Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος…

[[ δαμ-ων ]]

Πάγωσαν την περασμένη Πέμπτη τα Βάγια από τη θλιβερή είδηση: δύο νέοι άνθρωποι, δύο φίλοι μας και συγχωριανοί, έφυγαν από κοντά μας. Δύο φιλήσυχα κι εργατικά παιδιά, ο Ανδρέας και ο Νίκος, τόσο αγαπητά σε όλους μας, πήραν το δρόμο για τον Ουρανό. Ο Χάρος, που δεν κοιτάζει χρόνια, κι ούτε νοιάζεται για τον πόνο που σκορπά στο πέρασμά του, βγήκε παγανιά στο δρόμο που συνδέει τη Θήβα με τη Λιβαδειά. Και πήρε στο πέρασμά του τρεις ανθρώπους. Δύο από το χωριό μας κι έναν από την Μακεδονία. Ένας τέταρτος, από το Μαυρομάτι, κινδυνεύει να μείνει ανάπηρος. Και το μεγάλο ερώτημα από τότε πλανάται σε όλη την περιοχή: ΓΙΑΤΙ;
Γιατί αυτή η φοβερή δοκιμασία για τους δικούς τους και ο πόνος για όλους μας; Γιατί η γη και η άσφαλτος να ποτιστούν με αίμα και τόσα δάκρυα;
Η λογική δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις. Το μυαλό του ανθρώπου είναι σε θέση να μας στείλει με διαστημικά οχήματα στον Άρη, με πυραύλους να βγούμε έξω από το ηλιακό μας σύστημα. Μπορεί να φτιάξει περίπλοκες μηχανές. Μα στο θέμα του θανάτου σαστίζει. Εκεί δεν μπορεί να δώσει ούτε μια απάντηση. Γιατί το βυτιοφόρο να πέσει πίσω από το τρακτέρ που οδηγούσε ο Νίκος; Κι αν αυτό το γεγονός οφείλεται στην κακιά στιγμή και σε ανθρώπινο λάθος, γιατί το Σύμπαν συνωμότησε μετά από μισή ώρα να χαθεί κι ο Ανδρέας;
Και την Παρασκευή, στο ξόδι τους, με το βαρύ ήχο της φιλαρμονικής και τα σερνάμενα βήματα όλων μας πίσω από τα φέρετρα με τα άψυχα σώματα, ο σπαραγμός των μανάδων και των αδελφών, οι λυγμοί ή το βουβό κλάμα όλων μας καθώς τους συνοδεύαμε στην τελευταία κατοικία τους. Πότε η απελπισία στα λόγια του ψάλτη στην εκκλησία: «Ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος• Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός, καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον: Ἄρα τὶς ἐστι, βασιλεύς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;» και «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον• οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.». Και άλλοτε η παρηγοριά με τα λόγια του ιερέα: «Μακαρία ἡ ὁδός, ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως.»
Πολύ μεγάλο θέμα αυτό του θανάτου. Είναι, άραγε, ο θάνατος το τέλος του ανθρώπου;

Η συνέχεια >>> εδώ …

Ρωτάμε κι εμείς απλοϊκά όπως ο Ζορμπάς, που μας παρουσιάζει ο Νίκος Καζαντζάκης στο βιογραφικό μυθιστόρημα “Βίος και πολιτεία του Αλέξη να θέτει ερωτήματα στα οποία ο συγγραφέας δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
[[ Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου – κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τα’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ‘βλεπε για πρώτη φορά.
- Τι γίνεται εκεί απάνω! Μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
- Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα ‘καμε; Γιατί τα ‘καμε; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί πεθαίνουμε;
- Δεν ξέρω, Ζορμπά! Αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
- Δεν ξέρεις! Έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μια άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
- Τότε τι ‘ναι τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τι λένε;
- Λένε τη στεναχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
- Να τη βράσω τη στεναχώρια τους! Έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάκτηση το πόδι στις πέτρες.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
- Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές∙ θα ‘χεις στύψει δυο- τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί∙ τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε∙ αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η καλοσύνη, μήτε η Νίκη∙ μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ΄ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
- Δεν απαντάς; Έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
- Είμαστε σκουλήκια μικρά- μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας∙ τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα∙ τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω το χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια- ανάρια το θρό που κάνουν τ’ άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
- Τι αρχίζει; Ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
- … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : «Θεός»• άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουνταν να καταλάβει.
- Εγώ, είπε στο τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δε φοβάμαι όμως ποτέ, ποτέ σε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
- Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!»
Δε μιλούσα∙ στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
- Δεν είμαι λεύτερος; Ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση- αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ‘ξερα, και γι’ αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, έβαλε μια πέτρα προσκεφάλι και ξάπλωσε.
- Καληνύχτα, αφεντικό, είπε∙ φτάνει. ]]
Ο αγράμματος Αλέξης Ζορμπάς, αλλά σοφός μέσα από τα μαθήματα που του έδωσε η ίδια η πολυκύμαντη ζωή του, κάνει βασανιστικές ερωτήσεις στο γραμματιζούμενο αφεντικό του, που έχει φάει σε χιλιάδες οκάδες χαρτιού τη γνώση. Ποιος έκαμε τον κόσμο; γιατί τον έκαμε; Και το μεγαλύτερο ερώτημα: γιατί να πεθαίνουμε;
Μπορεί κάποιος να κατέχει όλη τη γνώση που περιείχε η κάποτε περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ή σήμερα η βιβλιοθήκη του Βατικανού, και να μη μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα, που δημιουργείται σε κάθε άνθρωπο, από την απαρχή της ζωής του πάνω στο γαλάζιο πλανήτη μας μέχρι σήμερα: Τι είναι ο θάνατος και γιατί κάποιος να πεθάνει;
Η ασημαντότητά μας δε μπορεί να δώσει απάντηση. Μπορεί όμως να βρει λίγα, απ’ όσα κατά καιρούς είπαν σημαντικοί άνθρωποι, και να σας τα παραθέσει. Θ’ αρχίσουμε από τον μύστη ποιητή μας Κωστή Παλαμά, που μας κάνει κάτι… να υποπτευθούμε μέσα από τους στίχους του ποιήματός του: “Ο θάνατος της κόρης”:
«Γνωρίζω κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν άλλοι!

Αφού ξεχώρισες απ’ την αγκάλη,
απ’ την αγκάλη του Παντός- πριν της ζωής το κύμα
σε ρίξει στ’ ακρογιάλια μας με κόρης αγνό σχήμα, -
αφού ξεχώρισες, Ψυχή λευκή σα Γαλαξίας,
απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας,
ένοιωσες πρώτα τη ζωή μέσα στης γης τα βάθη,
ακίνητη, άνεργη, θολή και δίχως νου και πάθη.

Πετράδι πρωτοβρέθηκες βαθιά σ’ ανήλια μέρη,
και μιαν ημέρα σκόρπισες λευκή φεγγοβολιά.
Μα πριν στολίσεις κανενός το χέρι,
και στέμμα πριν πλουτίσεις βασιλιά,
η Μοίρα ήρθε τη λάμψη σου να κόψει,
και χάθηκες, κι άλλαξες όψη.

Κι ακόμ’ ανέβεις ένα σκαλοπάτι,
τη σκάλα την τεράστια, τη Ζωή,
κ’ έγινες κρίνο ολόλευκον. Αλλά προτού ένα μάτι
να σ’ αντικρύσει, και προτού να σε χαϊδέψει μια πνοή,
η Μοίρα σε ξερίζωσε, μαράθηκες, και πάλι
μορφήν επήρες άλλη.

Άλλη ακριβώτερη μορφή με πιο σοφά στολίδια,
και, κύκνος, γλυκοτάραξες της λίμνης τα νερά.
Αλλ’ όμως πριν ανοίξεις τα φτερά
γοργά για μακρινά ταξείδια,
η Μοίρα κάρφωσε το πέταμά σου,
και πέθανες, κι ανοίχτηκαν άλλοι ουρανοί μπροστά σου,
άλλοι ουρανοί κατάβαθοι και ασύγκριτοι, κ’ εφάνης
στα νυχτωμένα μάτια μας ολόφωτη παρθένα.
Αλλ’ όμως πριν να κάνεις
Την ευτυχία μιας καρδιάς που είχε πλαστεί για σένα,

Της Μοίρας ήταν η βουλή,
και σ’ έβαλαν να κοιμηθείς πάλι βαθιά στο χώμα…
Ψυχή, ποιο σχήμα σε προσμένει ακόμα;
Ποιος κόσμος εντελέστερος, παρθένα, σε καλεί;

Αλλά γνωρίζω κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν άλλοι…»
Στους λίγους αυτούς στίχους είναι γραμμένη όλη η ιστορία της ψυχής. Κομμάτι της Ψυχής του Παντός ξεκίνησε το μέγα ταξίδι της πριν δισεκατομμύρια χρόνια. Άρχισε ένα ταξίδι περιπλάνησης κι αναζήτησης. Ένα ταξίδι βιωματικής γνώσης και σταδιακής εξέλιξης από τα κατώτερα στα ανώτερα. Κι όλα αυτά τα καταγράφει σαν εμπειρία και τα μεταφέρει από ζωή σε ζωή, από βασίλειο σε βασίλειο.
Ξεκίνησε από τα βάθη της γης κι αγάλι- αγάλι, χωρίς καθόλου να βιάζεται, από ταπεινό χώμα έγινε διαμάντι. Μετά πέρασε στο φυτικό βασίλειο κι από ασήμαντη χλόη σταδιακά έγινε δέντρο. Μεταπήδησε σε πρωτόζωο για να γίνει θαλασσινό και μετά από εκατομμύρια χρόνια ανώτερο θηλαστικό με ένστικτα κι εξυπνάδα. Ήρθε μετά το μεγάλο άλμα. Έγινε άνθρωπος! Άνθρωπος με τη δυνατότητα να γενεί άγιος… Και την περιμένει, την καλεί, άλλος κόσμος εντελέστερος, όπως λέει ο ποιητής. Μα δε μας φανερώνει ο ποιητής το μυστικό… Είναι μύστης. Κι ο μύστης λέει λίγα, λίγα μπορεί να φανερώσει. Ο μυσταγωγός του έδωσε την εντολή: « μη δώτε το άγιον τοις κυσί μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς και στραφέντες ρήξωσιν υμάς.»
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πάντα έχουν ψυχή σε διαφορετικές διαβαθμίσεις. Έτσι:
Η ψυχή στο ορυκτό βασίλειο κοιμάται…
Η ψυχή στο φυτικό βασίλειο ονειρεύεται…
Η ψυχή στο ζωικό βασίλειο αφυπνίζεται…
Η ψυχή στο ανθρώπινο βασίλειο δρα…
Τη σταδιακή ανύψωση της ψυχής και τη μεγάλη προοπτική μας δίνει ένας άλλος μύστης, ένας Μωαμεθανός Σούφι, ο Τζαλάτ εντ- Ντιν Ρούμι στο ακόλουθο ποίημά του:
« Πέθανα σαν ορυκτό κι έγινα φυτό,
πέθανα σαν φυτό και ξαναγεννήθηκα σαν ζώο,
πέθανα σαν ζώο και γεννήθηκα άνθρωπος.
Γιατί λοιπόν να φοβάμαι; Πότε μίκρυνα πεθαίνοντας;
Την επόμενη φορά θα πεθάνω σαν άνθρωπος,
για να μπορέσω να βγάλω τα φτερά του αγγέλου.
Και από τον άγγελο πρέπει ακόμα να προχωρήσω,
για άλλη μια φορά θα τραβήξω το δρόμο μου
πάνω από τους αγγέλους και θα γίνω αυτό που
δεν μπορεί να συλλάβει η φαντασία.
Αληθινά σε ΚΕΙΝΟΝ επιστρέφουμε.»
Επομένως, δε χρειάζεται να καταλαμβανόμαστε από τρόμο μπροστά στο θέμα του θανάτου. Η γέννηση δεν είναι η αρχή. Κι ούτε ο θάνατος είναι το τέλος. Θάνατος της ανθρώπινης φύσης σημαίνει γέννηση σε ανώτερο, πνευματικότερο κόσμο. Αλλά και στην ανθρώπινη φύση, η πορεία της ψυχής είναι μακρά… Ανυψώνεται σταδιακά από τον πρωτόγονο τρωγλοδύτη σε φωτισμένο άγιο. Η εσωτερίστρια Αλ. Μπέϊλη μας λέει: « Ο άνθρωπος ανυψώνεται σκαλοπάτι- σκαλοπάτι πάνω στην μακριά κλίμακα, που απλώνεται από τη γη στον ουρανό, για να σταθεί τελικά ενώπιον του Μυσταγωγού, και στην μεγάλη αυτή στιγμή να βρει ότι είναι αυτός ο ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος τον χαιρετίζει σαν αγαπημένο φίλο, και ο Οποίος έχει προετοιμάσει τον άνθρωπο με το παράδειγμά Του και με τη διδασκαλία και τώρα τον υποδέχεται ενώπιον του Θεού ».
Κάθε θνητός, όταν τελειώνει το ταξίδι της αναζήτησης, σαν τελευταία εμπειρία, αποκτά την εμπειρία του θανάτου. Για τον μυημένο αυτή είναι η ύψιστη μύηση, εξάλλου γι’ αυτό έχει κατάλληλα προετοιμαστεί. Σε κάποιο από του βαθμούς μύησής του έχει πάρει τη μύηση του θανάτου. Ο θάνατος γι’ αυτόν δεν είναι το τέλος, δεν εισέρχεται στην ανυπαρξία, αλλά ένα γήινο διάλειμμα. Η ψυχή του συνεχίζει το ταξίδι της επιστροφής στον “Οίκο”, έχει όμως μεταβεί σε έναν άλλο “κόσμο”. «Ο Νόμος της Θυσίας και του Θανάτου είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας στο φυσικό πεδίο. Η καταστροφή της μορφής, προκειμένου η εξελισσόμενη ζωή να μπορέσει να προοδεύσει, είναι μια από τις θεμελιώδεις μεθόδους της εξέλιξης » μας λέει ο Θιβετανός Δάσκαλος Djwahl Kuhl.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας επισημαίνει: « Αν δεν υπήρχε θάνατος και αν το ανθρώπινο γένος δεν ήταν τώρα θνητό και πριν από το θάνατο- γιατί είναι από ρίζα θνητή-, δεν θα αποκτούσαμε στην πράξη, μέσω του Χριστού, την απαρχή της αθανασίας μας, δε θα είχαμε ανακληθεί στον ουρανό, δε θα είχε ενθρονιστεί η ανθρώπινη φύση στα δεξιά της θείας Μεγαλοσύνης στους ουρανούς, πιο πάνω από κάθε αγγελική αρχή και εξουσία. Έτσι ξέρει ο Θεός να μετατρέπει από φιλανθρωπία στο καλύτερο τα ολισθήματα της αυτεξούσιας παρεκτροπής μας, με τη σοφία και τη δύναμή Του.»
Το σώμα μας είναι η προσωρινή κατοικία της ψυχής μας. Είναι το πουκάμισο που φόρεσε και που κάποτε θα εγκαταλείψει. Το φόρεμα αυτού του πουκάμισου γίνεται με τη γέννησή μας. Κι όπως εμείς δεν ταυτιζόμαστε με το πουκάμισο, ούτε η ψυχή ταυτίζεται με το σώμα. Στη ζωή μας φοράμε πολλά πουκάμισα. Άλλα μας αρέσουν κι άλλα μας είναι αδιάφορα. Έτσι και η ψυχή μας στην πορεία της προς τον “Οίκο” «ενδύεται» πολλά και διαφορετικά σώματα. Και πολλές φορές πίνει από το ποτήρι της θλίψης για να καταλάβει το νόημα της χαράς, όπως μας λέει ο σοφός Χαλίλ Γκιμπράν:
[[ Και ο Θεός δημιούργησε την ψυχή, πλάθοντας την με ομορφιά. Της έδωσε την απαλότητα της πρωινής αύρας, το άρωμα των λουλουδιών, την ομορφιά του σεληνόφωτος.
Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι χαράς και της είπε:
"Δε θα πιεις απ' αυτό το ποτήρι παρά μόνο όταν ξεχάσεις το παρελθόν και αποκηρύξεις το μέλλον".
Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι θλίψης ,λέγοντας:
"Πιες για να καταλάβεις το νόημα της χαράς".
Μετά ο Θεός έδωσε στην ψυχή αγάπη που θα χανόταν με τον πρώτο στεναγμό ικανοποίησης , και γλυκύτητα που θα χανόταν με την πρώτη λέξη αλαζονείας. Έκανε ένα ουράνιο σημείο για να την οδηγεί στο δρόμο της αλήθειας .
Έβαλε στα βάθη της ένα μάτι που βλέπει το αόρατο. Δημιούργησε μέσα της μια φαντασία που κυλά σαν ποτάμι με φαντάσματα και κινούμενες μορφές. Την έντυσε με ενδύματα λαχτάρας υφασμένα απ' τους αγγέλους απ' το ουράνιο τόξο.
Κι έβαλε επίσης μέσα της το σκοτάδι της σύγχυσης, που είναι η σκιά του φωτός. Και πήρε ο Θεός φωτιά απ' το καμίνι του θυμού, Άνεμο που φυσά απ' την έρημο της άγνοιας, μάζεψε άμμο απ' την όχθη του εγωισμού, και σκόνη κάτω απ' τα πόδια των αιώνων.
Έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο. Κι έδωσε στον άνθρωπο δύναμη τυφλή που γίνεται φλόγα σε στιγμές τρελού πάθους και κοπάζει μπροστά στην επιθυμία. Του έδωσε ο Θεός ζωή που είναι η σκιά του θανάτου.
Και ο Θεός χαμογέλασε και έκλαψε , κι ένιωσε μια αγάπη που δεν έχει όρια ούτε τέλος . Κι έτσι ένωσε τον άνθρωπο με την ψυχή του. ]]
Ζωή, λοιπόν, είναι η σκιά του θανάτου. Γιατί ο θάνατος δίνει την δυνατότητα να γεννηθεί κάτι καλύτερο, κάτι το διαφορετικό, που κλείνει μέσα του την εμπειρία του προηγούμενου. Είναι όπως η νύχτα μετά την κοπιαστική μέρα, όπου το σώμα ξεκουράζεται και σχεδιάζει τη δράση της επόμενης μέρας. Έτσι με τον θάνατο η ψυχή αποσύρεται από το σώμα και στον τόπο των ψυχών, όπου πηγαίνει, σχεδιάζει τη δράση της για τον επόμενο ερχομό της.
Όλα αυτά, τα παράξενα για τους περισσότερους, θα τα καταλάβουμε αν αφήσουμε να μας μιλήσει η ψυχή μας. Όταν της δώσουμε την ελευθερία να εκφραστεί, αφήνοντας κατά μέρος τους εξωτερικούς περιορισμούς που βάζει η κατεστημένη γνώση. Τότε ίσως μας πει τα ακόλουθα λόγια, όπως γράφει ο Χαλίλ Γκιμπράν:
«Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί∙ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.
Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά που διαπερνά αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το Αόρατο.
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !»
Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.
Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.
Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «Εδώ, εκεί και πέρα».
Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν, ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.
Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη∙ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.»
Αν αφήναμε να μας μιλήσει η ψυχή- αν για πολύ λίγο μπαίναμε στην ηρεμία της σιωπής, χωρίς οι μαυλιστικές φωνές των γήινων Σειρήνων να κρύβουν τη σιγανή φωνή της- θα μας έδινε θάρρος και θα μας διαβεβαίωνε πως ο θάνατος του σώματος δεν σημαίνει τίποτα άλλο γι’ αυτήν παρά το ξαπόσταμα απ’ της ζωής τον κάματο. Και την ευκαιρία να ανακαλύψει τι έπραξε σωστά και ποια ήσαν τα λάθη της. Ποιες αδελφές ψυχές συνέδραμε και ποιες αδίκησε. Σε ποιες έδωσε περισσή αγάπη και σε ποιες τη στέρησε. Πότε έπραξε κατά το θέλημα του Θεού- που χωρίς να το ξέρει ήταν και δικό της θέλημα- και πότε ξέφυγε απ’ αυτό, οπότε πήγε ενάντια στη δική της φύση. Θα σημειώσει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, τις νίκες και τις ήττες. Θα μας έλεγε πως ο θάνατος είναι η συνέχεια της ζωής και η ζωή η συνέχεια του θανάτου. Να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο σαν μια φάση της ίδιας της ψυχής μας. Να ζήσουμε τη ζωή τώρα, αυτή τη στιγμή, και πως δεν έχει σημασία η ποσότητα του χρόνου που ζούμε αλλά η ποιότητα. Ότι η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών που παίρνουμε, αλλά από τις στιγμές που η ζωή μας έκανε να κρατήσουμε την αναπνοή μας. Και θα μας συμβούλευε να ζήσουμε έντονα και να χαρούμε το σήμερα.
Συνήθως θεωρούμε ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Η ζωή και ο θάνατος όμως είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι δυο πόλοι της ίδιας ενέργειας, του ίδιου φαινόμενου, όπως είναι ο χειμώνας και το καλοκαίρι, η μέρα και η νύχτα. Δεν είναι αντίθετα αλλά συμπληρωματικά. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής αλλά η κορύφωση της. Μας βοηθάει να αντιληφθούμε πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος μας πάνω στη γη, ώστε να τον αξιοποιήσουμε, για να προλάβουμε να αναπτυχθούμε και να ολοκληρωθούμε. Η ψυχή μας περνάει από την πλημμυρίδα της ζωής στην άμπωτη του θανάτου χωρίς να πάθει καμιά αλλοίωση, όπως και το νερό της θάλασσας δεν αλλάζει στο φαινόμενο της παλίρροιας. Μόνο που στη δική της άμπωτη μπορεί- έχει αυτό το θείο χάρισμα- να σχεδιάσει την επόμενη πλημμυρίδα της! Για να φέρει με τη νέα γέννησή της ισορροπία, εκεί όπου την διατάραξε στην προηγούμενη. Για να δώσει αγάπη σε όσους την στέρησε. Για να ανθίσει η ανιδιοτέλεια εκεί όπου η ιδιοτέλεια έφερε την ξηρασία. Για ν’ αποδώσει δικαιοσύνη εκεί όπου έσπειρε αδικία. Για να κάνει λιγότερα λάθη κι έτσι να προχωρήσει μερικά βήματα στο δρόμο της επιστροφής στον Οίκο του Πατρός της. Για ν’ αποκτήσει περισσότερη γνώση καθώς θα κατανοήσει ακόμη πιο πολύ το Σχέδιο του Δημιουργού.
Ο βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας Κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές έγραψε σπουδαία βιβλία. Όμως, στο τέλος της ζωής του, καθώς έπασχε από βαριάς μορφής λευχαιμία, μας άφησε μια λιτή πνευματική του διαθήκη, από την οποία παίρνουμε αυτό το μικρό απόσπασμα:.
[[ Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα, ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη…]]
Ο θάνατος μας δίνει το μεγάλο μάθημα πως όλα τα πράγματα πάνω στην κρούστα της γης είναι παροδικά. Όλα πεθαίνουν. Αυτό ισχύει για όλα τα πλάσματα της φύσης. Ο θάνατος είναι η μόνη αδιαμφισβήτητη και ακλόνητη παγκόσμια σταθερά η οποία απαρέγκλιτα διέπει τα πάντα, τα φυτά, τα ζώα, τα άστρα, τις κατασκευές και φυσικά τον άνθρωπο. Μέγας δάσκαλος ο θάνατος μας καταδεικνύει το μέλλον και σαν συμβουλάτορας μας υπενθυμίζει την ματαιότητα όχι της ζωής και του κόσμου, αλλά της μνησικακίας και του εγωισμού. Δεν είχε άδικο ο Σωκράτης που έλεγε ότι φιλοσοφείς μόνο όταν στοχάζεσαι πάνω στον θάνατο.
Όταν το λουλούδι έχει ανοίξει τα πέταλα του, όταν έχει στείλει το άρωμα του και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έχει χαρεί την κάθε στιγμή, έχει δει τον ήλιο να ανατέλλει, έχει ζήσει τη ζωή, έρχεται η πλήρωση το δειλινό και το λουλούδι είναι έτοιμο να αναπαυτεί. Χωρίς άγχος, χωρίς κλάματα, χωρίς να προσπαθεί να αρπαχτεί για να ξεφύγει από αυτό που η φύση και η Ζωή έχει καθορίσει. Τινάζονται τα πέταλά του, μα στη θέση του γίνεται ο καρπός, ο σπόρος, που θα γεννήσει ένα καινούργιο λουλούδι. Κι έτσι η ζωή συνεχίζεται…
Όχι, ο θάνατος δεν είναι το τέλος! Να μάθουμε να τον αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο, σαν μια αναπόφευκτη φάση της ζωής μας. Σαν έναν σταθμό της ψυχής μας στο μεγάλο ταξίδι της πάνω στο ελικοειδές μονοπάτι προς την κορυφή, όπου την περιμένει το στεφάνι της δόξας, η θέωση.
Ήρεμα κι απλά τον αντιμετωπίζει ο Χαλίλ Γκιμπράν στο βιβλίο του “Ο Κήπος του Προφήτη”:
[[ Και τότε η Αλμήτρα μίλησε ξανά, και είπε, Και τώρα θα σε ρωτήσουμε για το Θάνατο.
Κι εκείνος είπε:
Θέλετε να μάθετε το μυστικό του θανάτου.
Αλλά πως θα το βρείτε αν δεν το γυρέψετε μέσα στην καρδιά της ζωής;
Η κουκουβάγια που τα νυχτόθωρα μάτια της είναι τυφλά στο φως της μέρας, δεν μπορεί ν' αποκαλύψει το μυστήριο του φωτός.
Αν θέλετε πραγματικά ν' αντικρύσετε την ψυχή του θανάτου, ανοίξτε την καρδιά σας ολάκερη στο σώμα της ζωής.
Γιατί η ζωή κι ο θάνατος είναι ένα, καθώς ο ποταμός κι η θάλασσα είναι ένα.
Στο βάθος των ελπίδων και των πόθων σας υπάρχει η σιωπηλή σας γνώση για το υπερπέραν.
Και σαν τους σπόρους που ονειρεύονται κάτω από το χιόνι, η καρδιά σας ονειρεύεται την άνοιξη. Να εμπιστεύεστε τα όνειρα, γιατί σ' αυτά είναι κρυμμένη η πύλη προς την αίωνιότητα.
Ο φόβος σας για το θάνατο είναι σαν το τρεμούλιασμα του βοσκού όταν στέκεται μπροστά στο βασιλιά που το χέρι του θα τον ακουμπήσει για να τον τιμήσει.
Μήπως δε χαίρεται ο βοσκός κάτω από το τρεμούλιασμά του, που θα φορέσει το μετάλλιο του βασιλιά;
Κι ωστόσο, δεν είναι η ταραχή εκείνο που τον νοιάζει πιο πολύ;
Γιατί, τι άλλο είναι ο θάνατος εκτός από το να σταθείς γυμνός μέσα στον άνεμο και να λιώσεις μέσα στον ήλιο;
Και τι σημαίνει να πάψεις ν' αναπνέεις εκτός από το να ελευθερώσεις την ανάσα από τα ασταμάτητα κύματά της, για να μπορέσει να υψωθεί και ν' απλωθεί και να γυρέψει το Θεό ελαφριά κι ανεμπόδιστη;
Μονάχα όταν πιείτε από το ποτάμι της σιωπής, θα μπορέσετε πραγματικά να τραγουδήσετε.
Και μόνο όταν φτάσετε στη βουνοκορφή, θ' αρχίσετε να σκαρφαλώνετε.
Και όταν η γη γυρέψει τα μέλη σας, τότε μόνο θα χορέψετε πραγματικά.]]
Το μυστήριο του θανάτου θα μπορέσει να εξιχνιαστεί όταν ζήσουμε τα χρόνια που μας έχουν δοθεί, αλλά με τέτοια ποιότητα, που δεν θα ντροπιάζει την έννοια “άνθρωπος”, την τόσο σημαντική και θεία. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ήρθαμε σ’ αυτόν τον κόσμο με μια αποστολή, την οποία πρέπει να φέρουμε σε πέρας με χαρά και υπερηφάνεια. Πως είμαστε συνεργάτες του Θεού- συνδημιουργοί, θα λέγαμε- στην παραπέρα διαμόρφωση του κόσμου και της ζωής, και αυτό τον προορισμό πρέπει να εκτελούμε με ειρήνη στην ψυχή και με ευγνωμοσύνη. Όταν τελικά συνειδητοποιήσουμε πως όλα έχουν ένα τέλος σ’ αυτή τη ζωή. Και γι’ αυτό, πριν έρθει αυτό το τέλος της ζωής μας, ας φροντίσουμε να δώσουμε στη λέξη “τέλος” το πραγματικό νόημα της, που σημαίνει “σκοπός”. Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθαμε με έναν σκοπό: να βοηθήσουμε να πραγματοποιηθεί το Σχέδιο του Θεού. Και άλλο σκοπό δεν μπορούμε να αντιληφθούμε από τη συνεχή προσπάθεια να γίνουμε και να παραμείνουμε Άνθρωποι- το άλφα με κεφαλαίο- έστω κι αν μια ζωή δεν είναι αρκετή για να το πετύχουμε. Τότε θα ενσωματωθούμε στον Ουράνιο Άνθρωπο, απ’ όπου πριν εκατομμύρια χρόνια αποκοπήκαμε. Κι εδώ ταιριάζει το παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα με τίτλο “Η Ψυχή” της Ιωάννας Μαυροπούλου:
« Είμαι η Μεγάλη η Ψυχή
και οι μικρές ψυχές ανήκουνε σε μένα.
Του κόσμου το πεπρωμένο γράφτηκε
πριν την αρχή του μεγάλου χρόνου,
με πύρινη σφραγίδα στο παντού,
ανίκητο απ’ τον κόσμο και τα όντα.
Πώς θα μπορούσανε ποτέ
τον εαυτό τους να νικήσουνε
τα όντα και ο κόσμος;
Η παράσταση δεν είναι ζωή
και νίκη ποτέ δεν έχει.
Καθρέφτισμα είναι της ζωής,
μα πρέπει να το διαβάζεις όμορφα,
αλλιώς έχεις χαθεί
στης πλάνης τους μαύρους ίσκιους
που σκότισαν τις καρδιές
κι εκείνες πέθαναν πνιγμένες απ’ το σκότος.»
Λέγεται πως οι μυημένοι προετοιμάζονται για την εμπειρία του θανάτου, την οποία αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία και χωρίς καθόλου φόβο. Στα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια ο μυούμενος ερχόταν σε επαφή με τον θάνατο. Στα Αιγυπτιακά, που γίνονταν μέσα στη μεγάλη πυραμίδα, ο μυούμενος έμπαινε μέσα σε σαρκοφάγο και με καθοδηγούμενη αστρική προβολή ( το ψυχικό σώμα έβγαινε από το φυσικό, χωρίς να σπάσει ο σύνδεσμος μ’ αυτό, δηλ. ήταν ενωμένο δια μέσου της αργυρής χορδής μ’ αυτό ) ερχόταν σ’ επαφή με τον κόσμο των ψυχών, βιώνοντας την μεταθανάτια εμπειρία, κι έτσι έφευγε ο φόβος του θανάτου. Παρόμοια εμπειρία είχαν όσοι εισέρχονταν στο Τροφώνιο άντρο στην αρχαία Λιβαδειά. Τη μεγάλη σημασία, που απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στα μυστήρια επιβεβαιώνουν τα λόγια του Σωκράτη: « Και κινδυνεύουσι και οι τας τελετάς ημίν ούτοι καταστήσαντες ου φαύλοι είναι, αλλά τω όντι πάλαι αινίττεσθαι ότι ός αν αμύητος και ατέλεστος εις Άιδου αφίκηται εν βορβόρω κείσεται, ο δε κεκαθαρμένος τε και τετελεσμένος εκείσε αφικόμενος μετά θεών οικήσει. Εισί γαρ δη, ως φασιν οι περί τας τελετάς, “ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι”. Ούτοι δ’ εισί κατά την εμήν δόξαν ουκ άλλοι ή οι πεφιλοσοφηκότες ορθώς. Ών δή και εγώ κατά γε το δυνατόν ουδέν απέλιπον εν τω βίω αλλά παντί τρόπω προυθυμήθην γενέσθαι ». [ Μετάφρ. : Φαίνεται μάλιστα ότι και εκείνοι οι οποίοι οργάνωσαν σε εμάς τις μυστηριακές τελετές, δεν ήσαν άνθρωποι άνευ αξίας, αλλά πράγματι κάποιο βαθύ νόημα κρύβεται από παλαιούς χρόνους μέσα στα λόγια τους, ότι αν κανείς έρθει στον Άδη χωρίς να μυηθεί στη διδασκαλία των μυστηρίων και να υποβληθεί στις τελετουργικές διατυπώσεις, η θέση του θα είναι στο βόρβορο, ο δε κεκαρθαμένος και μεμυημένος με όλες τις διατυπώσεις, όταν φτάσει εκεί, θα συγκατοικήσει με τους θεούς. Διότι υπάρχουν, καθώς λέγουν οι εντεταλμένοι στις μυστηριακές τελετές, πολλοί μεν οι φέροντες τους νάρθηκας, ολίγοι δε οι πραγματικά εμπνεόμενοι από το θεό Βάκχο. Αυτοί δε οι τελευταίοι δεν είναι, κατά την ιδική μου γνώμη άλλοι, παρά όσοι φιλοσοφούν κατά την ορθή έννοια της λέξης. . Για να ανήκω κι εγώ στο κύκλο αυτών των ανθρώπων τίποτε, καθ’ όσον μου ήτο δυνατόν, δεν παρέλειψα στο βίο μου, αλλά απεναντίας κατέβαλα κάθε προσπάθεια.] ( Πλάτωνος “Φαίδων”, 69 b-c-d )
Κι εμείς οι μη μυημένοι; Όπως λέει και ο Ζορμπάς είμαστε ελεύθεροι κάνουμε τις επιλογές μας.
Μα χρέος του ανθρώπου είναι να κάνει την επιλογή του Ηρακλή. Το δύσκολο δρόμο της Αρετής. Το δρόμο του αγώνα της μετουσίωσης. Ο μιαρός Ηρακλής, που μετά από μανία που του προκάλεσε η Ήρα σκότωσε την οικογένειά του, έκαμε τους άθλους του, προσφέροντας μεγάλη υπηρεσία στην ανθρωπότητα, και κέρδισε τελικά τη θέωση, μια θέση στον Όλυμπο δίπλα στους θεούς. Γι’ αυτό τον αγώνα, τον απαλλαγμένο από το φόβο του θανάτου, μιλάει ο Καζαντζάκης στο βιβλίο “Αναφορά στον Γκρέκο”: « Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται∙ μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο: δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη∙ η αξία του ανθρώπου είναι μια και μονάχα, ετούτη: να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μη καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: η βεβαιότητα, πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια κι αντρεία.»
Η πορεία μας πάνω στη γη να μη “σημαδεύεται” από το έπαθλο που θα πάρουμε. Ένα ταπεινό στεφάνι, καμωμένο από κλαδί ελιάς- την αγάπη του κόσμου, ή από δαφνόφυλλα- τον σεβασμό και την αποδοχή από το περιβάλλον μας, είναι αρκετά. Σημασία έχει ο αγώνας για τη μετουσίωση. Αυτός ο αγώνας δίνεται συμβολικά στο παρακάτω απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο του Κρητικού διανοητή: « Τρία πλάσματα του Θεού πάντα με μαύλιζαν κι ένιωθα μαζί τους μια μυστική ενότητα∙ σαν σύμβολα μου φάνταζαν πάντα και συμβόλιζαν την πορεία της ψυχής μου: το σκουλήκι που γίνεται πεταλούδα, το χελιδονόψαρο που τινάζεται από τα νερά μοχτώντας να ξεπεράσει τη φύση του, κι ο μεταξοσκούληκας που κάνει το σπλάχνο του μετάξι. Πόσο χάρηκα δε λέγεται όταν πρωτόδα στις χρυσές φλωροζυγαριές, που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους, σ’ ένα παλάγκι χαραγμένο ένα σκουλήκι και στ’ άλλο μια πεταλούδα∙ χωρίς άλλο, σύμβολα παρμένα από την Κρήτη. Η λαχτάρα που σκουληκιού να γίνει πεταλούδα στάθηκε για μένα πάντα το πιο επιτακτικό και συνάμα το πιο νόμιμο χρέος του σκουληκιού και του ανθρώπου. Να σε κάμει ο Θεός σκουλήκι, κι εσύ με τον αγώνα σου να γίνεις πεταλούδα.»
Για να γίνει, όμως, το σκουλήκι πεταλούδα, πρέπει να πεθάνει σαν σκουλήκι. Πάντοτε πεθαίνει το παλιό για να γεννηθεί το καινούργιο. Γι’ αυτό ο Ιησούς είπε στον Νικόδημο: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.» (Ιωάννης, γ΄, 3) Η Ανάσταση έρχεται μετά τον θάνατο. Όταν πούμε «τετέλεσται»! Και σαν πούμε «τετέλεσται» έρχεται ο θάνατος, ο Ανεπιθύμητος. Μόνο που για να έχουμε δικαίωμα στην ανάσταση πρέπει να μην έχουμε τσιγκουνευτεί την αγάπη! Τη ζωή μας, όπως μας λέει ο Πάουλο Κοέλο στο βιβλίο του “Το χειρόγραφο της Άκρα” , την κυβερνούν τέσσερις δυνάμεις: η αγάπη, ο θάνατος, η δύναμη κι ο χρόνος. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα:
[[ Και ένας νέος του ζήτησε:
«Μίλησέ μας για ό,τι επιφυλάσσει το μέλλον».
Κι εκείνος είπε:
Όλοι ξέρουμε τι μας περιμένει στο μέλλον: ο Ανεπιθύμητος από τους ανθρώπους. Που μπορεί να καταφθάσει οποτεδήποτε, απροειδοποίητα, και να πει: «Πάμε, πρέπει να έρθεις μαζί μου».
Και όσο κι αν θέλουμε, δεν έχουμε επιλογή. Εκείνη τη στιγμή η μεγαλύτερη χαρά μας, ή η μεγαλύτερη δυστυχία μας, θα είναι να κοιτάξουμε το παρελθόν. Και να απαντήσουμε στην ερώτηση: «Αγάπησα άραγε αρκετά;»
Αγαπήστε. Δε μιλάω εδώ μόνο για την αγάπη προς τον άλλο. Ν’ αγαπάς σημαίνει να είσαι ανοιχτός στα θαύματα, στις νίκες και στις ήττες, σε όλα όσα συμβαίνουν κάθε μέρα που μας έχει δοθεί για να περπατήσουμε στη Γη.
Την ψυχή μας κυβερνούν τέσσερις αόρατες δυνάμεις: η αγάπη, ο θάνατος, η δύναμη και ο χρόνος.
Πρέπει να αγαπάμε, επειδή μας αγαπά ο Θεός.
Πρέπει να έχουμε συνείδηση του ανεπιθύμητου από τους ανθρώπους, για να καταλάβουμε καλά τη ζωή.
Πρέπει να αγωνιζόμαστε για να μεγαλώσουμε, χωρίς όμως να πέφτουμε στην παγίδα της δύναμης που έτσι αποκτάμε, επειδή ξέρουμε πως δεν έχει καμιά αξία.
Πρέπει, τέλος, να αποδεχτούμε πως η ψυχή μας- αν και αιώνια- είναι αυτή τη στιγμή πιασμένη στα δίχτυα του χρόνου, με τις ευκαιρίες και τους περιορισμούς που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.
Το όνειρό μας, η επιθυμία που υπάρχει στην ψυχή μας, δεν ήρθε από πουθενά. Κάποιος το έβαλε εκεί. Και αυτός ο Κάποιος, που είναι αγνή αγάπη και θέλει μόνο την ευτυχία μας, το έκανε επειδή μας έδωσε, μαζί με την επιθυμία, και τα εργαλεία για να την πραγματοποιήσουμε.
Όταν περνάτε μια δύσκολη περίοδο, να θυμάστε πως, ακόμα κι αν έχετε χάσει μεγάλες μάχες, επιζήσατε και βρίσκεστε εδώ. Αυτό είναι μια νίκη. Δείξτε τη χαρά σας γιορτάζοντας την ικανότητά σας να προχωρήσετε. Σκορπίστε απλόχερα την αγάπη σας στους αγρούς και στα λιβάδια, στους δρόμους της μεγάλης πόλης και στους αμμόλοφους της ερήμου. Δείξτε ενδιαφέρον για τους φτωχούς, γιατί βρίσκονται εδώ για να μπορείτε να εκδηλώσετε την αρετή της φιλανθρωπίας. Δείξτε ενδιαφέρον και για τους πλούσιους, που υποπτεύονται τους πάντες και τα πάντα, που έχουν τις αποθήκες τους ξέχειλες και τα σεντούκια τους γεμάτα, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν καταφέρνουν να διώξουν τη μοναξιά.
Ποτέ μη χάνετε την ευκαιρία να δείξετε την αγάπη σας. Πάνω απ’ όλα στους κοντινούς σας ανθρώπους, επειδή απέναντι σ’ εκείνους έχουμε μεγαλύτερη επιφύλαξη, καθώς φοβόμαστε μήπως πληγωθούμε. Να αγαπάτε. Γιατί εσείς θα επωφεληθείτε πρώτα- ο κόσμος γύρω σας θα σας ανταμείψει, παρόλο που στην αρχή θα σκεφτείτε: «Δεν καταλαβαίνουν την αγάπη μου». Δε χρειάζεται να καταλαβαίνει κανείς την αγάπη. Απλώς να τη δείχνει. Έτσι, το τι σας επιφυλάσσει το μέλλον εξαρτάται μόνο από την ικανότητά σας να αγαπάτε. Γι’ αυτό πρέπει να δείξετε απόλυτη και πλήρη εμπιστοσύνη σε αυτό που κάνετε. Μην επιτρέπετε να σας λένε άλλοι: «Εκείνος είναι ο καλύτερος δρόμος» ή «Αυτή η διαδρομή είναι ευκολότερη».
Το μεγαλύτερο Δώρο που μας έχει κάνει ο Θεός είναι η δυνατότητα να παίρνουμε τις δικές μας αποφάσεις.
Όλοι μας, από παιδιά, ακούμε ότι αυτό που θέλουμε να ζήσουμε είναι αδύνατο. Όσο συσσωρεύουμε χρόνια, συσσωρεύουμε και την άμμο των προκαταλήψεων, των φόβων, της ενοχής. Απαλλαγείτε από όλα αυτά. Όχι αύριο, όχι απόψε, αλλά αυτή τη στιγμή…]]
Από τις τέσσερις δυνάμεις, που κυβερνούν τη ζωή, τον θάνατο και τον χρόνο δεν τον καθορίζουμε εμείς. Μπορεί και να τις καθορίσαμε, αλλά δεν το γνωρίζουμε γιατί ήπιαμε από το νερό της λήθης πριν γεννηθούμε. Μα –σίγουρα- μπορούμε να κουμαντάρουμε την αγάπη και την δύναμη. Την αγάπη όσο είναι μπορετό να τη δίνουμε απλόχερα και στη δύναμη να βάλουμε χαλινάρια. Γιατί δεν επιτρέπεται να προκαλούμε πόνο και στεναχώρια στις αδελφές ψυχές, επειδή είμαστε ένα μ’ αυτές. Να τις δεχόμαστε όπως είναι χωρίς να βιαστούμε να τις κατακρίνουμε. Αν αφήσουμε ελεύθερη την ψυχή μας, αυτή θα μας μιλήσει και θα μας πει και τούτα τα λόγια:
[[ Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.
Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή. ]] (Χαλίλ Γκιμπράν από το “Η ψυχή μου μίλησε”)
Ίσως κι εμείς βιαζόμαστε να σας φανερώσουμε αυτά που κι εσείς γνωρίζετε, αλλά δε λέτε. Είναι κι αυτό αρετή! Να μη φανερώνετε όσα η ψυχή σας κατέχει… Κι εμείς που γράφουμε, κι εσείς που δε γράφετε γνωρίζουμε: Ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Ο Ανδρέας και ο Νίκος δεν έφυγαν από κοντά μας. Είναι μέσα στην καρδιά μας, είναι στη θύμησή μας. Και ίσως με χρόνια με καιρούς να ξαναβρεθούμε. Οι μύστες δε το λένε ξεκάθαρα. Όμως ο μεγάλος μας ποιητής και μύστης Κωστής Παλαμάς, σ’ ένα ποίημά του, με τίτλο “η Ψυχή”, έγραψε:
« Είμαι η ψυχή και ντύθηκα το σώμα
για να σε βρω
και το φιλί που φλόγισα το στόμα
για να σε χαρώ…
Είμαι ο νεκρός που θα ξαναγυρίζω
με νέα πνοή με σχήμα νέο,
για να την ξαναρχίσω
μ’ εσέ τη ζωή.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: