Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Λύρα: το δώρο του Ερμή στον Απόλλωνα

[[ δαμ –ων ]]

H λύρα είναι το πιο διαδεδομένο έγχορδο της αρχαίας Ελλάδας. Ένα μουσικό όργανο ιδιαίτερα δημοφιλές, που αποτελούσε το σύμβολο του Απόλλωνα. Συνδεόταν στενά με την λατρεία του Απόλλωνακαι για τον λόγο αυτόν περιβαλλόταν από μεγάλο σεβασμό. Η λύρα δεν χρησιμοποιoύνταν σε εκδηλώσεις σε ανοιχτούς χώρους. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως το εθνικό όργανο των αρχαίων Ελλήνων.Εξαιτίας της απλότητας στον τρόπο κατασκευής της, καθώς και της ποιότητας του ήχου της πού ήταν ευγενής, διαυγής, γαλήνιος και αρρενωπός χρησιμοποιήθηκε ως κύριο όργανο της εκπαίδευσης των νέων.
Σύμφωνα μ’ έναν πλατιά διαδεδομένο μύθο (πρβ. Ομηρικός Ύμνος στον Ερμή 24 κε., Απολλόδ. Βιβλιοθήκη Γ, 10, 2, σσ. 139-140 κτλ.), ο Ερμής, αμέσως μετά τη γέννησή του σ’ ένα σπήλαιο της Κυλλήνης, έκλεψε κρυφά μια νύχτα τα βόδια που φύλαγε ο Απόλλωνας. Βλέποντας έξω από το σπήλαιο μια χελώνα, αφαίρεσε το όστρακό της και στερέωσε πάνω του χορδές από έντερο προβάτου∙ έτσι, κατασκεύασε τη λύρα (βλ. λ. χέλυς). Όταν ο Απόλλων ανακάλυψε την κλοπή και παραπονέθηκε στον Δία, ο Ερμής πρόσφερε τη λύρα στον Απόλλωνα για συμφιλίωση, που μαγεύτηκε από τον ήχο της.
Ας δούμε τον σχετικό μύθο:
Σαν γεννήθηκε ο Ερμής, δεν πρόλαβε να τον βάλλει καλά- καλά να τον σπαργανώσει η ομορφοπλέξουδη Μαία, η μητέρα του, και να τον βάλει στην κούνια του, κι αυτός θέλησε να γνωρίσει τον κόσμο. Πήδησε, λοιπόν, από την κούνια και βγήκε από τη σπηλιά, όπου ζούσε η μάνα του, σκοντάφτοντας σε μια χελώνα. Ο παιγνιδιάρης θεός σκέφτηκε να παίξει με το εύρημά του κι από το καύκαλό της έκανε την πρώτη λύρα,

Η συνέχεια >>>VagiaBlog…

όπως μας λέει ο ομηρικός Ύμνος:
« Εκεί τρυπώντας με μαχαίρι από λευκό σίδηρο
τράβηξε τον μυελό της ορεσίβιας χελώνας.
Κι όπως γοργή σκέψη περνάει από το νου
ανθρώπου που έγνοιες πολλές τον απασχολούν
ή όπως στροβιλίζονται οι αναλαμπές των ματιών,
έτσι από τον λόγο στην πράξη πέρασε ο ένδοξος Ερμής.
Και έμπηξε κοτσάνια καλαμιού, που τα έκοψε μετρώντας τα
τα πέρασε στη ράχη της χελώνας, στο καβούκι της.
Και γύρω από το διάφραγμά της τέντωσε βοδιού δέρμα,
και έβαλε και πήχες, και τις ένωσε με ένα ξύλο
και τέντωσε εφτά αρμονικές χορδές από πρόβατο.
Όταν λοιπόν τελείωσε πήρε το όμορφο στολίδι
και το έπαιζε μελωδικά με πλήκτρο, κι αυτό κάτω από το χέρι του
ήχησε φοβερά• και ο θεός όμορφα τραγουδούσε
κάνοντας αυτοσχεδιασμούς….. » ( Ομηρικός Ύμνος 4, “Στον Ερμή”, 41- 55)
Στους αυτοσχεδιασμούς των τραγουδιών ψάλλει τους έρωτες του Ολύμπιου πατέρα του και της Ατλαντίδας μάνας του, μα γρήγορα βαρέθηκε, έκρυψε τη λύρα κάτω από της κούνιας τα σκεπάσματα και πήρε το δρόμο γιατί πεινούσε και ορέχτηκε να φάει κρέας. Τα γρήγορα βήματά του τον έφεραν στης Πιερίας τα βουνά, όπου βοσκούσαν τα γελάδια του Απόλλωνα. Ξέκοψε πενήντα γελάδια από το κοπάδι και τα πήρε για τη σπηλιά του. Η συνέχεια του ομηρικού Ύμνου μας περιγράφει την δολερή κλεψιά του μωρού Ερμή:
« Ο Ήλιος έδυε από τη γη και τον ωκεανό
με τους ίππους και τις άμαξές τους, αλλά ο Ερμής
έφτανε στης Πιερίας τα βουνά τα σκιερά,
όπου των μακάριων θεών τα αθάνατα βόδια έχουνε το παχνί τους
βόσκοντας σε επιθυμητά αθέριστα λιβάδια.
Από αυτά τότε ο πονηρός της Μαίας γιος ο Αργοφονιάς
πενήντα βόδια που μουγκρίζουν δυνατά απομάκρυνε από την αγέλη.
Και τα οδηγούσε σε πλάνο δρόμο μέσα από αμμώδη
περιοχή αντιστρέφοντας τα χνάρια τους• δεν ξέχασε την πονηρή του τέχνη
και τις οπλές τους έκανε αντίθετες• τις μπροστινές έκανε πίσω,
τις πίσω μπρος, κι αυτός ερχόταν στο κατόπι τους.
Αμέσως έριξε τα σανδάλια του στην άμμο της θαλάσσης
ανομολόγητα έργα κι ακατανόητα θαυμαστά μηχανευόταν,
ανακατεύοντας φύκια με κλαδιά μυρτιάς.
Τότε από αυτά μαζεύοντας στην αγκαλιά του νεαρά βλαστάρια
ακίνδυνα έντυσε κάτω από τα πόδια του ελαφριά σανδάλια
με τις ίδιες φυλλωσιές, που ο ένδοξος Αργοφονιάς
έκοψε στην Πιερία, αποφεύγοντας την οδοιπορία,
και, σαν βιαστικός για μακρινό ταξίδι, κίνησε μπροστά.
………………………………………………….
Πολλά βουνά σκιερά και βουερά φαράγγια
και ανθισμένους κάμπους πέρασε ο ένδοξος Ερμής.
Κι ο σκοτεινός βοηθός του, η θεϊκή νύχτα, τέλειωνε
στο μεγαλύτερό της μέρος, και γρήγορα ερχόταν η δημιουργική αυγή•
για νέα σκοπιά ξεκίνησε η θεϊκή Σελήνη
του άρχοντα Πάλλαντα Μεγαμηδείδη η κόρη,
και τότε στον ποταμό Αλφειό ο ρωμαλέος γιος του Δία
του Φοίβου Απόλλωνα τα βόδια τα πλατυμέτωπα οδήγησε.

Ακούραστα έφταναν στο παχνί με την ψηλή σκεπή
μπροστά από τις ποτίστρες του εξοχικού λιβαδιού.
Εκεί τάισε τα βόδια που δυνατά μουγκρίζουν με πολύ χορτάρι
και τα μάζεψε όλα μέσα στο παχνί
να μασούν τριφύλλι και δροσερή κύπερη•
έφερε και μπόλικα ξύλα κι έψαχνε την τέχνη της φωτιάς. » (Ομηρικός Ύμνος 4, “Στον Ερμή”, 68- 86, 95- 108)
Έφτασε ο παμπόνηρος Ερμής στην Πύλο, όπου έκρυψε τα γελάδια. Πήρα δυο κι αφού τα έσφαξε, τα έγδαρε κι ανάβοντας φωτιά έκανε το πρώτο γεύμα του.
Όταν ο Απόλλωνας ανακάλυψε πως του έλειπαν αγελάδες από το κοπάδι βγήκε να αναζητήσει τον κλέφτη για να πάρει πίσω όσα του ανήκαν. Έμαθε πως πέρασε ένα μωρό έχοντας βάλει τα γελάδια να περπατούν προς τα πίσω, με τις ουρές μπροστά και τα κεφάλια πίσω- ώστε να νομίζεις πως πήραν αντίθετη κατεύθυνση- κι αυτός έκανε τα χνάρια των ποδιών του με μια αγκαλιά μυρτιές κι αρμυρίκια δεμένη στο κάθε ποδάρι του να μη φαίνονται. Τότε ο γιος της Λητώς μάντεψε πως κλέφτης ήταν ο νιογέννητος αδερφός του και κατέβηκε στην Κυλλήνη να λογαριαστεί μαζί του.
Φυσικά κι ο κλέφτης δε δέχτηκε όσα του καταλόγισε ο μεγάλος αδερφός του κι έτσι καταλήγουν να πάνε στον Όλυμπο, όπου βάλανε κριτή τον πατέρα τους Δία. Αυτός έσκασε στα γέλια από τα ψέματα του μικρού Ερμή κι έδωσε την προσταγή να τα βρούν τα δυο αδέρφια. Έτσι κι έγινε στο τέλος, αφού ο Ερμής χάρισε τη λύρα στον Απόλλωνα, που ενθουσιάστηκε από το δώρο του αδερφού του. Με τη σειρά του, του χαρίζει ένα βοσκοράβδι και τον κάνει προστάτη των βοσκών, και το κηρύκειο, ένα χρυσό ραβδί, για να γνωρίζουν οι αθάνατοι και οι θνητοί πως είναι ο επίσημος αγγελιοφόρος του Δία. Τον ορίζει επίσης νεκροπομπό, που συνόδευε τις ψυχές των νεκρών στον Κάτω κόσμο. Η διαμάχη των δυο αδερφών καταλήγει αίσια με τη δέσμευσή τους για αιώνια υποστήριξη, αγάπη και φιλία.
Στη συνέχεια του Ομηρικού Ύμνου περιγράφεται η ανταλλαγή δώρων ανάμεσα στους γιους του ρήγα θεών κι ανθρώπων, του Δία:
« Έτσι μιλώντας έδωσε την κιθάρα, και την πήρε
ο Φοίβος Απόλλων, και του Ερμή του χάρισε να έχει λαμπρό μαστίγιο,
και του ανέθεσε τη βοσκή των βοδιών• δέχτηκε ο γιος της Μαιάδας
χαρούμενος• έπιασε την κιθάρα στ’ αριστερό του χέρι
της Λητώς ο ωραίος γιος, ο μακροβόλος βασιλιά Απόλλων
και με πλήκτρο τη γρατζούνιζε μελωδικά, κι εκείνη από κάτω
τρομερά αντήχησε, και ο θεός τραγούδησε ωραία.
Εκεί μετά τα βόδια στο πανίερο λιβάδι
έστρεψαν οι δυο τους• κι αυτοί, του Δία τα πανέμορφα παιδιά,
κίνησαν πίσω για τον Όλυμπο τον χιονισμένο,
ευφρόσυνοι από τη φόρμιγγα, και χάρηκε ο στοχαστικός Δίας
και τους έδεσε με αγάπη. Πράγματι ο Ερμής
τον γιο της Λητώς αγάπησε για πάντα ως και σήμερα ακόμα,
και γι’ απόδειξη έδωσε στον μακροβόλο την κιθάρα
την ποθητή, κι αυτός έμαθε και την έπαιζε κάτω από το βραχίονά του•
ο Ερμής, πάλι, άλλη σοφή εφηύρε τέχνη•
έφτιαξε τη μελωδία της σύριγγας που ακούγεται από μακριά. » (Ομηρικός Ύμνος 4, “Στον Ερμή”, 496- 512)
Η λύρα ήταν γνωστή στην Ελλάδα από την απώτερη αρχαιότητα. Μυθικοί μουσικοί και επικοί τραγουδιστές (αοιδοί), όπως ο Ορφέας, ο Θάμυρις, ο Δημόδοκος και άλλοι, συνόδευαν τα τραγούδια τους με τη λύρα, τη φόρμιγγα ή την κίθαρι. Ο Νικόμαχος διηγείται πως ο Ερμής, αφού κατασκεύασε την επτάχορδη λύρα, δίδαξε τον Ορφέα πώς να την παίζει. Ο Ορφέας, με τη σειρά του, δίδαξε τον Θάμυρι και τον Λίνο, και ο τελευταίος τον Αμφίωνα από τη Θήβα. Ο Αμφίωνας συνέδεσε το όνομά του με την κατασκευή των τειχών της επτάπυλης Θήβας. Σύμφωνα με την παράδοση (αναφέρεται στον Ησίοδο, Νικόμαχο, Ευριπίδη κ.α.) ο δίδυμος αδελφός του Αμφίονα, Ζήθος με την μυθική του δύναμη μετέφερε βράχους από τα βουνά, ενώ ο Αμφίων με την λύρα και το τραγούδι τις μάγευε, έτσι πού από μόνες τους τοποθετούνταν πάνω στα τείχη. Με αυτόν τον τρόπο κτίσθηκαν τα τείχη της «επτάπυλης» Θήβας, χάρη στην επτάχορδη λύρα.
Η λύρα, στην αρχική της μορφή, στηριζόταν πάνω στο όστρακο μιας χελώνας, που χρησίμευε για ηχείο της. Στο υλικό αυτό οφείλεται το ποιητικό όνομα χέλυς, που είχε η παλαιά λύρα. Σε κατοπινά χρόνια το ηχείο κατασκευαζόταν και από ξύλο, πάλι όμως σε σχήμα οστράκου χελώνας. Πάνω από το κοίλο μέρος, απλωνόταν τεντωμένη, για να πάλλεται, μια μεμβράνη από δέρμα βοδιού. Σε κάθε πλευρά του οστράκου δύο βραχίονες από κέρατο αγριοκάτσικου ήταν στερεωμένοι παράλληλα στο ηχείο. Ήταν ελαφροί και λίγο καμπυλωτοί και λέγονταν πήχεις ή κέρατα. Οι βραχίονες αυτοί ενώνονταν ελαφρά στο επάνω τους άκρο, πάνω σε μια εγκάρσια κυλινδρική ράβδο κατασκευασμένη από πυξάρι, που λεγόταν ζυγόν ή ζυγός. Οι χορδές (χορδαί, νευραί, βλ. λ.), καμωμένες από έντερο ή νεύρα [τένοντες] (σε παλαιότερα χρόνια κατασκευάζονταν από λινάρι ή κάναβι), στερεώνονταν με κόμπο πάνω σε μια μικρή πλάκα [σανίδα], που λεγόταν χορδοτόνιον ή χορδοτόνος, στο κάτω μέρος του ηχείου. Περνούσαν κατόπι πάνω από μια μικρή γέφυρα (καβαλάρης, η μαγάς), που απομόνωνε το παλλόμενο τμήμα των χορδών, και προχωρούσαν κατά μήκος του οργάνου ως το ζυγόν, όπου και δένονταν. Σε παλαιότερα χρόνια, οι χορδές δένονταν με δερμάτινο λουρί, στους κλασικούς όμως χρόνους χρησιμοποιούσαν στριφτάρια ("κλειδιά"), καμωμένα από ξύλο, μέταλλο ή ελεφαντόδοντο. Τα στριφτάρια αυτά, στερεωμένα μ' ένα μηχανισμό πάνω στο ζυγόν, τέντωναν τις χορδές με περιστροφική κίνηση, και λέγονταν κόλλαβοι ή κόλλοπες. Όλες οι χορδές είχαν το ίδιο μήκος αλλά διαφορετικό πάχος και όγκο, και καθεμιά έδινε έναν ήχο.
Ο αριθμός των χορδών ποίκιλλε κατά τους ιστορικούς χρόνους. Για μια μακρά όμως περίοδο οι χορδές ήταν επτά. Σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς, η αρχαϊκή λύρα είχε τέσσερις ή κατ' άλλους και τρεις χορδές. Ο Διόδωρος Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη Ιστορική Α', 10) γράφει ότι "ο Ερμής επινόησε τη λύρα και την έκανε τρίχορδη κατ' απομίμηση των τριών εποχών του χρόνου. Έτσι, καθόρισε τρεις ήχους, έναν ψηλό, έναν χαμηλό και ένα μεσαίο". Ο Νικόμαχος, από την άλλη πλευρά, λέει (ό.π.) πως ο Ερμής από την αρχή έκανε τη λύρα επτάχορδη. Ο Λουκιανός (Διάλογος του Απόλλωνα και τον Ήφαιστου) και άλλοι επίσης συγγραφείς επαναλαμβάνουν αυτό το μύθο, όπως παρουσιάζεται στον Ομηρικό Ύμνο στον Ερμή (στ. 51). Είναι όμως αναμφίβολο πως από την εποχή του Τέρπανδρου (8ος/7ος αι. π.Χ.), στον οποίο αποδίδεται από πολλούς συγγραφείς η εξέλιξη αυτή, η λύρα ήταν επτάχορδη.
ΟΕρμήςδεν κατασκεύασε κιέδωσε στον Απόλλωνα απλά ένα μουσικό όργανο, την λύρα.Έδωσε ταυτόχρονα κι ένα πρότυπο δόμησης με υψηλή αισθητική. Η λύρα κατασκευαστικά και μορφολογικά περιείχε τους κώδικες οι οποίοι παράγουν αρμονικό και ρυθμικό αποτέλεσμα, τόσο στην μουσική όσο και στην αρχιτεκτονική. Κι αυτό απεικονίζεται τόσο στον μακρόκοσμο, το σύμπαν, όσο και στον μικρόκοσμο, την κατασκευή κτιρίων και ναών.Η λύρα είναι ένα συμπαντικό σύμβολο ρυθμού κι αρμονίας.
Ας φανταστούμε την πρόσοψη ενός ναού. Τώρα ας αναστρέψουμε την εικόνα. Σμίκρυνση αυτής της εικόνας είναι η λύρα. Το ανεστραμμένο αέτωμα του ναού είναι το αντηχείο της λύρας, οι κίονες του ναού είναι οι χορδές της λύρας και το δάπεδο του ναού, που τώρα βρίσκεται πάνω, είναι ο ζυγός της λύρας. Η αντιστοιχία: αέτωμα↔ αντηχείο και κίονες↔ χορδές μας οδηγούν στη σκέψη: στο ναό το αέτωμα διαμέσου των κιόνων συνδέει τον ουρανό με τη γη, ενώ στη λύρα το αντηχείο διαμέσου των χορδών συνδέει τη γη με τον ουρανό. Ο ναός συνδέει τον θείο κόσμο με το γήινο, από πάνω προς τα κάτω, οπότε φέρνει το θείο σ’ επαφή με τον άνθρωπο. Η λύρα συνδέει τον γήινο κόσμο με τον θείο, από κάτω προς τα πάνω, δηλαδήαναβιβάζει και φέρνει τον άνθρωπο σε επαφή με το θείο!
Ο Ερμής, ο γιος του Δία,ερμη-νεύει το Νόμο του Πατέρα του και τον μεταφέρει τόσο στους άλλους θεούς, όσο και στους θνητούς. Ο Νόμος για τους άλλους θεούς καθορίζεινα προάγουν το δημιουργικό έργο του δημιουργού- Δία, ο καθένας ή η καθεμία κατά το μέτρο που του ή της αναλογεί, επιβλέποντας τον δικό του ή τον δικό της τομέα. Ο Πρόκλος μας λέει: «Από τα δώρα του Ερμή άλλα είναι πρώτα αγαθά και νοητικά, άλλα δεύτερα και δημιουργούν τη διάνοια, άλλα τρίτα και καθαίρουν από τα άλογα στοιχεία και ιδιαιτέρως ρυθμίζουν τις κινήσεις των εντυπώσεων, άλλα που δίνουν ουσία στους λογισμούς της φύσης και άλλα που παρέχουν ό,τι μπορεί να αντληθεί από τον εξωτερικό κόσμο ή κέρδη. Αυτά, στ’ αλήθεια, είναι τα τελευταία, υλικά δώρα του θεού, αυτά που, κατά τους αστρολόγους, προσφέρει ο θεός «με τις ασήμαντες παροχές του». » (Πρόκλος, “Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος”, 28)
Ο Ερμής δώρισε τη λύρα στον αδερφό του Απόλλωνα, δίνοντάς του ένα κίνητρο να στραφεί προς τη μουσική. Η παράδοση αναφέρει ότι με τη μουσική του Απόλλωνα και των Μουσών τα πάντα ημέρευαν. Ο Πίνδαρος έλεγε χαρακτηριστικά ότι παραλύει κάθε ωμή βία, όπου και να βρίσκεται, ακόμη και στον ουρανό. Ο ήχος της γλυκόλαλης κιθάρας του σβήνει στον Όλυμπο τον κεραυνό του κεραυνόχαρου Δία, αποκοιμίζει πάνω στο σκήπτρο του βασιλιά των θεών τον αητό, το ιερό πτηνό του, κάνει τον φοβερό θεό του πολέμου, τον Άρη, να αποκοιμηθεί αφήνοντας το αιματηρό του δόρυ. Κι ενώ οι Ολύμπιοι νιώθουν χαρά και αγαλλίαση με τη θαυμάσια μουσική, μόνο οι αλυσοδεμένοι στα Τάρταρα Τιτάνες τρέμουν και νιώθουν μίσος γι’ αυτήν. Και γι’ αυτό υμνούν τον θεό οι πρόγονοί μας με τον ακόλουθο ύμνο:
« Πηγαίνει, τότε, ο σεβάσμιος γιος της Λητώς παίζοντας
τη φόρμιγγα τη σκαλιστή στη βραχώδη Πυθώ
με θεία ενδύματα ευωδιαστά• κι η φόρμιγγά του
κάτω από το χρυσό το πλήκτρο βγάζει ήχο μαγευτικό.
Από κει, από τη γη πάει στον Όλυμπο, όμοια με τον νου,
στου Δία το παλάτι, στη σύναξη των άλλων θεών•
κι ευθύς οι αθάνατοι δίνονται στην κιθάρα και το τραγούδι.
Τότε όλες οι Μούσες στη σειρά με όμορφη φωνή
υμνούν των θεών τα ανώλεθρα δώρα και των ανθρώπων τα βάσανα,
όσα αποκτούν απ’ τους αθάνατους θεούς
και ζουν ανόητοι και άτεχνοι, κι ούτε μπορούν
να βρουν θανάτου γιατρικό και γερατειών λυτρωμό.
Και οι ομορφοπλέξουδες Χάριτες και οι καλόγνωμες Ώρες
κι η Αρμονία και η Ήβη κι η κόρη του Δία Αφροδίτη
χορεύουνε πιασμένες χέρι χέρι•
κι ανάμεσά τους τραγουδά, όχι άσχημη ούτε κατώτερή τους,
αλλά ψηλή στη θωριά και θαυμαστή στη μορφή,
η Άρτεμη η τοξεύτρα, η αδερφή του Απόλλωνα.
Ανάμεσά τους και ο Άρης και ο σκοπευτής Αργοφονιάς παίζουνε•
Ο Φοίβος Απόλλων κιθαρίζει μ’ όμορφο και περήφανο βηματισμό,
και φως τον περιτυλίγει καθώς λάμπουν τα πόδια του κι ο καλοΰφαντος χιτώνας.
Χαίρεται η μεγάλη καρδιά τους, καθώς βλέπουν
η Λητώ η χρυσοπλέξουδη και ο συνετός ο Δίας τον
αγαπημένο τους γιο να παίζει με τους αθανάτους θεούς.
Πώς λοιπόν να υμνήσω εσένα τον πολυτραγουδισμένο; » (Ομηρικός Ύμνος 3, “Στον Απόλλωνα”, 182- 207)
Για τη συμβολή του Απόλλωνα στη μουσική ο Πλάτωνας αναφέρει: «Σε μας όμως οι θεοί μας χάρισαν την ρυθμική και αρμονική αίσθηση μαζί με την ηδονή, με την οποία μας παρακινούν και γίνονται χορηγοί μας, συνδυάζοντας με τραγούδια και χορούς το ένα με το άλλο και δίνοντας στους χορούς αυτό το όνομα που παράγεται φυσικά από τη χαρά, που αισθάνονται. Θέλετε, λοιπόν, να παραδεχτούμε πρώτα αυτό: ότι δηλαδή η πρώτη εκπαίδευση είναι έργο του Απόλλωνα και των Μουσών, ή όχι;» (Πλάτωνας, “Νόμοι”, Β΄, 6654a)
Στο θέμα της μουσικής ο Πρόκλος δίνει μια μεταφυσική διάσταση, συνδέοντας την με την εξελικτική τάση της φύσης. Έτσι ο Απόλλωνας συντελεί στην πνευματοποίηση της ύλης: «Ο Απόλλων με τη μουσική τελειοποιεί τα πάντα και επιστρέφει τα πάντα κινώντας τα όλα μαζί, όπως λέει ο Σωκράτης, και ανασύροντάς τα με την αρμονία και το ρυθμό προς τη νοητική αλήθεια και το εκεί φως.» (Πρόκλος, “Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας”, ς΄, 98)
«Η κυριαρχία του στη μουσική παριστά ότι ο θεός τούτος είναι αίτιος κάθε αρμονίας, αφανούς όσο και εμφανούς, μέσω των ηγεμονικών του δυνάμεων, με τις οποίες συμβάλλει, μαζί με τη Μνημοσύνη και τον Δία, στη γέννηση των Μουσών, και συμπράττει στην αναγωγή της όλης αισθητής περιοχής σε κόσμο μέσω των δημιουργικών δυνάμεων, αυτών τις οποίες “τα παιδιά των θεουργών χέρια ονομάζουν”, δεδομένου ότι και η ενέργεια της αρμονίας συνάπτεται προς την κίνηση των χεριών. Αλλά και τις ψυχές και τα σώματα κοσμεί μέσα από αρμονικές αναλογίες, χρησιμοποιώντας εν είδει φθόγγων τις διαφορετικές τους δυνάμεις, και με τις δημιουργικές του κινήσεις κινεί τα πάντα με τρόπο αρμονικό και ρυθμικό. Και η σύμπασα όμως ουράνια τάξη και κίνηση καταδεικνύει το αρμονικό έργο του θεού• για τούτο οι μεριστές ψυχές δεν φτάνουν στην τελείωσή τους με άλλο τρόπο παρά μόνο μέσα από την ομοιότητα προς το αρμονικό σύμπαν, αποσυνθέτοντας τον ανάρμοστο χαρακτήρα που φέρουν από τη γένεσή τους• διότι τότε λαβαίνουν την άριστη ζωή που θέτει μπροστά τους ο θεός. …» (Πρόκλος, “Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος”, 176)
Ο Ερμής, επομένως, δωρίζοντας στον Απόλλωνα τη λύρα, του παραδίδει τους κώδικες της πνευματοποίησης της ύλης. Φέρνει αρμονία και ρυθμό στον υλικό κόσμο και τον βοηθάει διαμέσου του θεού του φωτός να γίνει πνεύμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: