Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το δέντρο της ελευθερίας

[[ δαμ- ων ]]

Μουδιασμένοι κι άκεφοι σήμερα, χαμένοι στα τόσα μας προβλήματα και χωρίς ελπίδα, τιμάμε την επέτειο του ΟΧΙ. Μια ηρωική και λαμπρή στιγμή της ιστορίας μας, που έγινε αφορμή να γραφούν σελίδες δόξας, για τις οποίες ήσαν υπερήφανοι οι παππούδες και οι πατεράδες μας. Αυτοί φύτεψαν το δέντρο της ελευθερίας και το παρέδωσαν σ’ εμάς να γευτούμε τους καρπούς του. Πέρασαν τα χρόνια, αυτοί φύγανε για την άλλη πατρίδα, την ουράνια. Και μείναμε εμείς, οι κατ’ όνομα Έλληνες, για να το ξεριζώσουμε στο όνομα της παγκοσμιοποίησης και της αμφίβολης ταυτότητας του Ευρωπαίου. Γιατί στοχεύσαμε στο να περάσουμε εμείς καλά και να μη χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας. Τρέχα γύρευε τώρα να αγωνιζόμαστε για δημοκρατία, εθνικά δικαιώματα, ελευθερία, αξιοπρέπεια. Λέξεις αφηρημένες, οι οποίες στο όνομα του συμφέροντος και της καλοπέρασης χάνουν το νόημά τους. Εξάλλου περαστικοί είμαστε σ’ αυτή τη ζωή. Σήμερα είμαστε, αύριο δεν θα είμαστε…
Άσε που με τα νέα μέσα, την τηλεόραση, το internet, το facebook και τα υπόλοιπα των νέων τεχνολογιών δεν μας μένει χρόνος για διάβασμα. Έτσι οι περισσότεροι δεν έχουμε διαβάσει Καζαντζάκη, ο οποίος στο μυθιστόρημα “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” γράφει σε μια διήγηση του Ζορμπά στο αφεντικό του:
[[Να, μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονώ φύτευε μια μυγδαλιά. «Ε παπούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις;» Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: «Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος!»]]

Η συνέχεια >>> εδώ …

Η γενιά μας δεν έχει αυταπάτες. Γνωρίζουμε το βραχύ του βίου μας και ενεργούμε σαν να ‘μασταν εφήμεροι. Έτσι ξεπουλάμε τα πάντα. Όσο για το φύτεμα του δέντρου της ελευθερίας, εμείς δεν ξέρουμε από φύτεμα. Από ξερίζωμα ξέρουμε. Ξεριζώσαμε τα αμπέλια, τις ελιές, κι ό,τι άλλο καλλιεργούσαμε από την αρχαιότητα για να πάρουμε τις δολερές επιδοτήσεις της Ε.Ε. που βάλθηκε να μην μείνει τίποτα παραδοσιακό, ώστε όλη η Ευρώπη να γίνουμε ένας πολτός λαών χωρίς εθνική ταυτότητα. Το ξερίζωμα είναι η ειδικότητά μας. Ξεριζώνουμε- όπως ξεριζώσαμε τα κλήματα και τα δέντρα μας για να τσεπώσουμε τις επιδοτήσεις- το πατροπαράδοτο, το γνήσιο, για να πιθηκίσουμε το ξενόφερτο μοντέλο ζωής. Το τυρί το είδαμε. Δεν είδαμε, όμως, τη φάκα. Και βρεθήκαμε απελπιστικά μόνοι στη δίνη της οικονομικής κρίσης. Να ‘ταν μόνον οικονομική, ποιος της έδινε σημασία. Γιατί αυτήν μπορούμε να την κουμαντάρουμε. Χειρότερη είναι η κρίση αξιών και εθνικών στόχων. Ταξιδεύουμε σαν καράβι μέσα στην καταιγίδα χωρίς τιμόνι και μηχανή. Και προσμένουμε ώρα στην ώρα να τσακιστούμε στα βράχια μιας εθνικής τραγωδίας. Γιατί πρώτος- δεύτερος καπετάνιος, αξιωματούχοι και μούτσοι πάνω από την πατρίδα βάζουν το κομματικό συμφέρον και τη διατήρηση της θέσης τους στη βουλή για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Επειδή το βουλευτιλίκι είναι το πιο προσοδοφόρο επάγγελμα. Ακόμη και οι άνεργοι δημοσιογράφοι όταν βρεθούν στη βουλή γίνονται υπουργοί για φτύσιμο…
Θα παραθέσουμε μια ιστορία από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Να σου πω μια ιστορία”:
[[ Σε μία όαση κρυμμένη μέσα στα πιο απόμακρα τοπία της ερήμου, ο γέρος Ελιάου ήταν γονατισμένος δίπλα σε μερικές χουρμαδιές.
Ο γείτονας του, ο Χακίμ, ένας πλούσιος έμπορος, σταμάτησε στην όαση για να πιουν νερό οι καμήλες του και είδε τον Ελιάου να ιδρώνει σκάβοντας στην άμμο.
-Τι νέα, γέροντα; Ειρήνη σ' εσένα.
-Και σ' εσένα, αποκρίθηκε ο Ελιάου χωρίς να σταματήσει τη δουλειά του.
-Τι κάνεις εδώ, μ' αυτή τη ζέστη και με το φτυάρι στα χέρια;
-Φυτεύω, αποκρίθηκε ο γέρος.
-Μα τι φυτεύεις εδώ, Ελιάου;
-Χουρμάδες, αποκρίθηκε ο Ελιάου δείχνοντας γύρω του τις χουρμαδιές.
-Χουρμάδες! επανέλαβε ο νεοφερμένος. Κι έκλεισε τα μάτια με συγκατάβαση, σαν να 'χε ακούσει την μεγαλύτερη ηλιθιότητα του κόσμου.
-Η ζέστη σε πείραξε στο μυαλό, αγαπητέ μου φίλε. Έλα, παράτα αυτή τη δουλειά και πάμε στη σκηνή μου να πιούμε ένα ποτήρι.
-Όχι, πρέπει να τελειώσω το φύτεμα. Μετά, αν θέλεις, θα πιούμε...
-Για πες μου, φίλε μου, πόσων ετών είσαι;
-Ξέρω κι εγώ... Εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα... Δεν ξέρω... Το ξέχασα. Όμως, τι σημασία έχει αυτό;
-Κοίταξε, φίλε. Οι χουρμαδιές θέλουν πάνω από πενήντα χρόνια ώσπου να μεγαλώσουν, και μόνο όταν γίνουν μεγάλα δέντρα δίνουν καρπό. Εγώ δεν θέλω το κακό σου, το ξέρεις. Μακάρι να ζήσεις ως τα εκατό και βάλε, όμως, ξέρεις ότι δύσκολα θα φτάσεις να μαζέψεις καρπούς απ' αυτό που σήμερα φυτεύεις. Παράτα τα, λοιπόν, κι έλα μαζί μου.
-Κοίταξε, Χακίμ. Εγώ έφαγα τους χουρμάδες που φύτεψε κάποιος άλλος, κάποιος που κι αυτός ποτέ δεν ονειρεύτηκε να φάει αυτούς τους χουρμάδες. Εγώ σήμερα φυτεύω ώστε άλλοι να φάνε αύριο τους χουρμάδες που φύτεψα... Έστω κι αν είναι προς τιμήν κάποιου άγνωστου, αξίζει τον κόπο να αποτελειώσω το έργο μου.
-Μου έδωσες ένα σπουδαίο μάθημα, Ελιάου. Άφησε με να σου ξεπληρώσω μ' ένα πουγκί φλουριά αυτό που σήμερα με δίδαξες. Και με τα λόγια αυτά, ο Χακίμ έβαλε στο χέρι του γέροντα ένα δερμάτινο πουγκί.
-Σ' ευχαριστώ για τα χρήματα, φίλε μου. Βλέπεις μερικές φορές τι συμβαίνει; Εσύ προέβλεπες ότι ποτέ δεν θα απολάμβανα καρπούς απ' αυτό που φύτευα. Έμοιαζε αλήθεια κι όμως, για κοίτα, ακόμα δεν τελείωσα το φύτεμα και ήδη κέρδισα ένα πουγκί φλουριά και την ευγνωμοσύνη ενός φίλου.
-Η σοφία σου με εκπλήσσει, γέροντα. Αυτό είναι το δεύτερο σπουδαίο μάθημα που μου δίνεις σήμερα, κι ίσως ακόμα πιο σημαντικό από το πρώτο. Άσε με, λοιπόν, να σου το πληρώσω με άλλο ένα πουγκί φλουριά.
-Συμβαίνει κι αυτό, συνέχισε ο γέροντας, κι άπλωσε το χέρι του κοιτάζοντας τα δύο πουγκιά με τα χρήματα.
Φύτεψα χωρίς να ελπίζω σε συγκομιδή, και προτού τελειώσω το φύτεμα πήρα όχι μόνο μία συγκομιδή, αλλά δύο.
-Φτάνει πια, γέροντα. Μη συνεχίζεις να μιλάς. Αν συνεχίσεις να με διδάσκεις, φοβάμαι ότι όλη μου η περιουσία δεν θα φτάσει για να σε πληρώσω... ]]
Μέσα απ’ αυτή την μικρή ιστορία ο γερο-_Ελιάου μας έδωσε ένα σπουδαίο μάθημα με την απλοϊκότητα της σκέψης του. Η χουρμαδιά του είναι για ‘μας το δέντρο της ελευθερίας. Άλλοι το φυτεύουν κι άλλοι γεύονται τους καρπούς του. Μα έχουν το χρέος να το περιποιούνται. Να το ποτίζουν, να το λιπαίνουν, να το καθαρίζουν από τα παράρριζα και τα ζιζάνια. Κι αν το δέντρο κιτρινίσει και κινδυνεύει να ξεραθεί, τότε θέλει μεγάλο αγώνα να κρατηθεί στη ζωή και το λίπασμά του είναι το αίμα. Οι θυσίες!
Αυτό είναι το νόημα της σημερινής επετείου. Οι θυσίες των Ελλήνων των προηγούμενων γενιών. Των δικών μας ανθρώπων. Γιατί στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας πολέμησαν οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας. Άνθρωποι δικοί μας. Δεν χρειάστηκε να διαβάσουμε την ιστορία για να μάθουμε τα κατορθώματά τους. Μας τα διηγήθηκαν δίπλα στο τζάκι στις μέρες του χειμώνα με τον δικό τους απλό λόγο. Κι αυτό που μας έμεινε ήταν η ικανοποίησή τους πως έκαναν το χρέος τους.
Το πρωί θα σταθούμε για λίγο μπροστά στον καθρέφτη για να δούμε αν δέσαμε καλά τη γραβάτα ή αν είναι καλά ο γιακάς του πουκάμισου που φορέσαμε να βγούμε για να παρακολουθήσουμε την παρέλαση. Το πρόσωπό μας δεν θα λάμπει. Και δε θα λάμπει για δύο λόγους. Ο ένας λόγος θα είναι το βαρύ φορτίο της ανεργίας, της μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης, του αβέβαιου μέλλοντος των παιδιών μας, των δυσβάστακτων φόρων, η ντροπή από την ενδοτικότητα της κυβέρνησης σε κάθε διεκδίκηση των γειτονικών λαών σε βάρος μας, το αλώνισμα των τουρκικών πολεμικών πλοίων στις θάλασσές μας. Κι ο άλλος είναι οι τύψεις γιατί αφήσαμε τους δωσίλογους πολιτικούς να ξεπουλήσουν την Ελλάδα μας κι εμάς να μας σκλαβώσουν χωρίς πόλεμο. Που αφήσαμε να ξεραθεί το δέντρο της ελευθερίας. Όχι μόνο δεν φροντίσαμε να φυτέψουμε το δικό μας δέντρο για τις επόμενες γενιές, αλλά κι αυτό που άλλοι φύτεψαν, εμείς με την απερισκεψία μας, με τον ωχαδελφισμό και τη στενομυαλιά το ξεράναμε.
Εφόσον οι Ιταλοί απέτυχαν να μας νικήσουν στον πόλεμο του 1940, ανέλαβαν οι Γερμανοί. Περάσαμε τη μαύρη κατοχή. Κι ενώ στις πόλεις πέθαιναν οι κάτοικοι από την πείνα, στα βουνά και στις γειτονιές οι αντάρτες φύτευαν νέο δενδρύλλιο ελευθερίας. Το πότισαν με αίμα και θέριεψε για να γεννηθούμε ελεύθεροι χωρίς να ηχεί η γερμανική μπότα στ’ αυτιά μας. Φάγαμε λίγους γλυκούς καρπούς. Μα το μολέψαμε. Κι αυτό ξεράθηκε.
Καιρός είναι να χτυπήσει και πάλι ελληνικά η καρδιά μας. Να πιστέψουμε στη ράτσα μας ξεριζώνοντας κάθε ξενικό μιμητισμό. Ακόμη κι αυτοί που μας κάνουν τον φίλο, φίδια είναι στον κόρφο μας. Να καταλάβουμε πως είμαστε λαός ανάδελφος με άσπονδους εχθρούς, γιατί αυτή η χώρα του ήλιου έδωσε το φως στον κόσμο. Όπως τα ελληνόπουλα και οι ελληνοπούλες οργανώθηκαν στη γερμανική κατοχή να οργανωθούν και τώρα. Ο κατακτητής είναι ο ίδιος. Τα όπλα μόνο άλλαξε. Η τακτική του είναι ίδια. Τότε ήταν ο Χίτλερ και ο Γκαίμπελς. Τώρα είναι η Μέρκελ με τον Σόιμπλε. Η ίδια απάνθρωπη φάρα. Οι νέοι ας αναλάβουν δράση. Μην περιμένουν τον λυτρωτή εξ ουρανού. Τους θέλουμε γκρεμιστές, συνάμα και κτίστες, όπως τους περιγράφει ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημά του:
«Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να 'ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.
Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει.
Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ' ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιος μάγος, ποιο στοιχειό του δούλεψε τ' ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν' ανοίξω,
και μ' ένα Ναι να τιναχτώ, μ' ένα Οχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γκρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!»
Και σ’ ένα μέρος που θα ανοίξουν με το γκρέμισμα του παλιού και σάπιου, αφού παραμερίσουν τα μπάζα, να φυτέψουν το δενδρύλλιο της ελευθερίας για ακόμη μια φορά. Να μη λησμονήσουν τούτο. Το μέρος αυτό είναι γόνιμο γιατί είναι ποτισμένο με πολύ αίμα. Όσες φορές ξεριζώσουν ή όσες φορές αφήσουμε να ξεραθεί το δέντρο της ελευθερίας, το δενδρύλλιο γρήγορα θεριεύει…

Δεν υπάρχουν σχόλια: