Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Ο μύθος του Απόλλωνα και της Δάφνης

[[ δαμ- ων ]]

Ο Απόλλωνας ήταν ένας από τους ομορφότερους Ολύμπιους θεούς. Κι όμως, αρκετές φορές δεν βρήκε ανταπόκριση στον έρωτά του. Αυτές που κυρίως έκαναν την καρδιά του θεού να χτυπήσει ήσαν οι Νύμφες. Ο πρώτος αποτυχημένος έρωτάς του η Νύμφη Δάφνη, η οποία μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο δέντρο. Η δάφνη σαν φυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στη λατρεία του Απόλλωνα. Η παράδοση θέλει να καθάρθηκε ο θεός με δάφνη όταν σκότωσε τον φοβερό φίδι των Δελφών. Φύλλα δάφνης μασούσε η Πυθία πριν ανέβει στον δαφνοστολισμένο τρίποδα να δώσει τους χρησμούς της. Δάφνινα στεφάνια κέρδιζαν οι νικητές των Πυθικών αγώνων.
Η Δάφνη, κόρη του Πηνειού ποταμού και της Γαίας, πολύ γρήγορα ακούστηκε παντού για την ομορφιά της. Η Νύμφη τούτη ολημερίς κυνηγούσε στα δάση, σαν τη θεά Άρτεμη, και κουβέντα δεν ήθελε να ακούσει για τα τόσα παλικάρια που την πολιορκούσαν. Του κάκου αυτά τη ζητούσαν για γυναίκα. Άδικα πάσχιζε ο πατέρας της, ο ποταμός, να την πείσει να παντρευτεί και να του χαρίσει εγγόνια. Εκείνη μήτε για άντρα άκουγε, μήτε για γάμο, μόνο προτιμούσε να τρέχει ελεύθερη κι αγνή στα βουνά, σαν τη θεά Άρτεμη- και να ασχολείται μονάχα με το κυνήγι.
Ο αδερφός της Άρτεμης, ο Απόλλωνας, θεός του φωτός, της άνοιξης, της ηθικής καθαρότητας, του μέτρου και των τεχνών, της μουσικής, της ποίησης και του τραγουδιού, μόλις που είχε ξεκάνει τον τρομερό Πύθωνα, στα μέρη των Δελφών. Περήφανος για το κατόρθωμά του, κορόιδευε το γιο της Αφροδίτης, το θεό Έρωτα, που σπαταλά τα βέλη δίχως να κάνει ανδρείας έργα. Χολώθηκε ο φτερωτός θεός κι αποφάσισε να του δώσει ένα πικρό μάθημα. Κάρφωσε, λοιπόν, στον Απόλλωνα ένα χρυσό βέλος, που προκαλεί έρωτα, και στη νύμφη Δάφνη ένα μολυβένιο βέλος, που απωθεί τον έρωτα.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Κάποια μέρα, όμως, έτυχε να ανταμώσει ο Απόλλωνας τη Δάφνη μόνη στην εξοχή και ξετρελάθηκε από την ομορφιά της. Πόθος πλημμύρισε την καρδιά του Φοίβου, οπότε θέλησε να την κάνει δική του. Την πλησίασε και της μίλησε για τη φωτιά που τον τύλιξε μόλις της αντίκρισε. Εκείνη, για να γλιτώσει από τον πόθο του θεού και να παραμείνει αγνή, έτρεξε να του ξεφύγει. Κι ο Απόλλωνας, γιος του πανίσχυρου Δία, έτρεξε στο κατόπι της προσπαθώντας να τη μεταπείσει:
«Γιατί αποφεύγεις την αγάπη μου, σαν να θέλω το κακό σου; Δεν είμαι δα κανένας γαμπρός του πεταμού. Είμαι ο Απόλλωνας, του Δία γιος, που όλοι με τιμούν, θεοί και άνθρωποι. Στα συμπόσια των θεών στον Όλυμπο εγώ τους παίζω την κιθάρα και στους θνητούς δίνω τους χρησμούς μου και τους γιατρεύω από τις κακές αρρώστιες.» Αμετάπειστη, όμως, η Δάφνη. Πιο γρήγορος στα πόδια ο θεός, καταφέρνει να τη φτάσει. Και τη στιγμή που εκείνος απλώνει τα χέρια του να τη γραπώσει, απελπισμένη η Δάφνη επικαλείται τη βοήθεια του πατέρα της του Πηνειού ώστε να τη γλιτώσει: «Πατέρα μου, βόηθα με κι άλλαξε τη μορφή μου, γιατί είναι αιτία της συμφοράς μου».
Ο ποταμός τότε, για να κάνει τη χάρη στην κόρη του, τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός, τα χέρια της έγιναν κλαριά και τα μαλλιά της φύλλα. Κι έτσι ο θεός αγκάλιασε ένα δέντρο. Ήταν, όμως, τέτοιο το πάθος του Απόλλωνα για κείνην, που της είπε με παράπονο:
«Αφού δε θέλησες να γίνεις γυναίκα μου, από δω και πέρα θα είσαι το δέντρο μου το αγαπημένο. Θα στεφανώνω με τους κλώνους σου τα μαλλιά μου, τη λύρα και τη φαρέτρα μου!»
Έτσι η δάφνη έγινε του Απόλλωνα το ιερό φυτό...
Και στην περίπτωση της Δάφνης, της αποδίδονται διαφορετικοί γονείς. Άλλοτε είναι κόρη του ποταμού Λάδωνα της Πελοποννήσου και της Γης, άλλοτε του θεσσαλικού ποταμού Πηνειού, άλλοτε του βασιλιά Αμύκλα της Λακωνίας.
Ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος στο πρώτο βιβλίο των Μεταμορφώσεων δίνει με στίχους τον μύθο, τον οποίο παραθέτουμε σε μετάφραση του Αλκιβιάδη- Μιχάλη Κωνσταντόπουλου:
«Τη Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ο Απόλλων,
που από θυμό τον έσπρωξε ο Έρωτας σε εκείνη.
Όταν ο Φοίβος σκότωσε το Δράκο και χαιρόταν,
τον Έρωτα ειρωνεύθηκε, για τα δικά του βέλη.
«Τι θες, εσύ, μικρό παιδί κι έχεις τέτοια όπλα;
Αυτά μόνο ταιριάζουνε στους ώμους τους δικούς μου.
Εγώ μπορώ τον κάθε εχθρό με αυτά να εξοντώνω.
Πριν από λίγο ξάπλωσα τον Πύθωνα στο χώμα,
και τον τεράστιο όγκο του τον γέμισα σαΐτες.
Να μην ανακατεύεσαι με τα δικά μου όπλα
και μη ζητάς να σ' επαινούν για τις δικές μου χάρες.
Μείνε με τη λαμπάδα σου, αγάπες να φουντώνεις.»
Αμέσως ανταπάντησε ο γιος της Αφροδίτης.
«Εσύ, που όλους τους στόχους σου με βέλη σημαδεύεις
και κάθε πλάσμα ζωντανό στο έδαφος ξαπλώνεις,
πάντα θα υπολείπεσαι της δόξας της δικής μου,
κι ετοιμάσου να δεχτείς τα ερωτικά μου βέλη.»
Με τα φτερά του πέταξε σκίζοντας τον αέρα
κι απ' την κορφή του Παρνασσού στρώθηκε στο σημάδι.
Απ' τις χορδές του τόξου του έφυγαν δυο σαΐτες,
που η μια σβήνει τον έρωτα κι η άλλη τον ανάβει.
Η δεύτερη, η ολόχρυση, με αιχμηρή τη μύτη
κάρφωσε τον Απόλλωνα και του ανάβει πόθο.
Η πρώτη, που ήταν χάλκινη με μύτη στομωμένη
στη Δάφνη πάνω κάρφωσε, στου Πηνειού την κόρη.
Ο Απόλλων ερωτεύεται την όμορφη τη Νύμφη,
μα αυτή δεν καταδέχεται να μάθει το όνομά του,
και μοναχή της κυνηγά αγρίμια μες στο δάσος
με μια ταινία στα μαλλιά, στην Άρτεμη να μοιάζει.
Πολλοί την ερωτεύτηκαν. Μα εκείνη δε νοιαζόταν
για ειδύλλια και παντρειές και τους απέφευγε όλους
Ευχαριστιόταν μοναχή στα δάση να πλανιέται.
Κάποια φορά την πίεσε ο γέρος της πατέρας
«Ήρθε η ώρα, κόρη μου, να δω κι εγώ εγγόνια.»
Κι εκείνη που δεν ήθελε τις τελετές του γάμου,
με κόκκινο το πρόσωπο απ' της ντροπής το χρώμα,
απ' το λαιμό αγκάλιασε τον Πηνειό και είπε:
«Πατέρα, σε παρακαλώ, άσε με αγνή να ζήσω,
σαν τη Θεά την Άρτεμη, για πάντα στη ζωή μου.»
Συμφώνησε ο γέροντας. Όμως η ομορφιά της
δεν την αφήνει να γευτεί αυτό που επιθυμούσε.
Ο Απόλλωνας την αγαπά. Θέλει να την κερδίσει.
Γυρεύει ανταπόκριση, μα όλα τον προδίδουν
κι η μαντική η τέχνη του ανώφελη του είναι.
Όπως αρπάζουνε φωτιά τα καλαμένια στάχυα,
από δαδί που άτυχα πλησίασε το φράχτη
ή το ‘ριξε απρόσεχτα, σαν έφεξε η μέρα,
διαβάτης κι άρπαξε φωτιά και φούντωσε η φλόγα
έτσι φλογίζεται ο θεός, καίγεται η καρδιά του
γιατί εκεί μέσα κατοικεί ο μάταιος ερωτάς του.
Βλέπει τα αστόλιστα μαλλιά να χύνονται στους ώμους
-αλήθεια πώς να έμοιαζαν σαν θα ‘ταν στολισμένα;-
Τα μάτια της παρατηρεί, που λάμπουνε σαν άστρα.
Τα δάχτυλα, τα χέρια της με τα γυμνά της μπράτσα
και το μικρό το στόμα της, -τι μάταιο να βλέπει!
Με το μυαλό φαντάζεται και τα κρυφά της μέρη.
Η Δάφνη φεύγει γρήγορα όταν τον συναντάει.
Δεν κάθεται ούτε λεπτό τα λόγια του ν' ακούσει.
«Σε ικετεύω, Νύμφη μου, μείνε! Δεν είμ’ εχθρός σου.
Μην τρέχεις όπως φεύγουνε τα αρνιά μπροστά στο λύκο,
τα ελάφια μπρος στο λέοντα κι όπως τα περιστέρια
με τα τρεμάμενα φτερά μπρος στ' αετού τη θέα.
Εκείνα έχουν πίσω τους καθένα τον εχθρό του,
όμως εσύ ξοπίσω σου τον ερωτά μου έχεις.
Φυλάξου να μην γκρεμιστείς και πέσεις στα αγκάθια
και χαραχτούν οι γάμπες σου μ' αταίριαστα σημάδια
και προκαλέσω άθελα τέτοιο δικό σου πόνο.
Μην είσαι τόσο βιαστική! Σταμάτα να φοβάσαι,
θα περπατάω πίσω σου αν πάψεις τη φυγή σου.
Να μάθεις δε με ρώτησες ποιο είναι το όνομά μου.
Δεν είμαι εγώ απ' τα βουνά, μα ούτε και τσοπάνος
να βόσκω τα κοπάδια μου σε τούτα εδώ τα μέρη.
Αν ήξερες ποιος ήμουνα δε θα ‘τρεχες καθόλου.
Δική μου η χώρα των Δελφών, η Τένεδος κι η Κλάρος,
κι εμένα όλοι προσκυνούν στην πόλη των Πατάρων.
Ο Δίας είν' πατέρας μου, κι εγώ αποκαλύπτω
μελλούμενα και τωρινά κι αυτά που έχουν γίνει.
Με τις χορδές της λύρας μου δένονται τα τραγούδια.
Τα βέλη μου αλάθευτα, βρίσκουν παντού το στόχο,
όπως αυτό που άνοιξε πληγή μες στην καρδιά μου.
Την ιατρική ανακάλυψα κι ο κόσμος με ικετεύει,
στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους,
μα βότανο δε βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει
κι όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα.»
Θα ‘λεγε περισσότερα, μα η Πηνειίδα Νύμφη
τα λόγια του δεν κάθισε ούτε στιγμή ν' ακούσει,
και προσπαθούσε να σωθεί με βήμα φοβισμένο.
Ο αέρας, καθώς έτρεχε, γύμνωνε το κορμί της,
το ρούχο της ανέμιζε. Και τα λυτά μαλλιά της
η αύρα με απαλές πνοές τα 'στελνε προς τα πίσω.
Και η φυγή την έκανε πιο όμορφη να μοιάζει.
Ο Απόλλωνας, μη θέλοντας τα κάλλη της να χάσει,
με βήμα που όλο φούντωνε όπως κι ο ερωτάς του,
τα χνάρια της ακολουθεί, πατάει όπου πατούσε.
Κι έμοιαζαν σκύλος με λαγό που τρέχουν στο λιβάδι.
Ο σκύλος τρέχει ορμητικά το θήραμα μη χάσει
και ο λαγός με τη φυγή γυρεύει σωτηρία.
Ο σκύλος κάθε π' ακουμπά το θύμα του στα πόδια
νομίζει πως τα δόντια του μπορούν να το αρπάξουν.
Μα κι ο λαγός πως θα πιαστεί δε θέλει να πιστέψει
και με ύστατη προσπάθεια τη σύλληψη αποφεύγει.
Όμοια η Νύμφη κι ο Θεός, τρέχουν σαν τα αγρίμια,
εκείνος απ' τον έρωτα κι εκείνη από το φόβο.
Του δίνει ο έρωτας φτερά, αναπνοή δεν παίρνει,
την πλάτη της πλησίασε, μπορεί να την αγγίξει
και των μαλλιών της τ' άρωμα ρουφά με κάθ’ ανάσα.
Η Νύμφη πια ανήμπορη ωχρή και κουρασμένη
απ' την προσπάθεια της φυγής, νιώθει πως δεν αντέχει.
Στο ρέμα που συνάντησε κάνει την προσευχή της.
«Πατέρα, αν έχουν δύναμη ακόμη τα ποτάμια
βοήθα με και άλλαξε την όμορφη θωριά μου
γιατί αιτία είναι αυτή της περιπέτειάς μου.»
Σαν τέλειωσε η προσευχή, μούδιασε το κορμί της,
φλοιός λεπτός της κάλυψε τα δροσερά της στήθη.
Τα χέρια έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα,
τα πόδια της τα γρήγορα στη γη βαθιά ριζώσαν.
Το πρόσωπό της σκέπασε η φυλλωσιά του θάμνου
κι από όλη της την ομορφιά απόμεινε η λάμψη.
Μα ο Θεός δεν έπαψε και τώρα να τη θέλει.
Το δέντρο σαν πλησίασε τ' αγγίζει με το χέρι
και κάτω απ' το λεπτό φλοιό ακούει την καρδιά της.
Σφιχταγκαλιάζει τα κλαδιά, φιλάει τον κορμό της
-σαν να ‘χε σάρκα και οστά- μ' αυτός τον αποφεύγει.
«Αφού γυναίκα δεν μπορείς να γίνεις πια δική μου,
το δέντρο τώρα που ‘γινες αιώνια θα μ' ανήκει.
Στεφάνι θα σε βάζω εγώ επάνω στα μαλλιά μου,
στολίδι και στη λύρα μου και γύρω απ' τη φαρέτρα
και τους Ρωμαίους στρατηγούς, εσύ θα συνοδεύεις,
όταν με ατέλειωτες πομπές το θρίαμβο θα ψάλλουν
και θ' αντηχούν στο Λάτιο χαρμόσυνα τραγούδια.
Σαν τα μαλλιά μου που ποτέ δε γνώρισαν ψαλίδι
και το κεφάλι μου ανθηρό για πάντα το κρατάνε,
έτσι κι εσύ τα φύλλα σου ποτέ σου δε θα χάνεις.»
Κούνησε η Δάφνη την κορφή όπως ένα κεφάλι
που γνέφει καταφατικά, δείγμα πως συμφωνούσε.» (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, στ. 452-567»
Σε άλλη παραλλαγή του μύθου η Δάφνη είναι κόρη του βασιλιά Αμύκλα. Η νέα δεν αγαπούσε ό,τι άρεσε στις άλλες κοπέλες, μόνο προτιμούσε να κυνηγάει στα ψηλά βουνά και τα σκιερά δάση της Πελοποννήσου, όπου καθημερινά τριγυρνούσε. Γι’ αυτό είχε και τη συμπάθεια της θεάς του κυνηγιού, της Άρτεμης. Μια μέρα που περνούσε από την Ήλιδα την είδε ο Λεύκιππος, ο γιος του Οινόμαου, και την ερωτεύτηκε. Είχε πληροφορηθεί πως η κόρη αποστρεφόταν τη συντροφιά των αντρών και για να βρεθεί κοντά της σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα. Καθώς είχε μακριά μαλλιά, τα έπλεξε καταπώς έκαναν οι παρθένες, φόρεσε γυναίκεια ρούχα και καμώθηκε πως ήταν η κόρη του Οινόμαου, ζητώντας από τη Δάφνη να της επιτρέψει να κυνηγάει μαζί της.
Όχι μόνο ξεγέλασε την Δάφνη, αλλά γρήγορα κέρδισε τη συμπάθειά της γιατί πέρα που ήταν βασιλοπούλα και της έκανε όλα τα χατίρια, σαν άντρας ο Λεύκιππος με τα γυναίκεια ρούχα ήταν δεινός κυνηγός. Ο Απόλλωνας, που κι αυτός αγαπούσε την κόρη, ζήλεψε και συνάμα θύμωσε με το τέχνασμα του Λεύκιππου. Γι’ αυτό θέλησε να φανερώσει τη απάτη. Μια μέρα έκανε να επιθυμήσουν η Δάφνη και οι συντρόφισσές της να κολυμπήσουν στου Λάδωνα τα νερά. Ο Λεύκιππος, για να μη φανερωθεί το φύλο του, αρνήθηκε να γδυθεί και να λουστεί στα νερά του ποταμού. Εκείνες παίζοντας τον έγδυσαν με τη βία, οπότε αποκαλύφθηκε ο δόλος του Λεύκιππου. Θύμωσαν οι κόρες κι όρμησαν στον φανερωμένο άντρα με μαχαίρια και κοντάρια και τον σκότωσαν. Ο Απόλλωνας, πάνω στην αναταραχή, βρήκε την ευκαιρία κι όρμησε στην κόρη. Η Δάφνη το έβαλε στα πόδια κι ο γιος της Λητούς άρχισε το κυνηγητό. Μόλις της έφτασε ζήτησε τη λύτρωση από τους θεούς και η Γαία την μεταμόρφωσε σε δέντρο.
Κάθε εννέα χρόνια πολλές Ελληνικές πόλεις γιόρταζαν τά “Δαφνηφόρια”. Στην Θήβα, η πόλη τιμούσε τoν θεό με μεγαλόπρεπη πομπή, όπου χορός παρθένων με κλαδιά δάφνης στα χέρια τραγουδούσε στoν Απόλλωνα τα “Δαφνηφορικά”. Στη Θήβα τα Δαφνηφόρια γίνονταν την άνοιξη προς τιμή του Ισμήνιου Απόλλωνα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής σχηματιζόταν πομπή. Επικεφαλής της ήταν ένα δαφνηφόρο, αμφιθαλές (που ζούσαν και οι δύο γονείς του) παιδί, ιερέας του θεού για ένα χρόνο, και πίσω του ακολουθούσε ο πιο στενός του συγγενής κρατώντας την κωπώ. Η κωπώ ήταν ένα ξύλο ελιάς τυλιγμένο με κροκωτό ύφασμα και στολισμένο με κλαδιά δάφνης και άνθη. Στην κορυφή της υπήρχε χάλκινη σφαίρα, από την οποία κρέμονταν άλλες μικρότερες σφαίρες. Στη μέση του ξύλου υπήρχε άλλη μικρή σφαίρα από την οποία κρέμονταν κόκκινες ταινίες. Ακολουθούσε χορός παρθένων με κλαδιά ικεσίας τραγουδώντας το δαφνηφορικό τραγούδι κι αμέσως μετά η υπόλοιπη πομπή. Η πομπή κατέληγε στο ιερό του Ισμήνιου Απόλλωνα. Εκεί άφηναν την κωπώ και συχνά κάποια παιδιά αφιέρωναν στο θεό χάλκινο τρίποδα.
Διαχρονικά η δάφνη μας δηλώνει την διάκριση στην μάχη, στις τέχνες και στα γράμματα. Είναι γνωστές οι φράσεις «έδρεψε δάφνες» ή «αναπαύεται στις δάφνες του». Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν ένα κλαδί δάφνης πάνω από το κεφαλόσκαλο αν κάποιος στο σπίτι ήταν άρρωστος, ενώ ο Θεόφραστος αναφέρει πως όλοι σχεδόν μασούσαν ένα φύλλο δάφνης για να αποφεύγουν την κακοτυχία. Ο λαός θεωρούσε ότι η δάφνη προστάτευε από τους κεραυνούς και τις βροντές. Η δάφνη συνδέεται με την επιτυχία και την τιμή, γι’ αυτό τα μηνύματα που ανήγγειλαν νίκη στη μάχη τυλίγονταν με φύλλα δάφνης, ενώ οι αγγελιοφόροι που τα μετέφεραν κρατούσαν κλαδί δάφνης. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας απεικονίζεται σε προτομές, νομίσματα και έργα Τέχνης. Ο Ιούλιος Καίσαρ εκτίμησε ιδιαίτερα το ότι η Σύγκλητος τον τίμησε με το δικαίωμα να φέρει δάφνινο στεφάνι. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι κοσμούσαν τα σπίτια τους με δάφνες. Η λέξη Bachelor, πτυχίο πρώτης βαθμίδας που έχουν οι Άγγλοι προέρχεται από τις λέξεις Bacca-laureus πού σημαίνει καρπός δάφνης γιατί και αυτοί έχουν το φυτό ως σύμβολο σοφίας! Ο Τζόν Κήτς αναρωτιέται: «Τί υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο, ωραιότερο από ένα δάφνινο στεφάνι;»
Ας μην ξεχνάμε ότι μία Κυριακή πριν την Ανάσταση του Χριστού- την Κυριακή των Βαΐων- γιορτάζουμε την θριαμβευτική είσοδό Του στο Ιεροσόλυμα όπου τον υποδέχτηκε το πλήθος μετά βαΐων και κλάδων. Στην εκκλησία οι ιερείς μοιράζουν στους πιστούς κλαδιά δάφνης.
Η Δάφνη είναι το αντιπαράδειγμα της κόρης που δέχεται τους κοινωνικούς κανόνες του γάμου. Σαν θηλυκός Ιππόλυτος και αγαπημένη νύμφη της Άρτεμης, περνούσε τον χρόνο της στα βουνά, αποφεύγοντας τη συναναστροφή των ανδρών κι ασχολιόταν αποκλειστικά και μόνο με το κυνήγι. Και γι’ αυτή την παρθένα Νύμφη τα προβλήματα ανακύπτουν με τον έρωτα. Απορρίπτει τον έρωτα κι αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα γιατί έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης. Είναι ολημερίς στη φύση κι όμως καταπατά τους νόμους της. Στη φύση το ερωτικό σμίξιμο είναι ευλογία και συντελεί στην αναπαραγωγή. Έτσι η φύση σφύζει από ζωή. Η Δάφνη είναι αντίθετη με τη ζωή. Ενώ ζει ελεύθερη, εν τούτοις δεν απολαμβάνει τη ζωή και την ελευθερία. Είναι δέσμια μιας παράξενης κι αφύσικης απόφασης: να διατηρήσει την παρθενία της. Η εμμονή της αυτή δεν παραπέμπει σε έναν συμβολισμό, όπως λ.χ. η παρθενία της θεάς Αθηνάς στην αγνότητα της γνώσης, της Άρτεμης στην αγνότητα της φύσης και της Εστίας στην αγνότητα του θεσμού της οικογένειας. Ο μύθος δεν συνδέει την Δάφνη με κάτι ιδιαίτερο, ώστε η επιμονή της στην αγνότητα να συμβολίζει κάτι. Το να αποφεύγει την συναναστροφή με τους άντρες, η εναντίωση στο αρσενικό, μας παραπέμπει σε μια προσωπικότητα με φοβίες. Φοβάται το άλλο φύλο. Τρέμει στην ιδέα του ερωτικού σμιξίματος. Κυρίως δεν αισθάνεται την παρόρμηση να δίνει, γιατί έρωτας είναι βασικά αυτό το δόσιμο στον/στην σύντροφο.
Πιθανόν να κατέχεται από έναν υπέρμετρο εγωισμό. Είναι θηρευτής και θέλει μόνο να παίρνει. Κατέχεται από την ηδονή της βίαιης κατάκτησης. Παίρνει αυτό που επιθυμεί με τη δύναμη των βελών και του κονταριού της- φυσικά και με την επιδεξιότητά της στο κυνήγι. Δεν προσφέρει. Και κυρίως δεν προσφέρει την αγάπη της. Αν ήταν ακόλουθος της Άρτεμης, ίσως να κάναμε τη σκέψη πως είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένη στη θεά, επομένως δεν υπάρχει χώρος για άλλου είδους αγάπη. Η επιμονή στη διατήρηση της παρθενίας φανερώνει αναχώρηση από τον κόσμο. Ήταν μια αναχωρήτρια, όπως οι ασκητές. Και πράγματι, ήταν αναχωρήτρια γιατί καμιά χαρά, απ’ αυτές που συγκινούσαν τις άλλες κόρες, δεν συγκινούσε την καρδιά της. Ζούσε χωρίς να ζει , και χωρίς να συμμετέχει στη ζωή της ομάδας, της πόλης. Αποτελούσε μια μη κοινωνικοποιημένη προσωπικότητα και γι’ αυτό επιζήτησε τελικά την μοναχικότητα του δέντρου.
Ο Παναγιώτης Κ. Δαμάσκος, Ph. D, προσεγγίζοντας ψυχολογικά τον μύθο, έκανε μια δημοσίευση με τίτλο “Ο μύθος της ωραίας Δάφνης”, από την οποία παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
[[ Η βούληση της Δάφνης να παραμείνει παρθένα αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό της και μου θυμίζει τα όσα γράφει ο M. Chebel στο βιβλίο του La cultura dell’ harem, που εκδόθηκε στο Torino από τις εκδόσεις Bollati Boringhieri το 2000, στη σελίδα 73: «Παντού και πάντοτε η γυναικεία παρθενία έχει μυστήρια επίδραση στον άντρα: αντικείμενο φόβου και επιθυμίας, επιβλήθηκε στο σύστημα της συλλογικής απεικόνισης ως μία ιδιαίτερη κατηγορία θηλυκού. Σε ορισμένες περιοχές είναι το σύμβολο της γονιμότητας και της συμβίας, πράγμα που εξηγεί τις πολλές μορφές λατρείας της. Σε άλλες πάλι είναι η γενεσιουργός αιτία της καχυποψίας που επέβαλε την τέλεση ανάλογων τελετών κάθαρσης […] Σε πνευματικό επίπεδο θυμίζουμε ότι η ιστορία του χριστιανισμού βασίζεται στο δόγμα της Άσπιλης Σύλληψης, σε μια συγκεκριμένη ιδέα, στη θεϊκή διάσταση της παρθενίας.»
Η ποιητική και ιστορική ανάπλαση της προσωπικότητας της Δάφνης παρήγαγε μια εκπληκτική πολυμορφία εκδοχών της ιστορίας. Η πιο πλούσια, πάντως, και αναλυτική εκδοχή εμφανίζεται στο πρώτο βιβλίο των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου.
Το σημαντικότερο σημείο είναι ότι για να σωθεί η Δάφνη πρέπει να μεταμορφωθεί σε φυτό.
Από ψυχολογικής άποψης, κατά την γνώμη μου, αυτό συμβολίζει την αναγκαιότητα του ατόμου να αναδιπλώνεται στον εαυτό του. Μια εμπειρία που έχουμε σαν άνθρωποι και εκφράζεται με την ανάγκη να μένουμε μόνοι για ένα διάστημα και να διεισδύουμε στον εσωτερικό μας κόσμο.
Γινόμαστε σαν τα φυτά ή σαν αναχωρητές που αναζητούν τη βαθιά τους αλήθεια στην έρημο. Σε αυτήν την κατάσταση της μοναξιάς συνομιλούμε υποχρεωτικά με τον εαυτό μας και παρακινούμαστε από εικόνες του ασυνειδήτου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, που για πρώτη φορά μας επιτρέπει να κατανοούμε κάποια πράγματα μόνο που η μοναξιά και η συναναστροφή με τον εσωτερικό κόσμο τρομάζουν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι αποφεύγουμε την απομόνωση. Η μεγάλη κοινωνική δραστηριότητα, η διαρκής συναναστροφή με κόσμο, τα πολυσύχναστα μέρη, τα μπαράκια, η έξοδος με φίλους, όλα είναι μέθοδοι, νομίζω, να αποφεύγουμε τον διάλογο με τον εαυτό μας και να μην ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ασυνείδητό μας.
Δεν αντέχουμε, έχω την άποψη, την μοναξιά και κάνουμε ό,τι μπορούμε για να κουραστούμε με τη φασαρία και τον συνωστισμό και να πέσουμε για ύπνο. Η συνεχής αναζήτηση του ύπνου φανερώνει την ανάγκη να αποχωριζόμαστε απότομα τη ζωή, χωρίς να αφήνουμε περιθώρια για σκέψεις. Η υπερβολική δουλειά λειτουργεί επίσης σαν ναρκωτικό που βοηθά να μην σκεφτόμαστε, και τέτοια παραδείγματα έχει ο καθένας μας άπειρα.
Ο άνθρωπος φοβάται την μοναξιά και την περισυλλογή διότι του δίνουν την ευκαιρία να σκέφτεται, μια ευκαιρία που μένει ανεκμετάλλευτη παρότι είναι σπουδαία, διότι όπως και ο Σαίξπηρ τονίζει στο έργο του Ιούλιος Καίσαρ ( Ι,2) «ο σκεπτόμενος άνθρωπος είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος». Με την αυτοσυγκέντρωση ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ανακαλύψει και να κατανοήσει την βαθύτερη αλήθεια του. Εκείνος που συλλογίζεται, που διεισδύει στον εαυτό του, αποκτά μια μορφή συνειδητοποίησης, αλλά δεν είμαστε όλοι έτοιμοι γι αυτό. Η ενσυνείδητη γνώση που αποκτά η Δάφνη με την αναδίπλωση στον εαυτό της είναι αντίστοιχη με εκείνη την αναδίπλωση της Ψυχής από την ώρα που αποφασίζει να δει το πρόσωπο του Έρωτα (αναφέρομαι στον μύθο Έρως και Ψυχή, που ιστόρησε ο Απουλήιος στο έργο του «Μεταμορφώσεις»)
Η αυτογνωσία μας επιτρέπει να αξιοποιήσουμε σωστά τον εαυτό μας ξέροντας τα ελαττώματα και τα προτερήματα του. Είναι το τέλος μιας διαδρομής γεμάτης εμπόδια. Ένας από τους πολλούς πιθανούς δρόμους προς τη συνειδητοποίηση είναι και η ψυχοθεραπεία, η οποία μας βοηθά να κοιτάξουμε κατάματα τα τέρατα μέσα μας, εκείνα που μπορούν να παρέμβουν στη θεραπεία αν δεν τα γνωρίζουμε.
Μόνο μαθαίνοντας τα φαντάσματά μας μπορούμε να τα ελέγχουμε και να μην επιτρέπουμε να μας κυβερνούν.
Επιστρέφοντας στον μύθο της μεταμορφωμένης Δάφνης με προβληματίζει ένα ζήτημα. Το φυτό ζει και τρέφεται από το ριζικό του σύστημα και όσο πιο βαθιές είναι οι ρίζες του τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να επιβιώσει. Έτσι και ο άνθρωπος, όσο περισσότερο εργάζεται με τον εαυτό του τόσο πιο βαθιές ρίζες αποκτά. Για να φτάσει κάποιος στην αυτογνωσία είναι ανάγκη να βυθιστεί στις εσωτερικές του διαστάσεις. Στο ασυνείδητο είναι κρυμμένα τα σημαντικότερα αποθέματα και οι ρίζες μας πρέπει να είναι βαθιές, όπως εκείνες των φυτών.
Ο Jung παρατηρεί: « πρόβλημα σημαίνει αμφιβολία, αβεβαιότητα, πιθανότητα πολλών διαδρομών.[ … ] Το πρόβλημα μας οδηγεί σε μια μοναξιά η οποία δεν έχει μάνα και πατέρα, σε μια εγκατάλειψη δίχως τη φύση για στήριγμα όπου μένουμε ολομόναχοι με τη συνείδησή μας. Αυτή η θυσία αποτελεί ταυτόχρονα και τη δυνατότητα διερεύνησης της συνείδησης, παραδοχή του καθήκοντος να αποχαιρετήσουμε οριστικά ό,τι απέμεινε μέσα μας από το παιδικό και ενστικτώδες ασυνείδητο» [ Saggio di interpretazione psicologica del dogma della Trinita, στο έργο Opere, τόμος XI, σελίδα 173, Torino, Boringhieri 1979]
Ο άνθρωπος αποσπάται, συνήθως, από τα πραγματικά του σοβαρά ζητήματα και μόνο σε στιγμές μοναξιάς να προβληματίζεται για τον εαυτό του και για την ουσία της ύπαρξης του. Η μοναξιά έχει πρωταρχική σημασία για την ανάπτυξή μας, καθώς μας εξαναγκάζει να έρθουμε σε ουσιαστική επαφή με τον εαυτό μας δίχως τη συνδρομή των άλλων. Το ίδιο, ενδεχομένως, να συμβαίνει και με την κατάθλιψη, η οποία μας αναγκάζει να αντιμετωπίζουμε ευθέως και δίχως υπεκφυγές τον εαυτό μας. Η κατάθλιψη φέρνει τον άνθρωπο σε πολύ αλγεινή κατάσταση, αλλά συγχρόνως τον βοηθά να δει και να καταλάβει πράγματα που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να προσεγγίσει. Όταν κλεινόμαστε στον εαυτό μας κατανοούμε πράγματα που ως τότε μας ήτανε ακατανόητα. Αυτή η δυνατότητα ίσως να είναι και το προοίμιο της δικής μας μεταμόρφωσης.
Η ιστορία της πανέμορφης Δάφνης είναι πολύ ενδεικτική. Η μεταμόρφωση που υφίσταται η Δάφνη είναι απαραίτητη από ψυχολογικής άποψης για το θηλυκό και ισοδυναμεί με τη βιολογική μεταβολή της γυναίκας. Το πρόβλημα της είναι ο διαρκής πόλεμος με το αρσενικό. Μεταμορφώνεται σε «δάφνη» για να γλυτώσει από τον Απόλλωνα, ο οποίος γοητευμένος από την ομορφιά της την φλερτάρει, προσπαθεί να την προσεγγίσει αλλά εκείνη τον αποκρούει. Γιατί συμπεριφέρεται έτσι; Τι να κρύβεται πίσω από τη στάση αυτής της γυναίκας αλλά και των γυναικών εκείνων που δεν ενδίδουν ποτέ στους πολιορκητές τους; Με την μεταμόρφωση της η Δάφνη καταφέρνει να αποφύγει το αρσενικό και, κατά συνέπεια, να ξεφύγει από μια πολύ σημαντική στιγμή της ζωής της. Γιατί όμως αυτή η εναντίωση;
Η άποψή μου είναι πως με την εναντίωσή του αυτή προς το άλλο φύλο συμβαίνουν 2 γεγονότα: είτε περιφρόνηση προς όσα δεν μπορεί να έχει, είτε υφέρπει ο φόβος της συνάντησης. Η βαθιά ριζωμένη άρνηση προς το άλλο φύλο έχει τη βάση της σε μια ιδιαίτερη συμπεριφορά του συγκεκριμένου ανθρώπου που θέλει να είναι «απόρθητος». Τότε κάθε μορφή σχέσης μεταξύ αρσενικού και θηλυκού βιώνεται σαν πολεμική σύγκρουση. Ακόμη και η αντίστοιχη φρασεολογία παραπέμπει σε πολεμική ορολογία: πολιορκία, κατάκτηση! Φράσεις όπως «είσαι δική/ος μου», «τελικά έπεσε» εκφράζουν πολεμοχαρή διάθεση απέναντι στον άλλον.
Η Δάφνη, στο θέμα μας, προσελκύει με την ομορφιά της αλλά αρνείται όποιον πιαστεί στο δίχτυα της. Αυτό ξεκινάει από την ανάγκη κατάκτησης του άλλου ο οποίος μετά από αυτό δεν έχει καμιά χρησιμότητα. Αυτό το πρόβλημα οφείλεται στην ανάγκη που έχει ο συγκεκριμένος άνθρωπος να επιβεβαιώνει διαρκώς την ικανότητά του να γοητεύει. Ο/Η άλλος/η τον απασχολεί μόνον ως στόχος που όταν κατακτηθεί παύει να έχει ενδιαφέρον. Είναι σαφές ότι τέτοιες δυναμικές βασίζονται σε έντονο αίσθημα κατωτερότητας.
Αυτή η ανάγκη κατάκτησης του άλλου μπορεί να θεωρηθεί καθαρά «νευρωτική» και ως τέτοια δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί ποτέ. Το σημαντικό για τους ανθρώπους με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι να τους ερωτεύονται οι άλλοι κι όλα τα άλλα δεν έχουν καμιά σημασία. Πρόκειται για το ιδιαίτερο γνώρισμα του ναρκισσισμού. Επί του θέματος αυτού ο Freud κάνει μια μοναδική προσέγγιση αποδίδοντας στη γυναίκα νάρκισσο «τεράστια σημασία για την ερωτική ζωή του ανθρωπίνου γένους» [Ιntroduzione al narcisimo, στο συνολικό έργο Opere, τόμος VII, σελ. 459, Torino ].
Ο ναρκισσισμός, που στο θηλυκό εμφανίζεται υποφερτός, στο αρσενικό είναι αντιπαθητικός και δυσάρεστος. Το στοιχείο πάντως που παρουσιάζει ενδιαφέρον σ’ αυτές τις προσωπικότητες είναι ο φόβος για τη σχέση. Ολόκληρη η περιπέτεια της Δάφνης ξεκινάει από τον φόβο, αυτόν που ενδεχομένως να είναι και δικός μας. Στην πραγματικότητα όλοι φοβόμαστε το ενδεχόμενο να ανακαλύψουμε και να επισκεφτούμε άλλους κόσμους, ξένους και άγνωστους. Όμως η έλξη προς το αντίθετο φύλο, κυρίως, και σε ειδικές περιπτώσεις, προς το ίδιο φύλο, μας βοηθά ευτυχώς να ξεπεράσουμε τους φόβους μας και να τολμούμε τη συνάντηση με τον άλλον παρά τους δισταγμούς μας.
Πριν λίγο καιρό το προξενιό ήταν κυρίαρχο και οι γάμοι ήταν σχεδιασμένοι, [όχι τώρα πως πολλοί δεν είναι!!] προγραμματισμένοι και παρούσα ήταν η επιθυμία για έναν «καλό γάμο» που σημαίνει υλικό συμφέρον από το ένα μέρος και από το άλλο δικαιολογεί και τη συμβίωση δύο ανθρώπων, αφού ο φόβος της σχέσης φοβίζει.
Η Δάφνη καταφεύγει σε τέχνασμα προκειμένου να αποφύγει τον φόβο και αυτό είναι η μεταμόρφωσή της σε φυτό, χάνει έτσι τα χαρακτηριστικά που την έκαναν ποθητή και ενδιαφέρουσα στα μάτια του Απόλλωνα. Όταν το θετικό συναίσθημα απουσιάζει τότε γεννιέται το αρνητικό του φόβου και ο άλλος καθίσταται εχθρός. Ενώ στην αντίθετη περίπτωση η αγάπη προδίδει στον άλλον άνθρωπο καινούργια μορφή η οποία ενεργοποιείται από τούς μηχανισμούς προβολής.
Δεν έχει νόημα να αναρωτιόμαστε για τους λόγους που κάνουν δύο ανθρώπους να σμίγουν, διότι απ’ έξω δεν είναι ορατό το παιχνίδι των προβολών και μεταμορφώσεων επί του οποίου βασίζεται μια σχέση. Η Δάφνη που δεν αντέχει να ζήσει μια σχέση με τον Απόλλωνα ζητάει να μεταμορφωθεί σε φυτό. Μεταμορφώνεται για να απαλλαγεί από τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά.
Η Δάφνη διαθέτει την εξαίσια δυνατότητα να μεταμορφωθεί, αλλά αυτό δεν ισχύει στον πραγματικό κόσμο. Οι άνθρωποι για να αλλάξουν τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά και να γίνουν αγνώριστοι καταφεύγουν είτε στην ανορεξία είτε στην βουλιμία. Το μόνο αντίδοτο είναι η έκφραση αγάπης. Όταν ένας άνθρωπος πάσχει είτε από βουλιμία είτε από ανορεξία και νιώσει ότι τον αγαπούν και τον θέλουν, παίρνει το μήνυμα ότι η εξωτερική εμφάνιση δεν μετράει και μπορεί να είναι αποδεκτός και αγαπημένος όποια εικόνα και αν παρουσιάζει.
Το δέντρο δάφνη, στο οποίο μεταμορφώθηκε η Δάφνη για να αποφύγει τον Απόλλωνα, είναι σύμβολο αιώνιας νεότητας και συνώνυμο της αθανασίας. Έχουμε τόσο ανάγκη να παραμένουμε νέοι και προστατευμένοι. Το ζήτημα όμως είναι σαφές: το άτομο που δεν μεγαλώνει έχει ανάγκη από έναν ομφάλιο λώρο, δηλαδή από κάποιον που να του παρέχει προστασία. Δεν αρκεί, επομένως, ενήλικες όντες να απομακρυνθούμε απλώς από το πατρικό μας σπίτι και το παιδικό μας δωμάτιο, αλλά να κατανοήσουμε ότι η ζωή βρίσκεται αλλού και όχι στο πλάι του πατέρα ή της μάνας. Οι άνθρωποι που δεν κόβουν, όντας ενήλικες, τον ομφάλιο λώρο με τους γονείς , είναι σαν τους σπόρους που δεν μεταφέρονται από τον αέρα σε άλλο μέρος και πέφτουν κάτω από το φυτό που τους παρήγαγε. Το ίδιο ισχύει με τους ανθρώπους που ευδοκιμούν και αναπτύσσονται σε άλλους τόπους με άλλα πρόσωπα και νέες σχέσεις.]]
Θα επιχειρήσουμε να αποσυμβολίσουμε τον μύθο του Απόλλωνα και της Δάφνης. Ας αρχίσουμε με την ετυμολογία του ονόματος του θεού. Ο Ιωαν. Σταματάκος στο “λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης” γράφει ότι το όνομα Απόλλων συνδέεται με το θέμα απλ- (= είμαι δυνατός), οπότε η λέξη Απλων (=είμαι δυνατός, ο βοηθών) σχετίζεται με το Απέλλων. Ο τύπος Απόλλων προήλθε από την κλητική του Άπολλον< Άπελλον. Όλες αυτές οι λέξεις ανάγονται στη ριζική βάση απελ (= διεγείρειν, κινείν, προκαλείν), οπότε Απόλλων (= ο δημιουργός, ο προκαλών, ο διεγείρων). Από παλιό λεξικό έχουμε και την ακόλουθη ερμηνεία: “Απόλλων”: «Παρά το απολύειν τους ανθρώπους των κακών• ο απελαύνων και απολύων αφ’ ημών τας νόσους• ιατρός γαρ και μάντις. Ή παρά το απολύειν τας ακτίνας• ο αυτός γαρ τω ηλίω. Ή παρά το απλούν και λύσειν το συνεστώς της ουσίας, και το σκότος.» (Μέγα Ετυμολογικόν)
Αναφέραμε ότι στους Δελφούς ο Απόλλωνας σκότωσε τον φοβερό δράκοντα, που ονομαζόταν Πύθωνας, με τα ολόχρυσα βέλη που του χάρισε ο Ήφαιστος. Έτσι απάλλαξε τους κατοίκους της περιοχής από τα δεινά που προκαλούσε το θηρίο. Οι κάτοικοι για να θυμούνται το κατόρθωμά του καθιέρωσαν προς τιμή του αγώνες, οι οποίοι ονομάστηκαν Πυθικοί Αγώνες. Στο μαντείο των Δελφών η Πυθία καθισμένη πάνω στον ιερό τρίποδα, μασώντας φύλλα δάφνης σε κατάσταση ένθεης μανίας αποκάλυπτε τους διφορούμενους χρησμούς του θεού.
Σχετικά με την μαντική ο Πλούταρχος αναφέρει: «Ο αγαπητός μας Απόλλωνας τις απορίες που αφορούν τη ζωή μας μοιάζει να τις γιατρεύει και να τις διαλύει δίνοντας χρησμό σ’ εκείνους που ζητούν τη συμβουλή του. Τις απορίες, όμως, που αφορούν τη λογική ο ίδιος τις διεγείρει και τις προβάλλει στο κομμάτι της ψυχής που από τη φύση του κλίνει προς τη φιλοσοφία, εμπνέοντάς του μια όρεξη που οδηγεί προς την αλήθεια…» (Πλούταρχος, “Περί του Ει του εν Δελφοίς”, 384E- F). Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ο θεός αγαπάει την αλήθεια: «Επειδή, λοιπόν, η φιλοσοφία σχετίζεται με την αλήθεια και φως της αλήθειας είναι η απόδειξη και αρχή της απόδειξης είναι ο υποθετικός λόγος, είναι εύλογο που η δύναμη, η οποία συνέχει και παράγει τον υποθετικό λόγο, αφιερώθηκε από άνδρες σοφούς στο θεό που προ πάντων αγαπά την αλήθεια. Ο θεός είναι και μάντης και η μαντική τέχνη εξάγει συμπεράσματα για το μέλλον με βάση τα παρόν ή τα παρελθόντα. Γιατί κανενός πράγματος η γέννηση δεν είναι δίχως αιτία ούτε δίχως λογική η πρόγνωσή του.» (Πλούταρχος, “Περί του Ει του εν Δελφοίς”, 387Α- Β). Αναγνωρίζοντας τη σύνδεση του θεού με το φως, ο μύστης Πλούταρχος μας λέει: «Ακούμε από τους θεολόγους, άλλοτε σε ποιητικό και άλλοτε σε πεζό λόγο, να υμνούν και να λεν ότι ο θεός είναι εκ φύσεως άφθαρτος και αιώνιος, υφίσταται όμως μεταβολές του εαυτού του εξαιτίας ενός σχεδίου και μιας εντολής από τη μοίρα. Άλλοτε, λοιπόν, καίει τη φύση του στη φωτιά, εξομοιώνοντας τα πάντα με τα πάντα, άλλοτε όμως, υφιστάμενος κάθε είδους διαφοροποιήσεις στη μορφή, τα πάθη και τις δυνάμεις του, όπως γίνεται και τώρα, αποκαλείται κόσμος, σύμφωνα με το γνωστό του όνομα. Οι πιο σοφοί, όμως, θέλοντας να κρύψουν την αλήθεια απ’ το πλήθος, ονομάζουν τη μεταβολή του θεού σε φωτιά “Απόλλωνα” εξαιτίας της μοναδικότητάς του, και “Φοίβο” εξαιτίας της καθαρότητας και της αγνότητάς του.» (Πλούταρχος, “Περί του Ει του εν Δελφοίς”, 388F- 389A)
Θεολογικά για τους αρχαίους Έλληνες η μαντική ιδιότητα του Απόλλωνα έχει ως σκοπό την ανάδυση στο φως της αλήθειας των θεών και την αποκάλυψη των άρρητων στους έτοιμους ψυχικά από τους ανθρώπους να λάβουν μια δόση απ’ αυτά: «Μέσα, λοιπόν, στην ηλιακή τριάδα, η πρώτη μονάδα αποκαλύπτει το νοητικό φως και το αναγγέλλει σε όλα τα κατώτερα και γεμίζει τα πάντα με την καθολική αλήθεια και τα ανεβάζει στον νου των θεών, πράγμα το οποίο το αναφέραμε και ως έργο της μαντικής ιδιότητας του Απόλλωνα, δηλαδή να φέρει στο φως την αλήθεια που βρίσκεται στους ίδιους τους θεούς και να κάνει το άγνωστο γνωστό στα κατώτερα.» (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 61)
Η δάφνη ως δέντρο είναι αειθαλές = (αεί+ θάλος, το πάντοτε θάλλον, το πάντοτε ζωηρό, ακμαίο). Με αναγραμματισμό της λέξης “αλήθεια” καταλήγουμε στη λέξη αειθαλή(ς)! Θα κάνουμε τώρα έναν άλλον αναγραμματισμό: Με αναγραμματισμό του ονόματος του θεού, ΑΠΟΛΛΩΝ→ Ο ΠΑΛΛΩΝ καταλήγουμε στο φως που πάλλεται και σκορπίζει το σκοτάδι της ψυχής. Το φως που καθαίρει τους θνητούς από τη σκουριά και τους φωτίζει το δρόμο να επανενωθούν με τον Πατέρα τους και Πατέρα του Σύμπαντος. Το φως του Απόλλωνα – Ήλιου φωτίζει τον αισθητό κόσμο και από παχυλό και αδιαφανή τον κάνει διαφανή, ώστε να αναφαίνεται η θεία του καταγωγή και ο τελικός προορισμός διαμέσου της εξέλιξης. Με το απολλώνιο φως από τον αισθητό κόσμο οδηγούμαστε στον νοητό κόσμο. Ο Απόλλωνας μετασχηματίζει το νοητικό φως του πατέρα του Δία- Νου, και διαμέσου των Δελφικών μυστηρίων το μεταφέρει στους μύστες, οι οποίοι ανυψώνουν την συνειδητότητά τους και έρχονται, διαμέσου του φωτοδότη Απόλλωνα, σε επαφή με τον Δία- Νου καθιστάμενοι κοινωνοί του θείου σχεδίου.
Το Απολλώνιο φως κατευθύνει τις διασπασμένες από την ολότητα- την ψυχή του σύμπαντος- μερικές ψυχές, που εγκλωβίστηκαν στα σώματα, να επανενωθούν με την αρχική τους πηγή. Ο Πλωτίνος μας λέει: «Η ψυχή του σύμπαντος δεν έγινε ούτε ήρθε για να είναι οπουδήποτε, διότι δεν υπάρχει τόπος• αλλά το σώμα, με τη γειτονία του μαζί της, μετέσχε σ’ αυτήν• για τον λόγο αυτό επίσης ο Πλάτων δεν λέει πουθενά ότι αυτή είναι στο σώμα, αλλά ότι το σώμα είναι σ’ αυτήν. Οι άλλες ψυχές βέβαια έχουν έναν τόπο από τον οποίο ήρθαν- από την ψυχή- και έναν τόπο στον οποίο κατευθύνονται, την κάθοδο και τη συμμετοχή, συνεπώς και την άνοδο. Η ψυχή του σύμπαντος όμως είναι πάντοτε επάνω, εκεί που είναι η φύση της να βρίσκεται• το συνεχόμενο αυτού είναι το σύμπαν, και το κοντινό του και αυτό που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο. Η μερική ψυχή λοιπόν φωτίζεται όταν οδηγείται προς το πρότερό του- διότι συναντά το ον- ενώ, όταν πηγαίνει προς το ύστερό της, πηγαίνει προς το μη ον.» (Πλωτίνος, “Εννεάδες”, εννεάς τρίτη, 9 επισκέψεις διάφοροι, 3)
Ο Εδουάρδος Συρέ γράφει στο βιβλίο “Η γένεσις της τραγωδίας και η επίδραση των Ελευσινίων Μυστηρίων” για τον Απόλλωνα: «Ο Απόλλων είναι ο ήλιος του θείου κόσμου, ο Θεός του Ονείρου και της Εμπνεύσεως, ο Λόγος της ουράνιας διάνοιας και όλων των Αρχετύπων, η ακτινοβολούσα εκδήλωση του αμετάβλητου Κάλλους. Ο Απόλλων είναι το Φως, ο Θείος Λόγος, προτού το Θείον κατέλθει εντός της Ύλης και εκδηλωθεί διαμέσου αυτής. Περιφέρεται μέσα στην γήινη ζωή σαν τον κορυφαίο του χορού του πνευματικού κόσμου. Πρωτοστατεί στους χρησμούς των Δελφών και εμπνέει την Πυθία.» Ο θεός συνδέεται με την αλήθεια και αυτήν ήθελε να μεταλαμπαδεύσει στη Δάφνη για να την καταστήσει αειθαλή!
Ο γιός του Δία και της Λητώς είναι ο θεός της νεότητας, αλλά και της αιωνιότητας. Η αιωνιότητα συνδέεται με το νοητό κόσμο. Έτσι διαμέσου του Απόλλωνα- και της αλήθειας που εκφράζει- ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τις ανώτερες σφαίρες του θείου κόσμου, που για τους προγόνους μας ήταν ο νοητός κόσμος.
Το όνομα Δάφνη, πρωτοελληνικό, θα μπορούσε να ετυμολογηθεί ως «Δα» (Δη-Γη στα δωρικά) κι «φνης» (ξαφνική- αίφνης). Αυτή που προέκυψε ξαφνικά εκ της Γης, από την ύλη.
Ήταν κόρη της Γαίας (= ύλης) και του Πηνειού (= νερού, του ρευστού, που συμβολίζει τον συναισθηματικό κόσμο)). Επομένως η Δάφνη εκφράζει τον καθαρά γήινο άνθρωπο. Αυτόν που είναι προσηλωμένος στο σώμα του και στα συναισθήματά του. Τριγυρνούσε στην παρθένα φύση επιθυμώντας η ίδια να μείνει αιώνια, αγνή, αυτούσια, θέλοντας να μοιάσει της Άρτεμης. Αυτήν ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα ο Απόλλωνας. Το φως, το πνεύμα, μέσα από την θεία επέμβαση του Έρωτα- την τόξευση με τα χρυσά βέλη- ερωτεύτηκε την ύλη. Θέλει να ενωθεί μ’ αυτήν και να της δώσει τον σπόρο της αλήθειας: Μα η ύλη τοξεύτηκε με βέλη μολύβδου και εκφράζει μια αποστροφή στον έρωτα του πνεύματος προς αυτήν.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Απόλλωνας περιφρόνησε- χλεύασε- τα όπλα του Έρωτα. Ο Έρωτας, όμως, ήταν μια δύναμη του σύμπαντος. Όλα γίνονται και εξελίσσονται διαμέσου της ελκτικής του επίδρασης. Ο Απόλλωνας διέπραξε μια αμαρτία, κι έπρεπε να πληρώσει το τίμημά της. Για τους αρχαίους ο Έρωτας ήταν υπεράνω ακόμα και των θεών. Αυτό δηλώνει ότι οι νόμοι και οι δυνάμεις που έχει θεσπίσει ο Δημιουργός για την εκδήλωση του σύμπαντος, είναι δεσμευτικοί ακόμη και για τα πνευματικά όντα, σε όποια βαθμίδα κι αν ανήκουν! Η ύβρις του Απόλλωνα προκάλεσε έναν διπολισμό: ερωτικό πόθο στον Απόλλωνα και αποστροφή στην Δάφνη.
Ας δούμε τώρα την ετυμολογία της λέξης αλήθεια. Αλήθεια (= α+ λήθη), το στερητικό α και λήθη (από το λανθάνω), επομένως αυτό που δεν ξεχνιέται. Ο Πλάτωνας δίνοντας την ερμηνεία διαφόρων λέξεων, για την αλήθεια αναφέρει : « Η δ’ “αλήθεια” και τούτο τοις ‘αλλοις έοικε προσειρήσθαι τούτω τω ρήματι, τη “αληθεία”, ως θεία ούσα άλη.» Έτσι ως “θεία άλη” η αλήθεια βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, γιατί άλη= κίνηση, περιπλάνηση, περιφορά. Άρα δεν υπάρχει στατικότητα στην αλήθεια, αλλά κινητικότητα, ροή. Η αλήθεια μετατοπίζεται προς ανώτερες ιδέες, την ανώτερη αντίληψη περί του θείου. Και αυτή την ορμή να εκπορθήσει η αλήθεια την άγνοια, την ψευδή αίσθηση των πραγμάτων, την προκαλεί το θείο ( θεία άλη ). Συνεπώς η αλήθεια συνδέεται με το φως ( Απόλλωνα ). Η λήθη/Ληθώ/Λητώ είναι η θνητή μητέρα του θεού, που γονιμοποιήθηκε από τον Δία- Διάνοια κι έφερε στον κόσμο τον Απόλλωνα- Φως. Η α-λήθεια στερεί την λήθη, χαρακτηριστικό του παροδικού, του πεπερασμένου, του θνητού, και προκαλεί συνεχή ( αεί ) μνήμη, που είναι παντοτινή, αθάνατη. Συνεπώς η αλήθεια ( α- λήθη ) αναφέρεται σε κάθε τι που δεν πέφτουν πάνω του τα πέπλα της λήθης, της λησμονιάς. Άρα σε κάθε τι που παραμένει στο φως της πραγματικότητας ή της γνώσης. Με έναν αναγραμματισμό έχουμε: αλήθεια= α+ληθ+αεί, και μας δίνει τη δυνατότητα για την ερμηνεία: « η αλήθεια αναιρεί την απόκρυψη, την μη αποκάλυψη, στο διηνεκές». Αυτό σημαίνει πως η αλήθεια όλα τα κάνει φανερά και για πάντα!
Σε μια δεύτερη ερμηνεία έχουμε το ρήμα «αλ» (αλάομαι= αδιάκοπος περιπλάνησης, αναζήτηση) και «ήθος» όπου το νόημα παραπέμπει στην αδιάκοπη αναζήτηση του ήθους ή του ηθικού. Με σύζευξη των δύο προσεγγίσεων μπορούμε να συμπεράνουμε πως η αλήθεια είναι έννοια δυναμική και καθόλου στατική. Η δυναμική εξαρτάται από τον δικό μας τρόπο προσέγγισης, γεγονός που οφείλεται στον υποκειμενισμό μας.
Η αλήθεια όμως είναι μια και μοναδική. Είναι αγνή, καθαρή και για να μπορέσεις να την αγγίξεις πρέπει κι εσύ να είσαι αγνός στις προθέσεις και τις πράξεις. Το άσπιλο ήθος και το αγαθό είναι τα βασικά χαρακτηριστικά. Για αυτό και μετά το φόνο του Πύθωνα- αν και τον διέπραξε για να απαλλάξει τους κατοίκους από το κακό- ο Απόλλωνας χρειάστηκε να εξαγνιστεί στους Κύδωνες από τον Καρμάνορα (Παυσανίας Φωκικά) ώστε να γίνει «Λοξίας» δηλ « Διὸς προφήτης δ᾽ ἐστὶ Λοξίας πατρός» (Ευμενίδες στ 19) και να προφητεύει στους Δελφούς. Ο Λόγος του Θεού δεν δύναται να είναι μιαρός ή να μην έχει ανήθικος. Στα Ερμητικά κείμενα (λόγος VI -1) λέει «Το αγαθό υπάρχει αποκλειστικά και μόνο στο Θεό ή καλύτερα αγαθό είναι ο ίδιος ο αιώνιος Θεός».
Στο «Περί Φύσεως» έργο του ο Εμπεδοκλής αναφέρεται στην εναλλαγή κυριαρχίας δυνάμεων μεταξύ Φιλότητας (= φιλίας) και Νείκους (= διαμάχης), που εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον Απόλλωνα και τη Δάφνη. Η Φιλότητα ενοποιεί τον κόσμο, ενώ το Νείκος μετατρέπει την ενότητα σε πολλαπλότητα. Ο έρωτας του θεού για τη Νύμφη είναι η προσπάθεια να επικρατήσει η Φιλότητα του Νείκους, ενώ το κυνήγι της εκφράζει τη δυναμικότητα της αλήθειας να αλλάξει προς το καλύτερο τις υλιστικές συνήθειες, ώστε να γίνει η πνευματοποίηση. Όμως η Δάφνη απορρίπτει την αλήθεια και γι’ αυτό μεταμορφώνεται σε δέντρο, δηλαδή ξεπέφτει σε κατώτερο βασίλειο της φύσης. Πραγματικά, κάθε άνθρωπος που ξεκόβει από τον πνευματικό κόσμο, ξεπέφτει και δεν αξίζει να λέγεται άνθρωπος. Ζητάει, λοιπόν, η Δάφνη τη βοήθεια του πατέρα της Πηνειού ( μένει δέσμια του συναισθηματικού κόσμου) ή της μητέρας της Γαίας (μένει δέσμια των υλιστικών προσκολλήσεων) και χάνει την κινητικότητά της- συνακόλουθα και την τάση για αναζήτηση της αλήθειας. Πακτώνεται και μένει δέσμια στη γη, στα εγκόσμια. Ρίχνει ρίζες και ριζώνει στα γήινα.
Το παρήγορο είναι ότι τα κλαδιά κατευθύνονται προς τα πάνω, προς τον ουρανό και τον ήλιο. Επομένως, ακόμη και στους ριζωμένους γήινα ανθρώπους υπάρχει ενδόμυχα η τάση να κατευθυνθούν τελικά στο φως του Απόλλωνα!









Δεν υπάρχουν σχόλια: