Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Ο μύθος του Κάστορα και του Πολυδεύκη

[[ δαμ- ων ]]

Οι Διόσκουροι (Διός+ κούροι= γιοι του Δία), ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης ήσαν τα δίδυμα παιδιά του βασιλιά των θεών Δία και της θνητής Λήδας. Ήσαν αδελφοί της ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας. Ένα νεότερος μύθος αναφέρει πως ο Κάστορας ήταν γιος του άνδρα της Λήδας, του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεου, ενώ ο Πολυδεύκης γιος του Δία. Γι’ αυτό τα ονόματα Διόσκουροι (*1) και Τυνδαρίδαι χρησιμοποιούνται και για τους δυο. Οι Διόσκουροι ήταν θεοί του φωτός και προσωποποιούσαν για τους Έλληνες την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Τους θεωρούσαν προστάτες των καραβιών και των ναυτικών. Οι Έλληνες τους λάτρευαν και τους τιμούσαν σαν θεούς, ενώ συχνά ζητούσαν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια στις δύσκολες ώρες. Ήταν οι προστάτες και σωτήρες των θνητών.
Ας δούμε πρώτα όσα αναφέρει η μυθολογία μας γι’ αυτούς:
Η Λήδα ήταν θυγατέρα του Θέστιου, βασιλιά της Αιτωλίας, την οποία παντρεύτηκε ο Τυνδάρεος (*2) όταν είχε καταφύγει στη χώρα του Θέστιου. Ο Δίας σκαρφίστηκε ολόκληρη πλεκτάνη για να ζευγαρώσει με τη Λήδα. Μεταμορφώθηκε σε κύκνο και δήθεν κυνηγημένος από έναν αϊτό, που ήταν μεταμορφωμένος ο Ερμής, βρήκε, έντρομος, καταφυγή στην αγκαλιά της απονήρευτης Λήδας. Έτσι στους καλαμιώνες του κρυστάλλινου Ευρώτα ενώθηκε ερωτικά με την όμορφη βασίλισσα. Από αυτό το σμίξιμο στα σπλάχνα της συνέλαβε την Ελένη και τον Πολυδεύκη, ενώ την ίδια μέρα κοιμήθηκε με τον άντρα της Τυνδάρεο και συνέλαβε τον Κάστορα. Η σπορά του βροντορίχτη Δία κυοφορήθηκε σ’ ένα αυγό και του θνητού βασιλιά έξω απ’ αυτό. Έτσι τον καιρό της γέννας η Λήδα γέννησε ένα αυγό (*3), από το οποίο βγήκαν ο Πολυδεύκης και η Ελένη, και ξέχωρα γέννησε τον Κάστορα. . Γι’ αυτό ο Πολυδεύκης ήταν αθάνατος, σαν γιος του θεού, ενώ ο Κάστορας θνητός, σαν γιος του θνητού.

Η συνέχεια >>> εδώ …

Στη γέννα αυτή αναφέρει ο ύμνος:
« Μούσα γλυκόφωνη, τον Κάστορα ψάλε και τον Πολυδεύκη,
τα τέκνα του Τυνδάρεω, γόνους του Ολύμπιου Δία•
η Λήδα η σεβαστή τους γέννησε, κάτω απ’ του Ταϋγέτου τις κορφές,
όταν ο μαυροκέφαλος Κρονίων κρυφά την έκανε δική του.
Χαίρετε του Τυνδάρεω παιδιά, των γοργοπόδαρων αλόγων αναβάτες. » (Ομηρικοί Ύμνοι., XVII )
Ο Τυνδάρεος στάθηκε σαν πραγματικός πατέρας και στα άλλα δυο παιδιά, παρ’ ότι δεν ήσαν δικά του, ιδιαίτερα την Ελένη την υπεραγαπούσε. Σαν αστραπή διαδόθηκε σ’ όλη την Ελλάδα το νέο για την απαράμιλλη ομορφιά της παιδούλας, που έβαλε από νωρίς σε μπελάδες τους δικούς της. Θα ‘ταν δε θα ‘ταν δέκα χρονών όταν με τη βία προσπάθησε να την κερδίσει ο ξάδελφός της Εναραιφόρος. Μετά ήταν η σειρά του Αθηναίου βασιλιά Θησέα, του ξακουστού ήρωα. Εκείνος με τη βοήθεια του Πειρίθου την έκλεψε, σαν ήταν δώδεκα χρονών, από το ιερό της Αρτέμιδας Ορθίας, όπου υπηρετούσε τη θεά σαν ιέρεια.
Τ’ αδέλφια της, οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης μάταια κυνήγησαν τους απαγωγείς. Στο δρόμο της φυγής οι δύο απαγωγείς, Θησέας και Πειρίθου, έριξαν κλήρο, για να δουν ποιος θα την έκανε γυναίκα του. Κερδισμένος βγήκε ο Θησέας (*4). Εκείνος τη οδήγησε στην οχυρωμένη Άφινδο. Εκεί ζούσε και η μητέρα του Θησέα, η Αίθρα. Οι Διόσκουροι πολιόρκησαν την καστροστεφανωμένη Άφινδο, βρίσκοντας ευκαιρία από την απουσία του Θησέα, που είχε πάει με τον σύντροφό του Πειρίθου στον Άδη για να κλέψουν την Περσεφόνη. Έτσι πήραν πίσω την αδελφή τους κι αιχμάλωτη την βασιλομάνα Αίθρα.
Οι Διόσκουροι πήραν μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου και στην μεγάλη Αργοναυτική Εκστρατεία. Εκείνοι γλύτωσαν την Αργώ όταν θαλασσοδερνόταν στις ακτές της Θράκης. Τότε, στη δύσκολη στιγμή, δύο άστρα αποσπάστηκαν από τον ουρανό και κάθισαν στα κεφάλια του Κάστορα και του Πολυδεύκη. Αμέσως η θάλασσα έγινε γαλήνια πέρα ως πέρα. Ο θαλασσινός θεός Γλαύκος την άλλη ημέρα τους είπε πως θα ονομάζονταν θεοί-σωτήρες και παντού θα τους λάτρευαν ως Προστάτες. Έγιναν πλέον οι προστάτες των ναυτικών και των καραβιών. Από την εποχή εκείνη, κάθε φορά που οι ναύτες έβλεπαν άστρα να εμφανίζονται πάνω από το καράβι τους, να τρέχουν κατά μήκος των ιστίων ή να «κάθονται» στις άκρες των καταρτιών, ήξεραν πως οι Διόσκουροι είναι εκεί και τους προστατεύουν. Σ’ αυτή την εκστρατεία ο Πολυδεύκης δοξάστηκε νικώντας τον Άμυκο, γιο του Ποσειδώνα και επινοητή ης πυγμαχίας.
Ένας άλλος μύθος που σχετίζεται και με τον θάνατο του θνητού Κάστορα είναι αυτός της διαμάχης τους με τα ξαδέρφια τους, τους Αφαρητίδες Λυγκέα και Ίδα από τη Μεσσηνία. Τα τέσσερα ξαδέρφια πήγαν στην Αρκαδία και έκλεψαν ένα κοπάδι βόδια. Στη μοιρασιά όμως τους εξαπάτησε ο τεράστιος Ίδας. Του ανέθεσαν να μοιράσει τα κλοπιμαία κι αυτός μηχανεύτηκε να ψήσουν ένα βόδι, που το έκοψε στα τέσσερα. Όρισε πως τα μισά βόδια θα τα έπαιρνε όποιος έτρωγε πρώτος το μερτικό του και τα άλλα μισά όποιος ερχόταν δεύτερος. Ο γιγαντόσωμος Ίδας κατοβρόχθισε πρώτος το μερτικό του και μετά τη μερίδα του Λυγκέα.
Χολώθηκαν οι Διόσκουροι από το ρίξιμο. Αποφάσισαν να κλέψουν από τα ξαδέρφια τους το κοπάδι. Για να τους εκδικηθούν, μάλιστα, έκλεψαν και τις αρραβωνιαστικές των Αφαρητιδών, τις Λευκιππίδες. Επειδή δε θα τους συγχωρούσαν την προσβολή τα ξαδέρφια τους, σκέφτηκαν οι Διόσκουροι να τους στήσουν ενέδρα. Κρύφτηκαν στην κουφάλα ενός δέντρου με σκοπό να τους αιφνιδιάσουν κάνοντας ξαφνική επίθεση μόλις περνούσαν από αυτό το μέρος. Μα το διαπεραστικό μάτι του Λυγκέα τους είδε μέσα από το ξύλο κι ο πελώριος Ίδας έριξε το κοντάρι του που διαπέρασε τον κορμό και καρφώθηκε στο στήθος του Κάστορα. Τότε βγήκε από την κουφάλα ο Πολυδεύκης και όρμησε στα ξαδέρφια του. Πρώτον συνάντησε τον Λυγκέα, που με μια γροθιά τον ξάπλωσε νεκρό. Μετά συνεπλάκη σε σκληρό αγώνα με τον Ίδα, που με τη βοήθεια του πατέρα του, του Δία, τον νίκησε γιατί τον κεραυνοβόλησε ο γιος του Κρόνου.
Αμέσως ο Πολυδεύκης έτρεξε στον αδερφό του Κάστορα που ψυχορραγούσε. Τα βάζει με τον ουράνιο πατέρα του και του ζητάει να πεθάνει μαζί με τον αδερφό του. Ο Κρονίδης του αποκρίθηκε πως ο Πολυδεύκης σαν γιος του είναι αθάνατος , ενώ ο Κάστορας θνητός γιατί ήταν από σπέρμα ανθρώπου. Του πρότεινε δύο λύσεις: Είτε να ζήσει μαζί με τους θεούς συνέχεια στον Όλυμπο, είτε να μοιραστεί την αθανασία με τον αδερφό του κι έτσι να ζούν τη μια μέρα στον Όλυμπο και την άλλη στο μαύρο σκοτάδι μέσα στη γη. Κι ο Πολυδεύκης από αγάπη στον αδερφό του διάλεξε να ζουν για πάντα μαζί, τη μια μέρα στο φως του Ολύμπου και την άλλη στο σκοτάδι στα έγκατα της γης.
Όσα αναφέραμε εξιστορεί λυρικά ο Πίνδαρος σε ένα ποίημά του:
« Όταν ο Κάστορας κι ο αδερφός του Πολυδεύκης ήρθαν
και φιλοξενήθηκαν απ’ τον Παμφάη,
δεν είναι παράξενο που απ’ τη ρίζα τους βγαίνουν
αθλητές άξιοι• γιατί σαν προστάτες της ευρύχωρης
Σπάρτης μαζί με τον Ερμή και τον Ηρακλή
εποπτεύουν το πιο μεγάλο μέρος των αγώνων,
φροντίζοντας πολύ τους δίκαιους άντρες.
Είναι βέβαιο το γένος των θεών πιστό.

Συναλλάσσοντας τις μέρες τους, ζούνε
τη μια κοντά στον αγαπημένο πατέρα τους Δία,
την άλλη στα βάθη της γης στους γιαλούς
της Θεράπνης, έχοντας όμοια τύχη
κι οι δυο τους• γιατί ο Πολυδεύκης διάλεξε
αυτή τη ζωή κι όχι να ζει σαν θεός
στους ουρανούς, όταν σκοτώθηκε στη μάχη
ο Κάστορας. Τον πλήγωσε οργισμένος ο Ίδας
με τη χάλκινη λόγχη του για κάποια αγελάδα.

Τον είδε ο Λυγκέας καθισμένον σ’ έναν
κορμό βελανιδιάς, καθώς απ’ τον Ταΰγετο
κοιτούσε. Γιατί όλους τους θνητούς
ξεπερνούσε στην όραση. Με γρήγορα έφτασαν
ποδάρια τα τέκνα του Αφαρέα κι αμέσως
έπραξαν έργο βαρύ, λαβαίνοντας τιμωρία
σκληρότατη απ’ τον Δία• της Λήδας
ο γιος ήρθε γοργά και τους κυνήγησε•
αυτοί στάθηκαν κοντά στου πατέρα τους
τον τάφο κι από κει αρπάζοντας
μιαν επιτύμβια στήλη, λαξεμένη σε πέτρα,
την πέταξαν κατάστηθα στον Πολυδεύκη•
δεν τον σύντριψαν όμως ούτε τον σταμάτησαν•
ορμώντας αυτός με το γρήγορο κοντάρι
έχωσε τον χαλκό στα πλευρά του Λυγκέα.
Ο Δίας τότε σφενδόνισε πάνω στον Ίδα
βαρύκαπνο κεραυνό και κάηκαν κι οι δυο
μαζί αβοήθητοι. Δύσκολο στους θνητούς
να πολεμούν τους δυνατότερους.

Έτρεξε γρήγορα στον τρανό αδερφό του
ξανά ο γιος του Τυνδάρεω και τον βρήκε
ακόμη ζωντανό, μα να κοντανασαίνει
ξεψυχώντας. Θερμά χύνοντας δάκρυα
μέσα στους στεναγμούς του φώναξε δυνατά:
« Πατέρα, γιε του Κρόνου, πώς θα τελειώσει
το πένθος τούτο; Θανάτωσε κι εμένα, βασιλιά,
μαζί μ’ αυτόν. Ο άντρας που χάνει αγαπημένους
δεν έχει τιμή• λίγοι στους πόνους οι πιστοί

που μοιράζονται τη δυστυχία σου ». Έτσι
μίλησε• κι ο Δίας αντίκρυ του κι αυτά
τα λόγια του είπε: « Εσύ ’σαι γιος μου•
αυτόν ο άντρας της μητέρας σου όταν
μαζί της ύστερα έσμιξε, στάλαξε μέσα της
σπέρμα θνητό• σ’ αφήνω ωστόσο να διαλέξεις•
αν, αποφεύγοντας τον θάνατο και το απαίσιο
γήρας, θέλεις να ζεις στον Όλυμπο κοντά
σε μένα, στην Αθηνά και τον μαυρόλογχο Άρη,

θα ’χεις αυτή την μοίρα• αν αγωνίζεσαι
για τον αδερφό σου και σκέφτεσαι
να τα μοιραστείς όλα μαζί του, θα ζεις
τον μισό καιρό κάτω απ’ τη γη και τον μισό
στα χρυσά παλάτια τ’ ουρανού ». Όταν
ο θεός του μίλησε έτσι, δεύτερη απόφαση
δεν πήρε• ζωντάνεψε τα κλειστά μάτια
κι ύστερα τη φωνή του χαλκόζωου Κάστορα. » ( Πίνδαρος, “Νεμεόνικος” χ’ 49- 90 )
Σύμφωνα με μια παραλλαγή του μύθου, η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε δυο αβγά. Από το πρώτο γεννήθηκε η Ελένη, ενώ από το δεύτερο δύο δίδυμα αγόρια, οι Διόσκουροι, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης. Οι Σπαρτιάτες τους είχαν σε περίοπτη θέση όσον αφορά τη λατρεία. Επίσης, όταν βαδίζανε να συναντήσουν τον εχθρό τραγουδούσαν έναν παιάνα προς τιμή των Διοσκούρων.
Αργότερα οι Διόσκουροι θεοποιήθηκαν και λατρεύτηκαν σε όλη την Ελλάδα, ενώ εξομοιώθηκαν με τον αστερισμό των Διδύμων. Παραστέκονταν σε κάθε κίνδυνο, στις αρρώστιες, στους πολέμους κι έγιναν προστάτες των ναυτικών.
Μια ευχή προς τις θεότητες των Διοσκούρων έχομε παρακάτω:
« Εμπρός για χάρη μου το νησί του Πέλοπα αφήστε,
δυνατά του Δία και της Λήδας παιδιά,
και φανείτε μπροστά μου με καρδιά ευνοϊκή, Κάστωρ
και Πολυδεύκη.
Εσείς τη γη την πλατιά και τη θάλασσα
όλη διασχίζετε με τα γοργοπόδαρα άλογα,
εύκολα τους ανθρώπους γλιτώνετε
απ’ τον παγερό θάνατο,
από μακριά πηδώντας στις κορφές των καλόζυγων πλοίων
λαμπροί τρέχετε επάνω στα πρότονα
και μέσα στην άγρια νύχτα φέρνετε φως
στο μαύρο πλοίο. »
Για τους Διόσκουρους έχει γραφεί και ο παρακάτω ύμνος:
« Για τους γιους του Δία τραγουδήστε, Μούσες, με τα ωραία μάτια,
του Τυνδάρεω τα παιδιά, τέκνα λαμπρά της Λήδας της καλλίσφυρης,
τον ιπποδαμαστή τον Κάστορα και τον άψογο Πολυδεύκη,
που κάτω από την κορυφή του Ταϋγέτου, του ψηλού βουνού,
αφού έσμιξε ερωτικά μα τον μαυρονέφελο Κρονίωνα,
τους γέννησε σωτήρες να ’ναι των χρόνιων ανθρώπων
και των γοργοτάξιδων καραβιών, όταν οι θύελλες ξεσπούν
καιρό χειμώνα στη θάλασσα την αμείλικτη• κι αυτοί στα πλοία
στις προσευχές τους καλούνε του μεγάλου Δία τους γιους
προσφέροντας λευκά αρνιά στ’ ακρόπρυμνα ανεβασμένοι•
αλλά ο άνεμος ο δυνατός και το κύμα της θαλάσσης
στείλαν το πλοίο στο βυθό, μα κείνοι ξάφνου φανερώθηκαν
περνώντας τον αέρα με τις ξανθές φτερούγες τους,
κι αμέσως των σφοδρών ανέμων έπαψαν τη μάνητα
και κατασίγασαν στα πέλαγα της άσπρης θάλασσας τα κύματα,
ευοίωνο σημάδι για τους ναύτες μες στους κόπους τους• βλέποντας
κείνοι με χαρά λυτρώθηκαν απ’ τους βαριούς κινδύνους.
Χαίρετε, του Τυνδάρεω γιοι, των γρήγορων αλόγων αναβάτες•
και σ’ άλλο άσμα μου κι εγώ θα σας μνημονεύσω. ]] (Ομηρικός Ύμνος 33, “Στους Διόσκουρους”)
Εκτός από ηλιακοί θεοί της αφοσίωσης, της γενναιοψυχίας, της ευγένειας, της αδελφότητας, της εντιμότητας και της αρετής (ηθική πλευρά) αλλά και της κυκλικότητας των πραγμάτων (φυσική πλευρά), οι «λευκόπωλοι» (ιππείς λευκών αλόγων) θεοί Διόσκουροι είναι επίσης και δωρητές στους ανθρώπους των ιππευτικών και πυγμαχικών τεχνικών, αλλά και των πολεμικών χορών και ασμάτων.
Στην ηθική τους πλευρά είναι επίσης θεοί του αγωνιστικού έθους (ως «Αφετήριοι», δηλαδή θεοί που ορίζουν την έναρξη του αγώνα), της φιλότητας, της φιλοξενίας (Παυσανίας, 3. 16), της πολιτικής βούλησης (από την επίκληση «Αμβούλιοι», με ιδιαίτερο βωμό τους στην Σπάρτη), της εκπαιδευτικής αγωγής των νεαρών ανδρών, και έφοροι κάποιων μετεωρολογικών φαινομένων και προστάτες των ναυτικών από τις τρικυμίες, όπως και οι Κάβειροι, με τους οποίους συσχετίστηκαν μετά τον 3ο π.χ. αιώνα, στη δε Δήλο, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους ταυτίστηκαν προς αυτούς με ιδιαίτερο ιερέα «Διοσκούρων Καβείρων», παρά την σαφή χθόνια φύση των δευτέρων. Οι ναυτικοί προσεύχονταν σε αυτούς ως «Θεούς Σωτήρες» για κατάπαυση των τρικυμιών και μετά τους τιμούσαν, ως Ολυμπίους, σε ευχαριστήρια θυσία με προσφορά λευκού προβάτου.
Σε έναν ομηρικό ύμνο αναφέρεται:
«Όταν οι μαύρες θύελλες σηκώνουν μαυρισμένα κύματα, οι άνθρωποι στέκουν όρθιοι στην πλώρη και προσεύχονται στα θεϊκά παιδιά του Δία και σφάζουν άσπρα αρνιά. Τότε αμέσως γαληνεύουν τα κύματα της αφρισμένης θάλασσας και ο διάπλους γίνεται εύκολος και ακίνδυνος».
Από την κλασική αρχαιότητα και μετά οι «Σωτήρες Θεοί» Διόσκουροι επεκτείνουν την σφαίρα τους ως ηλιακές συνειδήσεις και στο πεδίο της θεραπευτικής (λ.χ. ως ακόλουθοι του Ασκληπιού στην Επίδαυρο), ενώ ως «Θεοί Μεγάλοι» λατρεύτηκαν στον Κλείτορα της Αρκαδίας και τις Κεφαλές Αττικής.
Σύμβολό τους είναι ένα ζευγάρι «πίλων», δηλαδή ημισφαιρικών κρανών, που συμβολίζουν τα δύο ημίσεα του αυγού της Λήδας. Από το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα προστέθηκε από ένα αστέρι στην κορυφή του κάθε «πίλου». Σχολιάζοντας τον «Λυκόφρονα» ο Τζέτζης, διασώζει αόριστα στο σημείο 88 την μυθολογική αφήγηση ότι ο Ζεύς ενώθηκε με τη Λήδα υπό μορφή άστρου. Άλλα σύμβολά τους είναι τα λεγόμενα «Δόκανα», δύο κάθετα ξύλα που συνδέονται με άλλα δύο χιαστί, ως σύμβολο της ακλόνητης συντροφικότητας, το οποίο αποτελούσε την πολεμική «σημαία» των Σπαρτιατών, δύο επιμήκεις λήκυθοι που περιτυλίγονται από φίδια, καθώς και το στεφάνι με κλαδιά φοινικιάς. Ιερείο τους είναι το λευκό πρόβατο, ιερό χρώμα τους το κόκκινο και το χρυσό και ιερό τους ζώο ο λευκός ίππος.
Η λατρεία των Διοσκούρων είχε σταδιακή αλλά ευρεία διάδοση από την Πελοπόννησο στην υπόλοιπη Ελλάδα, την Σικελία, την νότια Ιταλία (Παυσανίας 10.33.3 και 10.38.3) και τέλος στην Ετρουρία (ως Castur και Pulutuke ή Poloces ή Pultuke) και το Λάτιο, όπου σε πολλές περιπτώσεις λατρεύτηκαν και ως Πενάτες, δηλαδή προγονικά πνεύματα που προστατεύουν τους οίκους (Di Penates).
Προς τιμήν τους γιορτάζονταν τα «Διοσκούρια» σε μια σειρά από αχαϊκές και δωρικές πόλεις, με γυμνικούς αγώνες και θυσίες. Στην Σπάρτη και την Κυρήνη γιορτάζονταν επιπρόσθετα με παιδιές και συμπόσια, καθώς και τα σπαρτιατικά «Αμυκλαία», μία ετήσια μεγαλοπρεπέστατη θυσία των Σπαρτιατών προς τιμή του Θεού Απόλλωνα και των Διοσκούρων, στη διάρκεια της οποίας γινόταν και η ανά έτος αφιέρωση στο Αμυκλαίο Ιερό ενός ιερού χιτώνα για την ένδυση του περίφημου χάλκινου αρχαϊκού αγάλματος του Θεού, έργου του Βαθυκλέους. «Διοσκούρια» γιόρταζαν από το 496 π.Χ. και οι Ρωμαίοι, που καθιέρωσαν για αυτά την 8η Απριλίου του κάθε έτους, σε ανάμνηση του θριάμβου τους κατά των Λατίνων και Ετρούσκων στην μάχη της λίμνης Ρηγίλλης, κατά την οποία η παράδοση ήθελε να έχουν επιφανεί οι θεοί Διόσκουροι επάνω σε λευκούς ίππους, ως συμπολεμιστές των Ρωμαίων.
Στο Άργος, όπου ο Κάστορας θεωρούνταν αρχηγέτης των γενών της Λέρνης και ένας από τους Δώδεκα Ολυμπίους Θεούς, οι Έλληνες γιόρταζαν επίσης προς τιμήν των Διοσκούρων τα λεγόμενα «Μιξαρχαγέτια», με θυσίες και πλούσια δείπνα. Στην Αθήνα οι δύο θεοί λατρεύονταν με το όνομα «Άνακες Παίδες» ή «Άνακτες Παίδες» (Στράβων 5. 232, καθώς και Παυσανίας, Αιλιανός, Αριστοφάνης, Πλούταρχος, κ.ά.) και με το αυτό όνομα τελούνταν μυστήρια προς τιμήν τους στην Άμφισσα της Λοκρίδος (Παυσανίας, 10.38.7).
Η λατρεία των Διοσκούρων τέθηκε εκτός νόμου το έτος 359 μ.Χ. από τον χριστιανό αυτοκράτορα Κωστάντιο, ο οποίος διέταξε την καταστροφή όλων των Ιερών τους και την θανάτωση των ιερέων τους.
Ο Εύδοξος, μαθητής του Πλάτωνα, έδωσε πρώτος στους Διόσκουρους, θέση στο Ζωδιακό. Είναι ο αστερισμός των Διδύμων. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα από 19 άστρα. Δύο από αυτά (σαν ένα ζεύγος στενά δεμένο) είναι το ανατολικότερο και το δυτικότερο, ενώ και οι δύο είναι αστέρες πρώτου και δευτέρου μεγέθους.
Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να αποσυμβολίσουμε τον μύθο των Διοσκούρων. Οι Διόσκουροι είναι η προσωποποίηση της αδελφικής αγάπης, της “φιλαδελφίας”, αλλά και της ανθρώπινης δυαδικότητας. Η μεγάλη αγάπη του Πολυδεύκη προς τον αδελφό του Κάστορα τον οδήγησε στην απόφαση να χάσει την παντοτινή μακαριότητα ως θεού στον Όλυμπο. Διάλεξε να μοιράζεται το υπόλοιπο του χρόνου του μεταξύ του ολόλαμπρου φωτός και της ευδαιμονίας των θεών στον Όλυμπο και του μαύρου σκότους και της θλίψης στα έγκατα της γης. Μια μεγάλη θυσία για να μην αποχωριστεί τον αγαπημένο του αδελφό και σύντροφο όλων των αγώνων. Όμως αυτή η πράξη βρήκε τη θεία ανταπόκριση. Πάντοτε το θείο επιβραβεύει την θυσιαστική αγάπη. Γι’ αυτό τους έκανε θεούς- σωτήρες και προστάτες, ενώ καταστερίστηκαν για να είναι ορατοί από τους ανθρώπους ανά τους αιώνες στον αστερισμό των Διδύμων…
Η δυαδικότητα μας εκφράζει ότι ο άνθρωπος έχει μία φθαρτή φύση- το σώμα- που προσωποποιείται από τον Κάστορα, και μία αθάνατη φύση- το πνεύμα- που προσωποποιείται από τον Πολυδεύκη. Το πνεύμα αγαπά το σώμα, γιατί διαμέσου αυτού έρχεται σε επαφή με τον αισθητό κόσμο. Σώμα και πνεύμα πορεύονται αντάμα κατά τη διάρκεια του βίου. Επεκτείνοντας μπορούμε να πούμε ότι ο Κάστορας αποτελεί την προσωπικότητα του ανθρώπου. Η προσωπικότητα είναι τρωτή. Μπορεί το κοντάρι του φθόνου, της ιδιοτέλειας, της φιλαργυρίας, της μικροπρέπειας, της απληστίας, της φιληδονίας, του πάθους να την πληγώσουν, και μάλιστα θανάσιμα. Δηλαδή ο άνθρωπος να κινδυνέψει να χάσει την ψυχή του. Κέρδισε το κοπάδι και την όμορφη αρραβωνιαστικιά ο Κάστορας, μα έχασε τη ζωή του. Έτσι, μπαίνει το ερώτημα: «τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Ματθαίος, ιστ΄, 26) Στον αστερισμό των Διδύμων ο Κάστορας αποτελείται από τρία άστρα, τα οποία συμβολίζουν τις τρεις όψεις της προσωπικότητας, την φυσική (φυσικό και αιθερικό σώμα), την συναισθηματική (αστρικό σώμα) και τη νοητική (κατώτερο νοητικό σώμα). Ο Πολυδεύκης είναι το αγνό πνεύμα, ο ανώτερος Εαυτός, που έχει θυσιαστεί και κατά διαστήματα περνά τον καιρό του μεταξύ του φθαρτού παχυλού κόσμου, όταν ενσαρκώνεται σε ένα σώμα, και του κόσμου των πνευμάτων, μετά τον θάνατο του σώματος. Η εκ περιτροπής μετάβαση στα έγκατα της γης και στον φωτεινό Όλυμπο είναι η περιοδική ενσάρκωση της ψυχής για να τελειωθεί και να κερδίσει την θέση της στον Ουρανό, όπως η Διόσκουροι. Ο κινέζος μύστης Chuang – Tsu έχει πει για την ενσάρκωση της ψυχής: «Η Γέννηση δεν είναι η αρχή, ο Θάνατος δεν είναι το τέλος». Υπάρχει ένας αέναος κύκλος γεννήσεων- θανάτων, όπου σε κάθε μικρό επιμέρους κύκλο κάνουμε ένα βήμα πιο μπροστά. Το πνεύμα- Πολυδεύκης θα θεώσει τελικά την ψυχή καθιστώντας την Ψυχή. Η θέωση του Κάστορα επιτεύχθηκε από την αγάπη που του είχε ο Πολυδεύκης. Η αγάπη, λοιπόν, έχει τεράστια σημασία στο Σύμπαν. Είναι ο καταλύτης που επιταχύνει την επιστροφή μας στην πνευματική μας Ιθάκη.
Ο άνθρωπος έχοντας τη δυαδικότητα μέσα του έχει να αντιμετωπίσει το τεράστιο έργο για να συνενώσει τους δύο πόλους της ύπαρξής του. Την ενεργητική όψη του κόσμου και την παθητική που προβάλλονται μέσα του. Να συμφιλιώσει τις αντιθέσεις μεταξύ ουρανού και γης, του φωτός με το σκοτάδι, της λογικής με τη διαίσθηση και να γεφυρώσει τις ανόμοιες, τις ετερόκλητες, τις διαφορετικές διαστάσεις και ποιότητες. Να συντονίσει το πνεύμα και το σώμα ώστε η δυαδικότητα να δώσει θέση στην ενότητα και να συγχωνεύσει τα ζεύγη των φαινομενικών αντιθέτων. Σώμα και πνεύμα είναι φαινομενικά αντίθετα. Είναι το γιν και το γιανγκ, όπου μέσα στο γιν υπάρχει ένα στίγμα γιανγκ και αντίστροφα. Η δυαδικότητα παριστάνεται από τις δύο στήλες που ύψωσε ο Ηρακλής στο Γιβραλτάρ πριν ξανοιχτεί στον ωκεανό, από τους δύο περιστρεφόμενους όφεις στο κηρύκειο του Ερμή, από τις στήλες Μποάζ και Γιαχίν στην είσοδο του ναού του Σολομώντα. Τα δύο που ενοποιούνται για ν’ αποτελέσουν τελικά το ένα.
Έχει παρατηρηθεί τα τελευταία τριακόσια χρόνια, όπου μελετιέται επιστημονικά ο ουράνιος θόλος από τους αστρονόμους, ότι στον αστερισμό των Διδύμων το φως του Κάστορα εξασθενίζει, ενώ του Πολυδεύκη γίνεται λαμπρότερο. Η ανθρωπότητα αφού ξεπέρασε το κατώτερο σημείο του κατιόντος τόξου- που δίνει συμβολικά την κάθοδο του πνεύματος στην ύλη- τώρα πλέον βρίσκεται στο ανιόν τόξο της πορείας του πνεύματος διαμέσου της δημιουργίας. Η υλική προσκόλληση της ανθρωπότητας φθίνει κι αυξάνει το πνευματικό φως που φωτίζει την πορεία της. Βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται αρκετά χαμηλά στο ανιόν τόξο. Αυτό, όμως, που έχει σημασία είναι πως έχουν πάρει το δρόμο, όπου αφήνουν να περνάει περισσότερο φως στην προσωπικότητά τους, την οποία πνευματοποιεί. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Θεός δεν βιάζεται. Εμείς, βλέποντας τον μικρό χρόνο της ζωής μας που ξετυλίγεται μπροστά μας βιαζόμαστε. Βιάζονται επίσης και οι κοσμικοί ηγέτες των θρησκειών γιατί θέλουν να επεκτείνουν την εξουσία τους στις μάζες των ανθρώπων. Ο Θεός δεν βιάζεται, γιατί όλα βαίνουν σύμφωνα με το Σχέδιό Του. Αρκεί να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να ερμηνεύσουμε όσα μας φανερώνουν οι ουρανοί, όπου κατά τους ψαλμούς: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα. 3ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα, καὶ νὺξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν.» (Ψαλμοί, ιη΄, 2-3)
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είπε για το ενσαρκωθέντα Λόγο: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.» (Ιωάννης, γ΄, 30), υπονοώντας ότι καθώς αυξάνει το φως του Ιησού, το δικό του ελαττώνεται. Καθώς, λοιπόν, αυξάνει η εντός μας θεότητα, ελαττώνεται η υλική μας προσκόλληση. Η θνητή μας φύση φθίνει και αυξάνει η θεϊκή! Μέχρι να σταυρωθεί η προσωπικότητα και να πεθάνει για να αναστηθεί το πνεύμα, που θα αναληφθεί στους ουρανούς για να ενωθεί με τον Πατέρα τον εν τοις Ουρανοίς.
Ας δούμε τώρα αστρολογικά τους Διόσκουρους μέσα από τον αστερισμό των Διδύμων. Η προσέγγισή μας δεν έχει σχέση με τους αστρολόγους, αλλά με την λεγόμενη εσωτερική αστρολογία. Κατά την Α. Μπέιλη, όπως γράφει στο βιβλίο της “Οι άθλοι του Ηρακλή”, oι Δίδυμοι έχουν δυο αστέρες που για εμάς τους Έλληνες είναι οι μυθικοί Κάστορας και Πολυδεύκης ή τα Δίδυμα. Αυτοί είναι προσωποποιήσεις για δυο μεγαλύτερες ομάδες αστέρων, τις επτά Πλειάδες και τους επτά αστέρες της Μεγάλης Άρκτου, που είναι οι δυο αστερισμοί του Βορρά, γύρω από τους οποίους μοιάζει να περιφέρεται το Σύμπαν. Το κάθε άστρο αντιπροσωπεύει ένα αστερισμό. Από τη σκοπιά του εσωτερισμού το μέγα μυστήριο του ενσαρκωμένου Θεού μέσα στην ύλη και η σταύρωση του κοσμικού Χριστού πάνω στο Σταυρό της ύλης, συνδέεται με τη στενή σχέση μεταξύ των αστέρων των Πλειάδων και των αστέρων της Μεγάλης Άρκτου. Αυτές οι δυο ομάδες αστέρων αντιπροσωπεύουν το Θεό, τον Μακρόκοσμο, ενώ οι Δίδυμοι, οι Κάστoρας και Πολυδεύκης, θεωρείται ότι συμβολίζουν τον άνθρωπο, το Μικρόκοσμο…. Γι’ αυτό αντιπροσωπεύουν τις δυο όψεις της ανθρώπινης φύσης, το πνεύμα και την προσωπικότητα, τον πνευματικό άνθρωπο και το ανθρώπινο ον, μέσω του οποίου λειτουργεί αυτή η πνευματική οντότητα: ο ενσαρκωμένος Χριστός μέσα στην ύλη, ο Θεός που εργάζεται δια μέσου της μορφής.
Μας έχει ειπωθεί ότι ο Θεός είναι αγάπη, και αυτή η δήλωση είναι τόσο μια εξωτερική όσο και μια εσωτερική αλήθεια. Αυτή η υποκείμενη αγάπη της θεότητας προσεγγίζει το ηλιακό μας σύστημα κυρίως μέσα από τους Διδύμους, οι οποίοι σχηματίζουν ένα κοσμικό Τρίγωνο μαζί με τον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου και τις Πλειάδες.
Η Α. Μπέιλη συνδέει τους Διδύμους με τον άθλο του Ηρακλή των χρυσών μήλων των Εσπερίδων. Τα χρυσά μήλα συσχετίζονται με τη σοφία, την οποία αποκτά στο φυσικό πεδίο ο ερευνητής της φύσης και άνθρωπος που πήρε το μονοπάτι της μαθητείας. Σ’ αυτό οι πέντε αισθήσεις ξανοίγουν στον άνθρωπο πεδία επίγνωσης και σφαίρες κατακτήσεων και επιτευγμάτων, όπως στους μυθικούς Διόσκουρους. Είναι συνεπώς το πεδίο όπου αποκτιέται η γνώση, η οποία μετουσιώνεται σε σοφία. Αυτή αποτελεί την συνθετική γνώση της ψυχής.
Στην ιστορία της ανθρωπότητας η γνώση συνδέεται συμβολικά με τα μήλα. Στον κήπο της Εδέμ ο όφις έδωσε το μήλο στην Εύα, απ’ όπου προήλθε η γνώση του καλού και του κακού. Ο Πειρασμός είπε στη γυναίκα: «ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν» (Γένεσις, γ΄, 5) Στο μέχρι τότε άλογο ον που ζούσε στον κήπο της Εδέμ εμφανίστηκε ο νους, όπως λέει συμβολικά η Αγ. Γραφή, γιατί τότε κατάλαβαν ότι είχαν διαφορετικό φύλο ο Αδάμ και η Εύα: «καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ᾿ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον. καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔῤῥαψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα». (Γένεσις, γ΄, 6-7) Με το ξύπνημα του νου πρόβαλε η γνώση της δυαδικότητας, του αρσενικού- θηλυκού, του καλού- κακού. Δημιουργήθηκε η έλξη των αντιθέτων και η δύναμη της έλξης αυτών: «Ἀδὰμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Κάϊν» (Γένεσις, δ΄, 1)
Στον κήπο της Εδέμ ένα και μόνον μήλο πήρε το ανθρώπινο όν, που ήταν το μήλο της χωριστικότητας, το σύμβολο της απομόνωσης. Εκδιώχθηκε το ζεύγος από τον κήπο: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν· καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη.» (Γένεσις, γ΄, 22-23) Στον κήπο των Εσπερίδων ο Ηρακλή βρήκε τα μήλα της πολλαπλότητας, της σύνθεσης των πολλών που τρέφονται από το μοναδικό δέντρο της Ζωής.
Αποκτώντας τα μήλα των Εσπερίδων ο Ηρακλής κατέκτησε τη γνώση. Τα μήλα συμβολίζουν την αθανασία. Η σοφία μας δείχνει το δρόμο να κερδίσουμε την αθανασία. Μετά απ’ αυτόν το άθλο ο Ηρακλής κέρδισε μια θέση στον Όλυμπο, έφτασε στη θέωση!
Όσοι γεννήθηκαν στο ζώδιο των Διδύμων διακρίνονται από μια δίψα για γνώση. Tα βασικά χαρακτηριστικά του “Δίδυμου” είναι:
Ερευνά τα πράγματα και τις καταστάσεις που τον απασχολούν, με κάθε λεπτομέρεια και πάντα βρίσκει λύση σε όλα τα προβλήματα τα δικά του και των άλλων, με έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο και εφευρετικό τρόπο. Μαθαίνει πολύ εύκολα και η νοητική ευστροφία του χρειάζεται διαρκή επιμόρφωση, γιατί έχει μια γενικότερη δίψα για γνώση και διάβασμα που δεν σταματάει ποτέ. Το δύσκολο γι αυτόν πάντα βρίσκεται στο να προσηλώσει την προσοχή του σε κάτι και όταν το κάνει αυτό δεν πρέπει να το αφήσει στην μέση, για κάτι άλλο που θα προκύψει στην πορεία. Η πλούσια επιχειρηματολογία του δεν τον αφήνει ποτέ ακάλυπτο και είναι ετοιμόλογος σε πολύ μεγάλο βαθμό κάθε στιγμή. Αγαπάει ιδιαίτερα τα αδέρφια και τους φίλους του και έχει πολύ στενές επαφές μαζί τους, ενώ πάντα υπάρχει μια αναπάντεχη βοήθεια από αυτούς τις δύσκολες στιγμές του. Έτσι οι αρχές και οι δυνάμεις του αστερισμού των Διδύμων προβάλλονται στους ανθρώπους που ανήκουν σ’ αυτό το ζώδιο!
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Μυθολογία μας αναφέρεται και στους Θηβαίους Διόσκουρους, τον Αμφίωνα και τον Ζήθο, τους τειχιστές της αρχαίας Καδμείας. Ήσαν οι δίδυμοι γιοι της Αντιόπης, την οποία κατέκτησε ερωτικά ο Δίας μεταμορφωμένος σε Σάτυρο.

(*2). Τυνδάρεος: ήταν γιος του βασιλιά της Σπάρτης Οίβαλου και της Γοργοφόνης, της κόρης του Περσέα. Από τη Γοργοφόνη ο Οίβαλος απόχτησε και τον Ικάριο, ενώ είχε κι έναν μεγαλύτερο γιο, το νόθο Ιππακόοντα από τη Στρατονίκη. Όταν πέθανε ο βασιλιάς στο θρόνο ανέβηκε ο Ιπακκόοντας, σαν μεγαλύτερος, που έδιωξε τ’ αδέρφια του από τη Λακεδαίμονα. Έτσι ο Ικάριος και ο Τυνδάρεος κατέφυγαν στην Καλυδώνα, όπου ο Ικάριος νυμφεύτηκε τη Ναϊάδα Περίβοια. Το ζευγάρι απόχτησε πέντε γιους και μια κόρη, την Πηνελόπη, που έγινε γυναίκα του πολυμήχανου Οδυσσέα. Στην Αιτωλία ο Τυνδάρεος βοήθησε τον Θέστιο σε πόλεμο με τους γείτονές του, κι αυτός για να τον ευχαριστήσει τον πάντρεψε με την ομορφοθυγατέρα του Λήδα.
Το βασιλόπουλο επέστρεψε στη Σπάρτη, όταν ο Ηρακλής σκότωσε τον Ιπποκόοντα με τους γιους του, οπότε έχοντας του Θηβαίου ήρωα την υποστήριξη ο Τυνδάρεος πήρε τη βασιλεία.

(*3). Στα χρόνια του Παυσανία έδειχναν ακόμη στη Σπάρτη ένα αυγό, που ήταν δεμένο με ταινίες και κρεμασμένο από την οροφή του ιερού των Λευκιππίδων, το οποίο λέγαν πως ήταν εκείνο που γέννησε η Λήδα.

(*4). Στο Άργος υπήρχε η παράδοση πως όταν η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη γέννησε κόρη από τον Θησέα. Αφού ήταν ανύπαντρη, την εμπιστεύτηκε στη μεγαλύτερη αδελφή της την Κλυταιμήστρα, που ήδη ήταν με τον Αγαμέμνονα παντρεμένη, και η οποία την μεγάλωσε σαν να ήταν δική της κόρη. Ο καρπός του πρόσκαιρου και περιπετειώδους ερωτικού σμιξίματος Ελένης και Θησέα ήταν η ονομαστή Ιφιγένεια, η πασίγνωστη σαν κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμήστρας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: