Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Μήπως μια «πετρόσουπα» θα αναθέρμανε τις ανθρώπινες σχέσεις μας;

[[ δαμ- ων ]]

Πριν από ένα μήνα επισκεφτήκαμε το γιο μας, που υπηρετεί στο στρατό. Είχε έξοδο και πήγαμε να πιούμε έναν καφέ. Στην καφετέρια που καθίσαμε, μετά από λίγη ώρα ήρθαν δύο νεαρές. Αφού παράγγειλαν τους χυμούς τους, συζήτησαν για δύο λεπρά- άντε να ήσαν τρία το πολύ- μετά έβγαλαν τα ακριβά κινητά τους κι έστρεψαν την προσοχή στην οθόνη τους. Μετά από ένα δεκάλεπτο ήρθε και ένας νεαρός με το τάμπλετ του. Αυτός δεν είπε λέξη, κάθισε στο ίδιο τραπέζι και άνοιξε την ηλεκτρονική συσκευή του. Σήκωσε το βλέμμα για δευτερόλεπτα για να παραγγείλει τον φρέντο καπουτσίνο του και αμέσως μετά στο τάμπλετ. Αφού πέρασαν τρία τέταρτα στις συσκευές τους, σηκώθηκε η μία νεαρή, είπε «χάρηκα που τα είπαμε» κι αφού πέταξε ένα «μπάι», φόρεσε τα γυαλιά ηλίου κι έφυγε. Σε λίγη ώρα, αφού πλήρωσαν, έφυγαν και ο νεαρός με τη νεαρή. Αυτό λέγεται έξοδος κι επικοινωνία… Και στο φτωχό μου το μυαλό- που δεν μπορεί να συλλάβει το νέο τρόπο επικοινωνίας- αιωρείται το ερώτημα: «Πότε να είπαν, ώστε να χαρεί η νεαρή;» Εκτός κι αν η νέα γενιά έχει γεννηθεί με μια επιπλέον αίσθηση και επικοινωνεί διαισθητικά!

Πριν από μία βδομάδα είχαμε πάει στο σουβλατζίδικο της κωμόπολής μας. Εκεί καθόταν σ’ ένα τραπέζι ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας, 40- 45 και περίμενε την παραγγελία του. Και ο άντρας και η γυναίκα είχαν βγάλει τα κινητά τους, προηγμένης τεχνολογίας- όχι σαν τα δικά μας, που είναι παρωχημένης τεχνολογίας- και ασχολούνταν μ’ αυτά. Έτυχε να καθίσουμε απέναντί τους και να βρίσκονται στο άμεσο οπτικό μας πεδίο. Δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα. Ήρθε η παραγγελία. Έφαγαν νωχελικά, χωρίς να αποστρέψουν το βλέμμα τους από την οθόνη της συσκευής τους. Κι αφού απόφαγαν και χόρτασαν την πλοήγηση στο ίντερνετ ή στην ανταλλαγή μηνυμάτων με άλλους, πλήρωσαν κι έφυγαν. Όχι μόνον δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αλλά ούτε καν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους! Σύγχρονη επικοινωνία ζευγαριού!
Αυθόρμητα ήρθαν στη σκέψη μας οι στίχοι από το τραγούδι του Πασχάλη Τερζή:
«Χαθήκαμε, άραγε να φταιν’ οι αποστάσεις,
κάποτε ταξίδευες χιλιόμετρα,
μαζί μου μια νύχτα να περάσεις, χαθήκαμε...

Χαθήκαμε, ούτε ένα τηλέφωνο δεν παίρνεις,
κάποτε μιλούσαμε μερόνυχτα,
και τώρα στο μυαλό σου δε με φέρνεις, χαθήκαμε...

Αλλάζουνε οι άνθρωποι, αλλάξαμε κι εμείς, χαθήκαμε,
να είσαι μακριά μου πως μπορείς;».
Και στα δύο παραδείγματα, που αναφέραμε, οι αποστάσεις ήσαν μηδενικές. Η επικοινωνιακή απόσταση ήταν μεγάλη! Τι συμβαίνει , λοιπόν;
Οι αποστάσεις εκμηδενίστηκαν από την τεχνολογία, αλλά μεγάλωσε η απόσταση ανάμεσα στις ανθρώπινες καρδιές. Έχεις τον άλλον δίπλα σου, κι αντί να μιλήσεις μαζί του- έστω και να χαζολογήσεις- στέλνεις μηνύματα ή επικοινωνείς διαμέσου facebook με έναν τρίτο. Κι αυτό, που μια εμάς- που δεν είχαμε ούτε καν τηλέφωνο στα παιδικά μας χρόνια- φαντάζει παράνοια, για τους νέους της τεχνολογίας είναι φυσιολογικό. Διακρίνουμε, όμως, πως αποξενώνει τους ανθρώπους. Και στύβουμε το μυαλό μας να βρούμε πως θα ανασχέσουμε την απομάκρυνση των ανθρώπων. Που είναι τόσο κοντά και συνάμα τόσο μακριά!
Στα παιδικά χρόνια μας είχε κάνει εντύπωση η κατεργαριά ενός ταξιδευτή, που μαγείρεψε μια πεντανόστιμηπετρόσουπα. Αυτό το παραμύθι το βρήκαμε διασκευασμένο από τη Σάσα Βούλγαρη, κι έτσι σας το παραθέτουμε:
[[ Παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι, πυκνό κι αστραφτερό, σκέπαζε τα πάντα. Φύσαγε αγέρας, παγωμένος αγέρας, που σφύριζε αγριεμένος ανάμεσα στα ψηλά ελάτια κι έκανε τα γέρικα κλαδιά να τρίζουν κι όπως περνούσε ανάμεσά τους ακουγόταν σαν αναστεναγμός από μυριάδες στόματα. Τα βήματα των τριών αντρών που περπατούσαν σκυφτοί ακούγονταν βαριά και ρυθμικά πάνω στο κρουσταλλιασμένο χιόνι… κράπακρούπα… κράπακρούπα… Ήταν πια πολύ κουρασμένοι, πεινασμένοι και κρύωναν φοβερά. Αλλά δεν έλεγαν πολλά… Μέρες τώρα περπατούσαν, με μικρές διακοπές, στο ταξίδι τους, για να ξαποστάσουν λίγο και να συνεχίσουν τον δρόμο τους μέχρι το Μεγάλο Μοναστήρι, στην κορυφή του βουνού, κρυμμένο ανάμεσα σε δέντρα πανύψηλα και υπεραιωνόβια. Τρεις καλόγεροι, με ηλικίες διαφορετικές, ο ένας πολύ γερασμένος, οι άλλοι νεότεροι.
Είδαν από μακριά τα μικρά φωτάκια του χωριού και αναθάρρησαν… Να, τώρα θα τους φιλεύαν, τώρα θα τους έδιναν μέρος να ξεκουραστούν! Τάχυναν το βήμα, και σύντομα βρέθηκαν καταμεσής μιας μικρής πετρόχτιστηςπλαταιίτσας που όριζε το κέντρο του… Ε, δεν το έλεγες και χωριό! Μια χουφτίτσα σπίτια!
Στάθηκαν και περίμεναν να ανοίξουν πόρτες, να βγουν άνθρωποι να τους καλωσορίσουν. Αλλά… τίποτα… Μια πόρτα κοπάναγε τριζοβολώντας στον άγριο άνεμο. Ένα παράθυρο άνοιξε, κάποιος κρυφοκοίταξε, το παράθυρο έκλεισε, και μετά… τίποτα… τίποτα…
Οι καλόγεροι ένιωθαν μάτια να κοιτάνε και αυτιά ανοιχτά να κρυφακούνε κρυμμένα στο σκοτάδι, αλλά τίποτα άλλο. Κανείς δεν έβγαινε να τους προϋπαντήσει. Το χωριουδάκι έστεκε σκοτεινό και απρόθυμο να βοηθήσει τους κατάκοπους ανθρώπους. Είχαν πέσει στο κεφάλι τους βάσανα πολλά και σκιάζονταν τους ανθρώπους. Δεν μιλούσαν ούτε μεταξύ τους πια… τους φαίνονταν όλα μαύρα, χωρίς ελπίδα… Γιατί να βοηθήσουν τρεις αγνώστους;
Τότε ο γεροντότερος από τους τρεις χαμογέλασε με νόημα.
«Θαρρώ πως έφτασε η ώρα να μαγειρέψουμε κάτι να φάμε. Αφού κανείς δεν μας φιλεύει, ας κάνουμε μονάχοι το φαΐ μας! Θα μαγειρέψουμε… πετρόσουπα!»
Κι έτσι καταπιάστηκαν με την πετρόσουπα! Ο ένας μάζεψε ξυλαράκια και τ’ άναψε, ο άλλος έβγαλε το τσουκάλι το γέμισε χιόνι και το ’βαλε να βράζει… και ο γεροντότερος σκάλιζε το χιόνι κι έψαχνε πέτρες και τις εξέταζε καλά καλά, ώσπου βρήκε τρεις στρογγυλωπές και λείες και τις έβαλε μες στο κατσαρόλι.
Την ώρα εκείνη ένα μικρό κοριτσάκι ξεγλίστρησε έξω από το σπίτι του και πλησίασε.
«Τι κάνετε εκεί;» ρώτησε.
«Πετρόσουπα, μικρή μου», είπε ο γεροντότερος. «Και θα σου έδινα λίγη, αλλά το κατσαρόλι μου είναι μικρό και δεν σώνει για όλους… και θα σου έδινα λίγο, αλλά μου λείπει το λαδάκι και κανένα καροτάκι για να την κάνω όπως πρέπει…»
«Αυτό δεν είναι πρόβλημα» είπε το κορίτσι. «Εγώ ξέρω πού φυλάει η μάνα μου τη μεγάλη κατσαρόλα. Και ξέρω πού έχουμε καρότα, πατάτες και κρεμμύδια». Σε λίγο το κορίτσι γύρισε, αλλά μαζί είχε έρθει και η μητέρα του, κρατώντας διάφορα χορταρικά και μυρωδικά και λέγοντας πως ήθελε πολύ να δει πώς φτιάχνουν την πετρόσουπα. Οι πέτρες ήταν υλικό που δεν κόστιζε και δεν είχε ποτέ σκεφτεί να τις μαγειρέψει!
Αλλά… σιγά σιγά, πόρτα την πόρτα, οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από το μεγάλο τσουκάλι που είχε κουβαλήσει το παιδί, πρώτα από περιέργεια, μετά από ενδιαφέρον για αυτήν την παράξενη σούπα και τελικά –κι ας μην το παραδέχονταν– γιατί τους άρεσε πολύ να ξανακουβεντιάζουν όλοι μαζί και να γελάνε και να μοιράζονται…
Ο καθένας έφερνε από κάτι για να νοστιμίσει η σούπα. Το νερό κόχλαζε πια δυνατά και, με όσα είχαν ρίξει μέσα οι άνθρωποι, άρχισε να μοσχομυρίζει τόσο ορεκτικά που τους έπιασε πείνα και άρχισαν να σκύβουν τα κεφάλια τους πάνω από το φαγητό, και να αναψοκοκκινίζουν, και να χωρατεύουν όπως τον παλιό καιρό, που ήταν καλά όλοι και η διχόνοια δεν είχε θερίσει τα σπίτια τους. Πείραζαν χαρούμενα ο ένας τον άλλον κι ούτε καταλάβαιναν πώς περνούσε η ώρα. Αργά το βράδυ, είχαν φάει όλοι μαζί την πιο νόστιμη σούπα του κόσμου. Ήταν σούπα χαράς, φαγητό της ψυχής τους, αφού όλοι μαζί το έφτιαξαν κι όλοι μαζί το μοιράστηκαν.
Φιλοξένησαν με τον καλύτερο τρόπο τους καλόγερους και το πρωί με δυσκολία τούς αποχαιρέτησαν.
«Μας βοηθήσατε πολύ να καταλάβουμε πόσο είχαμε δυστυχήσει, κλεισμένοι στα σπίτια μας, αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον! Πώς να σας ευχαριστήσουμε! Τι παράξενη και όμορφη ιδέα αυτή η… πετρόσουπα!»
Τότε ο γεροντότερος κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας.
«Αλήθεια, πόσο κοστίζουν οι πέτρες; Πόσο κοστίζει η καλή παρέα; Πόσο κοστίζει ο θυμός; Και πόσο κοστίζει η αγάπη; Αν το καλοσκεφτείτε, τα πιο απλά υλικά είναι αυτά που δεν κοστίζουν τίποτα… αλλά μπορούν να γίνουν βάρος ασήκωτο ή το αντίθετο… θησαυρός μοναδικός και ανεκτίμητος. Τώρα ξέρετε ότι η αγάπη μεταμορφώνει ακόμα και τις πέτρες στην πιο νόστιμη σούπα του κόσμου!»
Χτύπησαν καμπάνες. Την άλλη μέρα ξημέρωναν Χριστούγεννα, γιορτή της Αγάπης. Οι καλόγεροι βιάστηκαν να φύγουν, το Μεγάλο Μοναστήρι ήταν αφιερωμένο στη Γέννηση και γιόρταζε: έπρεπε να φύγουν. Άλλωστε ό,τι είχαν να κάνουν σε αυτό το χωριό το είχαν κατορθώσει. Από δω και πέρα οι άνθρωποι εκεί είχαν μάθει πώς να μαγειρεύουν με αγάπη.]]
Ένα τίποτα, μια πετρόσουπα, βοήθησε τους κατοίκους του χωριού και πάλι να επικοινωνήσουν. Ο καθένας να βάλει το κατιτίς του- το περίσσευμα του σπιτιού κι όχι το υστέρημα- να μοιραστούν λίγα φτωχικά πράγματα που έβαλαν στη σούπα, αλλά πολύ σημαντικά γιατί τους ξανάδωσαν τη χαρά, το γέλιο, την επικοινωνία. Έφυγε η καχυποψία και ήρθε η αγάπη. Δημιουργήθηκαν και πάλι ζεστές ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη επανήλθε στην μικρή κοινωνία του χωριού.
Πριν απ’ αυτό οι κάτοικοί του είχαν ξεχάσει πως ήσαν κύτταρα την μικρής κοινωνίας. Είχαν επικεντρωθεί στο «εγώ» τους. Όλος ο κόσμος ήταν ο εαυτός τους. Και γ’ αυτό έγιναν καχύποπτοι, σκυθρωποί, αφυδατωμένοι από τη δροσιά της αγάπης. Η χαρά πέταξε από το χωριό και πλάκωσε η κατήφεια. Το χαμόγελο δεν άνθιζε πια στα χείλη τους. Κλείστηκαν στα σπίτια τους κι έπαψαν να επικοινωνούν. Και το χωριό φάνταζε έρημο κι ακατοίκητο στα μάτια του διαβάτη.
Μα η τύχη έφερε στο απονεκρωμένο χωριό τρεις επισκέπτες που δεν ανήκαν στον εαυτό τους, αλλά στον κόσμο. Κι αυτό ήταν αρκετό να γίνει η μεγάλη ανατροπή. Να γυρίσει και πάλι η ζωή στους κατοίκους του χωριού. Δε χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια. Ένα απλό τέχνασμα ήταν αρκετό. Το τέχνασμα της πετρόσουπας! Οι τρεις περαστικοί ακολουθούσαν την προτροπή του Ν. Καζαντζάκη: «Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…». Αγαπούσαν τους ανθρώπους και τους ήθελαν κι αυτούς αγαπημένους. Θέλησαν να γκρεμίσουν συμβολικά τους τοίχους, που τους κρατούσαν σε απομόνωση. Ο σοφός επιστήμονας Ισαάκ Νεύτων πριν από πολλά χρόνια είχε πει: «Χτίζουμε πολλούς τοίχους αλλά όχι αρκετές γέφυρες.» Οι τοίχοι είχαν αποκόψει τους κατοίκους του χωριού. Και οι πνευματικοί άνθρωποι βρήκαν τη μία και μοναδική γέφυρα, που θα γεφύρωνε τις σχέσεις όλων. Η γέφυρα ήταν ένα καζάνι, όπου όλοι πρόσφεραν ένα μικρό συστατικό στη σούπα που έβρασε μέσα του. Και μετά ήρθε η χαρά του μοιράσματος της κοινής σούπας. Αυτής που φτιάχτηκε από την προσφορά όλων των κατοίκων. Οι πέτρες, που βάραιναν την καρδιά τους, μπήκαν στο καζάνι και μαλάκωσαν.
Σε ένα θεατρικό με θέμα την πετρόσουπα, δίνεται στους κατοίκους του χωριού με στίχους η προτροπή:
«Και τώρα ήρθε η ώρα
τις πέτρες σου να ρίξεις
Μα τούτο θα συμβεί
σαν την καρδιά σου ανοίξεις».
Ανοίγουμε την καρδιά μας. Δεν την κλείνουμε. Γιατί η καρδιά είναι σαν το σπίτι. Αν το κλείσεις θα γεμίσει σκόνη κι αράχνες. Θα μυρίζει μούχλα. Ανοίγουμε τα παράθυρα, τους φεγγίτες, τις θύρες της καρδιάς. Και για να μπει φρέσκος αέρας, αλλά, κυρίως, για να μπουν φρέσκα συναισθήματα, νέοι άνθρωποι, νέες αγάπες. Ανανέωση θέλει και η καρδιά. Για μη μουχλιάσει. Να ανοίξει για να μη πλαντάξει. Ν’ αγαπήσει για να μη σκουριάσει. Κι όσο περισσότερη είναι η αγάπη στους ανθρώπους, τόσο μεγαλύτερη η χαρά της. Ο Πιττακός ο Μυτιληναίος μας προτρέπει: «Αγάπα τον πλησίον σου μικρά ελλαττούμενος». Στην αγάπη δε βάζουμε ζύγι. Σου ‘δωσα, δώσε μου. Αν έχεις εσύ παραπάνω, δώσ’ τη. Μη περιμένεις αντάλλαγμα. Μη νιώσεις πως εσύ είσαι το κορόιδο, το θύμα. Χωρίς να το προσδοκάς, απλά να ξέρεις πως κάποτε αυτό που έδωσες θα επιστρέψει πολλαπλασιασμένο! Και θα ‘ρθει απ’ εκεί που δεν το περιμένεις.
Στο θεατρικό, που αναφέραμε παραπάνω, η ΛίλλυΤραιντάρη λέει με στίχους.
“οι ξένοι ανακατεύουνε
κι η σούπα όλο βράζει
και το χωριό σιγά, σιγά
τον φόβο του ξεχνά.
Και το χωριό σιγά, σιγά
τη μοναξιά αφήνει.
Και οι ξένοι ανακατεύουνε
κι η σούπα πάει να γίνει
Και το χωριό σιγά, σιγά
τον φόβο του ξεχνά.
Και το χωριό σιγά, σιγά
αρχίζει και αλλάζει.»
Αυτό είναι το ζητούμενο: Ν’ αφήσουμε τη μοναξιά και ν’ αρχίσει μέσα μας η αλλαγή! Να σπάσουμε τα τείχη που έχουμε υψώσει. Θέλουμε οι άλλοι να μας κάνουν το καλό. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Ο Ιησούς μας προτρέπει: «καὶκαθὼς θέλετε ἵναποιῶσινὑμῖνοἱἄνθρωποι, καὶὑμεῖςποιεῖτεαὐτοῖςὁμοίως.» (Λουκάς, στ΄, 31) Αλλά συγχρόνως μας κάνει και τις ακόλουθες ερωτήσεις: «καὶεἰἀγαπᾶτετοὺςἀγαπῶνταςὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶγὰροἱἁμαρτωλοὶτοὺςἀγαπῶνταςαὐτοὺςἀγαπῶσι. καὶἐὰνἀγαθοποιῆτετοὺςἀγαθοποιοῦνταςὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶγὰροἱἁμαρτωλοὶτὸαὐτὸποιοῦσι. καὶἐὰνδανείζητεπαρ᾿ὧνἐλπίζετεἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶγὰρἁμαρτωλοὶἁμαρτωλοῖςδανείζουσινἵναἀπολάβωσιτὰἴσα.» (Λουκάς, στ΄, 32-34)
Στη σημερινή κρίση που διέρχεται η χώραμας, είναι απαραίτητη για τη διαβίωσή μας και την ψυχική μας ισορροπία να κάνουμε την υπέρβαση των κατοίκων του παραμυθιού. Να βγούμε από το καβούκι μας. Να σπάσει το «εγώ» μας. Να επικοινωνήσουμε. Να πούμε όλα αυτά που μας ψυχοπλακώνουν, τις φοβίες μας. Έχουμε ανάγκη την παρουσία του άλλου. Έστω κι αν πότε- πότε πληγωνόμαστε. Γιατί οι πληγές της μοναξιάς και της ανέκφραστης απελπισίας είναι χειρότερες απ’ αυτές που θα μας δημιουργήσουν οι άλλοι. Γι’ αυτές τις αναγκαίες πληγές- τις πληγές που δημιουργούν οι άλλοι- μας μιλάει ο ΠάουλοΚοέλο στην ιστορία του με τίτλο “Οι Σκαντζόχοιροι και η Μοναξιά”:
[[ Κατά τη διάρκεια της Εποχής των Παγετώνων πολλά ζώα πέθαναν λόγω του ψύχους. Βλέποντας αυτό το φαινόμενο, οι σκαντζόχοιροι αποφάσισαν να συγκεντρωθούν όλοι μαζί, κι έτσι μαζεύτηκαν κοντά- κοντά να προστατευτούν.
Όμως πλήγωναν ο ένας τον άλλον με τα αγκάθια τους, κι έτσι αποφάσισαν να μείνουν μακριά μεταξύ τους.
Κι άρχισαν πάλι να πεθαίνουν από το κρύο.
Έπρεπε λοιπόν να πάρουν μια απόφαση: ή θα εξαφανιζόντουσαν από τη γη, ή θα αποδέχονταν ο ένας τα αγκάθια του άλλου.
Πολύ σοφά, επέλεξαν να ξαναέρθουν κοντά. Έμαθαν να ζουν με τις μικρές πληγές που προκαλούσε η στενή τους επαφή, γιατί το πιο σημαντικό ήταν η ζεστασιά που λάμβαναν ο ένας από τον άλλο.
Και στο τέλος επέζησαν.]]
Αν θέλουμε να επιζήσουμε στις ακόμη δυσκολότερες μέρες που θ’ ακολουθήσουν, ας μάθουμε να αποδεχόμαστε τα αγκάθια των άλλων… Οι πληγές τους μπορούν να επουλωθούν. Θα το φροντίσει η ζωή και ο χρόνος. Η μοναξιά του παγετώνα της απελπισίας θα μας οδηγήσει στο ψυχικό ή ακόμη και στο σωματικό θάνατο. Επικοινωνούμε για να μας στηρίξουν και για να στηρίξουμε. Ανοίγουμε την καρδιά μας, απλώνουμε τα χέρια, πιανόμαστε και επιζούμε…



Δεν υπάρχουν σχόλια: