Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Οι μύθοι, οι ιστορίες και τα παραμύθια γράφτηκαν για να προβληματιστούμε…

[[ δαμ- ων ]]

Συνήθως τα παραμύθια είναι συνδεδεμένα με τις ιστορίες που λένε οι παππούδες και οι γιαγιάδες στα εγγόνια για να περάσει χαρούμενα η ώρα ή για να τα κοιμίσουν. Οι ιστορίες νομίζουμε ότι είναι ευχάριστες διηγήσεις που λένε κάποιοι στην παρέα για να μας εντυπωσιάσουν κι έτσι να γίνουν το επίκεντρο της προσοχής μας ή του θαυμασμού μας. Οι μύθοι πιστεύουμε πως είναι επινοήσεις των λαών για να εκφράσουν φυσικές δυνάμεις και θεότητες του παρελθόντος ή να περιγράψουν ηρωικά γεγονότα δίνοντας φανταστικές διαστάσεις. Ίσως να είναι έτσι για όσους θέλουν να τα δουν ρηχά, επιδερμικά, και χωρίς προβληματισμό. Όσοι, όμως, έχουν τη δυνατότητα να διεισδύσουν στην εσώτερη ερμηνεία τους, μπορούν να βγάλουν εξαίρετα ηθικά διδάγματα και μεγάλα μαθήματα για την ψυχή τους. Επομένως οι μύθοι, οι ιστορίες, τα παραμύθια είναι επινοήσεις για να προβληματιστούμε και να ψάξουμε να βρούμε την αλήθεια. Έτσι διαμέσου της μεταφοράς και της αλληγορίας των παραμυθιών και των μύθων μπορούμε να φτάσουμε στη βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων- κι απ’ ό,τι φαίνεται είναι ο μοναδικός και αποτελεσματικότερος τρόπος- γιατί δεν υπάρχει άλλος να εξηγήσεις το ανεξήγητο. Τα πνευματικά θέματα πολλές φορές είναι ανεξήγητα, οπότε η αλληγορία είναι πολύ πιο κατάλληλη από οποιαδήποτε διανοητική εξήγηση. Να έχουμε πάντα κατά νου ότι τις μεγαλύτερες διδασκαλίες ο Ιησούς τις έδωσε μέσα από τις παραβολές. Όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι και μύστες της ανθρωπότητας έδωσαν την αλήθεια μέσα από παραβολές, μύθους και παραμύθια. Ο Λάο Τσε έχει πει ότι η αλήθεια που μπορεί να εξηγηθεί με λόγια δεν είναι αλήθεια! Όπως μέσα στο μαργαριτοφόρο όστρακο βρίσκεται το πολύτιμο μαργαριτάρι, έτσι στο παραμύθι ή στο μύθο βρίσκεται η αλήθεια. Ο Ιησούς είπε: «γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάννης, η΄, 32) Λέγοντας πως η αλήθεια θα μας ελευθερώσει, δεν εννοούσε πως ήμασταν δούλοι και θα γίνουμε ελεύθεροι. Εννοούσε ότι θα ελευθερώσει την σκέψη μας. Μια σκέψη απεγκλωβισμένη από προσκολλήσεις, μπορεί να εννοήσει το βάθος των πραγμάτων. Όσοι τα καταφέρουν «ίνα κι αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία».

Η συνέχεια >>> εδώ …

Η σημερινή μας ιστορία είναι παρμένη από το βιβλίο “Ιστορίες να σκεφτείς” του Χόρχε Μπουκάι, κι έχει τον τίτλο “Ο τρομερός εχθρός”:
[[ Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα βασίλειο μακρινό και απομονωμένο, ήταν ένας βασιλιάς που του άρεσε πολύ η δύναμη της εξουσίας. Όμως, δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος του για εξουσία απλώς και μόνο κατέχοντας την. Είχε και την ανάγκη να τον θαυμάζουν όλοι για τη δύναμη του.
Έτσι- όπως η μητριά της Χιονάτης που δεν της έφτανε μόνο να βλέπει την ομορφιά της- χρειαζόταν κι αυτός να κοιτάζεται σ’ έναν καθρέφτη που να του λέει πόσο δυνατός ήταν. Δεν είχε μαγικούς καθρέφτες, αλλά ένα σωρό αυλικούς και υπηρέτες τους οποίους ρωτούσε αν ήταν αυτός ο πιο δυνατός άνδρας του βασιλείου.
Απαράλλαχτα, όλοι του απαντούσαν:
«Μεγαλειότατε, είσαι πολύ δυνατός, αλλά ξέρεις ότι ο μάγος έχει μια δύναμη που κανένας άλλος δεν κατέχει. Αυτός, γνωρίζει το μέλλον».
Εκείνη την εποχή, αλχημιστές, φιλοσόφους, στοχαστές, ιερείς και αποκρυφιστές τους αποκαλούσαν, γενικεύοντας, «μάγους».
Ο βασιλιάς ζήλευε πολύ το μάγο του βασιλείου, ο οποίος όχι μόνο είχε τη φήμη ανθρώπου καλού και γενναιόδωρου, αλλά και αγαπητού στο λαό που τον θαύμαζε και γιόρταζε που υπήρχε αυτός ο άνθρωπος και ζούσε εκεί.
Δεν έλεγαν τα ίδια και για τον βασιλιά.
Ίσως επειδή είχε ανάγκη να αποδεικνύει συνεχώς ότι αυτός κυβερνούσε, ο βασιλιάς δεν ήταν ούτε δίκαιος ούτε αμερόληπτος, και ακόμα λιγότερο καλός και ευγενικός.
Μια μέρα, κουρασμένος να ακούει τον κόσμο να του λέει πόσο δυνατός και αγαπητός ήταν ο μάγος, ή υποκινούμενος από αυτό το κράμα ζήλειας και φόβου που προκαλεί ο φθόνος, ο βασιλιάς κατέστρωσε ένα σχέδιο: θα οργάνωνε μια μεγάλη γιορτή στην οποία θα προσκαλούσε το μάγο. Μετά το δείπνο, θα ζητούσε την προσοχή όλων. Θα καλούσε το μάγο στο κέντρο της αίθουσας και, μπροστά στους αυλικούς, θα τον ρωτούσε αν ήταν αλήθεια ότι ήξερε να διαβάζει το μέλλον. Ο καλεσμένος θα είχε δύο δυνατότητες: ή να πει όχι, διαψεύδοντας έτσι το θαυμασμό των υπολοίπων, ή να πει ναι, επιβεβαιώνοντας την αιτία της φήμης του. Τότε, θα του ζητούσε να πει ποια ημερομηνία επρόκειτο να πεθάνει ο μάγος του βασιλείου. Αυτός θα έδινε μια απάντηση, μια οποιαδήποτε μέρα- δεν είχε σημασία ποια. Ο βασιλιάς σχεδίαζε να τραβήξει το σπαθί του και να τον σκοτώσει την ίδια εκείνη στιγμή. Έτσι, θα κατάφερνε δύο πράγματα με ένα μόνο χτύπημα: το πρώτο, να απαλλαγεί από τον εχθρό του για πάντα, το δεύτερο, να αποδείξει ότι ο μάγος δεν είχε μπορέσει να δει το μέλλον, μιας και θα είχε κάνει λάθος στην πρόβλεψη του. Σε μία μόνο νύχτα θα τελείωναν ο μάγος και ο μύθος των δυνάμεων του…
Οι προετοιμασίες ξεκίνησαν αμέσως, και πολύ γρήγορα έφτασε η μέρα της γιορτής.
Μετά από ένα μεγάλο δείπνο, ο βασιλιάς έφερε τον μάγο στο κέντρο και του μίλησε:
«Είναι αλήθεια ότι μπορείς να διαβάζεις το μέλλον;»
«Λίγο», είπε ο μάγος.
«Και μπορείς να διαβάσεις και το δικό σου μέλλον;»
«Λίγο», είπε ο μάγος.
«Τότε, θέλω να μου δώσεις μια απόδειξη» συνέχισε ο βασιλιάς. «Ποια μέρα θα πεθάνεις; Ποια είναι η ημερομηνία του θανάτου σου;» Ο μάγος χαμογέλασε, τον κοίταξε στα μάτια και δεν απάντησε.
«Τι έγινε μάγε;» είπε ο βασιλιάς χαμογελώντας. «Δεν το ξέρεις; Δεν είναι αλήθεια ότι μπορείς να διαβάζεις το μέλλον;»
«Δεν είναι αυτό…» απάντησε ο μάγος, «αλλά αυτό που ξέρω δεν τολμώ να σου το πω.»
«Τι σημαίνει δεν τολμάς;» είπε ο βασιλιάς. «Είμαι ανώτερος σου και σε διατάζω να μου το πεις. Πρέπει να καταλάβεις ότι είναι πολύ σημαντικό για το βασίλειο να ξέρουμε πότε θα χάσουμε τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες μας. Απάντησε μου λοιπόν. Πότε θα πεθάνει ο μάγος του βασιλείου;»
Μετά από μια γεμάτη ένταση σιωπή, ο μάγος τον κοίταξε και είπε:
«Δεν μπορώ να σου πω ακριβώς την ημερομηνία, αλλά ξέρω ότι ο μάγος θα πεθάνει ακριβώς μία μέρα πριν το βασιλιά.»
Για λίγες στιγμές, ο χρόνος πάγωσε. Ένας ψίθυρος απλώθηκε ανάμεσα στους καλεσμένους.
Ο βασιλιάς πάντα έλεγε ότι δεν πίστευε ούτε σε μάγους ούτε σε προφητείες, αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν τόλμησε να σκοτώσει το μάγο. Αργά, ο άρχοντας κατέβασε τα χέρια κι έμεινε σιωπηλός.
Οι σκέψεις στριμώχνονταν στο κεφάλι του. Συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει λάθος. Το μίσος του είχε γίνει ο χειρότερος σύμβουλος.
«Μεγαλειότατε, χλόμιασες. Τι σου συμβαίνει;» ρώτησε ο καλεσμένος.
«Αισθάνομαι άσχημα» απάντησε ο μονάρχης. «Θα πάω στο δωμάτιο μου. Σε ευχαριστώ που ήρθες…»
Και με μια αόριστη χειρονομία, στράφηκε σιωπηλός και κατευθύνθηκε προς τα διαμερίσματα του.
Σκέφτηκε πως ο μάγος ήταν έξυπνος. Είχε δώσει την μοναδική απάντηση που μπορούσε να αποτρέψει το θάνατο του.
Άραγε, να είχε μαντέψει το θάνατο του;
Η πρόβλεψη δεν μπορούσε να είναι αληθινή. Αλλά, κι αν ήταν; Ένιωθε μπερδεμένος και ζαλισμένος…
Ο βασιλιάς επέστρεψε και είπε με βροντερή φωνή:
«Μάγε, είσαι διάσημος στο βασίλειο για τη σοφία σου. Σε παρακαλώ να περάσεις αυτή τη νύχτα στο παλάτι, γιατί πρέπει να σε συμβουλευτώ το πρωί πριν πάρω κάποιες βασιλικές αποφάσεις.»
«Μεγαλειότατε! Θα είναι μεγάλη μου τιμή…» είπε ο καλεσμένος υποκλινόμενος.
Ο βασιλιάς διέταξε τους προσωπικούς του φρουρούς να συνοδεύσουν το μάγο μέχρι τα δωμάτια των καλεσμένων του παλατιού και να επιτηρούν την πόρτα του σιγουρεύοντας ότι δεν θα του συνέβαινε τίποτα.
Εκείνη τη νύχτα ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να αποκοιμηθεί. Ήταν πολύ ανήσυχος, σκεφτόταν τι θα συνέβαινε αν του μάγου του ‘χε κάτσει άσχημα το φαγητό, ή αν πάθαινε κάποιο ατύχημα κατά τη διάρκεια της νύχτας, ή αν, απλώς, είχε έρθει η ώρα του.
Πολύ νωρίς το πρωί, ο βασιλιάς χτύπησε την πόρτα του καλεσμένου του.
Ποτέ στη ζωή του δεν του ‘χε περάσει η σκέψη να συμβουλευτεί κάποιον πριν πάρει τις αποφάσεις του, αλλά αυτή τη φορά, αμέσως μόλις ο μάγος τον δέχτηκε, έκανε μια ερώτηση, καθώς χρειαζόταν μια δικαιολογία.
Και ο μάγος, που ήταν σοφός, του έδωσε μια απάντηση σωστή, δημιουργική και δίκαιη.
Ο βασιλιάς, σχεδόν χωρίς να ακούσει την απάντηση επαίνεσε τον φιλοξενούμενο του για την ευφυΐα του και του ζήτησε να κάτσει μια μέρα παραπάνω, υποτίθεται για να τον «συμβουλευτεί» για κάποιο άλλο ζήτημα… (Προφανώς, ο βασιλιάς ήθελε μόνο να είναι σίγουρος ότι δεν θα του συνέβαινε τίποτα.)
Ο μάγος, ο οποίος απολάμβανε την ελευθερία που μόνο οι φωτισμένοι κατακτούν, δέχτηκε.
Από τότε και κάθε μέρα, το πρωί ή το βράδυ, ο βασιλιάς πήγαινε μέχρι τα δωμάτια του μάγου για να τον συμβουλευτεί και να τον δεσμεύσει για μια νέα συμβουλή την επόμενη μέρα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι ο βασιλιάς να αντιληφθεί ότι οι προτροπές του καινούργιου του συμβούλου ήταν πάντα σωστές, και κατέληξε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, να τις υπολογίζει σε κάθε μια από τις αποφάσεις του.
Πέρασαν οι μήνες, και μετά τα χρόνια.
Και, όπως πάντα, κοντά σε αυτόν που ξέρει, μαθαίνει κι αυτός που δεν ξέρει.
Έτσι κι έγινε. Σιγά σιγά, ο βασιλιάς γινόταν όλο και πιο δίκαιος.
Δεν ήταν πια ούτε δεσποτικός ούτε αυταρχικός. Δεν είχε πια την ανάγκη να αισθάνεται δυνατός, και μάλλον γι’ αυτό δεν είχε και την ανάγκη να επιδεικνύει τη δύναμη του.
Άρχισε να καταλαβαίνει ότι και η ταπεινοφροσύνη μπορούσε να έχει πλεονεκτήματα.
Άρχισε να κυβερνά με περισσότερη σοφία και γενναιοδωρία.
Έτσι έγινε, κι ο λαός του άρχισε να τον αγαπά όπως δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ πριν.
Ο βασιλιάς δεν πήγαινε πια να δει τον μάγο για να ρωτήσει για την υγεία του, μα για να μάθει, να μοιραστεί μια απόφαση, ή απλώς για να κουβεντιάσει.
Ο βασιλιάς και ο μάγος κατέληξαν να γίνουν επιστήθιοι φίλοι.
Μέχρι που, μια μέρα, πάνω από τέσσερα χρόνια μετά από εκείνο το δείπνο, χωρίς να υπάρξει κανένα κίνητρο, ο βασιλιάς θυμήθηκε.
Θυμήθηκε πως αυτός ο άνθρωπος, που τώρα θεωρούσε τον καλύτερο του φίλο, είχε υπάρξει μισητός εχθρός του.
Θυμήθηκε το σχέδιο που είχε οργανώσει για να τον σκοτώσει.
Και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να κρατάει αυτό το μυστικό χωρίς να αισθάνεται υποκριτής.
Ο βασιλιάς μάζεψε το κουράγιο του και πήγε μέχρι το δωμάτιο του μάγου. Χτύπησε την πόρτα και, μόλις μπήκε, είπε:
«Αδελφέ μου, έχω κάτι να σου πω που μου βαραίνει το στήθος.»
«Μίλα» είπε ο μάγος, «αλάφρωσε την καρδιά σου.»
«Τη νύχτα που σε κάλεσα σε δείπνο και σε ρώτησα για το θάνατο σου, δεν ήθελα να μάθω τίποτα για το μέλλον σου. Σχεδίαζα να σε σκοτώσω ό,τι κι αν μου απαντούσες. Ήθελα ο απρόσμενος θάνατος σου να απομυθοποιούσε τη φήμη σου ως μάντη. Σε μισούσα γιατί όλοι σε αγαπούσαν… Ντρέπομαι τόσο…»
Ο βασιλιάς εισέπνευσε βαθιά και συνέχισε: «Εκείνη τη νύχτα δεν τόλμησα να σε σκοτώσω, και τώρα που είμαστε φίλοι - παραπάνω από φίλοι• αδελφοί- με τρομοκρατεί η σκέψη όλων όσα θα είχα χάσει αν το είχα κάνει. Σήμερα αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να συνεχίσω να σου κρύβω την ντροπή μου. Είχα ανάγκη να σου τα πω όλα αυτά για να με συγχωρήσεις ή να με απορρίψεις, αλλά χωρίς απάτες.»
Ο μάγος τον κοίταξε και του είπε:
«Άργησες πολύ μέχρι να μπορέσεις να μου το πεις. Αλλά, όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το έκανες… Αυτό θα μου επιτρέψει να σου πω ότι το ήξερα ήδη. Όταν μου έκανες εκείνη την ερώτηση και χάιδεψες με το χέρι σου τη λαβή του σπαθιού σου, ήταν τόσο ξεκάθαρη η πρόθεση σου, που δεν χρειαζόταν να είμαι μάντης για να καταλάβω τι σκεφτόσουν να κάνεις.»
Ο μάγος χαμογέλασε και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του βασιλιά.
«Σαν δίκαιη ανταμοιβή για την ειλικρίνεια σου, οφείλω να σου πω ότι κι εγώ σου είπα ψέματα. Σου ομολογώ ότι επινόησα αυτήν την παράλογη ιστορία για τον θάνατο μου πριν απ’ τον δικό σου, για να σου δώσω ένα μάθημα. Ένα μάθημα που δεν είχες μπορέσει να μάθεις μέχρι σήμερα. Ίσως να είναι το πιο σημαντικό απ’ όσα σου έχω διδάξει.
«Πορευόμαστε στη ζωή απορρίπτοντας με βδελυγμία χαρακτηριστικά των άλλων, ή ακόμα και δικά μας, που θεωρούμε ευτελή, απειλητικά ή άχρηστα… Όμως, αν καθόμασταν λίγο να το σκεφτούμε, θα καταλαβαίναμε πόσο δύσκολο θα μας ήταν να ζήσουμε χωρίς αυτά που πολλές φορές περιφρονούμε.
Ο θάνατος σου, αγαπημένε μου φίλε, θα έρθει ακριβώς την ημέρα του θανάτου σου, κι ούτε ένα λεπτό νωρίτερα. Είναι σημαντικό να ξέρεις ότι εγώ είμαι γέρος, και η δική μου μέρα μάλλον πλησιάζει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σκέφτεσαι ότι η δική σου αποχώρηση θα πρέπει να είναι δεμένη με τη δική μου. Είναι οι ζωές μας που συνδέθηκαν, όχι οι θάνατοι μας.»
Ο βασιλιάς και ο μάγος αγκαλιάστηκαν και γιόρτασαν πίνοντας στην εμπιστοσύνη που τους ενέπνεε εκείνη η σχέση που είχαν χτίσει μαζί.
Ο μύθος λέει πως, ανεξήγητα, την ίδια εκείνη νύχτα, ο μάγος… πέθανε στον ύπνο του.
Ο βασιλιάς έμαθε την κακή είδηση την επόμενη μέρα και αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένος. Δεν αγωνιούσε στη τη σκέψη του δικού του θανάτου, καθώς είχε μάθει από το μάγο να ζει απελευθερωμένος από την ιδέα της παραμονής του σε τούτον εδώ τον κόσμο.
Ήταν θλιμμένος για το θάνατο του φίλου του. Εξαιτίας ποιας παράξενης σύμπτωσης είχε μπορέσει ο βασιλιάς να μιλήσει στο μάγο γι’ αυτό το θέμα, ακριβώς τη νύχτα του θανάτου του.
Είναι πιθανό, με τρόπο ανεξήγητο, ο μάγος να είχε επηρεάσει τις καταστάσεις ώστε ο βασιλιάς να μπορέσει να του εξομολογηθεί το μυστικό του και να απελευθερωθεί από το φόβο του να πεθάνει την επόμενη μέρα.
Ήταν μια τελευταία πράξη αγάπης για να τον λυτρώσει από τους αλλοτινούς του φόβους…
Λένε πως ο βασιλιάς σηκώθηκε κι έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια έναν τάφο για τον φίλο του στον κήπο, κάτω απ’ το παράθυρο του. Έθαψε εκεί το σώμα του, και την υπόλοιπη μέρα την πέρασε δίπλα στο βουναλάκι με το χώμα, να κλαίει όπως κλαίμε μόνο τους πολύ αγαπημένους μας που χάθηκαν. Και, μόλις έπεσε η νύχτα, ο βασιλιάς επέστρεψε στο δωμάτιο του.
Λέει ο μύθος πως την ίδια εκείνη νύχτα, είκοσι τέσσερις ώρες μετά το θάνατο του μάγου, ο βασιλιάς πέθανε στο κρεβάτι του ενώ κοιμόταν… Ίσως ήταν σύμπτωση… Ίσως ήταν ο πόνος… Ίσως για να επιβεβαιώσει την τελευταία διδαχή του δασκάλου του.]]
Έχει, άραγε, σημασία η κοσμική δύναμη; Οι μεγάλοι αυτοκράτορες, οι μεγάλοι κατακτητές, είναι τα σημαντικά πρόσωπα στην ιστορία της ανθρωπότητας; Σε τελική ανάλυση ωφέλησαν την ανθρωπότητα; Μπόρεσαν κι άφησαν τη σφραγίδα τους, δίνοντας ώθηση ώστε οι άνθρωποι να κάνουν κάποια βήματα προόδου και να πάνε πολιτιστικά μερικά βήματα εμπρός; Ο Μέγας Θεοδόσιος, λ.χ., μπορεί να ανακηρύχθηκε Μέγας και Άγιος από την εκκλησία γιατί με δικά του διατάγματα σταμάτησε το Δωδεκάθεο και καθιερώθηκε ο Χριστιανισμός, αλλά η κυριαρχία του σημαδεύτηκε από την ποινή αίματος που επέβαλε στην Αντιόχεια και τη σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης, όπου 7.000 πολίτες βρήκαν το αποτρόπαιο θάνατο , σύμφωνα με τον ιστορικό Θεοδώρητο, ενώ κατά τον Κεδρηνό, τον Θεοφάνη και άλλους, ο αριθμός των θυμάτων ξεπερνά τις 15.000. «Τους θέρισαν όλους», γράφει ο Θεοδώρητος, «σαν καλαμιές στον θερισμό». Κι όμως αυτόν τον σφαγέα ο “άγιος” Αυγουστίνος τον αποκαλεί «τέλειο χριστιανό μονάρχη», ενώ ο Θεοδώρητος «Πανεύφημο βασιλέα και θεοφιλέστατο».
Αν ο βασιλιάς του παραμυθιού δεν φοβόταν τον δικό του θάνατο, σύμφωνα με όσα του είπε ο μάγος, θα ήταν ένας δολοφόνος. Μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει τη δύναμή του, ήταν έτοιμος να διατάξει το φόνο του αντίζηλού του. Ο φόβος μπροστά στο θάνατο έκανε τον βασιλιά να αναθεωρήσει την αρχική του πρόθεση και σιγά- σιγά να μετατραπεί το μίσος σε βαθιά φιλία, εμπιστοσύνη, σεβασμό κι αγάπη. Έτσι, ένα απρόσμενο γεγονός, η σοφή- και συνάμα με τάση αυτοάμυνας- απάντηση του μάγου, οδήγησε στην μετάλλαξη του σκληρού, εγωιστή και αλαζόνα βασιλιά.
Ακούγοντας τη λέξη μάγος, δεν πρέπει να συνδέσουμε τον συνομιλητή του βασιλιά με τη μαγεία όπως εννοείται σήμερα από τους περισσότερους. Έχει βάλει, βέβαια, και η εκκλησία το χεράκι της, θέτοντας το ίδιο σακί τη μαύρη με τη λευκή μαγεία. Γιατί άλλο το έργο της κακής ψυχής κι άλλο της καλής. Η κακή ψυχή εκτελεί μαύρη μαγεία, που συνδέεται με το κακό. Η καλή ψυχή επιτελεί λευκή μαγεία, θέλοντας να κάνει το καλό και να προσφέρει υπηρεσία στην ανθρωπότητα. Συνδέεται με την προσευχή, τη θετική επίκληση, την πνευματική θεραπεία, τη δημιουργία θετικών σκεπτομορφών για να περιβάλλουν με καλή ενέργεια και να δημιουργήσουν προστατευτική ασπίδα. Γιατί έχει λεχθεί για τους καλόψυχους: «ούτω παν δένδρον αγαθόν καρπούς καλούς ποιεί, το σε σαπρόν δένδρον καρπούς πονηρούς ποιεί» (Ματθαίος, ζ΄, 17) Οι καλοί καρποί είναι η λευκή μαγεία- όπως του μάγου της ιστορίας- και οι πονηροί καρποί είναι η μαύρη μαγεία. Δεν ωφελεί να ανακατεύουμε την ήρα (=ζιζάνια) με το σιτάρι- δηλαδή τη μαύρη με τη λευκή μαγεία- και να θεωρούνται όλα μαγεία, καλυπτόμενα με τον ίδιο μανδύα.
Εκτός από τον εξωτερικό χριστιανισμό, αυτόν που απευθύνεται στο μεγάλο πλήθος των πιστών και τον οποίο συναντάμε στις εκκλησίες, υπάρχει και ο εσωτερικός χριστιανισμός, που απευθύνεται στους λίγους- με κανένα τρόπο δεν μιλάμε για λίγους εκλεκτούς, αλλά για εκείνους που από μια εσωτερική παρόρμηση επιζητούν τη βαθύτερη αλήθεια- και οι οποίοι βαθμιαία γίνονται κοινωνοί εκείνων των θεμάτων για τα οποία ο Χριστός είπε: «έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι» (Ιωάννης, ιστ΄, 12). Οι μυημένοι στον εσωτερικό χριστιανισμό έχουν μάθει τεχνικές, ικανές να μετασχηματίσουν σιγά- σιγά το αγενές μέταλλο της ψυχής τους σε ευγενές μέταλλο, όπως οι παλιοί αλχημιστές. Εξάλλου αυτός ήταν ο πραγματικός σκοπός της “αλχημείας”. Δια της “φιλοσοφικής λίθου” να γίνει αυτός ο εσωτερικός μετασχηματισμός. Κι επειδή έχει δοθεί η εντολή «μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσι ν αυτούς εν τοις ποσίν αυτών και στραφέντες ρήξωσιν υμάς» (Ματθαίος,ζ΄, 6) οι τεχνικές αυτές δεν δίνονται στο αμύητο πλήθος, αλλά κρατούνται κρυφές. Έτσι έχει προκύψει ο όρος “αποκρυφισμός”- άλλη παρεξηγημένη έννοια, στην οποία έχουν αποδώσει σατανιστικές διαστάσεις. Ο συναφής όρος “μυστικισμός” δηλώνει ότι τα θέματα αυτά παραμένουν μυστικά και δεν κοινοποιούνται στους αμύητους. Μυστικιστές είναι και οι χριστιανοί μοναχοί, είτε ορθόδοξοι, είτε καθολικοί. Στα καθολικά τάγματα μάλιστα- όπως των φραγκισκανών, των βενεδικτίνων, των ιησουιτών κ.λ.π.- ο μυστικισμός είναι έντονος. Εδώ θα σας μεταφέρουμε για τον ορθόδοξο μυστικισμό μια προσωπική εμπειρία. Γνωρίζαμε ότι υπάρχει μια τεχνική των μοναχών για την εκφορά της “ευχής” (αδιάλειπτης προσευχής) «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με (τον αμαρτωλό)», όπου δίνουν στην κεφαλή την κατάλληλη κλίση, αναπνέουν με ορισμένο ρυθμό και οραματίζονται την καρδιά. Όταν σε επίσκεψή μας στο Αγ. Όρος σε γνωστό μας μοναχό- με καταγωγή από την περιοχή μας- ζητήσαμε να μας μιλήσει για την τεχνική, μας προσποιήθηκε τον ανήξερο. Αυτό ήταν ένα μυστικό των μοναχών, που δεν έπρεπε να κοινοποιηθεί σε λαϊκούς. Όπως ο φίλος μας μοναχός αρνήθηκε πως υπάρχει ένας ξεχωριστός τρόπος για να λέγεται η “ευχή”, οι μυστικιστές και οι αποκρυφιστές δεν δίνουν στο πλήθος τις τεχνικές τους, γιατί τα μυστήρια δεν είναι για όλους. Τέτοιοι καλοί μάγοι υπάρχουν αρκετοί γύρω μας- άγνωστοι σε εμάς- με μια ιδιότυπη σοφία και αντίληψη για τη ζωή. Και είναι ευτυχία να γνωρίσουμε κάποιον με αυτά τα χαρακτηριστικά. Η φιλοσοφία του και οι συμβουλές του μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο για τη δική μας ζωή, όπως του μάγου στην μετέπειτα ζωή του βασιλιά, που από έναν αλαζόνα και σκληρό ηγεμόνα τον μετέτρεψε σε έναν δίκαιο και σοφό ηγέτη.
Τόσο πολύ μαλάκωσε η καρδιά του βασιλιά, που πήρε την απόφαση να εξομολογηθεί στον πρώην εχθρό του, και τώρα επιστήθιο φίλο του, το αρχικό του σχέδιο να τον σκοτώσει. Μα το κυριότερο ήταν που ο μεγάλος ηγεμόνας, ένας ολόκληρος βασιλιάς, ζήτησε συγνώμη από έναν άνθρωπο του βασιλείου του. Μεγάλο πράγμα η μετάνοια!
Το σίγουρο είναι ότι στη ζωή κάνουμε πολλά λάθη. Αδικούμε πολλούς συνανθρώπους μας. Κυρίως μας διαφεύγει το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πράγματα που μας κάνουν αντίπαλους. Αντίθετα, υπάρχουν πολλά περισσότερα που μας ενώνουν, που μας κάνουν φίλους και συνεργάτες. Μακάρι να έρθει εκείνη η μέρα- μακρινή ή κοντινή δεν ξέρουμε, από εμάς εξαρτάται, από τη δική μας πρόθεση- όπου όλοι θα πούμε σαν την Αντιγόνη: «Ου συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν.» (μετάφρ: δεν γεννήθηκα για να μισώ αλλά για να αγαπώ). Έχουμε ξεχάσει- μπορεί και να φταίει η παιδεία μας, που είναι παιδεία ζούγκλας- πως όλοι είμαστε αδελφές ψυχές, οι οποίες βρεθήκαμε στο κοσμικό πεδίο εκπληρώνοντας ένα σχέδιο, που λέγεται κοσμικό σχέδιο. Κι όπως για να υλοποιηθεί ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα κτίριο πρέπει να συνεργαστούν πολλοί τεχνίτες, με διαφορετικές τέχνες, έτσι κι εμείς πρέπει να συνεργαστούμε, έχοντας κατά νου: «εφ’ ω ετάχθη έκαστος»! Γιατί ο καθένας μας εκπληρώνει ένα μέρος του κοσμικού σχεδίου. Κι όπως δεν θέλουμε οι άλλοι να στέκονται εμπόδια στα σχέδιά μας, έτσι να μην στεκόμαστε κι εμείς από μικροψυχία εμπόδιο στους άλλους. Κι αν κάνουμε λάθη- που σίγουρα θα κάνουμε και μάλιστα πολλά- να μετανιώνουμε, να ζητάμε συγνώμη και να συνεχίζουμε. Αρκεί να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Απλά, αυτά να μας γίνονται πολύτιμα μαθήματα κι εμπειρίες ζωής. Πολύτιμα μαργαριτάρια, που ενώνονται με την κλωστή της ζωής! Σε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι αναφέρεται η επόμενη ιστορία μας- πέστε το και παραμύθι ( η ορθογραφία του είναι μιας άλλης εποχής):
[[ Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε πάνω στα βουνά ένας άγριος ληστής. Ο ληστής αυτός ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλης της περιοχής.
Ήταν γιγαντόσωμος, μαυριδερός και πυκνά γένια σκέπαζαν όλο του το πρόσωπο και του έδιναν μια αγριωπή όψη. Στα άγρια μάτια του καθρεπτιζόταν η σκληρότητα της καρδιάς του.
Πολλές φορές κατέβαινε στις κοντινές πόλεις κι έκλεβε διάφορα τρόφιμα, κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Άλλοτε έστηνε καρτέρι σε ανυποψίαστους διαβάτες, έκλεβε ό,τι κουβαλούσαν πάνω τους κι αν του αντιστέκονταν δεν δίσταζε να τους σκοτώση. Ήταν ένας άγριος και πολύ κακός ληστής! Τις νύχτες οι άνθρωποι νωρίς-νωρίς κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τους και δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους.
Κάποτε λοιπόν ο ληστής αυτός, καθώς περιπλανιόταν αναζητώντας νέα θύματα, έχασε το δρόμο του και βρέθηκε στην έρημο. Ένα απέραντο σεντόνι από άμμο απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ψυχή δεν φαινόταν πουθενά. Ο ήλιος με τις καυτερές του ακτίνες έκαιγε τον τόπο. Απότομοι και κοφτεροί βράχοι στραφτάλιζαν στο καθρέπτισμα των ακτίνων του.
Έντονη δίψα ξέραινε τα χείλη του ληστή και έκαιγε τα σωθικά του. Πόσο επιθυμούσε μια σταγόνα δροσιάς! Τον κυρίευσε απελπισία.
Και ξαφνικά, ενώ σερνόταν από την κούραση και την εξάντληση πάνω στην καυτή άμμο, διακρίνει από μακριά μια ανθρώπινη φιγούρα μέσα σε μια χαράδρα. Μέσα του φτερούγισε η ελπίδα. Συγκεντρώνει όσες δυνάμεις τού απόμειναν και πλησιάζει προς τα εκεί. Ένα μικροκαμωμένο γεροντάκι, σχεδόν ρακένδυτο, κρατούσε στα χέρια του ένα τσίγκινο ποτήρι και περίμενε υπομονετικά ώρες και ώρες να το γεμίση με νερό από τις στάλες που έπεφταν από το σφιχταγκάλιασμα δυο βράχων.
Παραξενεύτηκε ο ληστής∙ τι γύρευε το γεροντάκι σ’ αυτή την ερημιά όπου μόνο άγρια θηρία συναντούσε κανείς;
- Γέρο, γρήγορα, του λέει, δωσ’ μου το νερό σου να το πιω, αλλιώς τη χάνεις τη ζωή σου.
- Μετά χαράς, παιδί μου, του λέει ο γέροντας και του προσφέρει πρόθυμα το κύπελλο. Το πίνει μονομιάς ο ληστής και, αφού ξεδίψασε, κοιτάζει εξεταστικά το γέρο.
- Καλά, του λέει, τι κάνεις εσύ εδώ μονάχος μες στην ερημιά, χωρίς νερό, χωρίς ανθρώπους; Δε φοβάσαι τα άγρια θηρία; Τόσες πόλεις υπάρχουν εδώ τριγύρω, μες στην ερημιά διάλεξες να μείνης, γέρος άνθρωπος;
- Για την αγάπη του Χριστού, παιδί μου, του απάντησε ο γέροντας.
Απόρησε ο ληστής και μια ταραχή τον συνεπήρε, καθώς ένοιωσε το γαλήνιο βλέμμα τού γέροντα να τον διαπερνά ολόκληρο.
- Πάμε στην καλύβα σου, του λέει, θέλω να μου δώσης όλα τα υπάρχοντά σου.
- Πάμε, παιδί μου, απαντάει πρόθυμα ο γέροντας.
Προχώρησαν αρκετή ώρα μέσα στην ανυπόφορη ζέστη.
- Πάρε παιδί μου, ό,τι θέλεις, του λέει ο γέροντας, μόλις έφτασαν στην καλύβα του.
Τάχασε ο ληστής. Πρώτη φορά τού έλεγαν να κλέψη ό,τι επιθυμούσε. Τι να κλέψη όμως από την καλύβα του παππούλη; Δεν είχε σχεδόν τίποτα. Ένα μισοτελειωμένο καλάθι, το εργόχειρό του, ένα παμπάλαιο, φθαρμένο από τη χρήση βιβλίο για τις προσευχές του, ένα κομποσχοίνι κρεμασμένο στον τοίχο και το τσίγκινο ποτήρι του. Αυτά ήταν όλη κι όλη η περιουσία του!
- Γέρο, είσαι πολύ φτωχός, του λέει.
- Για την αγάπη του Χριστού, παιδί μου.
Τώρα ήταν που απόρησε για τα καλά ο ληστής. Ποια ήταν αυτή η αγάπη του Χριστού για την οποία ο γέροντας υπομένει τόσες στερήσεις; Σίγουρα θάναι καμιά βασίλισσα κι αν μείνη μαζί του ίσως καταφέρη να βγάλη κάποιο κέρδος για τον εαυτό του.
Ο γέροντας όλη τη νύχτα ξαγρυπνούσε, προσευχόταν κι έκανε μετάνοιες. Ο ληστής έκανε πως κοιμόταν και τον παρακολουθούσε. Πολλές φορές τον έβλεπε να κλαίη και τότε το χλωμό του πρόσωπο έλαμπε.
Τη μέρα καθώς του μάθαινε να πλέκη καλάθια, ο γέρος σιγομουρμούριζε μια προσευχή που άρχισε να σκορπίζη σιγά-σιγά μια παράξενη γαλήνη στην ψυχή του ληστή. Ο γέροντας έτρωγε μόνο μια φορά τη μέρα, κατά τη δύση του ήλιου, ξερό ψωμί και άγρια χόρτα. Κατά το βραδάκι, μόλις άρχιζε να πέφτη η μέρα, καθόταν έξω από την καλύβα του και τότε άγρια θηρία τον πλησίαζαν κι αυτός τα χάιδευε.
Πρώτη φορά έβλεπε ο ληστής τέτοιο θέαμα, τέτοιον άνθρωπο! Το πρόσωπό του άρχισε να ημερώνη, η πέτρινη καρδιά του να μαλακώνη. Και μια μέρα δεν άντεξε άλλο και ρώτησε το γέροντα, ποια ήταν αυτή η αγάπη του Χριστού που για χάρη της ζούσε αυτή τη ζωή.
Κι ο γέροντας με το καθαρό βλέμμα που κοιτούσε πέρα μακριά, πιο μακριά κι από τον ορίζοντα και ξεσκέπαζε τα μυστικά κάθε καρδιάς, του εξήγησε πως η αγάπη του Χριστού έκανε τη φύση, τα μικρά και τα μεγάλα ζώα, την ομορφιά της μέρας και τη γαλήνη της νύχτας. Έκανε τον άνθρωπο, σταυρώθηκε από αγάπη γι’ αυτόν. Κι ίδιος δεν είναι παρά ένας φτωχός δούλος του Θεού, που το μόνο που μπορεί να κάνη χάριν αυτής της αγάπης είναι να στερηθή λίγα πράγματα πάνω στη γη.
Συγκινήθηκε ο ληστής. Κανείς δεν του ‘χε μιλήσει μ’ αυτόν τον τρόπο. Τώρα έβλεπε τη ζωή και τους ανθρώπους διαφορετικά. Ένοιωσε αυτήν την αγάπη του Χριστού να σταλάζη πάνω στην πέτρινη καρδιά του. Ζήτησε από τον γέροντα να μείνη κοντά του, ν’ αλλάξη ζωή, να τον βοηθήση να γίνη κι αυτός ένας δούλος του Χριστού.
Συγχρόνως όμως σκέψεις αμφιβολίας κατέκλυσαν την καρδιά του. Πώς μπορούσε να γίνη αυτό; Θα δεχόταν ο Χριστός για δούλο Του κάποιον που, όπως αυτός, είχε κλέψει ξένο βιος, είχε ρημάξει τόσα σπιτικά και είχε αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές; Τι έπρεπε να κάνη;
Ο γέροντας τον κοίταξε κατάματα και με σιγουριά τού είπε: Όλους τους δέχεται ο Χριστός! Και ‘σένα θα σε δεχτή, αρκεί πρώτα να τακτοποιήσης αυτά που του χρωστάς, να ξεχρεώσης τις αμαρτίες σου.
- Πώς μπορεί όμως να γίνη αυτό; ρώτησε με αγωνία ο ληστής.
- Αυτό που ζητάει από ‘σένα ο Χριστός, είναι να βρης και να του προσφέρης το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι!
- Μα αυτό είναι πολύ απλό! φώναξε ανακουφισμένος ο ληστής και ο νους του πήγε στους θησαυρούς που είχε κρυμμένους στη σπηλιά του, με τους οποίους θα μπορούσε ν’ αγοράση ό,τι επιθυμούσε.
Την άλλη μέρα κιόλας, πρωί-πρωί, ο πρώην ληστής έβαλε το δισάκι του με τα απαραίτητα στον ώμο, χαιρέτησε το γέροντα και ξεκίνησε να φέρη σε πέρας το σκοπό του. Φτερά έβαλε στα πόδια του!
Γύρισε πολιτείες και χωριά, ταξίδεψε σε μέρη άγνωστα, πέρα μακριά από τη θάλασσα, έφτασε στα πέρατα της γης. Με τα χρήματα που είχε μπορούσε να αγοράση ό,τι ήθελε, μα αυτός επιθυμούσε ν’ αγοράση το μεγαλύτερο μαργαριτάρι.
Τέλος, βρήκε ένα μαργαριτάρι ίσο με το μέγεθος ενός φουντουκιού, το αγόρασε δίνοντας όλα του τα υπάρχοντα και χαρούμενος γύρισε στο γέροντα.
Ο γέροντας τον κοίταξε καλά-καλά και του είπε: «Ευλογημένε, αυτό είναι ένα κοινό μαργαριτάρι, δεν είναι το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι!»
Τώρα τι να κάνη ο ληστής; Απογοητευμένος πήρε ξανά τους δρόμους. Διέσχισε τις πιο μακρινές πολιτείες, πέρασε ωκεανούς, γνώρισε λογής-λογής ανθρώπους, ρώτησε τους σοφούς της γης, μα κανείς δεν ήξερε να του πη, κανείς δεν είχε δη πού βρισκόταν το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι.
Τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν, τα μαλλιά του άσπρισαν, τα πόδια του κουράστηκαν. Απελπισμένος πως ποτέ δεν θα ‘βρισκε αυτό που γύρευε, ωδήγησε πάλι τα βαριά του βήματα στο καλύβι του γέροντα.
- Γέροντα, φωνάζει, γέροντα, πού είσαι; Μα απάντηση δεν πήρε καμιά.
Χορταριασμένη η αυλή, έρημο το καλυβάκι και πιο έρημη η ψυχή του ληστή. Και δίπλα, παραμελημένο το μνήμα του γέροντα μ’ έναν ξύλινο σταυρό που έγραφε: «Εδώ αναπαύεται ο δούλος του Χριστού Μακάριος».
Ράγισε η καρδιά του ληστή! Κάθισε κοντά στο μνήμα του γέροντα κι ένοιωσε μοναξιά και θλίψη να τον κυριεύουν. Με μιας ήρθε στο νου του όλη του η ζωή. Νοστάλγησε τις ειρηνικές στιγμές που έζησε μαζί με το γέροντα, το γαλήνιο βλέμμα του, την αστείρευτη αγάπη του. Τώρα σίγουρα θα βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά του Χριστού που τόσο αγάπησε και θα απολαμβάνη όλα τα αγαθά που στερήθηκε εδώ στη γη. Με τον ίδιο όμως τι θα γίνη, που δεν μπόρεσε με το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι να ξεχρεώση τις αμαρτίες του; Γιατί να έχη κάνει τόσο κακό; Πόσο πίκρανε το Χριστό! Δεν υπάρχει πια γι’ αυτόν σωτηρία, είναι απελπισμένος από την αγάπη Του, καταδικασμένος.
Και τότε, από τα κουρασμένα του μάτια κύλησε πάνω στην παλάμη του ένα πύρινο δάκρυ. Ένα μοναδικό, πολύτιμο δάκρυ! Κάνει με το μανίκι του να σκουπίση το δάκρυ και… τι να δη! Έλαμπε μέσα στη χούφτα του ένα ξεχωριστό μαργαριτάρι! Ήταν το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι! Ήταν το δάκρυ της μετάνοιας.]]
Όταν, λοιπόν, ολόκληρος βασιλιάς μετάνιωσε και ζήτησε συγνώμη από τον φίλο του μάγο, εμείς γιατί να μη μετανιώνουμε και γιατί να μη ζητάμε συγνώμη; Η ταπείνωση, για να φτάσουμε να ζητήσουμε συγνώμη, δεν είναι δείγμα αδυναμίας. Αντίθετα, δείχνει μεγάλη δύναμη ψυχής. Ο αρχικά αλαζόνας βασιλιάς πίσω από το σκληρό του πρόσωπο έκρυβε την αδυναμία του να τιθασέψει τα πάθη και τις μικρότητές του. Αυτά τα χαρακτηριστικά τον υποβίβαζαν από την πραγματική έννοια “άνθρωπος”, γιατί έκανε το αντίθετο από το «άνω θρώσκω». Αλλά ο αλχημιστής μάγος είχε το ελιξίριο της ζωής. Το ελιξίριο όχι με τη σημασία της ανανέωσης της ζωής, της παράτασης, αλλά με τη σημασία της φιλοσοφικής λίθου, που προσδίδει μια ποιότητα στη ζωή. Από υλική- εστιασμένη στις απολαύσεις και την κοσμική δόξα- την μετασχηματίζει σε πνευματική. Η πνευματική μεταστοιχείωση ανυψώνει τον άνθρωπο. Από μικρόψυχο τον κάνει μεγαλόψυχο. Ανοιχτό σε όλους, μια μεγάλη αγκαλιά που χωράει όλον τον κόσμο! Έτοιμο να συγχωρέσει, αλλά και να ζητήσει συγχώρεση. Ο Διδάσκαλος που συγχώρεσε εκείνους που τον σταύρωσαν και με τις πράξεις του θέλησαν να τον ευτελίσουν, ζητώντας από τον Πατέρα Του να συγχωρέσει κι Αυτός τους σταυρωτήδες Του: «πάτερ, άφες αυτοίς∙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκάς, κγ΄, 34), μας έχει πει: «όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθαίος, κγ΄, 12). Επομένως, η ταπείνωση ενώπιον των ανθρώπων είναι ανύψωση ενώπιον του Θεού! Κι όπως μας αναφέρει το δεύτερο παραμύθι τα δάκρυα της μετάνοιας είναι τα πολυτιμότερα μαργαριτάρια.
Ένα άλλο θέμα, που έθιξε ο σοφός μάγος, ήταν το θέμα του θανάτου. Όσο κι αν ξορκίζουμε το κακό, ο θάνατος είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός- και το τελευταίο- της ζωής μας. Με αυτόν θα δοθεί το τέλος αυτής της ζωής. Αναφέρουμε με έμφαση «το τέλος αυτής της ζωής». Γιατί ο μάγος της ιστορίας μας, ως μύστης, γνωρίζει πως η ψυχή του δεν έζησε μόνο αυτή τη ζωή στη γη. Έχει ντυθεί κι άλλα σώματα- όπως η προσωπικότητά μας ντύνεται διαφορετικά πουκάμισα- κι έχει ζήσει κι άλλες φορές- πολλές φορές- στο φυσικό πεδίο. Γι’ αυτό δεν τον φοβίζει ο θάνατος. Όπως στην παρούσα ζωή του υπάρχουν διαδοχικά μέρες δράσεις και νύχτες ξεκούρασης, κατά τον ίδιο τρόπο για την ψυχή του υπάρχουν ενσαρκώσεις δράσης στο φυσικό πεδίο και περίοδοι μετάστασης στο πνευματικό πεδίο, όπου γίνεται ανακεφαλαίωση των μαθημάτων που πήρε κατά την ενσάρκωση και τίθενται τα σχέδια και οι κατευθυντήριες γραμμές για την επόμενη ενσάρκωση- δράση.
Ας φανταστούμε έναν προσκυνητή, που έχει κάνει τάμα να ξεκινήσει από το χωριό του και πεζοπορώντας να πάει να προσκυνήσει σε ένα ψηλό βουνό έναν περίλαμπρο ναό. Κάθε μέρα προχωράει προς το τάμα του κατά μερικά χιλιόμετρα. Χαίρεται το ταξίδι του. Γνωρίζει νέα μέρη. Αναπνέει τον αέρα του μέρους, που περνάει. Βλέπει τα δέντρα, τα ζώα, τα πετούμενα, τα λουλούδια, τις πεταλούδες κι απολαμβάνει όλα όσα του διεγείρουν τις αισθήσεις. Αποκτά εμπειρίες, γνωρίζει, εμπλουτίζει τις γνώσεις του. Σαν πέφτει η νύχτα, ξεκουράζεται και ετοιμάζει την πορεία της επόμενης μέρας. Το ξημέρωμα συνεχίζει το ταξίδι σε νέα μέρη, με νέες εμπειρίες. Κι έτσι συνεχίζει μέχρι να φτάσει στην κορυφή του βουνού. Εκεί βρίσκει το ναό, το στόχο του, όπου κάνει το προσκύνημά του, εκπληρώνοντας το τάμα του. Για την ψυχή ναός είναι η ουράνια βασιλεία και προσκύνημα να απορροφηθεί από το Πνεύμα και να γίνει πνεύμα. Από “εικόνα” να πετύχει την “ομοίωση”! Το ταξίδι είναι “η επιστροφή στον Οίκο”. Οι μέρες του ταξιδιού είναι οι ζωές της στο φυσικό πεδίο, ενώ οι νύχτες της ξεκούρασης οι θάνατοι. Όπως ο οδοιπόρος δε φοβάται τη νύχτα, αλλά ζει τη γαλήνη της, έτσι κι ο μύστης δε φοβάται το θάνατο. Στα υπερβατικά πεδία θα γνωρίσει η ψυχή του τη γαλήνη και το θαυμάσιο περιβάλλον με τους πνευματικούς βοηθούς, που θα τη βοηθήσουν στην ανακεφαλαίωση των μαθημάτων που πήρε- να κρατήσει τις καλές εμπειρίες, να διορθώσει τα λάθη της- και να βάλει τους στόχους της επόμενης ενσάρκωσης. Άρα, ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Είναι το διάλειμμα. Όπως ο βασιλιάς δεν αγωνιούσε στη τη σκέψη του δικού του θανάτου, καθώς είχε μάθει από το μάγο να ζει απελευθερωμένος από την ιδέα της παραμονής του σε τούτον εδώ τον κόσμο, έτσι κι εμείς ας απαλλαγούμε από το φόβο του δικού μας θανάτου.
Για να ζήσουμε έναν αξιοπρεπή βίο δεν είναι απαραίτητο να έχουμε μεγάλη περιουσία. Τα πλούτη πολλές φορές διαφθείρουν τον άνθρωπο, κυρίως τον ακαλλιέργητο. Ας θυμηθούμε πως πολλές συνειδήσεις γεωργών- ανθρώπων χωρίς παιδεία- διεφθάρησαν με τις μαϊμού επιδοτήσεις, κάνοντάς τους σπάταλους και εγωιστές. Προφανώς θεωρούμε χωρίς παιδεία- την οποία συνδέουμε με τη μεγαλοσύνη του χαρακτήρα κι όχι με την πανεπιστημιακή μόρφωση- και τους πολιτικούς που το όνομά τους συνδέεται με τις μίζες, την εξαγορά από τις πολυεθνικές εταιρίες, τη διαφθορά και την παρουσίαση παραποιημένων στοιχείων για την υπαγωγή μας στο ΔΝΤ, καθώς και το τζογάρισμα στην πτώχευση της χώρας. Τόσο ο μάγος του πρώτου παραμυθιού, όσο κι ο ερημίτης του δεύτερου, δεν είχαν περιουσία. Κι όμως είχαν έναν εσωτερικό πλούτο, στον οποίο συνήθως δεν δίνουμε σημασία. Εδώ είναι το μεγάλο λάθος, που διαπράττουμε. Βαρύτητα για την ψυχή μας δεν έχουν τα υλικά αγαθά. Έχουν μόνο τα πνευματικά αγαθά. Αυτά πρέπει να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον μας. Αυτά μόνον ευτυχία φέρνουν στη ζωή. Οι πνευματικοί άνθρωποι μπορούν να φέρουν γαλήνη στη ζωή μας, να μας λύσουν προβλήματα, να μας δώσουν συμβουλές για να αποκτήσει πραγματικό νόημα η ζωή μας. Αντίθετα ο υλιστικός ανταγωνισμός και ο χωρίς όρια πλούτος των ισχυρών φέρνει δυστυχία στα θύματά τους, οδηγώντας σε οικονομική κρίση με όλα τα επακόλουθα: ανεργία, φτώχεια, τίναγμα της ζωής στον αέρα, αυτοκτονίες, χάσιμο της εθνικής κυριαρχίας- όλα αυτά δηλαδή που βιώνουμε ως έθνος τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Οι σοφοί πρόγονοί μας έλεγαν: «(παν) μέτρον άριστον»! Να έχουμε, λοιπόν, μέτρο στις υλικές μας επιδιώξεις. Να επιδιώκουμε τα αναγκαία. Όλα αυτά που δεν θα γίνουν βαρίδια κι άγκυρα στη ψυχή μας. Στη βασική μας προσευχή έχει προβλεφθεί: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον…»
Ποιος ήταν χαρούμενος; Ο βασιλιάς με όλα τα πλούτη του βασιλείου του ή ο σοφός μάγος, που εγκαταστάθηκε στο παλάτι χωρίς να πάρει κάτι μαζί του; Σε τι βοήθησαν τον βασιλιά τα πλούτη του; Του έδωσαν αυτοπεποίθηση, ηρεμία, γνώση, δικαιοσύνη. Μήπως αυτά τα στερούνταν και τα απόχτησε όταν συναναστράφηκε τον μάγο με την ήσυχη και ισορροπημένη, γεμάτη σοφία ζωή του; Ιδού, λοιπόν, μερικά ακόμη ερωτήματα, τα οποία προσθέτονται σε όσα ήδη θέσαμε παραπάνω κατά την ανάλυση των παραμυθιών. Γίνεται φανερό πως οι μύθοι, οι ιστορίες, τα παραμύθια δε γράφονται για να διασκεδάσουμε. Γράφονται για να δώσουν ωθήσεις στη σκέψη μας για προβληματισμό. Μη ξεχνάμε πως δε βρισκόμαστε στη γη για να φάμε, να πιούμε, να γευτούμε την σαρκική ερωτική ηδονή, να διασκεδάσουμε. Ήρθαμε για να αποκτήσουμε γνώση- γνώση, το τονίζουμε, όχι πληροφόρηση! Κι η γνώση αποκτιέται μετά από προβληματισμό. Αυτόν επιδιώκουν οι μύθοι, οι ιστορίες, οι παραβολές, τα παραμύθια. Διαβάζοντάς τα ας προσπαθούμε να διακρίνουμε τι μήνυμα θέλουν να μας περάσουν. Ποιο είναι το εσώτερο νόημά τους. Πως θα βοηθήσουν την εξέλιξη της ψυχής μας. Μόνο τότε θα έχουν εκπληρώσει το σκοπό τους. Μόνο τότε θα βρει δικαίωση η προσπάθεια των μυθοποιών, των Δασκάλων, των μυστών…
Σε εμάς εναπόκειται να ψάξουμε. Να ψάξουμε χωρίς αγωνία γιατί όποιος ζητά, βρίσκει, όποιος χτυπά πόρτες γνώσης, του ανοίγονται. Ο ίδιος ο Ιησούς μας έχει βεβαιώσει: «αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσετε υμίν».







Δεν υπάρχουν σχόλια: