Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Ο Οδυσσέας εξαπατά τον Κύκλωπα για να σώσει τους συντρόφους του

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Ο παμπόνηρος Οδυσσέας χρησιμοποίησε την καπατσοσύνητου για να σώσει τους συντρόφους του. Προνοεί αρχικά να πάρει μαζί του το γλυκόπιοτο κρασί του Μάρωνα, με το οποίο μέθυσε τον Πολύφημο. Μετά όταν τον ρώτησε ο Κύκλωπας το όνομά του, του λέει πως τον λένε Κανένα. Δεν του λέει Αγησίλαος, Διομήδης, που θα οδηγούσε σε πρόσωπο, αλλά Κανένας που οδηγεί στο τίποτα. Δεν τον σκότωσε με το σπαθί του, όσο ο Κύκλωπας ήταν μεθυσμένος, γιατί όλοι μαζί δεν θα μπορούσαν να τραβήξουν τον βράχο για ν’ ανοίξει το άνοιγμα της σπηλιάς, οπότε είτε θα εγκλωβίζοντας μέσα και θα πέθαιναν ή θα προσέτρεχαν κάποιοι γείτονες του Πολύφημου, όταν δεν θα έδινε σημεία ζωής και θα τους ανακάλυπταν, οπότε σαν φονιάδες του θα είχαν οικτρό τέλος. Τέλος, βάζοντας στην κοιλιά των κριαριών τους συντρόφους κι ο ίδιος κρεμασμένος από την κοιλιά του μεγαλύτερου, βγαίνουν χωρίς να τους αντιληφθεί ο γίγαντας, που έψαχνε τη ράχη των προβάτων. Μια σειρά, λοιπόν, από έξυπνες κινήσεις που έσωσαν ζωές. Εδώ πραγματικά θαυμάζουμε το μέγεθος της ευρηματικότητας του ανθρώπινου μυαλού.

Η συνέχεια >>>VagiaBlog…

Με αφορμή τον μύθο του Κύκλωπα και του Οδυσσέα ο τραγικός μας ποιητής Ευριπίδης έγραψε το σατυρικό δράμα “Κύκλωψ”. Ο χορός αποτελείται από Σατύρους, τους οποίους είχε αιχμαλωτίσει ο Κύκλωπας, όταν αυτοί έφτασαν στο νησί του ψάχνοντας τον αφέντη τους Διόνυσο, που τον είχαν απαγάγει πειρατές. Οι Σάτυροι έγιναν υπηρέτες του Πολύφημου, με αρχιυπηρέτη τον Σιληνό.
Στην αρχή του εμφανίζεται στη σκηνή ο Σιληνός, εξιστορώντας πως ξέπεσαν στην Αίτνα:
« Σαν είχαμε ζυγώσει στο Μαλέα,
φύσηξε αγέρας άγριος και στης Αίτνας
μας έριξε τα βράχια εδώ που ζούνε
στις έρημες σπηλιές οι μονομάτες,
ανθρωποφάγοι Κύκλωπες, τα τέκνα
του Ποδειδώνα. Κάποιος από τούτους
μας έπιασε και τώρα είμαστε δούλοι
μες στο λημέρι του· τ’ αφεντικό μας
Πολύφιμο το λεν, κι αντί τραγούδια
να τραγουδάμε βακχικά, βοσκάμε
του Κύκλωπα του ανόσιου τα κοπάδια.
Τα παιδιά μου λοιπόν στα βουνοπλάγια
Σα νέοι που είναι βόσκουνε τ’ αρνάκια
κι εγώ έχω προσταγές εδώ να μένω,
τη σπηλιά να σκουπίζω και να ρίχνω
στις ποτίστρες νερό, να υπηρετάω
τον άνομο τον Κύκλωπα σα σκλάβος
στ’ ανόσια δείπνα του. Και τώρα εκείνα
που πρόσταξε, πρέπει γοργά να κάνω,
με τη τσουγκράνα αυτή τη σιδερένια,
την κατοικιά του να σκουπίσω κι έτσι
τ’ αρνιά και τον αφέντη μου που λείπει
τον Κύκλωπα μες σε σπηλιά καθάρια
να υποδεχτώ. Μα βλέπω τα παιδιά μου
με τα κοπάδια τους κοντά. Τι τρέχει;
Χοροπηδάνε τώρα όπως και τότε
που τραγουδώντας με το Βάκχο αντάμα
πηγαίνανε στα σπίτια της Αλθαίας
σειώντας, λυγώντας στους αχούς της λύρας; » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 18- 40 )
Ο Σιληνός στη συνέχεια αντιλήφθηκε άνα ελληνικό καράβι στο γιαλό του νησιού κι από περιέργεια ζητάει να μάθει ποιοι είναι οι ξένοι. Ο Οδυσσέας τον πληροφορεί ποιοι είναι κι από πούθε κρατάει η φύτρα τους:
« ΣΙ.: Καράβι ελληνικό στο γιαλό βλέπω,
ναύτες και καπετάνιο να ζυγώνουν
στη σπηλιά τούτη· κουβαλούν στους ώμους
άδεια κοφίνια, τρόφιμα ως να θέλουν,
και στάμνες για νερό. Καημένοι ξένοι,
ποιοι να ΄ναι τάχα; Δε γνωρίζουν διόλου
για τον Πολύφημο τι αφέντης είναι
κι ήρθαν στην αφιλόξενη αυτή στέγη
και στο Κυκλώπειο για συμφορά τους
ανθρωποφάγο αράξανε σαγόνι.
Κάντε ησυχία να μάθω πούθε φτάνουν
στο Σικελιώτικο βουνό της Αίτνας.
ΟΔ.: Πείτε μας, ξένοι, πού θα βρούμε τάχα
νερό τρεχούμενο για να μας σβήσει
τη δίψα κι αν κανείς θέλει σε ναύτες
τροφές που ‘χουν ανάγκη να πουλήσει;
- Μπα, τι ‘ναι αυτό; Μου φαίνεται σε πόλη
πως μπήκαμε του Βάκχου· ένα κοπάδι
Σάτυρους μπρος στη σπηλιά αντικρίζω.
Και πρώτα χαιρετάω τον πιο γέρο.
ΣΙ.: Χαίρε, ποιος είσαι, ξένε, από ποια χώρα;
ΟΔ.: Ρήγας των Κεφαλλήνων ο Οδυσσέας.
ΣΙ.: Πολυλογάς, τον ξέρω, γέννα του Σισύφου.
ΟΔ.: Μη με κατηγορείς· εγώ ΄μια ο ίδιος.
ΣΙ.: Πούθε αρμενίζοντας ήρθες στη Σικελία;
ΟΔ.: Από το Ίλιο και τον πόλεμο της Τροίας. » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 85- 107 )
Από τον Κύκλωπα δεν βρήκε τη φιλοξενία που πρόσμενε ο γιος του Λαέρτη. Αντίθετα ο ανόσιος Κύκλωπας άρχισε να τρώει τους συντρόφους του Οδυσσέα. Ο ποιητής δίνει την απόγνωση του Οδυσσέα και τον αποτροπιασμό του χορού με τους ακόλουθους στίχους:
« ΟΔ.: Αχ! γλίτωσα απ’ τα βάσανα της Τροίας
και του πελάγου, για ν’ αράξω τώρα
στην αλύγιστη γνώμη ενός κακούργου
και στην εχθρόξενη καρδιά. Ω! Παλλάδα,
κόρη του Δία, δέσποινα θεά μου,
τώρα, βοήθησέ με τώρα· από της Τροίας
σε τρανότερους πόνους έχω φτάσει
και βρίσκομαι στην άκρη του κινδύνου.
Ω! Δία Ξένιε, που μέσα στ’ άστρα
ζεις τα ολόφωτα, κοίταξε τούτα·
γιατί άμα δεν τα βλέπεις, θα λογιάζουν
πως όμοιος με το τίποτα είναι ο Δίας
ΧΟ.: Του πλατιού λαιμού σου, Κύκλωπα,
άνοιξε καλά την καταβόθρα
γιατί έτοιμα των ξένων σου τα μέλη
σε προσμένουνε βραστά, ψημένα
κι αχνιστά πάνω στη θράκα,
να τα ροκανίζεις, να τα τρως,
να τα μασουλάς αναγερμένος
σε πυκνόμαλλο το μάρι γίδας.
Μη μου δίνεις, μη· μονάχα
της κοιλιάς σου γέμιζε τ’ αμπάρι.
Να χαθεί τούτη η σπηλιά,
να χαθεί κι ο Κύκλωπας της Αίτνας,
που θυσίασε τους ξένους ο άθεος
κι αναγάλλιασε απ’ τα κρέατά τους.
Α! πανάθλιε, σκληρόψυχος εκείνος,
όταν σφάζει τους ικέτες του σπιτιού του
και τρώει τις σάρκες τους βρασμένες
μασουλώντας με τα κοφτερά του δόντια
τα ψητά τους κρέατα στη θράκα. » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 347- 372 )
Ο Ευριπίδης παρουσιάζει στη σκηνή του θεάτρου τον ίδιο τον Οδυσσέα να περιγράφει την τραγική σκηνή του φόνου και του τρόπου που ο Πολύφημος έφαγε δυο πρώτους συντρόφους και πως του μπήκε η ιδέα να τυφλώσει τον Κύκλωπα:
« Μόλις στων βράχων τη σπηλιά μπήκαμε τούτη,
πρώτα άναψε φωτιά κι από μεγάλη
βαλανιδιά κουβάλησε κουτσούρια
στην πλατιά ψησταριά του που αμάξια
τρία θα μπόραγαν να τα σηκώσουν.
Κατόπι στη φωτιά κοντά σωριάζει
στρώμα από ελατόκλωνα κι αρμέγει
το γάλα απ’ τα γελάδια, ένα καρδάρι
γεμίζοντας που χώραε δέκα στάμνες.
Απίθωσε στο πλάι του μια κανάτα
φτιαγμένη από κισσό, φαρδιά τρεις πήχες
και τέσσερις βαθιά. Χαλκωματένιο
καζάνι με νερό έβαλε να βράσει
απάνω στη φωτιά και δίπλα σούβλες
- παλιούρια κλαδεμένα με δρεπάνι -
που οι μύτες τους σκληρύναν μες στη φλόγα·
έβαλε ακόμη και δοχεία για το αίμα
κομμένα από τα βράχια με τσεκούρι.
Σαν τέλειωσε όλες τις ετοιμασίες
του Άδη ο μάγερας ο θεομισημένος,
άρπαξε απ’ τους συντρόφους μου δυο άντρες,
τους έσφαξε με τάξη και τον ένα
στο χάλκινο λεβέτι τον βυθίζει·
τον άλλο πιάνοντάς τον απ’ τη φτέρνα
τον χτύπησε γερά σε κόψη βράχου
και τα μυαλά του σκόρπισε· τις σάρκες
με λαίμαργο μαχαίρι κομματιάζει
και τις ψήνει στη θράκα, άλλα κομάτια
τα ρίχνει στο καζάνι για να βράσουν.
Εγώ στεκόμουν ο δόλιος
και τον υπηρετούσα κλαίγοντας· οι άλλοι
στα βάθη της σπηλιάς είχαν ζαρώσει
σαν πουλιά, δίχως αίμα στο κορμί τους.
Σαν χόρτασε απ’ τα κρέατα των δικών μου,
ξάπλωσε ανάσκελα και ρεύτηκε με κρότο·
φώτιση θεϊκή μου ήρθε τότες·
με κρασί του Μάρωνα γεμίζω
το κύπελλο, του δίνω να το πιει και λέω.
« Ω! Κύκλωπα, παιδί του πελαγίσιου
θεού, για δες τι εξαίσιο η Ελλάδα
βγάζει απ’ τ’ αμπέλια της πιοτό, καμάρι
του Διονύσου ». Εκείνος χορτασμένος
απ’ το φριχτό του φαγητό, το παίρνει
κι όλο το κατεβάζει μονορούφι
και παινάει σηκώνοντας το χέρι.
« Ξένε ακριβέ, καλό είναι το πιοτό σου
και πάει με το καλό φαΐ μου ». Μόλις
είδα πως φχαριστήθηκε, του δίνω
κι άλλο κανάτι ολόγεμο, είχα νιώσει
πως όταν το κρασί θα τον ζαλίσει,
τότε γοργά θα του ‘ρθει η τιμωρία.
Το ‘ριξε στο τραγούδι· εγώ τα σπλάχνα
του πύρωνα κερνώντας τον αράδα.
Και τραγουδάει παράφωνα, οι δικοί μου
ναύτες θρηνούν κι όλη η σπηλιά βουίζει. » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 382- 426 )

« ………………… Κι όταν νικημένος
από το Βάκχο κοιμηθεί, κλωνάρι
θα πάρω ελιάς που υπάρχει στη σπηλιά του
κι αφού το κάνω μυτερό στην άκρη
με το σπαθί, στη θράκα θα το χώσω·
κατόπι, μόλις δω πως έχει πάρει
φωτιά, έτσι αναμμένο θα το μπήξω
στου Κύκλωπα το μάτι, με τη φλόγα
να του το λιώσω. Κι όπως τρυπάνι
ο μαραγκός με δυο λουριά γυρίζει,
παρόμοια το δαυλό στην όρασή του
θα τρίψω, το μαυράδι να ξεράνω. » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 454- 463 )
Σε άλλο σημείο παρακάτω έχει τη στιχομυθία από το μεθύσι του Κύκλωπα, που ήταν η απαρχή της τύφλωσής του:
« ΚΥ.: Έχω μεθύσει, μα κανείς δε θα μ’ αγγίξει.
ΟΔ.: Καλέ μου, όταν μεθάς, σπίτι να μένεις.
ΚΥ.: Χαζός αν δε γλεντάει όταν μεθύσει
ΟΔ.: Σοφός όποιος μεθώντας μένει σπίτι.
ΚΥ.: Ε! Σιληνέ, τι λες; Εδώ να μείνω;
ΣΙ.: Ναι. Στο πιοτό τι θες άλλους συντρόφους;
ΚΥ.: Λοιπόν το χώμα έχει παχύ χορτάρι…
ΣΙ.: Κι ωραίο να πίνεις στη γλυκιά λιακάδα.
Έλα και ξάπλωσε απαλά στο χώμα.
ΚΥ.: Να.
Πίσω γιατί βάζεις την κανάτα;
ΣΙ.: Μήπως περνώντας κάποιος την τουμπάρει.
ΚΥ.: Θέλεις κρυφά να πίνεις· βάλ’ τη μπρος μου.
Ε! ξένε, πες μου εσύ, πώς να σε λέω;
ΟΔ.: Κανένας τ’ όνομά μου· όμως ποια χάρη
για με θα κάνεις να σ’ ευχαριστήσω;
ΚΥ.: Στερνό απ’ τους φίλους σου θα φάω εσένα. » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 535- 550 )
Η πονηριά του Οδυσσέα να μη φανερώσει το όνομά του, αλλά να πει πως τον λένε Κανένα, ήταν η αιτία να σωθούν, γιατί οι άλλοι Κύκλωπες γέλασαν όταν τους είπε ο Πολύφημος πως τον αφάνισε ο κανένας. Ο Ευριπίδης δίνει τον ακόλουθο διάλογο:
« ΚΥ.: Αλίμονο, το φως μου έγινε στάχτη.
ΧΟ.: Ωραίο τραγούδι, μπρος τραγούδησέ το.
ΚΥ.: Αχ! με ταπείνωσαν και μ’ αφανίσαν.
Μα δε θα βγείτε απ’ τη σπηλιά γελώντας,
τιποτένια καθάρματα· θα κάτσω
στην πόρτα και θ’ απλώσω έτσι τα χέρια.
ΧΟ.: Γιατί φωνάζεις, Κύκλωπά μου;
ΚΥ.: Χάθηκα.
ΧΟ.: Η μούρη σου δε δείχνει ωραία.
ΚΥ.: Κι είμαι δυστυχισμένος από πάνω.
ΧΟ.: Έπεσες μεθυσμένος μες στη θράκα;
ΚΥ.: Μ’ αφάνισε ο Κανένας.
ΧΟ.: Μα τότε δε σε τύφλωσε κανένας.
ΚΥ.: Όμως εσύ …
ΧΟ.: Μα πώς να σε τυφλώσει ένας κανένας;
ΚΥ.: …με κοροϊδεύεις. Ο Κανένας πού είναι;
ΧΟ.: Πουθενά, Κύκλωπά μου.
ΚΥ.: Ο ξένος ο πανάθλιος, για να ξέρεις,
μ’ αφάνισε, με τοο πιοτό που μου ‘χει
δώσει και με πλημμύρισε με τούτο.
ΧΟ.: Φοβερό το κρασί και δε νικιέται.
ΚΥ.: Για τους θεούς, το σκάσαν ή εδώ είναι; » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 663- 679 )
Στο τέλος του σατυρικού δράματος ο Οδυσσέας φανερώνει το πραγματικό του όνομα κι ο Κύκλωπας θυμάται τον χρησμό για την τύφλωσή του:
« ΚΥ.: Παγκάκιστε, πού είσαι τάχα;
ΟΔ.: Μακριά σου εγώ φυλάγομαι ο Οδυσσέας.
ΚΥ.: Πώς είπες; Άλλαξες όνομα και λες καινούριο;
ΟΔ.: Οδυσσέα μ’ ονόμαζε ο γονιός μου.
Σου μέλλονταν να ξεπληρώσεις έτσι
τ’ ανόσιο φαγητό σου· θα ΄χα κάψει
την Τροία ανώφελα, αν δεν εκδικιόμουν
τους δικούς μου που σκότωσες συντρόφους.
ΚΥ.: Αχ! ο παλιός χρησμός τώρα επαληθεύει.
Έλεγε πως εσύ θα με τυφλώσεις
σαν έρθεις απ’ την Τροία. Μα και για σένα
την τιμωρία προφήτεψε, για χρόνια
μέσα στη θάλασσα θα παραδέρνεις.
ΟΔ.: Να κλαις μονάχα λέω κι έχω πράξει
την προφητεία που είπες. Κατεβαίνω
στο γιαλό για να ρίξω το καράβι
στο πέλαγο της Σικελίας κι ίσια
θ’ ανοίξω τα πανιά για την πατρίδα. » ( Ευριπίδης, “Κύκλωψ”, 688- 703 )

----------------------------------------------------------
 Οι Κύκλωπες ήσαν μονόφθαλμοι, έχοντας το μοναδικό τους στρογγυλό μάτι, στο μέτωπο. Από ‘κει πήραν το όνομα: κύκλος + ωψ = μάτι.
Γι’ αυτούς ο Ελλάνικος μας μεταφέρει ότι οι αρχαίοι Έλληνες διέκριναν τρία γένη: τους ανθρωποφάγους Κύκλωπες ( στους οποίους ανήκει ο Πολύφημος ), τους κεραυνοποιούς Κύκλωπες και τιυςγαστρόχειρες Κύκλωπες.
Α) Οι ανθρωποφάγοι Κύκλωπες: Σήμερα θα τους λέγαμε δράκους. Ήσαν γιγαντόσωμοι με φοβερή δύναμη, αλλά λιγοστό μυαλό. Γι΄αυτό και ο Πολύφημος εξαπατήθηκε εύκολα από τον Οδυσσέα. Η χώρα τους ήταν ευλογημένη, γιατί χωρίς να καλλιεργούν τη γη, τους έδινε όλα τα αγαθά. Όλες τις έγνοιες τις άφηναν στους θεούς. Δεν όργωναν, δεν έσπερναν, δεν κλάδευαν. Η μόνη τους έγνοια ήταν τα κοπάδια τους. Έβοσκαν τα γιδοπρόβατα και τυροκομούσαν. Αν τύχαινε να ξεπέσει κάποιος ξένος στη χώρα τους, ήταν ξεγραμμένος. Τον σκότωναν και τον έτρωγαν. Δεν είχαν ίχνος φιλοξενίας.

Β) Οι κεραυνοποιοί Κύκλωπες: Αυτοί ήσαν γιοι της Γης και του Ουρανού. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τρεις, τον Βρόντη (αυτός που βροντάει), τον Στερόπη αυτός που αστράφτει ) και τον Άργη ( αυτός που λάμπει ). Έμοιαζαν με τους θεούς, με τη διαφορά πως που είχαν ένα μοναχά μάτι στρογγυλό στο μέτωπο. Ήταν ονομαστοί τεχνήτες των μετάλλων, με αξιοσύνη και δύναμη.
Ο Ουρανός τους είχε ρίξει στα Τάρταρα, όπως είχε κάνει και με τους Ελατόγχειρες . Κάποτε οι Τιτάνες τους ελευθέρωσαν, μα ο Κρόνος τους ξανάριξε δεμένους, βάζοντας τη φοβερή Κάμπη να τους φυλάει. Όταν έγινε η Τιτανομαχία, ο Δίας είχε λάβει χρησμό από τη Γη, πως για να νικήσει τον Κρόνο και τους Τιτάνες, έπρεπε να συμμαχήσει μ’ αυτούς που ο Ουρανός είχε ρίξει στα Τάρταρα. Γι’ αυτό σκότωσε την Κάμπη κι ελευθέρωσε τους Κύκλωπες, τους οποίους ανέβασε πάλι πάνω στη γη.
Εκείνοι για να τον ευχαριστήσουν του χάρισαν τη βροντή, τον κεραυνό και την αστραπή, που μέχρι τότε βρίσκονταν κρυμμένα στο βάθος της γης. Χάρισαν, επίσης, την τρίαινα στον Ποσειδώνα και την περικεφαλαία, που τον έκανε αόρατο, στον Πλούτωνα.
Με τον κεραυνό στο χέρι πλέον ο Δίας μπόρεσε να νικήσει τους Τιτάνες, μετά από δεκάχρονο πόλεμο, και να τους γκρεμίσει αλυσοδεμένους στα Τάρταρα. Έχοντας τον κεραυνό, που του προμήθευαν από το εργαστήρι τους οι Κύκλωπες, ο Δίας επέβαλε την κυριαρχία του σε θεούς κι ανθρώπους. Ο κεραυνόχαροςΚρονίδης, από φόβο να μην φτιάσους και γι’ άλλους θεούς παρόμοια όπλα, τους είχε σε περιορισμό:
« Τους Κύκλωπας φησί Πίνδαρος δεθήναι υπό Διός φοβηθέντος μη τινί ποτε θεών όπλα κατασκευάσωσιν ».
Μετά από πολλά χρόνια οι τρεις Κύκλωπες έπεσαν νεκροί από τις σαΐτες του Απόλλωνα. Και να πώς έγινε: Ο Ασκληπιός, γιος του Απόλλωνα, ο ξακουστός γιατρός, έφτασε ακόμη και ν’ ανασταίνει ανθρώπους. Χολώθηκε απ’ αυτό ο Δίας και με το αστροπελέκι του έκαψε τον Ασκληπιό. Ο Απόλλωνας δεν μπορούσε να τα βάλει με τον πατέρα του Δία. Για να τον εκδικηθεί, ξέσπασε στους Κύκλωπες, τους οποίους σημάδεψε με το τόξο του και τους σώριασε νεκρούς.
Τους κεραυνοποιούς Κύκλωπες οι πρόγονοί μας συνέδεσαν με τον Ήφαιστο, και τους παρουσίασαν αργότερα συντρόφους του κουτσοπόδαρου θεού. Μαζί του έσκυβαν πάνω στο αμόνι και σφυριλατούσαν τα όπλα των θεών και των ηρώων. Εκτός από τους τρεις, αναφέρονται κι άλλοι, όπως ο Πυράκμονας και ο Ακάμας.
Παραθέτουμε τα αποσπάσματα από τη “Θεογονία”, που αναφέρεται στους Κύκλωπες:
« Γέννησε ( η Γη ) και τους Κύκλωπες που ΄χουν πανίσχυρη καρδιά,
Το Βρόντη, το Στερόπη και τον Άργη με τη δυνατή ψυχή,
Που δώσανε στο Δία τη βροντή και του φτιαξαν τον κεραυνό.
Αυτοί σε όλα τ’ άλλα με τους θεούς παρόμοιοι ήταν,
μα ένα μονάχα μάτι στη μέση του μετώπου τους βρισκόταν.
Και πήραν το φερώνυμο όνομα Κύκλωπες,
γιατί στο μέτωπό τους ένα βρισκόταν μάτι κυκλικό.
Και ισχύς, δύναμη και τεχνάσματα στα έργα τους υπήρχαν. » ( Ησίοδος, “Θεογονία”, 140- 146 )
Και:
« Και τα αδέρφια του πατέρα του τα έλυσε απ’ υα ολέθρια δεσμά τους,
τους γιους του Ουρανού, που ο πατέρας τους τους έδεσε από την αφροσύνη του.
Κι εκείνοι του αναγνώρισαν τη χάρη της ευεργεσίας του
και του ‘δωσαν τη βροντή, τον κεραυνό που καίει
και την αστραπή. Πριν η πελώρια Γη τα έκρυβε.
Σ’ αυτά στηρίζεται και κυβερνά θνητούς και αθανάτους. » ( Ησίοδος, “Θεογονία”, 501- 506 )

Γ) Οι Γαστρόχειρες Κύκλωπες: Αυτοί οι Κύκλωπες πήραν το όνομά τους από κάποιον βασιλιά Κύκλωπα. Ήταν ένα θρακικό φύλο, ονομαστό για την τέχνη του χτίστη. Η επωνυμία γαστ(ε)ρόχειρες ή (εγ)χειρογάστορες οφείλεται στο γεγονός πως γέμισαν την κοιλιά τους ( δηλ. έβγαζαν το ψωμί τους ) δουλεύοντας με τα χέρια τους. Μετά από έναν πόλεμο, που έχασαν, εξορίστηκαν από την πατρίδα τους κι άλλοι έγιναν μέτοικοι στην Κουρίτιδα ( Εύβοια ή Κρήτη ) κι άλλοι στη Λυκία.
Στη Λυκία βρέθηκε ο Προίτος, ο γιος του Άβαντα, που τον είχε διώξει από το Άργος ο αδερφός του ο Ακρίσιος. Παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Ιοβάτη, ο οποίος τον βοήθησε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να καταλάβει την Τίρυνθα. Όταν θέλησε να την οχυρώσει, κάλεσε από τη Λυκία επτά ( άλλοι λένε μόνο τρεις ) Κύκλωπες για να χτίσει τα τείχη. Τόσο η Τίρυνθα, όσο αργότερα οι Μυκήνες και το Άργος, οχυρώθηκαν με πελώρια τείχη. Ο Ευριπίδης χαρακτηρίζει τις Μυκήνες: « Μυκήνας δε τας Κυκλωπίας ». Σ’ ένα απόσπασμα από την “Ιφιγένεια εν Αυλίδι διαβάζουμε”:
« IΦ.: …………………………………..
Ωχού, γη μου, ωχούΠελασγία μάνα μου,
ω παραμάνα μου Μυκήνα.
ΧΟ.: Του Περσέα την πόλη καλείς
Οπού δουλέψανε Κυκλώπων χέρια; » ( Ευριπίδης, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 1496- 1501 )
Και την πιο μικρή πέτρα σ’ αυτά τα τείχη ήταν αδύνατο να την κουνήσουν δυο ζεμένα μουλάρια. Έτσι, από τους μυθικούς τους χτίστες τα τείχη αυτά ονομάστηκαν Κυκλώπεια τείχη. Στο ιερό του Κηφισού στο Άργος υπήρχε μια πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας, που ήταν έργο των Κυκλώπων.
Αυτούς τους Κύκλωπες, τους ονομαστούς για την τέχνη του χτισίματος, πρέπει να λάτρευαν στο ιερό του Ποσειδώνα στον Ισθμό της Κορίνθου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας: « ιερόν εστιν αρχαίον Κυκλώπων καλούμενος βωμός, και θύουσιν επ’ αυτώ Κύκλωψι ». Ο Ευριπίδης λέει; « επί Κυκλώπων ιείςθυμέλας ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: