Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Ο επιχειρηματίας και το “βύσμα” του

“Ούτις”

Βρισκόμουν στη γραφειάρα του Πάνου, εκεί πάνω στο πεντάγωνο, ρε καρντάσια, και ντρίννννν χτυπάει το τηλέφωνο. Κι όσοι καίτε κάρβουνο μικράς περιοκτικότητας και δεν καταλάβατε ποιος είναι ο Πάνος, Πάνος είναι ο Καμμένος, ο άρχοντας στο Υπουργείο Άμυνας. «Άλατις, μεγαλοπιάνεται ο Ούτις», θα πούνε οι φαρμακόγλωσσες. Ναι, ρε μινάρες, έχω κι εγώ τις γνωριμίες μου, καθότι δεν είμαι και κανένα πιρπιτσόλι. Του πεταμού, να πούμε. Έχω το λοιπόν μια φιλία με τον Πανάρα. Ένεκα το επάγγελμα και οι τηγανίτες της Αγλαΐας. Στρατιωτικός είσαι ή μιζαδόρος πλασιέ όπλων, θα με ρωτήσετε. Και με το δίκιο σας. Γιατίς αυτούνοι μπαινοβγαίνουν στα πεντάγωνα, τα εξάγωνα, τους ρόμβοι και τις παραπληρωματικαί γωνίαι. Ούτε το ‘να, ούτε τ’ άλλο, ρε φιλάρες. Καλαφατατζής στα κότερα είμαι και βγάζω το μεροκάματο σε ένα ταρσανά στο Κερατσίνι. Μείνατε τσιμεντόλιθοι, έεεε; Στα χεράκια μου, το λοιπόν, ο Πάναρος εμπιστεύεται το κότερο να το κάνω καινούργιο, για να σκίζει τα γαλάζια ύδατα σε πελάγη και θάλασσαι.
Ένα πρωινό είχε σηκωθεί η Αγλαΐα, το στεφάνι μου, να μου φτιάσει τηγανίτες να πάρω μαζί μου για την πείνα. Και φτιάγνει κάτι τηγανίτες το γυναικάκι μου, μπουκιά και συχώριο. Υλικά αγνά, 100%. Αλεύρι από το χωριό, λάδι από τον δικό μου ελαιώνα στο κατούντι και τυρί, η καλύτερη φέτα από τα Κούκουρα. Ξεροτηγανισμένες, με δίπλες που ‘ναι σαν φύλλα και μυρωδάτο τυρί ανάμεσα. Να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Και που λέτε, τη μέρα αυτή καθώς είχα ανοίξει την καρώ πετσέτα και έτρωγα, να ‘σου ο Πανούλης. «Πώς πάει, μάστορα», μου λέει. «Κουκλί το έκανες το σκάφος». Γιατίς, να μη το παινεφτώ, είμαι ο πρώτος μάστορης στον Περαία. Για να τον ‘φχαριστήσω για τις καλές κουβέντες του πρόσφερα ένα κομμάτι τηγανίτα. «Πρόεδρε», του είπα, «τέτοιο πράμα δεν έχεις ξαναφάει». Το δοκίμασε ο πρόεδρος και έμεινε σιδηρούν κιγκλίδωμα. Δηλαδής, σκέτο κάγκελο. «Ρε φιλάρα, Ούτις, τούτο είναι αμβροσία. Ούτε οι θεοί του Όλυμπου δεν έτρωγαν τέτοιες τηγανίτες», μου είπε ο Πάνος, κι άρπαξε κι άλλο κομμάτι. Για να μη σας ζαλίζω, καρντάσια μου, ο Καμμένος μ’ έκαψε εκείνη τη μέρα. Νηστικό με άφησε ο μπαχάσας. Τις έφαγε όλες τις τηγανίτες. Που να χορτάσει αυτό το ατέλειωτο κορμί. Αλλά δε βαριέσαι. Είναι ανοιχτοχέρης. Πάντα μου δίνει παραπάνω από τον κόπο μου για το πλεούμενο. Από ‘κείνη τη μέρα, όποτε είναι να έρθει στο ταρσανά, με παίρνει τηλέφωνο. «Φιλάρα, αύριο έρχομαι. Θέλω τηγανίτες.» Είναι και φαγανό το τερατάκι. Αυτός κάνει πανηγύρι και οι τηγανίτες δεινοπαθούν.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog..

Γίνηκαν, το λοιπόν, οι εκλογές και ο Πάναρος μας προέκυψε υπουργός στα στρατά, τα παπόρια που κάνουν σαματά και τα αερόπλανα. Παναπεί της Άμυνας. Είπα, το λοιπόν, να πάω να του πω τα καλορίζικα, ευχές και τα τοιαύτα. Βάζω την Αγλαΐα να φτιάξει τις καλύτερες τηγανίτες. Κλείνω ραντεβού, βάζω την κουστουμιά με τη παρδαλή γραβάτα και παίρνω το μετρό για πεντάγωνο μεριά. Πέντε ολοστρόγγυλες τηγανίτες, περιποιημένες και τυλιγμένες πρώτα σε λαδόκολλα, μετά σε αλουμινόχαρτο, βαλμένες σε ωραίο κουτί- περίσσευμα από πάστες, που μας έφερε ο κουμπάρος ο Αγησίλαος την Πρωτοχρονιά. Μπαίνω στο χτίριο, που λέτε, και γ@μώ τα μεγαλεία. Φρουροί σαν τηλεγραφόξυλα. Ένας φαντάρος με πήρα από την πύλη και με συνόδευσε μέχρι το γραφείο του υπουργού. Στην είσοδο, αφού χτύπησε την πόρτα, κάθισε κλαρίνο. Γραφειάρα ο Πάνος μας. Αφού του ευχήθηκα τα δέοντα, με κέρασε καφέ και γλυκό του κουταλιού. Πάνω που δάγκωνα το νερατζάκι, ντρίνννννν, το τηλέφωνο.
Ο Πανούλης βαριόταν να σηκώσει το ακουστικό και το είχε σε ανοιχτή ακρόαση. «Κύριε υπουργέ, είναι ο κύριος Τρεχαγυρευόπουλος ο επιχειρηματίας, που σαν τηλεφωνεί για εκατοστή εικοστή πέμπτη φορά. Να σας συνδέσω;» είπε η ιδιαιτέρα του. «Τον μ@λ@κ@, μας τα έχει πρήξει» είπε ο Πάνος, και διέταξε να τον συνδέσουν. Μια βραχνή θυμωμένη φωνή ακούστηκε από την άλλη μεριά του σύρματος: «Υπουργέ, πήρα τηλέφωνο να διαμαρτυρηθώ. Ο κανακάρης μου, που υπηρετεί λούφα και παραλλαγή στον ΓΕΣ, πήρε φύλλο πορείας για τον Έβρο. Ο λεβέντης μου δεν είναι για τέτοια. Σε όλα τα πολυτελή μπαρ της Αθήνας και της Παραλιακής είναι γνωστός σαν σφηνάκιας, γιατί είναι ο πρώτος στα σφηνάκια. Άμα πάει στον Έβρο, που θα βρει τέτοια μπαρ; Θέλετε να τον δηλητηριάσετε με τις γκαζόζες στο καψιμί; Το καλομαθημένο μου θα πάθει σοκ στέρησης, αν από τις καλύτερες τεκίλες το ρίξει στις γκαζόζες. Και μετά, τι θα την κάνει την Πόρσε του; Να την βάλει σε τάκους; Και οι γκόμενες που σκίζουν τα καλτσόν γι’ αυτόν, να γίνουν ζωντοχήρες; Το καλόπαιδό μου είχε συνηθίσει να πηγαίνει στο στρατόπεδο στις 12 το μεσημέρι και να φεύγει στις 2. Και η υπηρεσία του ήταν να πηγαίνει την αλληλογραφία από τον τρίτο όροφο στον πέμπτο. Δεν μπορείτε να τον στέλνετε στα σύνορα. Είναι απαράδεκτη η συμπεριφορά σας και απαιτώ αποκατάσταση. Δεν μπορεί ο γιος ενός ολόκληρου Τρεχαγυρευόπουλου να κάνει σκοπιά στην Έβρο και να του πίνουν το αίμα τα κουνούπια μα το καλαμάκι. Του έδωσα εντολή να σχίσει το φύλλο πορείας και να μείνει στο σπίτι. Γιατί υπουργέ μου, μάθε ότι δεν διοικείτε εσείς οι πολιτικοί, αλλά εμείς, το κεφάλαιο. Εσείς είσαστε για να μας υπηρετείτε. Απαιτώ το κοπρόσκυλό μου να μείνει στην Αθήνα, για να σκορπάει στα μπαρ, τα κλάμπ και τις αλανιάρες αυτά που κλέβω από το λαουτζίκο.»
Έμεινα σαν κολώνα του Ολύμπιου Δία, καρντάσια μου. Ρε π@ύστη μου, να μιλάει έτσι ο λεφτάς σε ολόκληρο υπουργό; Αυτό είναι από τα άγραφτα. Χάθηκε ο σεβασμός ντιπ για ντιπ σ’ αυτή τη χώρα. Οι κλέφτες να επιβάλλουν τις απαιτήσεις τους στους πολιτικούς; Ο Πάνος χαμογέλασε και ευγενικά εξήγησε στον επιχειρηματία ότι ο στρατός είναι να φυλάει τα σύνορα από τους εχθρούς. Δεν μπορούν οι στρατιώτες να υπηρετούν στην Αθήνα και τη Πελοπόννησο σε μονάδες με πληρότητα 500% και στα σύνορα η πληρότητα να είναι 30%. Οι 1350 βυσματίες έπρεπε να φύγουν για τα σύνορα. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχει ιδιαίτερη μεταχείριση ο γιος του, γιατί το ίδιο συνέβη και στο γιό του Πρετεντέρη και στο γιο της μπουμπούκας του Άδωνη, της Ευγενίας. Μόλις άκουσα για αυτά τα παλικάρια με έπιασε ένας κόμπος στο λαιμό. Σκέφτηκα τον Πρετεντέρη και την Ευγενία. Οι καημένοι, με τη φτώχεια που τους δέρνει, πώς θα μπορέσουν να αντέξουν να έχουν παιδί στην παραμεθόριο!
Αλλά τη σκέψη μου την έκοψε πάλι η βραχνή και θυμωμένη φωνή του Τρεχαγυρευόπουλου στο τηλέφωνο: «Πάρ’ το απόφαση. Ο κανακάρης μου δεν πηγαίνει Έβρο. Θα μείνει στο σπίτι, θα πάρει αναβολή μέχρι να ξεκουμπιστείς από το υπουργείο και θα περιμένουμε το νέο υπουργό για να συνεχίσει τη θητεία του στο σπίτι μας. Ο γιός μου δεν είναι παιδί του λαού. Είναι διαφορετικός γιατί ανήκει στην άρχουσα τάξη…» Πήγε να πει και άλλα, αλλά ο Πάνος του ‘κλεισε το τηλέφωνο.
Υπάρχουν, καρντάσια μου, κάτι κ@λόπαιδα- αυτό το @ πάει και προς τα άλφα και προς το ωμέγα, ό,τι θέλετε βάζετε- τα βύσματα, που την περνάνε ζάχαρη. Υπηρετούν στα σπίτια τους. Είναι τα παιδιά των πολιτικών, των μεγαλοδημοσιογράφων, των λεφτάδων, που λουφάρουν σε βάρος των παιδιών, που δεν έχουν βύσμα. Τη στιγμή που οι λούφες γλεντούν, οι μη λούφες κάνουν σκοπιές στο κρύο, στα χιόνια, στο ξεροβόρι. Όταν οι μη λούφες κάνουν ασκήσεις μέσα στη λάσπη και στον πάγο, οι λούφες είναι σε γραφεία με καλοριφέρ. Και όλοι παίρνουν το ίδιο απολυτήριο στρατού. Και οι μπαρουτοκαπνισμένοι και αυτοί που μυρίζουν μοσχοσάπουνο και ακριβή κολόνια. Δηλαδή τα κορόιδα και οι ξύπνιοι. Τα παιδιά του κατώτερου θεούλη και τα παιδιά του ανώτερου θεού. Σε αυτή τη χώρα και να θέλεις να βάλεις τάξη, δε σε αφήνουν οι μάγκες, οι ξύπνοι, οι φιλοτομαριστές, τα σαπρόφυτα και τα παράσιτα. Αυτά που ζουν σε βάρος μας. Που τους επιτρέπουμε να ζουν σε βάρος μας. Εμείς τους δίνουμε χώρο για να ζουν σε βάρος μας. … Και περιμένουμε να γυρίσει ο τροχός. Μόνο που ο τροχός είναι σαν κι αυτόν, που βλέπουμε να γυρίζουν τα χαμστεράκια. Που γυρίζουν- γυρίζουν κι όλο είναι στο ίδιο μέρος!
Φιλοσοφίες, θα μου πείτε, ρε Ούτις. Θα ‘ναι καρντάσια μου, το κρασί, θα ‘ναι η ωραία τυρόπιτα και τα μακαρόνια- χοντρά, με τρύπα, όχι σπαγγέτι, να τα ρουφάς και να το ‘φχαριστιέσαι- ζεματισμένα στο βούτυρο, με μπόλικη μυτζήθρα, της Τυρινής για, οπότε κάναμε κεφάλι. Γιατί η Αγλαΐα, το στεφάνι μου, ντε, κάνει εκτός από τηγανίτες και ωραίες πίτες και ευωδιαστά στο βούτυρο μακαρόνια. Οπότε μετά το Συμπόσιο, να και η φιλοσοφία κατά τον πρόγονο Σωκράτη. Για να κρατιόμαστε, να μη τρελαθούμε, αδέρφια, με τα βίτσια των ομοίων του επιχειρηματία και τα βύσματά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: