Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ο Διομήδης γίνεται αντίμαχος και των θεών

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Κι αφού γνωρίσαμε τον αντρειωμένο ήρωα, ας έρθουμε στην αναμέτρησή του με τους θεούς. Όπως αναφέρει η μυθολογία μας, και με θαυμάσιο τρόπο μας διέσωσε με τους στίχους του ο Όμηρος, πρώτα ο Διομήδης τραυμάτισε τη θεά του έρωτα, και προστάτιδα των Τρώων, την Αφροδίτη. Εξάλλου αυτή, με την υπόσχεσή της στον Πάρη για να του δώσει την Ελένη από τη Σπάρτη, άναψε τη φωτιά του πολέμου. Να δούμε, όμως, το μύθο:
Σε μια μάχη ανάμεσα στους Αχαιούς και Τρώες, ο ΤρωαδίτηςΠάναδαρος τραυμάτισε στον ώμο με το βέλος του τον φροντόφωνοΤυδείδη. Μα το τραύμα ήταν ελαφρύ. Οργισμένος ο Διομήδης όρμησε στους Τρώες πρόμαχους σκορπίζοντας το θάνατο. Κανείς Τρωαδίτης δεν μπορεί να του αντισταθεί! Βλέποντας τον πανικό των δικών τους ο Πάνδαρος κι ο Αινείας στάθηκαν για ν’ ανακόψουν της μάχης την ορμή του Διομήδη. Φρένιασε ο Πάνδαρος που δεν έριξε κάτω το βέλος του τον βασιλιά του Άργους, και τώρα του έριξε το φονικό του κοντάρι. Με μια κίνηση απόφυγε ο γιος του Τυδέα τον χάλκινο θάνατο. Μετά έβαλε σημάδι τον καυχησιάρη γιο του Λυκάονα και μ’ ορμή του έριξε το δόρυ, που σύριζε καθώς έσχιζε τον αέρα. Αυτό καρφώθηκε στο κορμί του Πάνδαρου, που ευθύς σωριάστηκε ξέπνοος στην αιμοτρόφα γη, που διψασμένη ρούφαγε των παλικαριών το αίμα.

Η συνέχεια >>>VagiaBlog…

Σαν είδε ο Αινείας, ο γιος της Αφροδίτης από το θνητό Αγχίση να σωριάζεται νεκρός ο πιστός του φίλος Πάνδαρος, όρμησε με την ασπίδα και το κοντάρι του να γίνει ζωντανός πύργος για να μη πάρους το σώμα του οι Αχαιοί και το σκυλεύσουν. Μιας και δεν είχε κοντάρι ο Διομήδης, πήρε λιθάρι ασήκωτο και το ‘ριξε στο γιο της Κύπριδας. Του ‘σπασε την κλείδωση κι αυτός γονάτισε χάνοντας το φως από τα μάτια του. Μα είδε η θεά- μάνα το θάνατο σιμά στο γιο της κι άπλωσε το πέπλο της, το υφασμένο με περισσή τέχνη από τις Χάριτες, για να τον προστατέψει. Τότε ο Τυδείδης, έχοντας πάρει και πάλι στο χέρι του το κοντάρι, τραυμάτισε στο απλωμένο χέρι τη θεά. Αυτή δακρύζοντας από πόνο, με τη βοήθεια της Ίριδας, απομακρύνθηκε από της μάχης την αντάρα. Ζήτησε από τον αδερφό της τον Άρη το άρμα και μ’ αυτό έφτασε στου Όλυμπου τα παλάτια, όπου φρόντισε την πληγή η μάνα της η Διώνη και την παρηγόρησε για τον πόνο που ‘νιωθε.
Ο Απόλλωνας ανέλαβε να περισώσει τον πεσμένο Αινεία για να μην τον βρει κοντάρι με μήνυμα θανάτου, ούτε δίκοπο σπαθί που σχίζει τα σπλάχνα. Τρία γιουρούσια έκαμε ο αντρείος Τυδείδης, μα ο θεός δεν του επέτρεψε να ξεπαστρέψει της αδερφής του το σπλάχνο. Έτσι σώθηκε ο γιος της Αφροδίτης.
Ας δούμε τώρα την περιγραφή του τραυματισμού της Κύπριδας από τον Διομήδη, μέσα από τους στίχους του ποιητή της Ιλιάδας:
«Του Καπανέα γιος λαμπρός, ο Σθένελος, τους είδε
και λόγια ανεμάρπαστα έλεγε στον Τειδείδη:
« Διομήδη, του Τυδέα γιε, πολυαγαπημένε,
άντρες δυο βλέπω δυνατούς που ορμούν να σε χτυπήσουν
κι έχουν δύναμη πολλή• ένας καλός τοξότης,
λέει του Λυκάονα ο γιος ο Πάνδαρος πως είναι•
ο άλλος λέει πως είναι γιος του έξοχου Αγχίση,
ο Αινείας, και μάνα του η Αφροδίτη είναι.
Μπρος• τ’ άλογα ας στρίψουμε και μην τραβάς πια μέσα
στους πρόμαχους με τόση ορμή, μη τη ζωή σου χάσεις.»
Τον λοξοκοίταξε ο τρανός ο Διομήδης κι είπε:
« Μην κάνεις λόγο για φυγή, διόλου δε θα με πείσεις!
Της αρχοντιάς μου γνώρισμα δεν είναι να ξεφεύγω
τη μάχη ή να ζαρώνω• έχω καρδιά ακόμη.
Στ’ αμάξι μου δε θ’ ανεβώ, αλλ’ έτσι όπως είμαι
θα τους ριχτώ• η Αθηνά να φοβηθώ δε θέλει.
Τα άλογά τους τα γοργά δε θα τους φέρουν πίσω
μακριά από μας, κι αν ένας τους μπορέσει να ξεφύγει.
Και κάτι άλλο θα σου πω και βάλε το στο νου σου:
Αν η πολύβουλη Αθηνά τη δόξα μου χαρίσει
να τους σκοτώσω και τους δυο, κράτα τα άλογά μας
τα χαλινάρια δένοντας στου αμαξιού το γύρο
και στου Αινεία τ’ άλογα όρμα– μην ξεχάσεις-
και σους αντρείους Αχαιούς πάνε τα απ’ τους Τρώες…»
…………………………………………………………….
Το τέκνο του Λυκάονα μίλησε τότε πρώτο:
« Αντρειωμένε, μαχητή, γιε του λαμπρού Τυδέα,
το πικρό βέλος το γοργό δε σ’ έριξε, αλήθεια•
τώρα με το κοντάρι μου θα δω να σε πετύχω.»
Είπε, με φόρα έριξε μακρόσκιο κοντάρι
και την ασπίδα πέτυχε• την τρύπησε η μύτη
του κονταριού κι ακούμπησε στο θώρακα επάνω.
Το τέκνο του Λυκάονα φωνή έβγαλε μεγάλη:
« Χτύπησα τα λαγγόνια σου πέρα ως πέρα• τώρα
δε θα αντέξεις για πολύ• πήρα μεγάλη δόξα!»
Ατρόμητος ο δυνατός του μίλησε Διομήδης:
« Ξαστόχισες, δεν πέτυχες• ωστόσο δε νομίζω
πως σεις θα ησυχάσετε, πριν απ’ τους δυο σας ένας
πέσει και τον ατρόμητο μ’ αίμα χορτάσει Άρη.»
Είπε κι ακόντιο έριξε• τη ριξιά η Παλλάδα
στη μύτη, πλάι στα μάτια του, πήγε• βρήκε τα δόντια•
έκοψε ο άσπλαχνος χαλκός τη γλώσσα απ’ τη ρίζα
και στο σαγόνι πρόβαλε του κονταριού η μύτη•
από τ’ αμάξι έπεσε, βρόντησαν τ’ άρματά του
τα ολόλαμπρα, τα όμορφα• τρόμαξαν τ’ άλογά του
τα γοργά• του παράλυσαν ψυχή μεμιάς κι αντρεία.
Με την ασπίδα πήδησε και το μακρύ κοντάρι
ο Αινείας, μη το νεκρό οι Αχαιοί του πάρουν.
Γυρνούσε γύρω απ’ το νεκρό σαν δυνατό λιοντάρι
και να σκοτώσει θέλοντας όποιον λάχει μπρος του
κι έβγαζε άγριες φωνές. Κοτρόνα πήρε τότε
απ’ άντρες δυο ασήκωτη, θεόρατη, ο Τυδείδης•
τέτοιοι άντρες πια δε βρίσκονται• κι αυτός μπορούσε μόνος.
Τον χτύπησε προς το γοφό, το κόκαλο όπου μπαίνει
και στρίβει μέσα του μεριού, στην κλέιδωση που λένε.
Του έσπασε την κλέιδωση, του κόπηκαν τα νεύρα•
το δέρμα η πέτρα έσχισε• γονάτισε ο αντρείος
πάνω στη γη στηρίχτηκε με το παχύ του χέρι•
τα μάτια του τα σκέπασε η μαύρη νύχτα τότε.
Και θα χανόταν σίγουρα ο ρήγας ο Αινείας,
αν τότε δεν τον έβλεπε η μάνα του Αφροδίτη,
που σε βοσκές τον έκανε μαζί με τον Αγχίση.
Γύρω απ’ το γιο της άπλωσε τα άσπρα της τα χέρια
κι έβαλε μπρος του μια πτυχή απ’ το λαμπρό της πέπλο,
να τον φυλάξει απ’ τις ριξιές, στο στήθος μην του ρίξει
κάποιος ιππότης Δαναός και τη ζωή του πάρει.
Η Αφροδίτη έβγαζε το γιο της απ’ τη μάχη.
…………………………………………………………
Στ’ άλογα αυτός ανέβηκε, πήρε τα χαλινάρια
τ’ αστραφτερά και βιαστικά έσπρωχνε τ’ άλογά του
προς τον Τυδείδη. Εκείνος την Κύπρη κυνηγούσε
μ’ άσπλαχνο χαλκό, ξέροντας δειλή θεά πως είναι
κι όχι απ’ εκείνες τις θεές σ’ αντρών που μπαίνουν μάχες,
ούτ’ Αθηνά ούτ’ Ενυώ η καστροκαταλύτρα.
Τρέχοντας σαν την πρόφτασε μέσα στο μέγα πλήθος,
με φόρα πήδησε ο γιος του αντρείου του Τυδέα
και με τ’ ακόντιο πλήγωσε το τρυφερό της χέρι•
χώθηκε το ακόντιο μες στης θεάς το δέρμα
μέσα από το πέπλο της, το έργο των Χαρίτων,
πάνω στον αρμό• χυνόταν τ’ αθάνατό της αίμα,
ο ιχώρας, που στις βλέβες των αθανάτων τρέχει•
ποτέ ψωμί αυτοί δεν τρων, λαμπρό κρασί δεν πίνουν•
γι’ αυτό είναι αναίματοι κι αθάνατους τους λέγουν.
Έβγαλε δυνατή φωνή, κάτω άφησε το γιο της.
Τον πήρε ευθύς στην αγκαλιά αυτόν ο Φοίβος τότε
με μαύρο σύννεφο, στο στήθος μην του ρίξει
κάποιος ιππότης Δαναός και πάρει τη ζωή του.
Μεγάλη έβγαλε φωνή ο βροντερός Διομήδης:
« Κόρη του Δία, μακριά από σφαγές και μάχες!
Δεν φτάνει που τις άβουλες γυναίκες ξελογιάζεις;
Αν μπεις στον πόλεμο γυρνάς, νομίζω πως θ’ακούεις
να γίνεται αλλού πόλεμος κι ολόκληρη θα τρέμεις.»
Είπε• έφυγε ξέφρενη εκείνη απ΄τον πόνο•
κι η ανεμοπόδαρη Ίριδα την έβγαλε απ’ τη μάχη,
καθώς πονούσε αβάσταχτα• μελάνιασε το σώμα.
Βρήκε απ’ τη μάχη αριστερά να κάθεται ο Άρης•
είχε κοντάρι κι άλογα μ’ ομίχλη σκεπασμένα.
Στα γόνατα σωριάστηκε μπροστά στον αδερφό της•
του ζήτησε τα άλογα τα χρυσοχαλινάτα:
« Βοήθησέ με αδερφέ, δώσε μου τ’ άλογά σου
να πάω προς τον Όλυμπο, των αθανάτων έδρα.
Πολύ πονώ από πληγή που έχω από άντρα,
του Τυδείδη, που και Δία θα πολεμούσε τώρα.»
Έτσι είπε• και τα άλογα της έδωσε ο Άρης.
Στ’ αμάξι ανέβηκε αυτή με πονεμένα σπλάχνα
και έπιασε η Ίριδα δίπλα τα χαλινάρια•
τα χτύπησε να κινηθούν και πρόθυμα εκείνα
έφτασαν στον Όλυμπο, των αθανάτων έδρα.
Η ανεμοπόδαρη Ίριδα έλυσε απ’ τ’ αμάξι
Τα άλογα και έβαλε τροφή να φάγουν θεία.
Η Αφροδίτη η έξοχη στα γόνατα της Διώνης
έπεσε, της μητέρας της, που αγκάλιασε την κόρη,
με το χέρι τη χάιδεψε, της μίλησε και είπε:
« Κόρη μου ποιος απ’ τους θεούς τέτοια σου έχει κάμει
άδικα, μπροστά στον κόσμο κακό λες κι έχεις κάμει; »
Η Αφροδίτη η γελαστή σ’ εκείνην απαντούσε:
« Με πλήγωσε ο δυνατός Τυδείδης Διομήδης,
γιατί το γιο μου έπαιρνα από τη μάχη μέσα,
τον Αινεία, που αγαπώ όσο κανέναν άλλο.
Μάχη μόνο δε γίνεται με Αχαιούς και Τρώες•
οι Δαναοί πια πολεμούν και με τους αθανάτους.» ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ε’ 241-380 )
Η μάχη συνεχίστηκε. Η Αθηνά, που ήταν πιστή συντρόφισσα του Διομήδη στις αντροφθόρες μάχες, τον παρότρυνε να τα βάλει με τον αιμοβόρο Άρη. Έτσι ήρθε η σειρά του θεού του πολέμου να ταπεινωθεί από τον αντρειωμένο θνητό.
Ο μύθος μας λέει:
Οι Τρώες έχοντας επικεφαλής τον Έκτορα και τον Άρη είχαν φέρει σε δύσκολη θέση τους Αχαιούς. Σαν είδαν η γυναίκα του Κρονίδη Δία, η Ήρα, και η κόρη του Αθηνά το στρίμωγμα των Ελλήνων, θέλησαν ν’ ανακόψουν την ορμή του μακελάρη Άρη, που σαν δρεπάνι σε καλοτρόφο κάμπο θέριζε των Δαναών τα κορμιά. Η ίδια η Παλλάδα πήρε τα γκέμια των αλόγων στο άρμα του Διομήδη, διώχνοντας τον σύντροφό του Σθένελο. Με τη θεά ηνίοχο, το άρμα έχοντας πάνω θεά και Διομήδη ήρθε προς το άρμα του Άρη. Μαστίγωσε η Αθηνά τα άλογα και κρατώντας γερά τα χαλινάρια το οδήγησε καταπάνω στον πολεμόχαρο αδερφό της. Εκείνος, όταν έφτασαν κοντά τα άρματα, πέταξε αχόρταγο από αίμα κοντάρι σημαδεύοντας το παλικάρι από το Άργος. Μα και οι θεοί λαθεύουν. Σ’ αυτό έβαλε και η Παλλάδα το χεράκι της. Έφυγε αυτό μακριά χωρίς να πετύχει το στόχο του. Τότε ο ατρόμητος Τυδείδης έριξε το δικό του, που σπρωγμένο από τη θεά πέτυχε τον Άρη στην κοιλιά. Λαβώθηκε ο θεός και μούγκρισε από πόνο όσο δέκα χιλιάδες άντρες που ξεκινούν να αναμετρηθούν σε αντροφθόρα μάχη. Τρόμος πολύς απλώθηκε σε Αχαιούς και Τρώες από του θεού την κραυγή. Έτσι υποχώρησε ο μακελάρης θεός στον Όλυμπο και οι Τρώες στης πόλης τα τείχη. ]]
Και πάλι ας παρακολουθήσουμε την σκηνή του τραυματισμού του Άρη από το θνητό Διομήδη μέσα από τους στίχους του τυφλού ποιητή:
« Hγλαυκομάτα Αθηνά γύρισε και του είπε:
« Διομήδη, του Τυδέα γιε, αγάπη της ψυχής μου,
τον Άρη μη φοβάσαι συ μήτε απ’ τους αθανάτους
κάποιον• εγώ, τέτοια θεά, στο πλάι σου θα είμαι•
τ’ άλογα τα μονόνυχα στον Άρη στρέψε πρώτα,
χτύπησέ τον από κοντά και σεβασμό μη δείχνεις
στον αλλοπρόσαλλο, τρελό, για το κακό φτιαγμένο,
που άλλοτε μας έταζε, σε μένα και την Ήρα,
τους Τρώες ν’ αντιμάχεται, Αργείους να συντρέχει,
τώρα τους Τρώες βοηθά, τους άλλους τους ξεχνάει.»
Έτσι είπε και το Σθένελοκατάβασε απ’ τ’ αμάξι
απ’ το χέρι τραβώντας τον• πήδησε ευθύς εκείνος.
Στ’ αμάξι ανέβηκε η θεά δίπλα στο Διομήδη
γεμάτη ορμή• απ’ το βάρος το ξύλινο αξόνι
έτριξε, γιατί είχε πάνω θεά κι αντρείο άντρα.
Άρπαξε τότε η θεά μαστίγιο, χαλινάρια•
τα μονόνυχα άλογα στον Άρη έσπρωξε πρώτα.
Το γιγάντιο Περίφαντα ξαρμάτωνε εκείνος,
τον έξοχο απ’ τους Αιτωλούς, τον άξιο γιο του Οχήσιου•
ξαρμάτωνε ο μιαρός Άρης αυτόν• το κράνος
του Άδη φόρεσε η θεά, να μη τη νιώσει ο Άρης.
Σαν είδε ο φονικός Άρης τον άξιο Διομήδη,
τον γιγάντιο Περίφαντα άφησε ξαπλωμένο
εκεί όπου σκοτώνοντας του πήρε τη ζωή του
και κατεπάνω όρμησε στο Διομήδη ιππότη.
Κι όταν ορμώντας έφτασαν κοντά ο ένας του άλλου,
πάνω από γκέμια και ζυγό πέταξε ο Άρης πρώτος
χαλκό κοντάρι θέλοντας να πάρει τη ζωή του•
μα η γλαυκόματη θεά πιάνοντας με το χέρι
απ’ τ’ αμάξι το έσπρωξε, χαμένο αυτό να πάει.
Ο βροντόφωνος Διομήδης δεύτερος τότε ορμούσε•
το χάλκινο κοντάρι του το έσπρωξε η Παλλάδα
στου Άρη το κατωκοίλι που έζωνε με ζώνη•
τον πέτυχε, τον πλήγωσε, του ξέσκισε τη σάρκα
και το κοντάρι ανάσπασε• μούγκρισε τότε ο Άρης
μ’ όση φωνή θα έβγαζαν εννιά, δέκα χιλιάδες
άντρες που σ’ έναν πόλεμο θ’ αρχίσουν να χτυπιούνται.
Τρόμος πολύς κυρίεψε και αχαιούς και Τρώες•
τόσο εμούγκρισε ο θεός ο άπληστος για μάχη.
Όπως φαίνεται σκοτεινός από τα νέφη αέρας
Μετά από ηλίοκαμα, κακό που προμηνύει,
ο χάλκινος Άρης έτσι φαινόταν στο Διομήδη,
καθώς μέσα στα σύννεφα στον ουρανό τραβούσε.
Γοργά πήγε στον Όλυμπο τον ψηλό, θεών έδρα,
και πικραμένος κάθισε στο γιο του Κρόνου δίπλα•
τ’ αθάνατο του έδειξε αίμα απ’ τη πληγή του
και λόγια ανεμάρπαστα κλαίγοντας σ’ αυτόν είπε:
« Δία πατέρα, δε μισείς να βλέπεις τέτοια έργα;
Τραβούμε τα χειρότερα με μίσος μεταξύ μας
πάντοτε όλοι οι θεοί για των θνητών τη χάρη.
Μαζί σου οργιζόμαστε• καταραμένη κόρη,
άμυαλη γέννησες, κακό στο νου που πάντα έχει.
Όσοι άλλοι μες στον Όλυμπο θεοί είναι κοντά σου
στις προσταγές σου βρίσκονται, καθένας σ’ υπακούει•
διόλου αυτή δεν τιμωρείς με λόγια ή με έργα,
μα την αφήνεις την κακή- τη γέννησες συ, βλέπεις•
τώρα του Τυδέα το γιο, περήφανο Διομήδη,
να πολεμήσει έσπρωξε και με τους αθανάτους.
Ζυγώνοντας την Κύπριδα την πλήγωσε στο χέρι
κι ύστερα πάνω μου όρμησε μ’ έναν θεό προσόμοιος•
μα μ’ έφεραν τα γρήγορα τα πόδια μου• ειδάλλως
θα πάθαινα κι άλλα πολλά μες στα φριχτά κουφάρια
ή ζωντανός, μα ξέψυχος, απ’ τις χτυπιές θα ήμουν.» ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ε’ 825-887 )
Ο Τυδείδης αντιμετώπισε τους θεούς στα ίσια, γνωρίζοντας πως είναι θεοί, κι αναγνωρίζοντας τη δύναμή τους.
Ο θαρραλαίος Διομήδης ξεδιπλώνει τις πτυχές του ήθους του και φανερώνει τις αρετές του όχι μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και σε όλες τις δύσκολες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν στις συναθροίσεις τους οι αρχηγοί του στρατού. Είναι ο ήρωας που στηρίζει τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα όταν κιότεψε και θέλησε να μπουν στα καράβια και να επιστρέψουν πίσω στην Ελλάδα. Κατηγόρησε τον Μενέλαο όταν οι Τρώες του πρότειναν να επιστρέψουν τους αρπαγμένους θησαυρούς για να λήξει ο πόλεμος, όχι όμως και την Ελένη, που κάποτε πόθησε κι αυτός να την κάνει ταίρι του κι έγινε ένας από τους μνηστήρες της. Ο Οδυσσέας πολύ τον εκτιμούσε και ήταν ο σύντροφός του στις δύσκολες και πανούργες επιχειρήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: