Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Δαίδαλος και Ίκαρος



[[ δαμ- ων ]]

Ένας από τους πιο αγαπημένους μύθους των παιδικών μας χρόνων ήταν αυτός του Δαίδαλου και του Ίκαρου. Είναι οι πρώτοι θνητοί που αψήφησαν τους νόμους της φύσης- συγκεκριμένα το νόμο της βαρύτητας- και πέταξαν στον ουρανό! Ο Δαίδαλος ήταν ο θαυμαστότερος αρχιτέκτονας, γλύπτης και ο πιο επινοητικός εφευρέτης πάμπολλων κατασκευών και μηχανισμών που έχει να μας παρουσιάζει ο αρχαίος κόσμος. Θεωρείται ο κατασκευαστής πολλών έξοχων έργων κι ο εφευρέτης της μεγάλης πλαστικής, την οποία απελευθέρωσε από την σχηματικότητα και την ακινησία. Το όνομά του συνδέεται με την Αθήνα και την Κρήτη πρώτιστα, αλλά και με την Σικελία. Αυτός ο έξοχος τεχνίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο Μητίονας, γιος του Ερεχθέα, και μητέρα του η Ιφινόη. Κατ’ άλλους ήταν γιος του Ευπαλάμου και της Αλκίππης ή της Φρασιμήδης. Η φύση τον προίκισε με πολύ μεγάλη ευφυΐα και εφευρετικότητα. Έτσι επιδόθηκε στην αρχιτεκτονική και την αγαλματοποιία. Ήταν τόσο επιδέξιος, που λεγόταν πως έμαθε τις τέχνες από την ίδια την Παλλάδα Αθηνά. Κι άλλοι λέγαν πως τις θαυμαστές ικανότητές του τις χρωστούσε στον μακρινό του πρόγονο τον Ήφαιστο, που ήταν ο καλύτερος κατεργαστής των μετάλλων.
Τα ονόματα των γονιών του Δαίδαλου συνδέονται με την επιδεξιότητά του, τη σοφία του και την ευφυΐα του. Πατέρας του ήταν ο Μητίων (= σοφός ) [ μήτις= εξυπνάδα, εφευρετικότητα ] ή ο Ευπάλαμος (= επιδέξιος ) [ ευ-παλάμη= χειροτεχνική ικανότητα ] και μητέρα του φέρεται η Φραξιμήδη (= αυτή που έχει βαθιά τη σκέψη ). Αυτά συνηγορούν στον προσδιορισμό του κύριου χαρακτήρα της μορφής του Δαίδαλου, που εκπροσωπεί το εφευρετικό πνεύμα με τις τεχνικές ικανότητες για τη δημιουργία εργαλείων, μηχανών και κτισμάτων.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog….

Ο Δαίδαλος είχε εργαστήρι στην Αθήνα και ήταν ο πιο ξακουστός τεχνίτης της πόλης. Μάλιστα έλεγαν πως ήταν τέτοια η τέχνη του που τα αγάλματά του έμοιαζαν με αληθινά και ήταν έτοιμα να κινηθούν. Στο εργαστήρι του μαθήτευε ο γιος της αδελφής του Πέρδικας, ο Τάλως. Ο νεαρός ήταν ευφυέστατος και εξ’ ίσου επιδέξιος με τον Δαίδαλο. Στον Τάλω αποδιδόταν η εφεύρεση του πριονιού, την οποία εμπνεύστηκε από την οδοντοστοιχία ενός νεκρού ζώου ή από την ραχοκοκκαλιά ενός ψαριού. Μάλιστα πολλοί κακεντρεχείς διέσπειραν τη φήμη πως ο ανιψιός του Δαίδαλου θα επισκίαζε σύντομα τον δάσκαλό του. Έτσι ένα αίσθημα ζηλοφθονίας δημιουργήθηκε στον δάσκαλο του Τάλω, το οποίο μετρίαζε η αγάπη του προς το παιδί. Όταν μια μέρα θείος και ανιψιός ήταν στην Ακρόπολη συνέβη ένα τραγικό γεγονός: ο Τάλως παραπάτησε και γκρεμίστηκε από τα τείχη της. Η στεναχώρια του Δαιδάλου ήταν μεγάλη, αφού δεν είχε αποκτήσει ακόμη τον Ίκαρο και θεωρούσε τον ανιψιό του ως γιο δικό του. Όμως, κατά την ετοιμασία της ταφής, ο Δαίδαλος κατηγορήθηκε για το φόνο του ανιψιού του. Έτσι δικάστηκε και εξορίστηκε από τον Άρειο Πάγο και γι’ αυτό κατέφυγε στην Κρήτη.
Στο μεγάλο νησί της Κρήτης είχε φτάσει πολύ πιο μπροστά η φήμη του. Εκεί βρήκε καταφυγή στο παλάτι του βασιλιά Μίνωα, όπου συνέχισε το έργο του. Ήταν η εποχή, που ο μεγάλος θαλασσοκράτορας της Μεσογείου είχε εδραιώσει την εξουσία του και οι άνθρωποι ζούσαν πια ειρηνικά, χαίρονταν τα πλούτη τους και είχαν όλα τα καλά. Αμέσως ο τεχνίτης από την Αθήνα κέρδισε την εμπιστοσύνη και την φιλία του θαλασσοκράτορα. Ο Μίνωας απλόχερα ξόδεψε πολύ από το χρυσάφι που είχε η αυτοκρατορία του για να μπορέσει ο ονομαστός αρχιτέκτονας να φτιάξει τα ομορφότερα κτίσματα και να στολίσει τη Μεγαλόνησο με τα πιο περίτεχνα καλλιτεχνήματα. Με την ενθάρρυνση του ρήγα της Μεσογείου ο Δαίδαλος έχτισε τα περίφημα παλάτια με τις πολυτελείς αίθουσες, τα θαυμάσια λουτρά, το μαρμαρένιο χοροστάσι, όπου η βασιλοκόρη Αριάδνη χόρευε με τις φίλες της πηδώντας πάνω στις ράχες των ταύρων, κι όλα αυτά τα στόλισε με αγάλματα, που ήσαν σαν ζωντανά, και περίτεχνους βωμούς. Έφτιαξε και τον Λαβύρινθο, ένα χτίσμα στα υπόγεια του παλατιού με πολλούς διαδρόμους κι απότομες στροφές, όπου κάποιος έμπαινε εύκολα, μα χανόταν στους διαδρόμους που πουθενά δεν οδηγούσαν κι έτσι δεν μπορούσε να βρει την έξοδο. Εκεί ο βασιλιάς έκλεινε τους εχθρούς του για να χαθούν μια για πάντα από την επιφάνεια της γης. Εκεί είχε κλείσει και τον Μινώταυρο, που τον έτρεφε με αίμα ανθρώπινο.
Στον μεγάλο τεχνίτη ο βασιλιάς έδωσε μια πανώρια σκλάβα, τη Ναύκρατη, από την οποία απόχτησε έναν γιο, τον Ίκαρο. Μα πάνω στη γέννα, η σκλάβα που αγαπούσε πολύ ο Δαίδαλος, πέθανε. Έτσι ο Δαίδαλος μεγάλωσε με περίσσεια φροντίδα τον γιο του, ο οποίος δίπλα του έμαθε όλα τα μυστικά της τέχνης του.
Ο Δαίδαλος, αφού κατασκεύασε για χάρη του Μίνωα όλα τα θαυμαστά κτίρια που του ζήτησε και τα στόλισε με ωραιότατα τεχνουργήματα, πεθύμισε να φύγει από την Κρήτη. Ο ρήγας όμως δεν ήθελε να υπάρχουν κι αλλού τόσο ωραίες κατασκευές κι απαγόρεψε τον απόπλου στον τεχνίτη. Όταν σε κάποιον βάζεις εμπόδια, τόσο τρανεύει η νοσταλγία. Την επιθυμία για φυγή την μετέδωσε και στον Ίκαρο. Έτσι το παλληκάρι πήγαινε συχνά κι περιεργαζόταν τα πλεούμενα κάνοντας όνειρα για το ταξίδι. Τ’ αγνάντευε να σχίζουν τα νερά με φουσκωμένα τα πανιά και θαρρούσε πως ήταν κι αυτός ένα ταξιδιάρικο πουλί, που τ’ ακολουθούσε. Η ρήγισσα, που τους αγαπούσε, είχε υποσχεθεί να τους συντρέξει σ’ αυτή την πεθυμιά.
Ο τραγικός μας ποιητής Ευριπίδης έγραψε την τραγωδία “Κρήτες”, από την οποία διασώζονται λίγα αποσπάσματα. Σ’ αυτήν περιγράφεται η τραγική κατάσταση της ένωσης της Πασιφάης, γυναίκας του Μίνωα, με τον ιερό ταύρο του Ποσειδώνα, που θα αναφερθούμε παρακάτω. Ο Τάσος Ρούσσος μετέφρασε αυτά τα αποσπάσματα και με τις πληροφορίες που άντλησε από άλλους συγγραφείς συμπλήρωσε την τραγωδία, δίνοντάς μας μια θαυμάσια εκδοχή. Απ’ αυτό το έργο των εκδόσεων “Κάκτος” θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα στη συνέχεια. Ο ποιητής εμφανίζει τον Ίκαρο να επιστρέφει από το πολύβουο λιμάνι και να λέει:
« Πήγα κρυφά από το γονιό μου
το Δαίδαλο κι αγνάντεψα
το βουερό λιμάνι. Πλήθος
καράβια γαλαζόπρωρα
με πανιά στον άνεμο
ξανοίγονταν για μακρινά
ταξίδια κι άλλα πάλι
ράθυμα αράζαν στη στεριά,
καθώς αργοσαλεύαν
οι λαμνοκόποι τα κουπιά
κι οι ναύτες έδεναν τους κάβους.
Τα λόγια της βασίλισσας καθάρια
γυρνάνε μες στο νου μου.
Τη νύχτα αυτή θα μας συντρέξει
να φύγουμε γοργά απ’ την Κρήτη
με διαλεχτό καράβι.
Θαρρώ πως το ’δα κιόλας
- αν δεν γελιέμαι- ανάμεσα
στ’ άλλα πλεούμενα∙
δεν έμοιαζε ξεχωριστό,
μα έδειχνε γοργοτάξιδο.
Αυτό, αν δεν κάνω λάθος,
με τη βοήθεια των θεών
και με την τύχη, θα μας πάει
στη χώρα του πατέρα μου,
στην ξακουσμένη Αθήνα,
μακριά, πέρα απ’ τη θάλασσα.
Τότε θα δω και με τα μάτια μου
αυτά που τ’ άκουγα σαν μύθους∙
την ιερή ακρόπολη
την ιερή ακρόπολη
πάνω στο βράχο της θεάς,
τη λιτανεία τη μεγαλόπρεπη
με τις κοπέλες που ύφαναν
το πέπλο της, τ’ αγάλματα
και τους λαμπρούς ναούς.
Με τη βοήθεια των θεών
και με την τύχη, θα παλέψω
στα γυμναστήρια μ’ άλλους
νέους κι εγώ, τον έπαινο
της νίκης λαχταρώντας.
Μακάρι η νύχτα αυτή που θα ‘ρθει
στη λευτεριά να με οδηγήσει
πέρα, στην ποθητήν Αθήνα.
Απόλλωνα, Αθηνά και Ποσειδώνα
και Ήφαιστε εσύ, που προστατεύεις
την τέχνη του πατέρα μου,
βοηθήστε μας, απ’ τη σκλαβιά
του Μίνωα να ξεφύγουμε. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 811-858 )
Η ρήγισσα Πασιφάη παρακάλεσε τον Δαίδαλο να της φτιάξει ένα παράξενο κατασκεύασμα, μια ξύλινη δαμάλα. Αυτό το κατασκεύασμα προξένησε πολλά δεινά στο παλάτι κι έφερε μεγάλη αναστάτωση. Αλλά ποια ήταν η αρχή του κακού;
Όλα ξεκίνησαν όταν πέθανε ο θετός πατέρας των τριών παιδιών της Ευρώπης από τον Δία- του Μίνωα, του Ραδάμανθυ και το Σαρπηδόνα- ο Αστέριος που δεν είχε αφήσει διάδοχό του. Τα τρία αδέλφια τσακώνοντας για το ποιος θα ανέβει στο θρόνο. Ο Μίνωας ισχυριζόταν πως ήταν θέληση του πατέρα τους να γίνει αυτός ρήγας στο νησί, μα οι άλλοι δεν το παραδέχονταν. Τότε ο Μίνωας τους είπε πως έστεργαν όλοι οι θεοί να γίνει αυτός βασιλιάς και για να αποδείξουν θα έκαναν ό,τι αυτός τους ζητούσε. Προσευχήθηκε στον Ποσειδώνα να του στείλει έναν ταύρο ,που θα ξεπρόβαλε από την θάλασσα, για να τον θυσιάσει. Και να το θαύμα, από της θάλασσας τα κύματα ξεπήδησε ένας ολόλευκος ταύρος που οι άνθρωποι δεν είχαν ξαναδεί ομορφότερο. Κι ο ίδιος ο Μίνωας θαμπώθηκε από τη θωριά του ταύρου. Έτσι ο Μίνωας έγινε ρήγας του νησιού. Πήρε για γυναίκα την Πασιφάη, την κόρη του Ήλιου και της Περσηίδας.
Ο ρήγας λιμπίστηκε τον ταύρο και δεν τον θυσίασε. Αντί αυτού θυσίασε κάποιον άλλον, ωραίο κι αυτόν, μα όχι σαν τον θεόσταλτο. Το ταύρο που του έστειλε ο θεός τον κράτησε στα κοπάδια του, τον έστειλε στα λιβάδια του κι ήταν καμάρι των κοπαδιών και επιβήτορας στις αγελάδες του. Χολώθηκε ο Ποσειδώνας από του Μίνωα την ασέβεια και θέλησε να τον τιμωρήσει. Ζήτησε τη βοήθεια της Αφροδίτης, που έκανε τη ρήγισσα να νιώσει παράφορο έρωτα για το πανώριο ταύρο. Κάποιοι λένε πως η θεά ενέπνευσε τον αφύσικο έρωτα στην Πασιφάη γιατί αυτή παραμέλησε τη λατρεία της. Η βασίλισσα ήταν σε παραζάλη και η φούντωση της έκαιγε τα σπλάχνα. Στο μυαλό της ήταν καρφωμένη η σκέψη να χαρεί τον έρωτα του ταύρου. Δεν έβρισκε αναπαμό, τα βράδια το μόνο όνειρο που έβλεπε ήταν το αφύσικο και παράφορο σμίξιμό της με το όμορφο ζώο, το δώρο του θεού στον άντρα της.
Κατέφυγε στη βοήθεια του Δαίδαλου, από τον οποίο ζήτησε να φτιάξει το ομοίωμα μιας αγελάδας, που να ήταν κούφια. Πλούσια δώρα και μπόλικο χρυσάφι θα ήταν η αμοιβή του. Έτσι ο Αθηναίος τεχνίτης κατασκεύασε μια ξύλινη δαμάλα, την οποία έντυσε με δέρμα αγελάδας. Ήταν τόσο τέλεια, που ξεγελούσε ακόμα κι άνθρωπο. Με ρόδες την μετέφερε στο λιβάδι που βοσκούσε ο ταύρος του Ποσειδώνα. Αφού έδιωξε όλη την ακολουθία της η ρήγισσα, μπήκε μέσα στην κούφια δαμάλα κι εκεί κρυμμένη περίμενε τον ταύρο. Ο ταύρος πλησίασε την ξύλινη δαμάλα, που ήταν σαν ζωντανή κι ενώθηκε μαζί της. Από το αφύσικο σμίξιμο η Πασιφάη γέννησε τον Μινώταυρο, ένα τέρας με σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου. Το τέρας μεγάλωσε γοργά κι έγινε ο τρόμος του νησιού, γι’ αυτό ο Μίνωας τον έκλεισε στον λαβύρινθο. Στους σκοτεινούς κι υγρούς διαδρόμους ήταν η κατοικία του και η τροφή του τρυφερές παρθένες κι αμούστακα παλικάρια.
Δεν μπορούσε να χωρέσει του Μίνωα το μυαλό αυτό το σμίξιμο. Θέλησε να τιμωρήσει τη κυρά του παλατιού για το μόλεμα του γάμου τους και διέταξε να την κλείσουν σε μια σκοτεινή αίθουσα του λαβύρινθου. Μα και ο Δαίδαλος πλήρωσε για την παράξενη βοήθεια στη ρήγισσα. Η αντιπληρωμή του ήταν να κλειστεί κι αυτός μαζί με τον Ίκαρο, το γιο του, σε ανήλιαγο κελί μέσα στο ίδιο το παράξενο κατασκεύασμα του, τον λαβύρινθο.
Έτσι ο Δαίδαλος κι ο γιος του βρέθηκαν να είναι φυλακισμένοι. Στη φυλακή σκαρφίστηκε το πανούργο μυαλό του έναν πρωτοφανή τρόπο απόδρασης. Είχε δει τα πουλιά να πετούν λεύτερα και να πηγαίνουν σ’ όποιο τόπο επιθυμούσαν. Αυτό θα έκανε κι ο πολυμήχανος τεχνίτης. Μάζεψε, λοιπόν, φτερά από μεγάλα πετούμενα, τα συναρμολόγησε κολλώντας τα με κερί κι έκανε φτερούγες πιότερο μεγάλες κι από αϊτού. Σαν αποτελείωσε το έργο του, στέριωσε δύο στους ώμους του γιου του και δύο στους δικούς του. Έτσι πετώντας δραπέτευσαν από το θαλασσόζωστο νησί της Κρήτης.
Ο Ευριπίδης στην τραγωδία “Κρήτες” παρουσιάζει τον αγγελιοφόρος από τη φυλακή του λαβύρινθου να φέρνει στον Μίνωα την είδηση της δραπέτευσης του Δαίδαλου. Ο Αθηναίος τεχνίτης με το γιο του έφυγαν σάμπως να ήσαν του ουρανού πετούμενα. Χάθηκαν στον αιθέρα πάνω από τα σύννεφα πετώντας. Η αναγγελία κατά τον ποιητή έγινε μ’ αυτά τα λόγια;
« Το ξαναλέω• ο Δαίδαλος κι ο γιος του
βγάλαν φτερά και φύγανε πετώντας.
Μα όλα από την αρχή θα σου ιστορήσω.
Καθώς είχες προστάξει, και τους δύο
τους φέραμε δεμένους στη μεγάλη
χάλκινη πόρτα του λαβύρινθου• ήταν
αμίλητοι• ο Δαίδαλος μονάχα
τον Ίκαρο κοιτούσε κάθε τόσο,
σαν να ’θελε να τον εγκαρδιώσει
για τα βαριά δεινά που τους προσμέναν.
Ύστερα τους κλειδώσαμε στη μαύρη
φυλακή την αφεύγατη κι απέξω
φρουρούσαμε, άλλοι στην αυλή σκορπώντας
κι άλλοι κοντά στην πόρτα• κάθε λίγο
στήναμε αφτί να πιάσουμε έναν ήχο,
μα τίποτα δεν ακουγόταν• ησυχία
παντού….
……………….ώσπου κάποιος απ’ την άκρη
της αυλής μια φωνή βγάζει μεγάλη:
« Ο Δαίδαλος κι ο Ίκαρος τη στέγη
πατούνε του λαβύρινθου, θα φύγουν ».
Έπαψαν οι φωνές• ετρέξαμε όλοι
στην άκρη και τους είδαμε• ήταν πάνω•
ο Δαίδαλος βαστούσε δυο φτερούγες
τεράστιες και τις έδενε στους ώμους
του γιου του με λουριά. Κανείς δεν ξέρει
πώς βρέθηκαν εκεί. Για τέτοιες σκέψεις
δεν ήτανε καιρός. Αμέσως όλοι
με τρομερές τους βρίζαμε βλαστήμιες,
άλλοι έτρεξαν να φέρουν σκάλες, κάποιοι
τους σημάδευαν με σφεντόνες κι όσοι
βαστούσαν τόξα τους τόξευαν• όμως
κανείς δεν τους πετύχαινε, λες κι ένας
θεός προστάτευε τους δυο δραπέτες.
Στο μεταξύ ο Δαίδαλος του Ίκαρου
στέριωσε τα φτερά και τα δικά του
σφιχτόδενε στις πλάτες του• καθόλου
δεν νοιάζονταν για τις φωνές μας. Όμως
φέραν τις σκάλες και πασκίσαμε όλοι
ν’ ανέβουμε γοργά ψηλά στη στέγη.
Εφτάσαμε στη μέση, όταν ο γιος του
γυρίζει και του λέει: « Πατέρα, βιάσου•
θα μας προλάβουν, λίγο ακόμη
και πάτησαν τη στέγη ». Τότε εκείνος,
έτοιμος με τον Ίκαρο να φύγει,
μας ρίχνει μια ματιά και μας φωνάζει:
« Όσο και να καυχιέται ο βασιλιάς σας
πως είναι γιος του Δία, δεν θα μπορέσει
ποτέ του να μ’ εξουσιάσει, ο νους μου
πολύ σοφός κι η τέχνη μου σπουδαία ».
Ύστερα με τον Ίκαρο πηδώντας
στον άδειο αέρα απλώσαν τις φτερούγες
κι ανέβηκαν ψηλά σαν δυο μεγάλα
κι ανθρώπινα πουλιά. Σταθήκαμε όλοι
χωρίς φωνή κι ανήμποροι κοιτώντας•
υψώνονταν εκείνοι και τραβούσαν
αιθερολάμνοντας πάνω απ’ την άπλα
της αφρισμένης θάλασσας κι ολοένα
μίκραιναν, ώσπου χάθηκαν στο βάθος.
Σου είπα την αλήθεια μόνο, ας μοιάζει
σαν θαύμα θεϊκό• τα ξέρεις όλα.
Μα πριν αποφασίσεις τι θα κάνεις,
σκέψου πως οι θεοί διδάσκουν πάντα
μ’ αυτά που φανερώνουν κάθε μέρα. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1229-1245 και 1293-1339 )
Οι δραπέτες πετώντας χαίρονταν την ελευθερία και το καθρέφτισμα του χρυσαφένιου ήλιου στη γαλάζια θάλασσα με τα πολλά νησιά. Ο Δαίδαλος είχε συμβουλέψει τον Ίκαρο να μην πετάει χαμηλά και η αρμύρα ξεκολλήσει τα φτερά, μα ούτε και πολύ ψηλά κι ο ήλιος λιώσει το κερί. Το παλληκάρι αψήφησε τα λόγια του πατέρα και στη ξέφρενη χαρά του πετάγματος πήγε πολύ ψηλά, όπου ο ήλιος έλιωσε το κερί διαλύοντας τις φτερούγες και το άμυαλο παλληκάρι έπεσε και χάθηκε στου πελάγου τα νερά. Από τότε αυτή η θάλασσα πήρε το όνομά του κι ονομάστηκε Ικάριο πέλαγος.
Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει ότι το σώμα του νεκρού Ίκαρου βρήκε ο Ηρακλής, ο οποίος το έθαψε στο νησί, που πρώτα λεγόταν Δολίχη και από αυτή την ταφή το μετονόμασε σε Ικαρία. Γράφει, λοιπόν: « Όταν έφτασε ( ο Ηρακλής ) στη νήσο Δολίχη, όπου είδε το σώμα του Ίκαρου να παρασύρεται στον γιαλό, τον έθαψε και μετονόμασε το νησί από Δολίχη σε Ικαρία. Για αντάλλαγμα ο Δαίδαλος έφτιαξε στην Πίσα ένα ομοίωμα του Ηρακλή∙ αυτό από άγνοια το χτύπησε ο Ηρακλής μια νύχτα με πέτρα, παίρνοντάς το για ζωντανό » ( Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη Β‘”, VI 3 ). Το τεχνούργημα του Δαίδαλου ήταν τόσο τέλειο, ώστε « Ηρακλής λίθω βαλών ως έμπνουν έπληξε ». Αυτό το απόσπασμα δηλώνει την αρτιότητα και το μέγεθος της τέχνης του Δαίδαλου.
Πιστεύεται πως ο Ίκαρος ήταν παλαιός ηλιακός θεός, αντίστοιχος του Φαέθοντα και του Εωσφόρου. Όταν τέτοιοι παλαιοί ηλιακοί θεοί αντικαταστάθηκαν από νεότερους παρόμοιους ηλιακούς θεούς, φρόντισε η νεότερη ηλιολατρική θεολογία να υποβαθμίσει τους πρότερους θεούς σε ήρωες και να πλάσει μύθους για την πτώση τους σαν ανυπακοή που προκάλεσε την οργή του θεού. Αυτό φαίνεται στην ελληνική μυθολογία από τον Δία που με τον κεραυνό του συντρίβει τον Φαέθοντα, αλλά και από τον βιβλικό Θεό που γκρεμίζει στην άβυσσο τον Εωσφόρο. Η μυθοπλασία του ενταφιασμού του Ίκαρου από τον Ηρακλή, υπονοεί την αντικατάσταση του παλαιού ηλιακού θεού Ίκαρου από τον νεότερο ηλιακό θεό Ηρακλή. H αναφορά στην Ικαρία υποδηλώνει πιθανόν πως στο νησί υπήρχε μεγάλο λατρευτικό κέντρο του Ίκαρου, ανάλογο μ’ αυτό που υπήρχε στη Ρόδο για τον Ήλιο και στην Δήλο για τον Απόλλωνα.
Πάρα πολλοί συγγραφείς, τόσο της αρχαιότητας όσο και των μεταγενέστερων χρόνων ( ακόμη και των βυζαντινών ) ασχολήθηκαν με τον μύθο του Δαίδαλου. Παραθέτουμε δυο μικρά αποσπάσματα: « Δαίδαλον γαρ συν Ικάρω τω παιδί καθείρξε Μίνως εν τω Λαβυρίνθω, δι’ όπερ ειργάσατο μύσος επί τω της Πασιφάης έρωτι τω προς τον ταύρον. Ο πτερά κατασκευάσας εαυτώ και τω παιδί εξήλθε του Λαβυρίνθου, και αναπτάμενος έφυγε συν Ικάρω. » ( Ζηνόβιος, IV 92 )
Στο επόμενο δίνεται μια άλλη εκδοχή του μύθου: « εν οις χρόνοις ήσαν ο Δαίδαλος και ο Ίκαρος, θρυλούμενοι λενεκεν της Πασιφάης, γυναικός του Μίνωος βασιλέως και του Ταύρου του νοταρίου αυτής∙ εξ ου έτεκε μοιχευθείσα υιόν τον κληθέντα Μινώταυρον, μεσάσαντος τη μοιχεία της πορνείας του Δαιδάλου και του Ικάρου. ο δε Μίνωος βασιλεύς την Πασιφάην αποκλείσας εν τω κουβουκλείω μετά δύο δουλίδων παρείχεν αυτή τροφήν, και είασεν αυτήν εκεί, μηκέτι εωρακώς αυτήν. και εκείνη θλιβομένη, ως λυθείσα της βασιλικής αξίας, νόσω βληθείσα ετελεύτα∙ ο δε Δαίδαλος και ο Ίκαρος εφονεύθησαν∙ ο μεν Ίκαρος φεύγων της φρουράς, ως πλέει, εποντίσθη, ο δε Δαίδαλος εσφάγη. Περί δε της Πασιφάης εξέθετο δράμα ο Ευριπίδης ο ποιητής. » ( Ιωαν. Μαλάλας, “Χρονογραφία” )
Με το μύθο του Δαίδαλου και του Ίκαρου καταπιάστηκε και ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος. Παραθέτουμε το αντίστοιχο απόσπασμα από το έργο του “Μεταμορφώσεις”:
[[Τον βάραινε η μαύρη ξενιτειά. Ήταν καιρός που βρίσκονταν στην Κρήτη
κι ο Δαίδαλος δεν άντεχε, καημός τον έπιασε για τη γλυκιά πατρίδα.
Αλλά ο πόντος γύρω φυλακή. «Της θάλασσας και της στεριάς δρόμους
ας πάει να κλείσει!» είπε, «ανοιχτός ο ουρανός, ιδού το μονοπάτι!
Ο Μίνωας αφέντης του παντός, ωστόσο δεν ορίζει τους αιθέρες!»
Να μελετάει αρχίνησε μετά τα πρωτόγνωρα της τέχνης του τερτίπια,
αλλάζοντας τη φύση του. Πουλιών φτερούγες τοποθέτησε με τάξη,
πρώτα μικρές και ύστερα τρανές, κι από το πρώτο αρχίνισμα ως τα πάνω
σα τη βουνίσια υψώνονταν πλαγιά- και μοιάζουν με χωριάτικο σουραύλι
φκιαγμένο με καλάμια στη σειρά που άνισα σε ύψος μεγαλώνουν.
Τις έδεσε στη βάση με κερί, λινή ραφή τις πέρασε στη μέση,
και ταιριασμένες έτσι αλαφριά τις κύρτωσε, να πάρουνε το σχήμα
που έχουν οι φτερούγες των πουλιών. Στο πλάι του ο Ίκαρος στεκόταν,
και άπλωνε τα χέρια του, παιδί κι ανήξερο, στης συμφοράς τα έργα,
όλος χαρά να πιάνει τα φτερά που ξαφνικά με την πνοή του ανέμου
τρεμόπαιζαν, και στο ξανθό κερί το δάχτυλό του βάζοντας να νιώθει
τη μαλακιά του φύση- ένας μπελάς, εμπόδιο στου πατέρα του το έργο.
Φαινόταν τελειωμένο, και μετά που πέρασε το τελευταίο χέρι
συνταίριασε ευθύς τα δυο φτερά ο μάστορας απάνω στο κορμί του
και τον αέρα χτύπησε- ελαφρύς σηκώθηκε για λίγο και κρεμιόταν.
Έδινε και ορμήνειες στο παιδί, «μέση πορεία κοίτα να κρατήσεις,
αγόρι μου, αν πέσεις χαμηλά, κίνδυνος να βαρύνουν τα φτερά σου
από το κύμα, αν πετάς ψηλά του ήλιου η πυρά θα σου τα κάψει.
Στη μεσιανή τροχιά να κρατηθείς. Και κάτι ακόμα, δε θ’ ακολουθήσεις
Ωρίωνες κι αστέρια του Βορρά! Εμένα θα κοιτάς, εμένα μόνο
του δρόμου σου θα έχεις οδηγό!». Δασκάλευε το γιο του και συνάμα
τα δυο φτερά, καινούρια μηχανή, του έδεσε γερά πάνω στους ώμους.
Την ώρα που μιλούσε και μ’ αυτά καταγινόταν δάκρυσε ο πατέρας
και τρέμανε τα χέρια του. Φιλιά του έδωσε μετά που ήταν γραμμένο
να δώσει του παιδιού στερνή φορά. Στα δυο φτερά κατόπι σηκωμένος
πετάει πρώτος, έχοντας στον νου του συνοδού την έγνοια, σαν τη μάνα
που άμαθα και φρέσκα απ’ τη φωλιά ξεπεταρούδια βγάνει στον αέρα.
Έτσι κι αυτός, μιας τέχνης βλαφτικής ο δάσκαλος, «ξοπίσω μου ακολούθα»,
του έλεγε, κινούσε τα φτερά κι είχε την έγνοια πίσω να κοιτάζει.
Ένας ψαράς που κάτω στο γιαλό τρεμουλιαστό κρατούσε το καλάμι,
στη γκλίτσα του γερμένος ο βοσκός κι απάνω στο αλέτρι ένας ξωμάχος
τους είδαν και τα χάσαν- «αληθώς είναι θεοί αυτοί που στους αιθέρες
διαβαίνουν», είπαν μέσα τους. Ιδού, τη Σάμο την αφήσαν στα ζερβά τους,
της Ήρας το νησί, αλαργινές Δήλος και Πάρος φαίνονταν στο βάθος,
τη Λέβινθο την είχαν στα δεξιά, την Κάλυμνο με τα πολλά μελίσσια,
κι ο Ίκαρος, αστόχαστο παιδί, ξεθαρρεμένος χαίρονταν την πτήση,
παράτησε το χνάρι του οδηγού κι απ’ τ’ ουρανού σμπρωγμένος τη λαχτάρα
ανέβηκε στα ύψη. Πιο κοντά στη γειτονιά του ήλιου, κι η πυρά του
μαλάκωσε το ευωδιαστό κερί κι έλυσε τους συνδέσμους στα φτερά του.
Λειωμένο το κερί! Αυτός γυμνά τα μπράτσα του τινάζει πάνω- κάτω-
μπράτσα γυμνά, και πώς να κρατηθεί δίχως κουπιά στον αραιόν αγέρα;
Έπεφτε στο απέραντο κενό και πέφτοντας εκραύγαζε «πατέρα!»
Τον δέχτηκαν του πόντου τα νερά, κι ο πόντος απ’ αυτόν ονομασμένος.
Ο Δαίδαλος, πατέρας δυστυχής, γονιός από παιδί ορφανεμένος,
«Ίκαρε, πού είσαι;» κραύγαζε κι αυτός, «σε ποια να σε γυρέψω μονοπάτια;»
Τον φώναζε και είδε ξαφνικά φτερά πάνω στα κύματα κομμάτια.
Την είπαν Ικαρία τη στεριά∙ και θάβοντας το γιο του μες στο μνήμα
ο Δαίδαλος βλαστήμησε βαριά της ξακουσμένης τέχνης του το κρίμα.» (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, βιβλ. 8, 183- 235)
Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να αποσυμβολίσουμε τον μύθο.
Γεωγραφικά ο μύθος συνδέεται με την ονομασία του αντίστοιχου πελάγους και του νησιού. Η περιοχή της θάλασσας, όπου έπεσε ο γιος του Δαίδαλου, ονομάστηκε Ικάριο πέλαγος, ενώ το νησί, όπου εικάζεται πως θάφτηκε το σώμα του, Ικαρία.
Ο μύθος του Δαίδαλου και του Ίκαρου μπορεί να αποσυμβολιστεί με βάση την τεχνολογική κλείδα. Όταν ο κατασκευαστής επινοήσει κάποια κατασκευή, την κάνει με ορισμένες προδιαγραφές. Η κατασκευή του υπόκειται σε περιορισμούς, που καθορίζονται από τα υλικά κατασκευής. Τα υλικά αυτά παρουσιάζουν ένα μίνιμουμ και ένα μάξιμουμ δυνατοτήτων, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνονται. Ο Οβίδιος ποιητικά δίνει τα δύο όρια: «Μέση πορεία κοίτα να κρατήσεις, αγόρι μου, αν πέσεις χαμηλά, κίνδυνος να βαρύνουν τα φτερά σου από το κύμα, αν πετάς ψηλά του ήλιου η πυρά θα σου τα κάψει. Στη μεσιανή τροχιά να κρατηθείς.» Η συμβουλή του κατασκευαστή είναι ο χρήστης της επινόησής του να ακολουθήσει τη μέση οδό. Να αποφύγει το κάτω, αλλά πολύ περισσότερο, να αποφύγει το άνω όριο. Και τα δύο έκρυβαν κινδύνους. Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται μόνο στη διάλυση της εφεύρεσης, αλλά στον πιθανό θάνατο αυτού, που δεν θα χρησιμοποιήσει την εφεύρεση με μέτρο.
Ο κατασκευαστής λ.χ. μιας ηλεκτρικής συσκευής δίνει οδηγίες χρήσης και τα χαρακτηριστικά για την ασφαλή της χρήση. Πρέπει να αποφεύγεται το βρέξιμο της συσκευής για να μην γίνει βραχυκύκλωμα. Επίσης θα πρέπει να λειτουργεί σε ορισμένη τάση (διαφορά δυναμικού). Αν χρησιμοποιήσουμε μεγαλύτερη τάση, τότε η συσκευή θα πάρει φωτιά. Τόσο το βραχυκύκλωμα, όσο και η ανάφλεξη της συσκευής βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή του χρήστη της. Όποιος δεν τηρήσει αυτές τις βασικές οδηγίες, από τη μια μεριά θα καταστρέψει τη συσκευή, κι από την άλλη βάζει σε κίνδυνο την σωματική του ακεραιότητα, ή ακόμη και τη ζωή του.
Αν ένα αεροπλάνο αντέχει ως προς την άτρακτο και τις συνδέσεις των φτερών ταχύτητα μέχρι δύο mach (δύο φορές την ταχύτητα του ήχου, δηλ. 1224km/h) και ο πιλότος αναπτύξει ταχύτητα τρία mach, το αεροπλάνο θα διαλυθεί και ο πιλότος θα σκοτωθεί. Έτσι το πρώτο ιπτάμενο θύμα, υπήρξε ο Ίκαρος! Ο Ίκαρος δεν άκουσε τις συμβουλές του πατέρα του, του κατασκευαστή των φτερών. Ο γιος υπερέβη το ανώτατο όριο. Πέταξε πολύ ψηλά, προς τον ήλιο, του οποίου η θερμαντική ικανότητα έλιωσε τους αρμούς από κερί στα φτερά. Αυτά σκόρπησαν και δεν άντεξαν το βάρος του Ίκαρου, ο οποίος βυθίστηκε στον πόντο.
Για τους αρχαίους Έλληνες το τόλμημα του Δαίδαλου ήταν “ύβρις”, γιατί ανέτρεψε την ορισμένη από τους θεούς τάξη πραγμάτων. Οι άνθρωποι για εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να πετάξουν. Μπορούσαν να κινούνται μόνο στη στεριά και να πλέουν στο πέλαγος. Η κίνηση στον ουρανό ήταν αδύνατη. Αυτή μπορούσαν να την κάνουν μόνον οι θεοί. Το “πέταγμα” του Δαίδαλου και του Ίκαρου ανάτρεπε την τάξη. Αυτή η αλαζονική ανατροπή ενεργοποίησε το νόμο: ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις. Έτσι ακολούθησε η “τίσις”, η τιμωρία του Δαίδαλου, που έχασε τον μονάκριβό του γιο. Ο Ευριπίδης στο τέλος της τραγωδίας “Κρήτες”, εμφανίζει τον θεό Ήλιο ως από μηχανής θεό να νουθετεί τον Μίνωα. Εκεί ο θεός λέει για την ύβρη του Δαίδαλου:
«Όμως κι ο Δαίδαλος πρέπει να ξέρει
πως ακουμπά επικίνδυνα την ύβρη∙
δεν δόθηκε στον άνθρωπο το ύψος
των ουρανών κι ο αιθέρας∙ εδώ κάτω
στη γη του ορίστηκε να κατοικήσει.
Ετούτα να στοχάζεται πετώντας
με το γιο του μαζί. Όλα τελειώσαν
όπως θελήσαν οι θεοί.»
Ο Οβίδιος παρουσιάζει μετά τον θάνατο του Ίκαρου να βλαστημάει την ξακουστή του τέχνη: «και θάβοντας το γιο του μες στο μνήμα, ο Δαίδαλος βλαστήμησε βαριά της ξακουσμένης τέχνης του το κρίμα.»
Γι’ αυτό η τραγωδία “Κρήτες” τελειώνει με τα ακόλουθα λόγια από τον χορό των μυστών:
« Πατέρα Δία, χάριζε καθάριο
νου στους θνητούς
να σε δοξάζουν πάντα
μ’ ευλάβεια και με σέβας όπως πρέπει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1452-1
Από μεταφυσική άποψη, η σχέση Δαίδαλου- Ίκαρου είναι όμοια με τη σχέση Δάσκαλου- μαθητή. Ο Δάσκαλος δομεί μια ιδιαίτερη σχέση με τον μαθητή του. Μια σχέση πνευματική, μια σχέση ευθύνης. Είναι υπεύθυνος για την πρόοδο του μαθητή του, αλλά και για την ασφάλειά του. Ο Δάσκαλος αναλαμβάνει την ευθύνη της πνευματικής απελευθέρωσης του μαθητή του και της πνευματικής του ανύψωσης. Του μαθαίνει τον τρόπο να διαφύγει από τον λαβύρινθο. Τον λαβύρινθο, όπου ο μαθητής είναι χαμένος μέσα στα πάθη, στα κατώτερα ένστικτα, στα συναισθήματα και στις κατώτερες σκέψεις του. Όσο περισσότερο διεισδύει σ’ αυτά, τόσο περισσότερο χάνεται. Και κινδυνεύει να έρθει αντιμέτωπος με τον Μινώταυρο και να γίνει θύμα του. Ο Δάσκαλος με μεθοδικότητα, βήμα- βήμα, διδάσκει στο μαθητή του να αναπτύξει τα φτερά της ψυχής του. Τα συνθέτει ένα- ένα, τα αρμόζει στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του μαθητή και τους δίνει το κατάλληλο σχήμα. Τον βοηθάει να αποδράσει από τον προσωπικό του λαβύρινθο.
Ο μαθητής είναι ένα άτομο που εργάζεται πρακτικά πάνω στην τριπλή του φύση- τη φυσική, τη συναισθηματική και τη νοητική του φύση. Το να εργάζεται κάποιος πάνω στην τριπλή του φύση σημαίνει να προσπαθεί να κυριαρχήσει στις φυσικές ορμές και παρορμήσεις, τα συναισθήματα και να βάζει χαλινάρι στις σκέψεις του. Επιπλέον έχει ένα όραμα, για το οποίο και αγωνίζεται. Βαθμιαία υποτάσσει τη θέλησή του στη θεία θέληση. Προσπαθεί να μιμηθεί τον Μέγα Διδάσκαλο επαναλαμβάνοντας τα λόγια Του: «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ… γενηθήτω τὸ θέλημά σου.» Θεωρεί ως καθήκον του να διαδώσει τη θεία θέληση, γιατί γνωρίζει πως αυτή μόνο είναι σε θέση να συντρίψει τον πόνο, τη δυστυχία, την ασχήμια, το μίσος, την αδικία και τη σκλαβιά πάνω στη γη. Γι’ αυτό πασχίζει να οικοδομήσει μια γέφυρα ανάμεσα στον εαυτό του και τον υπερβατικό κόσμο, μεταμορφώνοντας την ίδια του τη ζωή. Εργάζεται για να αυξηθεί το φως, η αγάπη και η ομορφιά στη ζωή πάνω στον πλανήτη. Όταν είναι σαν άτομο έτοιμος, ο μαθητής βρίσκει τον Δάσκαλο που του ταιριάζει!
Για τους μαθητές του ο Ιησούς είπε: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους. κειμένη. οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (Ματθαίος, ε΄, 13-16) Ο μαθητής, λοιπόν, αποτελεί το άλας του κόσμου και θέτει τον εαυτό του στην υλοποίηση του θείου σχεδίου.
Ο Δάσκαλος σέβεται την ελευθερία του μαθητή. Δεν του επιβάλλεται. Απλά αντιλαμβάνεται τη δίψα για μάθηση, και του την παρέχει, επιθυμώντας ο μαθητής του να είναι ταπεινός και πρόθυμος. Συγχρόνως τον εμπνέει και τον καθοδηγεί να αγαπά το κάθε τι στη φύση. Γιατί όλα τα όντα είναι όντα του Θεού. Ένα από τα βασικά προτερήματα του μαθητή είναι η υπακοή στον Δάσκαλο. Αυτό δεν σημαίνει σκλαβιά, γιατί υπακοή είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος τη δύναμη των νόμων- φυσικών και πνευματικών- και τη σοφία να συμπράττει με τους νόμους. Η πραγματική υπακοή είναι ο κατώτερος εαυτός να ακολουθεί τα κελεύσματα του Ανώτερου Εαυτού. Έτσι δομεί κανάλια επικοινωνίας με Αυτόν, που είναι ο πραγματικός Διδάσκαλος, γιατί είναι το ενοικούν Πνεύμα. Η εξέλιξη της ψυχής του μαθητή είναι αποτέλεσμα της υπακοής στους ψίθυρους και τα νοήματα του Ανώτερου Εαυτού. Κι αυτά μας μαθαίνει να τα αντιληφθούμε ο Δάσκαλος. Ο Δάσκαλος επομένως μας μαθαίνει να έρθουμε σε επαφή με τον εντός μας Διδάσκαλο.
Ο μαθητής οφείλει σεβασμό στον Δάσκαλο και να ακολουθήσει με εμπιστοσύνη τις συμβουλές του, που θα τον οδηγήσουν στην ατραπό της εξέλιξης και της τελείωσης. Ο Ιησούς είπε στου μαθητές Του: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ.» (Ιωάννης, ιδ΄, 16) Ερμηνεύοντας τα λόγια Του μπορούμε να πούμε ότι ο Δάσκαλος φέρνει σε επαφή τον μαθητή με τον Εσωτερικό του Διδάσκαλο, που θα τον οδηγήσει με τη σειρά του σε επαφή με τον ενοικούν εντός του πνεύμα. Γιατί μας έχει ειπωθεί: «ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν»!
Ο μαθητής Ίκαρος επιθυμούσε να δραπετεύσει από την Κρήτη, όπου ήταν σαν σκλάβος. Έτσι και η ψυχή του ανθρώπου επιθυμεί να σπάσει ο δεσμός των ενσαρκώσεων και να ελευθερωθεί, ώστε να επιστρέψει στην φωτεινή Αθήνα, στον κόσμο των πνευμάτων, αφού υψωθεί στον ουρανό. Επιθυμεί ο μαθητής Ίκαρος να βγει από τον λαβύρινθο των δεσμεύσεων της σάρκας. Να πετάξει στον αιθέρα, δηλαδή να εξυψωθεί και να πάρει τον δρόμο προς το πνευματικό βασίλειο. Ο Δάσκαλος Δαίδαλος του έφτιαξε φτερά και του δίδαξε τον τρόπο να πετάει. Αλλά δεν εκμεταλλεύεται την ελευθερία του μαθητή Ίκαρου. Δεν απαιτεί να τον ακολουθήσει ακριβώς από πίσω. Θέλει να ακολουθήσει ο Ίκαρος- μαθητής την δική του πορεία. Γιατί ο Δάσκαλος γνωρίζει πως κάθε ενσαρκωμένη ψυχή ακολουθεί το δικό της μοναχικό δρόμο, την δική της ατραπό. Δεν επιθυμεί, όμως, να κάνει μια τρελή πορεία. Γι’ αυτό του βάζει όρια και του επισημαίνει τους κινδύνους. Στον μαθητή Ίκαρο εναπόκειται να κάνει καλή χρήση της ελευθερίας του. Αν κάνει καλή χρήση θα δει τον καταγάλανο Αττικό ουρανό και την πόλη της γνώσης και της σοφίας, την Αθήνα. Αν κάνει κακή χρήση θα συναντήσει τα παγωμένα νερά του πόντου. Επομένως μια συνετή μαθητεία θα έχει σαν αποτέλεσμα για τον μαθητή να γίνει μύστης των μυστικών και των νόμων της φύσης, αλλά και του κόσμου του φωτός, του πνευματικού βασιλείου. Μια κακή μαθητεία θα τον εμπλέξει σε περιπέτειες και να δεχτεί, πιθανόν, επιθέσεις από το σκοτεινό βασίλειο.
Ο μαθητής μαθαίνει πως είναι μια προσωπικότητα με ψυχή, όπου ενοικεί μια πνευματική μονάδα. Η προσωπικότητα είναι τριπλή. Αποτελείται από το αιθεροφυσικό του σώμα, το συναισθηματικό και το νοητικό. Σε ένα προχωρημένο επίπεδο μαθημάτων μαθαίνει για την αστρική προβολή. Να προβάλλει έξω από το φυσικό του σώμα το αστρικό και το νοητικό, με τα οποία συνδέεται η ψυχή. Το φυσικό σώμα συνδέεται με την ασημένια χορδή με το εξερχόμενο αστρο-νοητικό. Έτσι μαθαίνει πως το σώμα του είναι το όχημα της ψυχής και πως στην πράξη μετά το θάνατο η ψυχή εξακολουθεί να υπάρχει. Στην αρχή αυτή η χορδή είναι μικρή. Με την εξάσκηση γίνεται μακρύτερη και λεπτότερη. Στα πρώτα στάδια η απομάκρυνση γίνεται λίγα μέτρα από το φυσικό σώμα, ενώ με μεγαλύτερη εξάσκηση μπορεί να φτάσει σε άλλη πόλη και σε άλλη χώρα. Αν ο μαθητής είναι ανυπόμονος και θελήσει, χωρίς να ασκηθεί δεόντως, να κάνει μεγαλύτερο αστρικό ταξίδι, υπάρχει το ενδεχόμενο να σπάσει η αργυρή χορδή και να μην μπορεί να επανασυνδεθεί η ψυχή με το φυσικό σώμα, με αποτέλεσμα τον θάνατο του ατόμου. Ο μαθητής που δεν ακολουθεί τις υποδείξεις του Δασκάλου συμπεριφέρεται δηλαδή σαν στον Ίκαρο, που δεν ακολούθησε τις υποδείξεις του Δαίδαλου! Μια παρόμοια αποτυχία στοιχίζει πικρά και στον Δάσκαλο.
Άλλες φορές οι επιτυχίες του μαθητή τον κάνουν υπερήφανο και αλαζόνα. Νομίζει ότι τα γνωρίζει όλα και επαίρεται για τις γνώσεις του. Αυτή η έπαρση τον παρασύρει σε άστοχες ενέργειες, που τον κάνουν να ξεπέφτει στα μάτια τόσο του Δάσκαλου, όσο και των ανθρώπων που είναι γύρω του: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται». Έρχεται όμως η ημέρα που σωριάζεται, για να πάρει το πολύτιμο μάθημα, πως ο μαθητής οφείλει να είναι ταπεινός!
Αυτές είναι δύο προσεγγίσεις- ερμηνείες του μύθου, γιατί όπως έχουμε τονίσει και στους αποσυμβολισμούς άλλων μύθων, οι μύθοι έχουν ειπωθεί για να μας δίνουν αφορμές για ενδότερες σκέψεις και διδάγματα ψυχής, ώστε να έρθουμε σε επαφή με τη γνώση, που θα κάνει την ψυχή μας να προχωρήσει ακόμη μερικά βήματα προς την τελείωσή της.


Δεν υπάρχουν σχόλια: