, ότι τα πράγματα έγιναν ως εξής. Όταν ο Αλέξανδρος άρπαξε την Ελένη από την Σπάρτη, έβαλε πλώρη για την πατρίδα του. Και καθώς ξανοίχτηκε στο Αιγαίο, βρήκε δυνατούς ανέμους που τον παρέσυραν έξω από το Αιγαίο, και τον έριξαν στο Αιγυπτιακό πέλαγος απ’ όπου, καθώς δεν κόπαζε η φουρτούνα, έφτασε στην Αίγυπτο, στο σημείο όπου είναι το Κανωβικό στόμιο του Νείλου, στις Ταριχείες. Εκεί στην ακρογιαλιά, υπήρχε και υπάρχει ακόμα ναός του Ηρακλή, όπου αν καταφύγει άνθρωπος δούλος και δεχτεί να σημαδευτεί στο σώμα του με τα ιερά σημάδια, τότε αφιερώνεται στον θεό και κανείς πια δεν μπορεί να τον αγγίξει. Ο νόμος αυτός είναι πάρα πολύ αρχαίος και δεν έχει αλλάξει ως σήμερα.

Μερικοί δούλοι του Αλέξανδρου, που πληροφορήθηκαν τον νόμο αυτόν του ναού, ξέφυγαν και πήγαν και παρουσιάστηκαν ικέτες του θεού, και κατηγορούσαν τον Αλέξανδρο για να τον βλάψουν και διηγούνταν όλη την ιστορία, πως είχε πάρει την Ελένη και είχα αδικήσει τον Μενέλαο. Κατηγόρησαν τον Αλέξανδρο όχι μόνο στους ιερείς, αλλά και στον αρχηγό της φρουράς του στομίου του Νείλου, κάποιον Θώνη.
Όταν ο Θώνης άκουσε αυτό, έστειλε μήνυμα με το ταχύτερο μέσο στον Πρωτέα που ήταν στην Μέμφη και του έλεγε: « Έφτασε ξένος, Τευκτός από γενιά, που έχει κάνει ανοσιούργημα στην Ελλάδα. Παραπλάνησε την γυναίκα του ανθρώπου που τον φιλοξενούσε, την πήρε μαζί του καθώς και πολλά πολύτιμα πράγματα και τώρα τον έσπρωξαν οι άνεμοι και έφτασε σε τούτη την γη. Τι πρέπει να κάνουμε; Να τον αφήσουμε να φύγει χωρίς να τον πειράξουμε ή να του πάρουμε τα όσα έχει; » Κι ο Πρωτέας έστειλε την ακόλουθη απάντηση: « Τον άνθρωπο αυτόν, όποιος κι αν είναι, που έκανε αυτήν την ανομία σε κείνον που τον φιλοξένησε, συλλάβετέ τον και στείλε μού τον για ν’ ακούσω τι μπορεί ν’ απολογηθεί.»
Όταν ο Θώνης πήρε αυτή τη διαταγή, έπιασε τον Αλέξανδρο και έκανε κατάσχεση στα καράβια του. Μαζί του έστειλε στην Μέμφη και την Ελένη και τα πολύτιμα πράγματα και τους δούλους του. Όταν όλοι έφτασαν, ο Πρωτέας ρώτησε τον Αλέξανδρο ποιος είναι και από πού ερχόταν και ο Αλέξανδρος του είπε και τ’ όνομά του και την πατρίδα του, καθώς και το ταξίδι του. Μετά ο Πρωτέας τον ρώτησε από πού είχε πάρει την Ελένη κι ο Αλέξανδρος άρχισε να τα μπερδεύει και δεν έλεγε την αλήθεια, αλλά τον διέψευσαν οι δούλοι που είχαν πάει ικέτες στο ναό του Ηρακλή και είπαν καθαρά και ξάστερα πως έγινε το ανοσιούργημα. Ο Πρωτέας έβγαλε την απόφαση του και είπε: « Εάν δεν τηρούσα αυστηρά την αρχή την αρχή να μη σκοτώνω κανέναν ξένο, που τον ρίχνει ο άνεμος στις ακτές της χώρας μου, θα σε είχα τιμωρήσει για χάρη του Έλληνα, κάκιστε άνθρωπε, εσύ που φιλοξενήθηκες και έκανες μια φοβερή πράξη. Παραπλάνησες την γυναίκα του, και, σαν να μην έφτανε αυτό, την ξελόγιασες και την πήρες μαζί σου. Αλλά και αυτό δεν σου έφτανε κι έπρεπε να κλέψεις και τον θησαυρό του ανθρώπου που σε φιλοξενούσε. Τώρα, λοιπόν, επειδή τηρώ αυστηρά την αρχή να μην σκοτώνω ξένο, δεν θα σου επιτρέψω να πάρεις μαζί σου την γυναίκα αυτή και τον θησαυρό. Θα τα φυλάξω για τον ξένο Έλληνα έως ότου θελήσει να έρθει ο ίδιος να τα πάρει. Εσύ και οι σύντροφοί σου μέσα σε τρεις μέρες να εγκαταλείψετε τα εδάφη μου, αλλιώς θα σας θεωρήσω εχθρούς.»
Αυτά μου είπαν οι ιερείς για το πώς έφτασε η Ελένη στον Πρωτέα… Όταν ρώτησα τους ιερείς αν αυτά που λένε οι Έλληνες για όσα έγιναν στην Τροία έχουν ή όχι καμία βάση, μου αποκρίθηκαν τα εξής, λέγοντάς μου ότι τα είχαν πληροφορηθεί απ’ τον ίδιο τον Μενέλαο. Μετά την αρπαγή της Ελένης, πολύς ελληνικός στρατός πήγε στην Τροία για να βοηθήσει τον Μενέλαο. Όταν αποβιβάστηκε και έστησε στρατόπεδο, έστειλε αγγελιοφόρους στο Ίλιο. Ήταν μαζί και ο Μενέλαος. Όταν μπήκαν στην πολιτεία ζητούσαν να τους επιστραφεί η Ελένη και ο θησαυρός τον οποίο είχε κλέψει ο Αλέξανδρος. Ζητούσαν και επανόρθωση για τα άδικα που είχαν πάθει. Και οι Τευκροί τότε τους έδωσαν, και με όρκους ακόμα, την απάντηση που από κει και ύστερα τους έδιναν πάντα, δηλ. ότι όλα αυτά ήσαν στην Αίγυπτο. Δεν ήταν, λοιπόν, δίκαιο να θεωρούνται υπεύθυνοι για τα όσα κρατούσε ο βασιλιάς των Αιγυπτίων Πρωτέας. Αλλά οι Έλληνες νόμιζαν ότι οι Τρώες του κοροϊδεύουν και τους πολιόρκησαν ώσπου να κυριέψουν την πολιτεία τους. Κι όταν την κυρίεψαν και πάλι δεν βρήκαν την Ελένη, αλλά άκουγαν να τους δίνεται η ίδια απάντηση, τότε πίστεψαν αυτό που από την αρχή τους είχαν πει και έστειλαν τον ίδιο τον Μενέλαο στον Πρωτέα.
Ο Μενέλαος έφτασε στην Αίγυπτο, ανάπλευσε τον ποταμό έως την Μέμφη, είπε πως είχαν ακριβώς τα πράγματα και τότε του παρασχέθηκε γενναιόδωρη φιλοξενία και παρέλαβε την Ελένη σώα και αβλαβή, καθώς και ολόκληρο τον θησαυρό του…
Λοιπόν δεν είχαν οι Τρώες την Ελένη και οι έλληνες δες τους πίστευαν όταν τους έλεγαν την αλήθεια και τούτο επειδή, καθώς εγώ πιστεύω, η θεία βούληση τους έσπρωχνε στο να μην το πιστέψουν, για να πάθουν πανωλεθρία και να μάθουν οι άνθρωποι ότι για τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί επιβάλλουν μεγάλες τιμωρίες. Αυτά που έχω πει, είναι όσα εγώ πιστεύω.]] ( Ηρόδοτος, “Ιστορίαι” – Ευτέρπη 112-120 )

• Ο Παυσανίας μας μεταφέρει την επικρατούσα άποψη στην εποχή του πως η Ιφιγένεια ήταν καρπός της ένωσης της Ελένης με τον Θησέα, όταν αυτός την έκλεψε μαζί με τον Πειρίθου. Γράφει, λοιπόν: « Πλησίον δε των Ανάκτων Ειλειθίας εστίν ιερόν, ανάθημα Ελένης, ότε συν Πειρίθω Θησέως απελθόντος ες θερπρωτούς Άφιδνά τε υπό Διοσκούρων εάλω κα ήγετο ες Λακεδαίμονα Ελένη. Έχειν μεν γαρ αυτήν λέγουσαν εν γαστρί, τεκούσα δε εν Άργει και της Ειλειθυίας ιδρυσαμένην το ιερόν την μεν παίδα ην έτεκε Κλυταιμήστρα δούναι, συνοικείν γαρ ήδη Κλυταιμήστραν Αγαμέμνονι, αυτήν δε ύστερον τούτων Μενελάω γήμασθαι. Και επό τώδε Ευφορίων χαλκιδεύς και πλευρώνιος Αλέξανδρος έπη ποιήσαντες, πρότερον δε έτι Στησίχορος ο ιμεραίος, κατά ταυτά φασιν αργείοις Θησέως είναι θυγατέρα Ιφιγένειαν. » [ Μετάφρ.: Κοντά στους Άνακτες υπάρχει ιερό της Ειλείθυιας που το αφιέρωσε η Ελένη, όταν ο Θησέας είχε φύγει στη Θεσπρωτία μαζί με τον Πειρίθου. Η άφιδνα είχε κυριευτεί από τους Διόσκουρους και η Ελένη οδηγούνταν στη Λακεδαίμονα. Λένε πως ήταν τότε έγκυος και γέννησε στο Άργος. Ίδρυσε τότε το ιερό της Ειλείθυιας και έδωσε την κόρη που γέννησε στην Κλυταιμήστρα, που ήταν ήδη παντρεμένη με τον Αγαμέμνονα και ή ίδια κατόπιν παντρέφτηκε το Μενέλαο. Σχετικά μ’ αυτό, οι επικοί ποιητές Ευφορίωνας ο χαλκιδέας και Αλέξανδρος ο πλευρώνιος και πριν ο ιμεραίος Στησίχορος συμφωνούν με τους αργείους πως η Ιφιγένεια ήταν κόρη του Θησέα.] ( Παυσανίας, “Λακωνικά”, ΙΙ 22, 6-7 )
Παρακάτω συνδέει και πάλι το όνομα του Θησέα με την Ελένη: [[ Ακολουθώντας κανείς τον ορεινό δρόμο προς την Ερμιόνη συναντά μια πηγή του Υλλικού ποταμού, ο οποίος αρχικά ονομαζόταν Ταύριος και ένα βράχο ονομαζόμενο του Θησέα, ο οποίος πριν λέγονταν βωμός του σθένιου Δία, άλλαξε όμως κι αυτός όνομα, όταν ο Θησέας πήρε κάτω απ’ αυτόν τα υποδήματα και το ξίφος του Αιγέα. Κοντά στο βράχο υπάρχει ιερό της νυμφίας Αφροδίτης που το έκαμε ο Θησέας, όταν νυμφεύτηκε την Ελένη.]] ( Παυσανίας, “Λακωνικά”, ΙΙ 32, 7 )
Ας έρθουμε, τώρα, στη λατρεία της Ελένης ως θεότητα. Στη Θεράπνη υπήρχε ιερό του Μενέλαου και της Ελένης, γνωστό σαν “Μενελάειον”. Η Θεράπνη κατοικούνταν από την πρώιμη εποχή του χαλκού, δηλ. από την εποχή που ζούσε ο Μενέλαος, του οποίου θεωρούνταν ως έδρα. Πάνω σ’ ένα λόφο της πόλης , σε θέση που ήταν ίσως και στα προϊστορικά χρόνια τόπος λατρείας, στα ιστορικά χρόνια κατασκευάστηκε επιβλητικό ιερό, όπου λατρεύονταν ο Μενέλαος και η Ελένη ως θεοί. Τα λείψανα αυτού του ναού έχουν ανασκαφεί και υπάρχουν σήμερα. Τον καιρό του Παυσανία πίστευαν πως μέσα σ’ αυτό ήσαν θαμμένοι ο Μενέλαος και η Ελένη. Στους κλασικούς χρόνους θεωρούνταν όχι ήρωες αλλά θεοί και στη Θεράπνη τους τιμούσαν όχι με εναγισμούς, αλλά πατροπαράδοτες θυσίες. Όπως μας λέει ο Ισοκράτης, η Ελένη, θεά η ίδια ως κόρη του Δία, ύψωσε και τον θνητό Μενέλαο σε θεό- πάρεδρό της: « θεόν αντί θνητού ποιήσασα σύνοικον αυτή και πάρεδρον εις άπαντα τον αιώνα κατεστήσατο ». Το ιερό είναι πυραμιδοειδές κι από τα αναθήματα η Ελένη φαίνεται να ήταν θεά όχι μόνο της βλάστησης, αλλά και της ανθρώπινης ευφορίας και προστάτρια των μικρών παιδιών. Ο Ηρόδοτος ονομάζει το “Μενελάνειο” ως “ιερό της Ελένης” και διηγείται διεξοδικά την ιστορία μιας τροφού, η οποία έχοντας να αναθρέψει ένα πολύ άσχημο και καχεκτικό νήπιο κοριτσάκι της Σπάρτης, το έφερνε ταχτικά στο ιερό της Ελένης στη Θεράπνη, το άφηνε μπροστά στο άγαλμα της θεάς και την παρακαλούσε να το απαλλάξει από την ασχήμια. Μια μέρα η τροφός συνάντησε μια άγνωστη πολύ ωραία γυναίκα, η οποία άγγιξε το κεφάλι του βρέφους και διαβεβαίωσε την τροφό πως θα γίνει η ομορφότερη γυναίκα της Σπάρτης. Από κείνη τη μέρα άλλαξε η μορφή του κοριτσιού κι αργότερα έγινε η σύζυγος του βασιλιά Αρίστωνα.
Ο Ησύχιος αναφέρει τη γιορτή “Ελένεια” στη Σπάρτη, όπου ξεκινούσε επίσημη πομπή από τη Σπάρτη και κατευθυνόταν στο ιερό της Θεράπνης. Στη πομπή μετείχαν παρθένες με αμάξια με ειδικά πλέγματα από λκαλάμια ή λυγαριές, τα “κάνναθρα”. ( Ν. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις- Κορινθιακά και Λακωνικά )

• Ο μεγάλος μας στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης, σαν Παυσανίας των νεότερων χρόνων, περιδιάβαινε την Ελλάδα, κι έγραφε τις εντυπώσεις του. Στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο” γράφει για την όμορφη βασίλισσα της Σπάρτης:
[[ Μερικά τοπία της Ελλάδας είναι δισυπόστατα, και δισυπόστατη κι η συγκίνηση που αναβρύζουν. Η τραχύτητα κι η τρυφεράδα στέκουνται η μια πλάι στην άλλη, συμπληρώνει η μια την άλλη και σμίγουν σαν άντρας με γυναίκα. Τέτοια διπλή πηγή τρυφεράδας και τραχύτητας η Σπάρτη. Μπροστά σου ακατάδεκτος, σκληρός νομοθέτης, γεμάτος γκρεμούς, ο Ταϋγετος • και κάτω, καρπερή, μαυλιστικιά, η πεδιάδα είναι ξαπλωμένη στα πόδια του, σαν ερωτεμένη γυναίκα. Από τη μια μεριά ο Ταΰγετος, το όρος Σινά της Ελλάδας, όπου ο ανήλεος θεός του Γένους υπαγορεύει τις σκληρότατες εντολές: η ζωή ’ναι πόλεμος, η γης είναι στρατόπεδο, η νίκη είναι το μόνο σου χρέος. Μην κοιμάσαι, μη στολίζεσαι, μη γελάς, μη μιλάς, ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος• πολέμα! Κι από την άλλη μεριά, στα πόδια του Ταϋγετου , η Ελένη. Την ώρα που ξαγριεύεσαι και καταφρονάς τη γλύκα της γης, άξαφνα η αναπνοή της Ελένης ζαλίζει, σαν ανθισμένη λεμονιά, το νου σου.
Είναι άραγε η πεδιάδα ετούτη της Σπάρτης τόσο τρυφερή και φιλήδονη, τόσο μεθυστικά μυρίζουν οι ροδοδάφνες της, ή μήπως όλη ετούτη η γοητεία αναβρύζει από το πολυφίλητο, το πολυπλάνητο σώμα της Ελένης ; Σίγουρα ο Ευρώτας δε θα ’χε τη σημερινή αποπλανητική χάρη του αν δεν έσμιγε σαν παραπόταμος με τον αθάνατο μύθο της Ελένης.. Γιατί καλά το ξέρουμε: χώματα, θάλασσες, ποτάμια σμίγουν με αγαπημένα μεγάλα ονόματα και χύνονται, αχώριστα πια, μέσα στην καρδιά μας. Περπατάς στους ταπεινούς όχτους του Ευρώτα και νιώθεις τα χέρια σου, τα μαλλιά σου, οι στοχασμοί σου να μπλέκουνται μέσα στο άρωμα μιας γυναίκας φανταστικής, πολύ πιο αληθινής, πολύ πιο χειροπιαστής από τη γυναίκα που αγαπάς κι αγγίζεις. Πνίγεται σήμερα ο κόσμος στο αίμα, τα πάθη ξεσπούν μέσα στην Κόλαση της σύγχρονης αναρχίας, κι η Ελένη στέκεται αθάνατη, ανέγγιχτη, μέσα στον αέρα των εξαίσιων στίχων, ασάλευτη, και μπροστά της ρέει ο χρόνος.
Το χώμα μύριζε, κι από τους λεμονανθούς κρέμουνταν στάλες δροσούλα και παιχνίδιζαν στον ήλιο. Άξαφνα ανάλαφρο αγεράκι φύσηξε, κι ένας ανθός χτύπησε το μέτωπό μου και με ράντισε• ανατρίχιασα σαν να με άγγισε αόρατο χέρι, κι όλη η γης μου φάνταξε σαν την Ελένη, γελοκλαμένη, νιόλουστη. Ανασήκωσε τα κεντημένα με λεμονανθούς πέπλα και με την απαλάμη στο στόμα, ολοένα ανανεούμενη παρθένα, ακολουθούσε έναν άντρα, τον πιο δυνατό, κι ως σήκωνε το χιονοστράγαλο πόδι, έλαμπε η στρογγυλή πατούσα της αιματωμένη.
Τι θα ’ταν η Ελένη ετούτη αν δεν περνούσε από πάνω της η πνοή του Ομήρου; Μια ωραία γυναίκα, όπως αναρίθμητες άλλες, που πέρασαν από τη γης και χάθηκαν. Θα την έκλεψαν, όπως κλέφτουν ακόμα συχνά τις όμορφες κοπέλες στα βουνίσια χωριά μας. Κι αν ακόμα η αρπαγή αυτή άναψε πόλεμο, όλα, και πόλεμος και γυναίκα και σφαγή, θα χάνονταν αν δεν άπλωνε το χέρι του να τα σώσει ο Ποιητής. Στον ποιητή χρωστάει τη σωτηρία της η Ελένη• στον Όμηρο χρωστάει κι η μικρή τούτη ρεματιά του Ευρώτα την αθανασία της. Το χαμόγελο της Ελένης είναι παρεχυμένο σε όλο το σπαρτιάτικο αγέρα. Κι ακόμα ετούτο: Η Ελένη μπήκε μέσα στο αίμα μας, τη μετάλαβαν όλοι οι άντρες• όλες οι γυναίκες αντιφέγγουν ακόμα από τη λάμψη της. Έγινε ερωτική κραυγή η Ελένη, διαπερνάει τους αιώνες και ξυπνάει στον κάθε άντρα τη λαχτάρα του φιλιού και της διαιώνησης και μεταμορφώνει σε Ελένη και την πιο ασήμαντη γυναικούλα που αγκαλιάζουμε.
Η επιθυμία παίρνει, ας είναι καλά η βασίλισσα ετούτη της Σπάρτης, υψηλούς τίτλους ευγένειας, κι η μυστική νοσταλγία κάποιου χαμένου εναγκαλισμού γλυκαίνει μέσα μας το κτήνος. Κλαίμε, φωνάζουμε, κι η Ελένη ρίχνει βοτάνι μαγικό στο ποτήρι που πίνουμε, κι αποξεχνούμε τον πόνο• κρατάει στο χέρι ένα λουλούδι, κι η μυρωδιά του αλαργαίνει τα φίδια• αγγίζει τ’ άσκημα παιδιά κι ομορφαίνουν• καβαλάει τον τράγο της θυμέλης, σαλεύει το πόδι της με το λυτό σαντάλι, κι ολάκερος ο κόσμος γίνεται άμπελος. Ο γέρο- ποιητής ο Στησίχορος μια μέρα ξεστόμισε άσκημο λόγο γι’ αυτή σε μια ωδή του• κι ευτύς έχασε το φως του• τρέμοντας τότε, μετανιωμένος, πήρε τη λύρα του, στάθηκε ομπρός στους Έλληνες σ’ ένα μεγάλο πανηγύρι και τραγούδησε την ξακουστή παλινωδία:
Δεν είναι αλήθεια ο λόγος μου για σένα, Ελένη•
και δεν μπήκες συ μεσ’ στα γοργά καράβια
μήτε έφτασες στο κάστρο εσύ ποτέ της Τροίας.
Κι έκλαψε σηκώνοντας ψηλά τα χέρια• κι ολομεμιάς, βουτημένο στα δάκρυα, το φως κατέβηκε στις κόχες των ματιών του.
Γιόρταζαν οι πρόγονοί μας, αγώνες καλλονής, τα ‘‘Ελένεια’’.
Αλήθεια, μια παλαίστρα η γης, κι η Ελένη ο άφταστος, πέρα από τη ζωή, ανύπαρχτος ίσως, φάντασμα ίσως, άθλος. Μια απόκρυφη παράδοση μπιστεύουνταν στους μύστες πως δεν πάλευαν στην Τροία οι Αχαιοί για την αληθινή Ελένη• μονάχα το είδωλό της βρίσκουνταν στην Τροία. Η αληθινή Ελένη είχε καταφύγει στην Αίγυπτο, σε θεϊκό ναό, ανέγγιχτη από τις αναπνοές των ανθρώπων. Ποιος ξέρει, μπορεί να μαχόμαστε κι εμείς, να κλαίμε, να σκοτωνόμαστε εδώ στη γης μονάχα για το είδωλο της Ελένης. Μα πάλι, ποιος ξέρει, οι ίσκιοι στον Άδη ζωντάνευαν αν πιουν αίμα των ζωντανών• τόσο αίμα που πίνει, τόσες χιλιάδες χρόνια, ο ίσκιος ετούτος της Ελένης, δε θα μπορούσε άραγε ποτέ να ζωντανέψει; Δε θα σμίξει άραγε ποτέ το είδωλο τη σάρκα του και να μπορέσουμε έτσι ν’ αγκαλιάσουμε μια μέρα ένα αληθινό, ζεστό σώμα, μιαν αληθινή Ελένη;
Ο Ταΰγετος, η Ελένη. Ο άγριος πολεμιστής κι η γυναίκα του. Είχα αποξεχαστεί μέσα στις ροδοδάφνες του Ευρώτα ν’ αναπνέω το άρωμα της Ελένης, ντράπηκα. Κι ένα πρωί κίνησα και μπήκα στον Ταΰγετο ν’ ανασάνω πιο αντρίκειο αέρα…]]
Στην τραγωδία του “Βούδας”, παρουσιάζει δύο Έλληνες να έχουν ταξιδέψει στην Ανατολή, ψάχνοντας το σοφό της, το Βούδα. Σε κάθε εποχή ο ανήσυχος Έλληνας θα ψάξει να βρει σε όλη την υφήλιο τον διανοητή, τον σοφό, για να πάρει απ’ αυτόν το απόσταγμα της γνώσης. Μήπως δεν αναζήτησαν και τον Χριστό, κάμποσους αιώνες αργότερα;
Σαν έφτασαν στον Βούδα, και ο ιερέας τους πρόσταξε να προσκυνήσουν, απάντησαν με περιφάνεια:
« Δεν προσκυνούμε• ορθοί θα μιλήσουμε μαζί του- τέτοια η συνήθεια στην Ελλάδα. » Κι όταν του εξηγούν το λόγο του ταξιδιού, του λένε:
« Ήρθαμε από τον ομφαλό της γης στην άκρα ετούτη
του κόσμου, ν’ αφουκραστούμε το λόγο σου• να ξε-
διαλέξουμε ό,τι μας ταιριάζει, να το πάρουμε μαζί
μας και να φύγουμε! »
Έτσι είναι, σύντροφοι αυτής της βιβλικής και μυθικής περιπλάνησης. Ο στοχαστής παίρνει αυτά που του ταιριάζουν! Από την Π. Διαθήκη θα πάρουμε αυτά που μας ταιριάζουν! Δεν θα τη θεωρήσουμε σαν την πεμπτουσία « του θρησκευτικού μας πιστεύω », ώστε να δεχτούμε όλα όσα έχουν γραφεί. Σαν τη μέλισσα θα γυρέψουμε να πάρουμε αυτό που η ψυχή μας- ανάλογα με το βαθμό της ωριμότητας που έχει- αναζητά και της είναι χρήσιμο στην πνευματική της εξέλιξη. Δεν μας κατέχει εωσφορική αλαζονεία. Αλλά πλαντούμε, μας φαίνονται πολύ βαριές οι πνευματικές αλυσσίδες με τις οποίες θέλουν να μας κρατούν δούλους της σκέψης οι θρησκευτικοί μας ταγοί.
Να γυρίσουμε όμως στον κρητικό στοχαστή, αυτή την παγκόσμια μέλισσα, τον Ν. Καζαντζάκη, για να γνωρίσουμε τον διάλογο του Ινδού ιερωμένου με τους Έλληνες γύρω από την Ελένη:
« ΜΟΓΑΛΑΝΟΣ
Αδέρφια, ετούτοι είναι οι Έλληνες, τα αιώνια παιδιά
της φαντασίας, τ’ αστόχαστα ψάρια που σκιρτούν
και παίζουν μέσα στα παραγάδια του ψαρά και θαρρούν
Πως σκιρτούν και παίζουν λεύτερα στην απέραντη θάλασσα!
Τα ιστορικά τους είναι όνειρο καμβωμένο από γαλάζιο
κύμα, από φτενά χωράφια, από καράβια κι αλό-
γατα. Με τ’ ανύπαρκτα ετούτα στοιχεία παίζουν,
δουλεύουν, πλάθουν, μέσα στον υπνωμένο αγέρα,
πολέμους, θεούς, νόμους, πολιτείες…
Δυστυχισμένοι! Χρόνια πολεμούσατε στην Τροία για
την Ελένη, και δεν είχατε ψυχανεμιστεί πως πο-
πολεμούσατε μονάχα για τον ίσκιο της Ελένης!
Αρματώσατε καράβια, κινήσατε όλοι μαζί με αρχη-
γούς, με προφήτες, με αλόγατα• ταξιδέψατε μέσα
στον ύπνο σας• αγναντέψατε ένα κάστρο καμωμένο
από σύννεφο, άναψαν τα αίματά σας• φωνάξατε:
« Ετούτη είναι η Τροία! Ετούτη είναι η Τροία!»
Βάλατε αντήλιο το χέρι, ξεχωρίσατε μαύρα σημάδια
να σαλεύουν απάνω στα τείχη και φωνάξατε: « Ε-
τούτοι είναι οι οχτροί μας!» Κι έσμιγαν, χώριζαν,
ξανάσμιγαν οι ίσκιοι απάνω στα χώματα
Δέκα χρόνια!
Κι όλα ετούτα ήταν, δυστυχισμένοι, ένα παιγνίδι από
φως και σκοτάδι… Το πνέμα του Πονηρού κάθουν-
ταν απάνω στον αγέρα διπλοπόδι και δημιουργού-
σε το κάστρο και τα καράβια και το πέλαο και το
θυμό του Αχιλλέα και την ομορφιά της Ελένης.

Α’ ΕΛΛΗΝΑΣ
Κι αν ήταν , ω Γυμνοσοφιστή, ίσκιος η Ελένη, βλογη-
μένος ο ίσκιος της! Γιατί για τον ίσκιο ετούτον
πολεμώντας, πλατύναμε το νου μας, αντρειέψαμε
τα κορμιά μας, γυρίσαμε στην πατρίδα κι ήταν τα
φρένα μας γιομάτα περιπλάνησες κι αντρεία• και
τα καράβια μας
Γιομάτα λεβεντιά και ξομπλιαστά σκουτιά κι ανατο-
λίτισσες γυναίκες!
Δέκα χρόνια χύναμε το αίμα μας κι έπινε ο ίσκιος της
Ελένης, και τυλίγουνταν αργά, πονετικικά, ανθρώ-
πινη σάρκα…Κι ύστερα από δέκα χρόνια παρακά-
λια κι αγώνα, η Ελένη στάθηκε μπροστά μας κι ά-
χνιζε το κορμί της ζεστό και στέρεο, έπαιζαν τα
σγουρά μαλλιά της στον πελαγίσιον άνεμο, κι όλοι
οι Έλληνες θαμπώθηκαν μαντεύοντας της ασύ-
κριτης γυναίκας την ωραιότητα• και τα δέκα χρό-
νια άναψαν κι έσβησαν στα φρένα μας σαν μιαν αστραπή
- Κι όλες οι βουνοκορφές της Ελλάδας αντιφέγγισαν
διαλαλώντας το θάμα!
Πέρασαν , χάθηκαν γενεές, μα η Ελένη, αθάνατη, σα-
λεύει μέσα στο τραγούδι, καθίζει στα τραπέζια των
αρχόντων και στη σύναξη του λαού. Ανεβαίνει το
βράδυ στα κρεβάτια των νιόνυφων, σα νύφη, κι ό-
λες οι θυγατέρες της Ελλάδας της μοιάζουν• είναι
η γυναίκα των Ελλήνων.

Β’ ΕΛΛΗΝΑΣ
Βλογημένοι να ‘ναι οι θεοί! Να πώς σαρκώνουμε, εμείς
οι Έλληνες, τους ίσκιους, να πώς δουλεύουμε εμείς
και σκαλίζουμε τον αγέρα- σα να ‘ταν μάρμαρο.
Όλη η Γης, ασκητή, μου φαντάζει μια Ελένη βουτη-
μένη στα κλάματα και στα παιγνίδια, νιόλουστη•
και λάμπει η μικρή πατούσα αιματωμένη,
Σαν της Νίκης. » ( Ν. Καζαντζάκης, “Βούδας” )





Δεν υπάρχουν σχόλια: