Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Κέφαλος και Πρόκριδα

[[ δαμ- ων ]]

Οι πρόγονοί μας έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην συζυγική πίστη. Σ’ αυτήν αναφέρεται ο μύθος του Κέφαλου και της Πρόκριδας.
Kάποτε στη Φωκίδα βασίλευε ο Δηιονέας που είχε διαλέξει για ταίρι του τη Διομήδη, την όμορφη θυγατέρα του Ξούθου. Αυτή έφερε στον κόσμο τέσσερα αγόρια, τον Αινετό, τον Άκτορα, τον Κέφαλο (*1) και τον Φύλακο, και μια κόρη, την Αρτεροδία. Από τα αγόρια, ο Κέφαλος ξεχώριζε για την ανδρεία και για την ομορφιά. Όμως, δε θέλησε να ζήσει στη Φωκίδα και γι’ αυτό κίνησε για την Αθήνα. Εκεί βασίλευε ο Ερεχθέας (*2), που είχε τέσσερις κόρες από τη γυναίκα του, την Πραξιθέα, τις Κρέουσα, Ωρείθυια, Χθονία και Πρόκριδα. Το βασιλόπουλο από την Φωκίδα όταν είδε την Πρόκριδα την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε για γυναίκα του. Αφού παντρεύτηκαν, πήγαν να κατοικήσουν στο Θορικό, στην Ανατολική παραλία της Αττικής, βορειότερα από το Λαύριο. Εκεί ζούσαν ευτυχισμένοι κι έδωσαν όρκο αμοιβαίας αγάπης, με την υπόσχεση να μην προδώσει ο ένας τον άλλον και κανένας να μη δεθεί ερωτικά με τρίτο πρόσωπο.
Άρεσε και στους δυο το κυνήγι κι ήσαν δεινοί δοξαριστές, έχοντας πάντοτε στο κυνηγετικό τους σάκο εκλεκτά θηράματα.. Καθημερινά ο Κέφαλος περιδιάβαινε του Υμηττού τις πευκόφυτες πλαγιές και με τις σαΐτες του στόχευε άλλοτε γοργοπόδαρους λαγούς, άλλοτε φουσκόστηθες πέρδικες και πλουμιστές φάσες, πότε κερατόκλαδα περήφανα ελάφια και πότε γκριζόμαυρους χαυλιδοντοτούς κάπρους. Κάποιο πρωϊνό, καθώς ο Κέφαλος τριγυρνούσε με τα σκυλιά του, τον είδε η Ηώ (*3) και τα στήθη της σκίρτησαν από του έρωτα τον πόθο. Η ηλιόχαρη θεά, με την αστραφτερή ομορφιά, προσπάθησε να ξελογιάσει τον ομορφονιό και να τον πείσει να πάει μαζί της, αλλά του κάκου. Γι’ αυτό, γεμάτη πόθο τον άρπαξε βίαια και τον έφερε στη Συρία, για να γίνει συγκάτοικος κι ομόκλινός της.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Του Ερεχθέα ο γαμπρός αρνιόταν να σμίξει με άλλη γυναίκα γιατί ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του και είχε πάντα κατά νου την υπόσχεση, που είχε δώσει για πίστη μέχρι ο θάνατος να τους χωρίσει. Τότε η Ηώ σκαρφίστηκε τέχνασμα. Παρακίνησε τον Κέφαλο να βάλει σε δοκιμασία της Πρόκριδας την αγάπη κι αυτός μέχρι να πάρει απόκριση να μείνει πιστός στον όρκο του. Αν, όμως, η Πρόκριδα ήταν ανάξια της εμπιστοσύνης του, τότε να ενωθεί με τη θεά, αλλά και να γευτεί τις χαρές του έρωτα με άλλες γυναίκες. Έτσι ο Κέφαλος πήρε την απόφαση να λείψει από το σπιτικό του για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποιοι λένε για οχτώ χρόνια, ώστε να διψάσει η Πρόκριδα γι’ αντρική αγκαλιά. Μετά, με τη βοήθεια της Ηώς, πήρε τη μορφή ενός άλλου γοητευτικού και αρχοντικού ξένου άντρα, του Πτελέοντα, και πήγε στην ασυντρόφευτη γυναίκα, ζητώντας της να κοιμηθεί μαζί της. Για να την δελεάσει της πρόσφερε πλούσια δώρα και μπόλικο χρυσάφι. Χωρίς δεύτερη κουβέντα αυτή αρνήθηκε. Αργότερα την επισκέφτηκε ξανά, προσφέροντας διπλάσια χρυσαφικά, μαζί με περίτεχνο μαλαματένιο στεφάνι. Ζαλίστηκε από το θάμπος και την ομορφιά του στεφανιού η γυναίκα, αλλά και τα δώρα ήσαν σαγηνευτικά. Μια και το κορμί της είχε καιρό να νιώσει χάδι από άντρα, δέχτηκε να πλαγιάσει με τον ξένο. Σαν πήγαν στην κάμαρη κι έβγαλαν τα ρούχα τους, έτοιμοι για το ερωτικό σμίξιμο, φανερώθηκε μ’ οργή ο Κέφαλος, εκστομίζοντας κατηγόριες γιατί η Πρόκριδα δεν κράτησε τον όρκο της, μιας κι ήταν έτοιμη να τον προδώσει με κάποιον ξένο. Ένιωσε να χάνει τον κόσμο από την ντροπή η έρημη γυναίκα. Δεν ήθελε άλλη απόδειξη ο Κέφαλος. Την εγκατέλειψε κι, όντας λεύτερος από του όρκου τα δεσμά, ευθύς έτρεξε στης Ηώς την αγκαλιά. Απ’ αυτό το δεσμό γεννήθηκε ο Φαέθων (*4).
Καταντροπιασμένη η Πρόκριδα, πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Πρώτος σταθμός ήταν η Κρήτη, στην οποία βασίλευε ο Μίνωας με τη γυναίκα του την Πασιφάη. Εκεί γιάτρεψε τον βασιλιά από μια γενετήσια αρρώστια, που είχε, κι αυτός για να την ανταμείψει για το καλό, που του έκανε, της έκανε δώρο ένα αλάθευτο ακόντιο κι ένα σκύλο, που τίποτα δεν του ξέφευγε, τον Λαίλαπα (*5).
Μετά η Πρόκριδα γύρισε στο Θορικό, όπου έμενε με τον πρώην άντρα της. Στιγμή δεν είχε φύγει από το μυαλό της το πάθημα από την δοκιμασία, στην οποία την υπέβαλε ο Κέφαλος. Είχε έρθει η ώρα να τον δοκιμάσει κι αυτή με χειρότερη δοκιμασία, τον ανδρισμό του. Μεγάλη ατυχία στο κυνήγι είχε χτυπήσει τον Κέφαλο. Οτιδήποτε στόχευε, είτε πετούμενο είτε τετράποδο, δεν μπορούσε να το χτυπήσει. Έτσι κάθε μέρα με τον σάκο άδειο και την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του γύριζε στο σπίτι του. ίσως να ήταν και τιμωρία των θεών για το φέρσιμό του στην αγαπημένη του Πρόκριδα.
Αυτή έκοψε κοντά τα μαλλιά της, αντρικά, φόρεσε ρούχα αντρίκια και μεταμορφώθηκε σε έφηβο. Μ’ αυτή τη μορφή άρχισε στου Υμηττού τους λόγγους και τις βαθύσκιωτες πλαγιές να σεριανάει στοχεύοντας θηράματα με το αλάθητο κοντάρι και τον σκύλο, που τίποτα δεν του ξέφευγε, μήτε πετεινό του ουρανού μήτε γοργοπόδαρο της γης τετράποδο. Καθημερινά ξεχείλιζε από κυνήγι ο σάκος του έφηβου, δηλ. της μεταμορφωμένης γυναίκας. Κάποια μέρα συνάντησε ο Κέφαλος το νέο κυνηγό και θαύμασε το άσφαλτο ακόντιο και το πανέξυπνο σκυλί, που οσμιζόταν κι έβγαζε κάθε λογής κυνήγι. Τα λιμπίστηκε και θέλησε με κάθε τρόπο να τα κάμει δικά του. Είπε στον έφηβο την πεθυμιά του και ρώτησε τι αντάλλαγμα θα ’θελε για να του τα δώσει. Τότε η Πρόκριδα- έφηβος του αποκρίθηκε πως ήθελε να του χαρίσει το όμορφο κορμί του και να του δώσει τη χαρά να γευτεί του έρωτα την ηδονή μαζί του. Στην αρχή δίστασε ο Κέφαλος, μα σκέφτηκε πως είχε να νιώσει τη χαρά του κυνηγιού πολλές μέρες. Έτσι υποχώρησε και δέχτηκε. Σαν πλάγιασαν, πετάχτηκε ορθή η Πρόκριδα και του αποκαλύφτηκε, περιλούζοντάς τον με λόγια βαριά για το κατάντημά του, μιας και η πράξη την οποία ήταν έτοιμος να υποστεί ήταν η πιο αισχρή για έναν άντρα και γι’ αυτό έπρεπε να ντρέπεται δέκα φορές πιότερο από την δική της αθέτηση του όρκου. Με το πάθημά του αυτό ο Κέφαλος κατάλαβε την ανέντιμη ενέργειά, που ήθελε να δοκιμάσει την πίστη της. Με τα πολλά, συμφιλιώθηκαν και ξανάσμιξαν σαν αντρόγυνο, φέρνοντας και πάλι την ευτυχία στο σπιτικό τους. Η Πρόκριδα, που εξακολουθούσε να τον αγαπάει, του χάρισε το κοντάρι και τον σκύλο.
Έχοντας τόσο θαυμαστά βοηθήματα στο κυνήγι, καθημερινά ο Κέφαλος έπαιρνε το δρόμο για του Υμηττού τα μέρη, όπου ατέλειωτες ώρες επιδίδονταν σ’ αυτό, που τόσο του άρεσε. Η πολύωρη απουσία του Κέφαλου έβαλε σε υποψίες τη γυναίκα του, που της πέρασε από το μυαλό πως ανθοστρωμένες απόκρυφες πλαγιές συναντούσε ο ομορφάντρας, στα λαθραία, κάποια ερωμένη. Ίσως γι’ αυτό έλειπε με τις ώρες. Μπορεί μαζί με του κυνηγιού τη χαρά να γευόταν και του έρωτα την ηδονή. Έπιασε, λοιπόν, κρυφά έναν υπηρέτη του άντρα της, απ’ αυτούς που τον συντρόφευαν στο κυνήγι, και τον ρώτησε τι έκανε ο άντρας της καθημερινά. Αυτός της αποκρίθηκε, πως ανέβαινε ψηλά στην κορυφή του Υμηττού και φώναζε:
« ώ νεφέλη, παραγενού », ( έλα σύννεφο ). Ζήλια φώλιασε στην καρδιά της γυναίκας, γιατί νόμισε πως νεφέλη ήταν το όνομα της αντίζηλής της. Θέλησε να τους πιάσει πάνω στο σμίξιμο και να χιμήξει καταπάνω του και σαν λιονταρίνα να τον κατασπαράξει , μιας και πάτησε τον όρκο τους.
Την άλλη μέρα, παραμόνεψε και σαν έφυγε ο Κέφαλος, τον πήρε στο κατόπι η Πρόκριδα, χωρίς να την αντιληφτεί, κι αφού περπάτησαν στο διάσπαρτο με θυμάρι βουνό, έφτασαν στην λουσμένη από του αττικού ήλιου το φως κορυφή. Εκεί, πίσω από κάτι αγκαθωτούς θάμνους, παραμόνεψε η γυναίκα. Κι όταν, κατά τη συνήθειά του, ο Κέφαλος φώναξε: « ώ νεφέλη, παραγενού », αυτή από περιέργεια θέλησε να δει καλύτερα ποια ήταν η αντίπαλη, που θάμπωσε τον θεόμορφο άντρα της. Τότε κουνήθηκαν οι θάμνοι και σαν άκουσε ο άντρας το θρόϊσμα πίσω από τους θάμνους, νόμισε πως ήταν λαχταριστό τετράποδο ζώο, έδεσμα ευωδιαστό του τραπεζιού. Σήκωσε το κοντάρι και το εκσφενδόνισε προς το μέρος που άκουσε το θρόϊσμα . Κι αυτό, όπως ήταν αλάθητο, χτύπησε το θήραμα, που ήταν, τι δυστυχία!, η άμοιρη Πρόκριδα. Έτρεξε ο Κέφαλος να πιάσει το ζώο, αλλά, τι φρίκη!, τι συμφορά!, ήταν η αγαπημένη του που κείτονταν στο έδαφος, μέσα σε μια λίμνη από αίμα, η οποία ψυχορραγούσε. Έτσι ο θάνατος χώρισε το ζευγάρι, βυθίζοντας στο πένθος τον Κέφαλο. »
O Οβίδιος, αν και Λατίνος, διαπραγματεύτηκε το θέμα του Κέφαλου και της Πρόκριδας. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγησή του, που αναφέρεται στις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η συνάντηση με την Ηώ:
[[ - Αυτό έγινε τον δεύτερο μήνα από το γάμο μας· άπλωνα δίχτυα για ελάφια, για ελάφια περήφανα για τα κέρατά τους, όταν, επάνω από τον Υμηττό, όπως πάντα στολισμένο με λουλούδια, η Αυγή με τα ρόδινα δάχτυλα παρουσιάστηκε διώχνοντας τα σκοτάδια και μα απήγαγε παρά τη θέλησή μου…
Αγαπούσα την Πρόκριδα, η Πρόκρις εγέμιζε την καρδιά μου, το όνομά της ήταν διαρκώς στο στόμα μου. Μίλησα στη Ηώ για τα δικαιώματα του υμεναίου, για την τόσο πρόσφατη ερωτική μέθη μου, για το νυφικό κρεβάτι του οποίου μόλις είχα γνωρίσει τη γλύκα…Η θεά θύμωσε για τις αντιρρήσεις μου: « Πάψε τα παράπονα, αχάριστε. Κράτα την Πρόκριδά σου. Αν είναι αλήθεια πως μπορώ να βλέπω στο μέλλον, σου λέγω πως θα έλθει μέρα που θα πεις να μη την είχες κάμει ποτέ γυναίκα σου ». Και, ξαφνικά, μ’ έδιωξε, θυμωμένη.
Γεμάτος υποψίες κατά της συζύγου του, ο Κέφαλος άλλαξε μορφή κι επέστρεψε στο σπίτι του. Παρουσιάστηκε στην Πρόκριδα και, για να την δοκιμάσει, της πρόσφερε πλούσια δώρα, ζητώντας σε αντάλλαγμα την εύνοιά της.
Πόσες φορές η αρετή της με απέκρουσε, πόσες φορές η Πρόκρις μου είπε: « ανήκω σ’ ένα μόνον άνδρα· όπου κι αν βρίσκεται, σ’ αυτόν οφείλω τον έρωτά μου ». Ποιός λογικός άνθρωπος δεν θα έβρισκε στη συμπεριφορά αυτή, την απόδειξη που ζητούσα ότι η Πρόκρις μου ήταν πιστή; Εμένα δε μου έφθανε. Πρόσφερα όλους τους θησαυρούς μου. Πίεσα τόσο πολύ την κατάσταση που, σε μια στιγμή, μου φάνηκε πως η γυναίκα μου άρχισε να κλονίζεται. Τότε φώναξα: « Εγώ είμαι! Ήρθα μεταμφιεσμένος… Άπιστη, εγώ ο ίδιος διαπίστωσα την προδοσία σου ».
Η Πρόκρις δεν απάντησε. Σκεπάζοντας την ντροπή με τη σιωπή, έφυγε. Εγκατέλειψε συγχρόνως και τον άδικο σύζυγο και το μοιραίο για την τιμή της σπίτι. Γεμάτη μίσος για όλους τους άνδρες, άρχισε να περιπλανάται στα βουνά και να επιδίδεται στα ίδια έργα με την Άρτεμη. Κι εγώ, όταν έμεινα μόνος, αισθανόμουνα το αίμα μου να καίει· την ικέτευσα τότε να με συγχωρήσει, ομολόγησα το λάθος μου, και της είπα πως ακόμη κι εγώ θα είχα υποκύψει σε τόσο μεγάλα δώρα. Η Πρόκρις γύρισε, και τώρα ζούμε αγαπημένοι ». ]] (*6)
Σ’ αυτό το μύθο, με το θλιβερό τέλος, όπως το γνωρίσαμε, οι αρχαίοι Έλληνες, χειρίζονται ισότιμα τον άντρα και τη γυναίκα. Όπως ο άντρας έχει το δικαίωμα να βάζει σε δοκιμασία τη γυναίκα, έτσι και η γυναίκα μπορεί να δοκιμάσει τον άντρα. Η γυναίκα, δεν είναι το άβουλο όν, που πρέπει να υπακούσει τον άντρα της, ακόμη και στην ατίμωση. Έχει προσωπικότητα, παίρνει πρωτοβουλίες.
Ας μη θεωρηθεί πως στη μυθολογία μας τα πάντα είναι ιδανικά. Σε ανθρώπους με περιορισμένες δυνατότητες, αδυναμίες και πάθη αναφέρονται οι μύθοι. Σίγουρα γίνονται λάθη. Και τα πρόσωπα των μύθων μας έχουν αδυναμίες. Δεν είναι αγιοποιημένα. Όμως υπάρχει η “αιδώς”, ντρέπονται για τα πάθη, που τα οδήγησαν να κάνουν λάθη. Δείχνουν μεταμέλεια, αυτοτιμωρούνται, νιώθουν να μη τους χωράει ο τόπος κι αυτοεξορίζονται, όπως η Πρόκριδα, που πήγε στην Κρήτη. Κι όταν κάνουν κάποιο κακό, έστω και παρά τη θέλησή τους, ζητούν εξαγνισμό.
Η συνέχεια του μύθου μας λέει πως ο Άρειος Πάγος, μετά το φονικό της Πρόκριδας, καταδίκασε τον Κέφαλο σε παντοτινή εξορία απ’ όλη την Αττική. Τότε τον κάλεσε ο Αμφιτρύωνας (*7) στη Θήβα, για να τον βοηθήσει με τον σκύλο του τον Λαίλαπα, να εξοντώσουν μια άγρια αλεπού, που και καταστροφές πολλές έκανε, μα κι έπρεπε να της αφήνουν να κατασπαράξει ένα παιδί κάθε μήνα. Η πρώτη του ενέργεια, μόλις έφτασε στην πόλη, ήταν να ζητήσει να τον εξαγνίσουν.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(*1). Σε κάποιες παραλλαγές του μύθου, ο Κέφαλος αναφέρεται σαν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Αργοφονιά Έρμή , και της Κρέουσας, που ήταν κόρη του Ερεχθέα.

(*2). Ερεχθέας: Γιος του Εριχθόνιου ήταν ο Πανδίων, και στα χρόνια της βασιλείας του άρχισαν στην Αττική να λατρεύουν τη Δήμητρα και τον Διόνυσο. Ο Πανδίονας πήρε για γυναίκα του την Ζευξίππη, από την οποία απόχτησε τα δίδυμα αγόρια Ερεχθέα και Βούτη και δύο κόρες, την Πρόκνη και την Φιλομήλα. Σαν πέθανε ο Πανδίονας, τον θρόνο κληρονόμησε ο Ερεχθέας, ενώ ο Βούτης έγινε ιερέας της Αθηνάς και του Ποσειδώνα. Ο νεαρός βασιλιάς παντρεύτηκε την Πραξιθέα από την οποία απόχτησε τρεις γιους, τον Κέκροπα, τον Πάνδωρο και τον Μητίονα και τέσσερις κόρες, που μνημονεύσαμε πιο πάνω.
Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου, σύμφωνα με την οποία ο Ερεχθέας καταγόταν από την Αίγυπτο, από την οποία έφτασε στην Αθήνα, βρίσκοντας την πόλη να μαστίζεται από λιμό, και να πεθαίνουν πολλοί κάτοικοί της. Λόγω της καταγωγής του΄έφερε άφθονο σιτάρι από την Αίγυπτο και οι Αθηναίοι σώθηκαν. Για να τον τιμήσουν για την ευεργεσία του, λοιπόν, αυτοί του πρόσφεραν το βασιλικό θρόνο. Στην εποχή του οι κάτοικοι από Κεκροπίδες ονομάστηκαν Αθηναίοι. Όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ο Ερεχθέας καθιέρωσε στην Ελευσίνα τις γιορτές της Δήμητρας. Φέρεται σαν ιδρυτής των Ελευσινίων μυστηρίων και διοργανωτής των Παναθηναίων.

(*3). Ηώς ή Ηώ: είναι η προσωποποίηση της αυγής, κόρη του Υπερίωνα και της Θείας, αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης. Από τον Αστρείο, γιο του Τιτάνα Κρείου και της κόρης του Πόντου, της Ευρυβίας, έγινε μητέρα των ανέμων, του Ζέφυρου, του Βορέα και του Νότου, αλλά και αστεριών, όπως του Εωσφόρου. Η Ηώ ερωτεύτηκε πολλούς άντρες με παροιμιώδη ομορφιά, όπως τον Τιθωνό, από τον οποίο απέκτησε τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα. Άλλος αγαπημένος ήταν ο Ωρίωνας, ενώ για τον Κέφαλο μιλήσαμε παραπάνω.
Ο Ησίοδος γι’ αυτή τη θεογονία ψάλλει:
« Κι η Θεία τον Ήλιο το μεγάλο γέννησε και τη λαμπρή Σελήνη
και την Ηώ που δίνει φως σε όλους όσους κατοικούν πάνω στη γη
και στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν.
Τους γέννησε αφού υποτάχθηκε στον έρωτα του Υπερίονα.
Και η Ευρυβίη γέννησε σμίγοντας με τον Κρείο ερωτικά
τον Αστραίο και τον μεγάλο Πάλλαντα, των θαινών η θεά,
και τον Πέρση που ξεχώριζε στη γνώση απ’ όλους.
Και στον Αστραίο γέννησε η Ηώ τους γενναιόψυχους ανέμους,
το Ζέφυρο που φέρνει ξαστεριά και το γοργοπόδαρο Βοριά
και το Νοτιά, αφού η θεά με το θεό ερωτικά κοιμήθηκε. » ( Ησιόδου “Θεογονία”, στ. 371-380 )

(*4) Φαέθων: Ο γιος του Κέφαλου και της Ηώς ξεπέρασε σε ομορφιά τον πατέρα του. Η Αφροδίτη τον έκλεψε και τον έκανε νυχτερινό φύλακα των ναών της. Ο Ησίοδος μας αναφέρει στην “Θεογονία” του:
« Στον Κέφαλο ( η Ηώ ) γέννησε γιο λαμπρό,
το δυνατό Φαέθοντα, άντρα που έμοιαζε με τους θεούς.
Αυτόν, σαν είχε ακόμα φρέσκο το απαλό λουλούδι
της ξακουστής της νιότης,
ένα παιδί με σκέψεις τρυφερές, η Αφροδίτη
που αγαπάει τα χαμόγελα
τον σήκωσε αναρπάζοντάς τον και στα βάθη
των πανίερων ναών της
φύλακα τον έκανε, δαίμονα θείο. » ( Ησιόδου Θεογονία, στ. 986- 991)



(*5) Λένε πως ο σκύλος αυτός ήταν δώρο του Δία στην ερωμένη του Ευρώπη, που με τη σειρά της τον χάρισε στο γιο της Μίνωα. Τον σκύλο κατασκεύασε στο εργαστήρι του ο δεξιοτέχνης Ήφαιστος για χάρη του πατέρα του Δία.

(*6). Το απόσπασμα, που παραθέσαμε είναι παρμένο από το έργο του διακεκριμένου Γάλλου Jean Richepin “Ελληνική Μυθολογία”, τόμος B’.

(*7). Αμφιτρύωνας: Γιος του βασιλιά της Τίρυνθας Αλκαίου και της Ιππονόμης ή της Αστυδάμειας, εγγονός του Περσέα. Ο Ηλεκτρίωνας, που είχε πάρει την αδελφή του Αμφιτρύωνα για γυναίκα, ετοιμαζόταν για πόλεμο με τους Τηλεβόες, γιατί του σκότωσαν τους γιους. Γι’ αυτό εμπιστεύτηκε την εξουσία των Μυκηνών, όπου βασίλευε, και την κόρη του Αλκμήνη στον Αμφιτρύωνα. Μα για κακή του τύχη, έγινε αιτία ο Αμφιτρύωνας να σκοτωθεί, πάνω στου πολέμου τις ετοιμασίες, ο Ηλεκτρίωνας. Ο Σθένελος, αδελφός του σκοτωμένου, πήρε την εξουσία, κι έδιωξε από την Αργολίδα τον Αμφιτρύωνα και τους δικούς του. Μαζί τους πήγε και η Αλκμήνη, δίνοντας την υπόσχεση στον Αμφιτρύωνα να γενεί γυναίκα του, αν έπαιρνε εκδίκηση για τον άδικο χαμό των αδελφών της. Οι διωγμένοι από την Αργολίδα βρήκαν καταφύγιο στη Θήβα, όπου ο Κρέοντας ζήτησε να τον βοηθήσουν για να εξοντώσει την άγρια αλεπού, κι αυτός σε αντάλλαγμα θα τον βοηθούσε στον πόλεμο με τους Τηλεβόες. Αφού εξαγνίστηκε από τον αθέλητο φόνο, ο Αμφιτρύωνας κάλεσε τον Κέφαλο με το σκυλί του τον Λαίλαπα, κι εφόσον η Θήβα λυτρώθηκε από τη συμφορά, άρχισαν οι προετοιμασίες για τον πόλεμο με τους φονιάδες των αδελφών της Αλκμήνης. Ήρθαν σύμμαχοι από τ η Βοιωτία, την Αττική, τη Φωκίδα και τη Λοκρίδα. Βάσταξε πολύ χρόνο ο πόλεμος, ώσπου, στο τέλος, ο Αμφιτρύωνας κατατρόπωσε τους Τηλεβόες και νικητής γύρισε στη Θήβα, γεμάτος πόθο για την γυναίκα του Αλκμήνη. Στην απουσία του, όμως, βρήκε την ευκαιρία ο βροντορίχτης πατέρας θεών κι ανθρώπων, ο ερωτοχτυπημένος για την πανέμορφη Αλκμήνη, Δίας, που πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα κι έσμιξε μαζί της. Σαν γύρισε ο πραγματικός Αμφιτρύωνας έσμιξε κι αυτός μαζί της. Έτσι η Αλκμήνη γέννησε δίδυμα, από τον Δία τον μεγαλύτερο ήρωα όλων των εποχών, τον ημίθεο Ηρακλή, κι από τον Αμφιτρύωνα τον Ιφικλή.
Ο Όμηρος αναφέρει στην “Οδύσσεια” το ταξίδι του ήρωα στον Κάτω Κόσμο, όπου συνάντησε πολλά μυθικά πρόσωπα. Έτσι ο Οδυσσέας διηγείται:
« Είδα του Αμφιτρύωνα τη γυναίκα Αλκμήνη,
που γέννησε τον άτρομο τον Ηρακλή, λιοντάρι,
αφού στο πλάι βρέθηκε του Δία του μεγάλου· » ( Ομήρου “Οδύσσεια”, ραψ. Λ’, 266-268)

Δεν υπάρχουν σχόλια: