Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Ο Ορέστης εκδικείται τη δολοφονία του πατέρα του Αγαμέμνονα με τη βοήθεια της αδελφής του Ηλέκτρας

[[ δαμ- ων ]]

Η δολοφονία του Αγαμέμνονα δεν έμεινε χωρίς εκδίκηση. Αυτός που ξέπλυνε το φονικό ήταν ο γιος του Ορέστης. Όπως θα δούμε, δεν έγινε φονιάς γιατί το θέλησε, αλλά υπήρξε το όργανο απόδοσης δικαιοσύνης για τον φόνο του πατέρα του. Το έγκλημα συντελέστηκε με υπόδειξη θεού, του Απόλλωνα. Ας δούμε τον μύθο:
Ο γιος του Αγαμέμνονα, που είχε ξενιτευτεί στη Φωκίδα, με θεϊκή εντολή εκδικήθηκε το θάνατο του γονιού του. Μ’ αυτό τον τρόπο οι θεοί έδωσαν στους θνητούς το μάθημα πως για κάθε φόνο υπάρχει δίκαιη τιμωρία.
Θα συνεχίσουμε τον μύθο, παραθέτοντας τις τρεις παραλλαγές του, όπως τις δίνουν οι τρεις μεγάλοι μας τραγικοί ποιητές.

α) Η παραλλαγή του Αισχύλου
Θ’ αρχίσουμε με τον την εκδοχή που παρουσιάζει ο αρχαιότερος των τριών μεγάλων δραματικών μας ποιητών, ο Αισχύλος:
[[ Πέρασαν εφτά ολάκερα χρόνια από του Αγαμέμνονα το φονικό και οι φονιάδες του ζούσαν χωρίς καμιά ενόχληση, σκορπώντας το βιός του σκοτωμένου. Στο μεταξύ μεγάλωνε ο Ορέστης, τον οποίο είχε αφήσει βρέφος αμπουσούλητο όταν έφυγε για την Τροία ο γονιός του. Κι οι κόρες μαράζωναν χωρίς άντρα και το σώμα τους σταφίδιαζε. Η μεγαλύτερη από τις δυο, η Ηλέκτρα, πρόσμενε το γυρισμό του αδερφού, έχοντας σ’ αυτόν αποθέσει όλες τις ελπίδες. Μόνον αυτός, το καμάρι της, μπορούσε να πάρει εκδίκηση για τον άδικο σκοτωμό του πατέρα. Αυτός μόνο μπορούσε να βγάλει τις αδερφές του από το μαρασμό. Τον περίμενε, λοιπόν, σαν λυτρωτή.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Σαν ανδρώθηκε το παλικάρι κι έγινε εφάμιλλος του πατέρα πολεμιστής, με συντροφιά τον αχώριστο φίλο του Πυλάδη, πήρε το δρόμο για το ιερό του Απόλλωνα, όπου ρώτησε ποιο ήταν το χρέος του και πως μπορούσε να ξεπλύνει το αδικοχυμένο αίμα του πατέρα του. Η απάντηση του Φοίβου ήταν βαριά. Έπρεπε, οπωσδήποτε, να τιμωρήσει τους φονιάδες, αλλιώς τον περίμενε σκληρή τύχη. Οι Ερινύες του νεκρού θα προκαλούσαν κακιά αρρώστια που θα του σάπιζε το κορμί και θα ’βρισκε οδυνηρό θάνατο. Γιατί από τους θεούς ήταν δοσμένο ν’ απομένει μόνος και ν’ αργοσβήνει χωρίς τιμή και φίλους όποιος δεν κάμει το χρέος του απέναντι στους αδικοσκοτωμένους δικούς του. Ο θεός παράγγελνε με δόλο να πάρει την εκδίκηση, γιατί αυτοί που τώρα βασίλευαν με δόλο είχαν σκοτώσει το γονιό του.
Σαν τη βουκέντρα με την οποία κεντρίζουν των βοδιών τα καπούλια, το μυαλό του κέντριζε η σκέψη πως στο παλάτι ήσαν η αιμοσταγής γυναίκα, που για κακή του τύχη ήταν μάνα του, κι ο λαγόκαρδος άντρας, που πιότερο από αλαφροΐσκιωτη γυναίκα ήταν δειλός. Άνομοι κάθονταν τώρα στον πατρογονικό ένδοξο θρόνο και ξόδευαν τον βασιλικό πλούτο, ενώ αυτός στην ξενιτειά ζούσε σε ξένο σπίτι μέσα στην ανέχεια.
Πήρε το δρόμο του γυρισμού κι έφτασε στο Άργος. Πρώτα όφειλε να προσκυνήσει τον τάφο του πατέρα του και κατά το συνήθιο, αφού κάνει χοές, να του προσφέρει μια τούφα από τα ξανθά μαλλιά του τιμώντας του πατέρα τη σκιά (*12). Κι ως απέδιδε τιμές στον πατέρα, είδε να έρχονται από μακριά η αδερφή του η Ηλέκτρα με άλλες Αργείτισσες, όλες μαυροφορεμένες, κρατώντας εναγίσματα. Αποτραβήχτηκε με τον Πυλάδη, για να δουν τι θα κάνουν οι γυναίκες.
Το περασμένο βράδυ η Κλυταιμήστρα είχε δει τρομαχτικό όνειρο κι από τότε ριγούσε, σαν να είχες βάλει χειμωνιάτικη πάχνη στη ραχοκοκαλιά της. Είχε δει, λέει, πως την είχαν πάρει της γέννας οι πόνοι και γέννησε ένα φίδι. Σαν το σπαργάνωσε και το ’φερε στο στήθος της να θηλάσει, εκείνο ρούφηξε από το άσπρο στήθος γάλα ανάμικτο με πηχτό αίμα. Πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι η βασίλισσα κι έβαλε τις φωνές, αναστατώνοντας το παλάτι. Ζήτησε τη συμβουλή των ονειροκριτών, που της είπαν πως δεν καταλάγιασε του σκοτωμένου ρήγα ο θυμός κι από τον ζοφερό Άδη ζητούσε εκδίκηση. Για να εξευμενίσει την ψυχή του η Κλυταιμήστρα, μιας και την βάρυνε το κρίμα, δεν είχε το κουράγιο να πάει στον τάφο του Αγαμέμνονα η ίδια τις προσφορές κι έστειλε την κόρη της, την Ηλέκτρα.
Η βασανισμένη κόρη έφερε τις χοές, μα αντίς να ζητήσει από τη σκιά του πατέρα να καταπραΰνει το θυμό του, του ζήτησε γοργά να φέρει από τα ξένα τον αδερφό της Ορέστη για να πάρει εκδίκηση. Έτσι και η ίδια θα λυτρωνόταν από την ταπείνωση και τη σκλαβιά στο παλάτι, αλλά και σαν παιδιά θα είχαν κάνει το χρέος τους απέναντι στον αδικοχαμένο πατέρα. Κι ως έριχνε τις χοές στον τάφο, είδε τον ξανθό βόστρυχο. Τον πήρε και τον έφερε δίπλα στα δικά της μαλλιά, διαπιστώνοντας πως ήσαν στο ίδιο χρώμα. Σπίθισε τότε στα άδεια της στήθη η ελπίδα πως σιμά θα ήταν ο αγαπημένος της Ορέστης. Τότε βγήκε από την κρυψώνα κι ο αδερφός της, πανώριο παλικάρι. Για της αποδείξει πως ήταν ο αυτός που είχαν, σαν ήταν μωρό ακόμα, φυγαδεύσει, της έδειξε ένα πανωφόρι, με το οποίο τον είχαν τυλίξει και που το είχε ή ίδια υφάνει και με περισσή τέχνη πλουμίσει. Δεν έμενε η παραμικρή αμφιβολία πως αυτός ήταν ο αγαπημένος της Ορέστης, ο μικρούλης αδερφός που πριν χρόνια αποχωρίστηκε με αφορμή την ακαρδιά της μάνας, και τώρα ήταν άντρας θαλερός μπροστά της. Με δάκρυα χαράς έπεσαν τα δυο αδέρφια το ένα στην αγκαλιά του άλλου κι έδωσαν την υπόσχεση να εκδικηθούν το φόνο του ρήγα πατέρα τους.
Τα αδέρφια ζήτησαν των θεών τη συνδρομή στο εγχείρημά τους, για να βρει αναπαμό του γονιού η σκιά μα και οι ίδιοι δικαίωση, μιας και τόσο χρόνια ζούσαν ο ένας εξόριστος κι η άλλη σαν σκλάβα παραπεταμένη μες στο ίδιο της το σπίτι. Κατέστρωσαν σχέδιο για να παραπλανήσουν τους ανόσιους εραστές. Έτσι ο Ορέστης με τον Πυλάδη προσποιήθηκαν τους ταξιδιώτες, που είχαν φτάσει από τη Δαυλίδα της Φωκίδας. Χτύπησαν τη θύρα του παλατιού, έχοντας, τάχα, την εντολή από τον Στρόφιο να ειδοποιήσουν τους συγγενείς του Ορέστη πως το παλικάρι είχε πεθάνει. Ακόμα ζητούσε να μάθει ο Στρόφιος αν επιθυμούσαν να τους στείλει την στάχτη του, ή να τη θάψει στη Φωκίδα.
Πήρε μεγάλη χαρά η πετρόκαρδη μάνα σαν έμαθε του παιδιού της το θάνατο. Τώρα θα κοιμόταν ήσυχη, χωρίς το φόβο του ερχομού του γιου της για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Όμως, καμώθηκε πως συγκλονίστηκε από το θλιβερό μαντάτο, και ζήτησε να φιλοξενήσει τους δυο ξένους. Με μια υπηρέτρια ειδοποίησε τον Αίγισθο, που έλειπε, να ’ρθει ταχιά με τη φρουρά του για να του πει τα νέα. Η υπηρέτρια ήταν η Κίλισσα, που είχε αναθρέψει τον Ορέστη σαν ήταν μωρό. Αναγνώρισε το εξορισμένο ρηγόπουλο και για να το διευκολύνει στα σχέδιά του, παράγγειλε στον Αίγισθο να έρθει μόνος, για να μη σκιαχτούν οι ξένοι βλέποντας τους φοβερούς πολεμιστές της φρουράς του. Βλέπετε οι δειλοί, που φοβούνται για τη ζωή τους, θέλουν σε κάθε τους βήμα να έχουν δίπλα φύλακες να τους υπερασπίσουν.
Ήρθε στο παλάτι βιαστικός ο Αίγισθος να μάθει τα χαρούμενα μαντάτα και βρέθηκε απέναντι στο σπαθί του Ορέστη. Το αίμα του πότισε του παλατιού το πάτωμα και σταμάτησε να χτυπά η δειλή καρδιά του. Πρόβαλε τότε η Κλυταιμήστρα και είδε τον εραστή ξέπνοο και τον Ορέστη με αιματωμένο το ξίφος. Ο γιος της λέει πως τώρα ήταν η σειρά της. Κλονίστηκε η μάνα κι έπεσε στα πόδια του παιδιού της ζητώντας να την λυπηθεί. Γύμνωσε τον κόρφο της και τον ξόρκισε στο γάλα που τον βύζαξε να μη την σκοτώσει. Σάστισε για λίγο ο Ορέστης, μα ο Πυλάδης του θύμισε του Απόλλωνα τις αυστηρές εντολές. Τότε σφίγγοντας την καρδιά κι αποτραβώντας απ’ αυτήν το βλέμμα την κάρφωσε με το σπαθί και η Κλυταιμήστρα έπεσε στο πλάι του εραστή της. Έτσι μετά από οχτώ χρόνια η σκιά του Αγαμέμνονα βρήκε την ησυχία της, έχοντας πάρει εκδίκηση. ]]
Αυτή ήταν η παραλλαγή του Αισχύλου, όπως την παρουσίασε στην τραγωδία “Χοηφόροι”. Για τα χρόνια που πέρασαν από τον φόνο του Αγαμέμνονα μέχρι να πάρει ο Ορέστης την εκδίκηση μας πληροφορεί ο Όμηρος:
« Τότε ήταν που ο Αίγισθος στοχάστηκε να κάνει
τ’ άνομα αυτά και στις χρυσές βασίλεψε Μυκήνες
χρόνια εφτά σκοτώνοντας τον Ατρείδη· τη χώρα
υπόταξε. Ο Ορέστης τον άλλο χρόνο πήγε
απ’ την Αθήνα, σκότωσε τον άθλιο δολοφόνο,
τον Αίγισθο, που σκότωσε τον ξακουστό πατέρα.
Κι έτσι σ’ Αργείους έκανε νεκρώσιμο τραπέζι
του άναντρου του Αίγισθου, της μάνας του της δόλιας. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. γ’ 303-310 )
Ο τραγικός ποιητής εμφανίζει στην πρώτη σκηνή τον φερμένο από την Φωκίδα Ορέστη να έχει πάει στο μνήμα του πατέρα του για να του προσφέρει μια τούφα από τα μαλλιά του. Του εκφράζει τη λύπη του που δεν ήταν κοντά του τη μέρα του θανάτου για να τον θρηνήσει. Λέει, λοιπόν, ο Ορέστης:
« Ερμή του Κάτω Κόσμου, εσύ που βλέπεις
την γκρεμισμένη του πατέρα μου εξουσία,
βοηθός και σύμμαχός μου γίνε τώρα
που το ζητάω· τι έρχομαι απ’ τα ξένα
κι εξόριστος γυρίζω στην πατρίδα.
Εδώ, πάνω στην άκρη αυτού του τάφου,
φωνάζω στο γονιό μου να μ’ ακούσει,
τα λόγια μου να νιώσει. Ετούτον
το βόστρυχο στον Ίναχο προσφέρω
που μ’ έθρεψε, τον άλλο για σημάδι
του πένθους μου. Γιατί έλειψα, πατέρα,
και δεν εθρήνησα το θάνατό σου
μηδέ το χέρι μου άπλωσα την ώρα
που σ’ έβγαζαν νεκρό για να σε θάψουν. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 1-12 )
Μετά εμφανίζεται η Ηλέκτρα που συνοδεύεται από δούλες της Κλυταιμήστρας, οι οποίες μεταφέρουν τις χοές, κι αποτελούν τον χορό των Χοηφόρων. Καθώς προσέρχονται στον τάφο οι Χοηφόροι, εξηγώντας συνάμα και το λόγο που η κυρά τους τις έστειλε, λένε:
« Χοές (*13) να φέρω στους νεκρούς
μ’ έστειλαν κι ήρθα απ’ το παλάτι
πικρά μοιρολογώντας. Εματώσαν
τα μάγουλά μου απ’ τις νυχιές, με θρήνους
θρέφεται νυχτοήμερα η καρδιά μου.
Αβάσταχτος ο πόνος έχει κάνει
τα ρούχα μου ξεφτίδια, κουρελιάσαν
οι πέπλοι που μου ζώνουνε τα στήθη,
καθώς για τα βαριά δεινά χτυπιέμαι.
Γιατί στα παλάτια ο Φοίβος,
ξεκάθαρος ονειρομάντης που απ’ τον τρόμο
σου ορθώνει τα μαλλιά, στον ύπνο
πνέοντας την οργή του εσήκωσε
φόβου απονύχτερη κραυγή,
στον γυναικίτη πέφτοντας βαρύς.
Και των ονείρων οι κριτές θεοπαρμένοι
μεγάλο, είπαν, θυμό οι νεκροί βαστούνε
κι έχθρα βαθιά για τους φονιάδες.
Θέλοντας ν’ αποτρέψει το κακό,
σε τέτοια θλιβερή χάρη με στέλνει
- ω! μάνα γης- η ανόσια γυναίκα.
Τρέμω να ξεστομίσω αυτόν το λόγο.
Τι θα μπορούσε τάχα να ξεπλύνει
το μίασμα απ’ το αίμα το χυμένο;
Εστία καταραμένη, σπίτι
συθέμελα πεσμένο· ανθρωπομίσητο
κι ανήλιαγο σκοτάδι το παλάτι
σκεπάζει για το θάνατο του αφέντη. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 26-54 )
Ο χορός εκφράζει την πεποίθησή του πως δεν μπορεί να επικρατήσει η αδικία κι αργά ή γρήγορα θα κυριαρχήσει η δικαιοσύνη: « ροπή δ’ επισκοτεί δίκας ταχεία τοις μεν εν φάει, τα δ’ εν μεταιχμίω σκότου μένει χρονίζοντ’ άχη βρύει τους δ’ άκραντος έχει νύξ.» [ όμως η Δίκη άλλους γοργά προφταίνει στο φως, γι’ άλλους τα βάσανα πληθαίνουν κρυφά κι αργούν να ‘ρθουνε, κι άλλους ατέλειωτη, πυκνή σκεπάζει νύχτα ]
Αφού έγινε, πάνω από του πατέρα τον τάφο, η αναγνώριση των αδερφών κι έκλαψαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ο Ορέστης φανερώνει πως ήρθε μ’ εντολή του Απόλλωνα για να εκδικηθεί τον φόνο του Αγαμέμνονα, ενώ ο χορός σχολιάζει:
« ΟΡ.: Δε θα μ’ εγκαταλείψει του Λοξία (*14)
ο παντοδύναμος χρησμός που μ’ έχει
προστάξει να διαβώ μες από τούτον
τον κίνδυνο· και μου ΄κραζε φοβέρες
φριχτές με βροντερή φωνή και μπόρες
που τα ζεστά μου παγώναν σπλάχνα,
αν τους φονιάδες του γονιού μου μ’ όμοιο
δεν τιμωρήσω τρόπο και δε σφάξω
του πλούτου μου τους άρπαγες με λύσσα.
Αλλιώς με τη ζωή μου θα πληρώσω,
πλήθος πικρά περνώντας μασύρα πάθη.
Γιατί είπε και φανέρωσε πως όταν
κάτω απ’ τη γη οι νεκροί οργιστούνε
με τους ανθρώπους, τότε αρρώστιες πέφτουν
πάνω στις σάρκες μ’ άγρια τα σαγόνια,
λέπρες που κατατρώνε κι αφανίζουν
την πρωτινή όψη του κορμιού και τρίχες
λευκές που την πληγή σκεπάζουν· κι άλλες
έλεγε συμφορές των Ερινύων
που τ’ αξεπλήρωτο αίμα του πατέρα
θα ξεσηκώσει ενάντιά μου· ο φταίχτης
καθάρια βλέπει στο βαθύ σκοτάδι·
γιατί τα σκοτεινά απ’ τον Άδη βέλη
που οι συγγενείς τινάζουν οι σφαγμένοι,
εκδίκηση γυρεύοντας, η λύσσα
κι ο νύχτιος μάταιος φόβος, συνταράζουν,
φέρνουν σπασμούς και διώχνουν απ’ την πόλη
κορμί που χάλκινο μαστίγιο το ‘χει
ολότελα αφανίσει. Άνθρωποι τέτοιοι
μήτε σε γιορτινό μπορούν τραπέζι
να στέκουν, μήτε σε σπονδές, τους διώχνει
η αθώρητη κατάρα του γονιού τους
αλάργα απ’ τους βωμούς· μα και κανένας
ούτε τους δέχεται μηδέ μαζί τους
μένει στην ίδια στέγη κι έτσι δίχως
φίλους, στην καταφρόνεση αργοσβήνουν
με τον καιρό, φριχτά βασανισμένοι
απ’ άθλιο θάνατο. Τέτοιες μαντείες
να μην εμπιστευτώ; Μα κι αν ακόμη
δεν τις πιστέψω, πρέπει το έργο τούτο
να γίνει. Γιατί πλήθος πόθοι σ’ ένα
μοναδικό σκοπό συγκλίνουν όλοι:
κι η θεϊκιά εντολή, και του πατέρα
το μέγα πένθος, και με σφίγγει η φτώχεια,
κι αυτό: να μην αφήσω δοξασμένους
πολίτες που κατάσκαψαν την Τροία
σε δύο γυναίκες να υπακούνε.
Γιατί κι ο Αίγισθος καρδιά γυναίκας έχει·
κι αν δεν το ξέρει, θα το μάθει τώρα.
XO.: Ω! Μοίρες μεγάλες, ο Δίας
Τέτοιο τέλος να δώσει σε τούτα,
Καθώς θέλει το δίκιο.
« Η γλώσσα η πικρή να πληρώνεται
πρέπει με γλώσσα πικρή ». Έτσι η Δίκη
βροντοφωνάζει, τα χρωστούμενα παίρνοντας.
« Σε φόνου πληγή, τιμωρία
πάλι φόνου πληγή.
Ό,τι κάμεις, θα πάθεις »,
ο πανάρχαιος μύθος φωνάζει. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 270- 317 )
Ο νέος ποθούσε να πάρει εκδίκηση, μα ήταν ξεκάθαρη κι η εντολή του θεού. Τώρα πια δεν μπορούσε να παρακούσει τον Φοίβο, γιατί η τιμωρία του θα ήταν σκληρή. Μαύρο θάνατο θα έβρισκε και τα βάσανα θα του έκαναν τη ζωή εφιαλτική. Ο Ορέστης είχε χρέος να τιμωρήσει τους φονιάδες εραστές, έστω κι ο ένας ήταν η μάνα του, με βάση τις συνήθειες που επικρατούσαν αυτή την εποχή. Όμως, ο χρησμός του μαντείου των Δελφών ήταν επιτακτικός. Δεν μπορούσε να παρακούσει, ήταν υποχρεωμένος να γίνει μητροκτόνος!
Τα αδέρφια αναγνωρίζουν το κοινό ριζικό τους για ν’ αποδοθεί η δικαιοσύνη:
« ΗΛ.: Άαα! Μισητή, κακούργα μάνα,
τον άντρα σου, έναν βασιλιά,
τόλμησες να τον θάψεις δίχως
πένθος και μοιρολόγια, ως να ‘ταν
εχθρός, χωρίς ν’ ακολουθάει
το ξόδι του ο λαός.
ΟΡ.: Αλίμονο, είπες όλη τη ντροπή
που του ‘γινε. Όμως του γονιού μας
θα ξεπληρώσω την ατίμωση
με την βοήθεια των θεών
και με τη δύναμή μου.
Κι αφού τη σφάξω, αφανισμένος
ας πάω κι εγώ κατόπι. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 429- 438 )
O χορός φανέρωσε στον φερμένο από τα ξένα ρηγόπουλο την αιτία των χοών. Του λέει για το όνειρο της μάνας του και τον τρόμο της:
« ΧΟ.: Ξέρω, παιδί μου, γιατί εκεί βρισκόμουν·
αλαφιασμένη απ’ όνειρα και τρόμους
νυχτερινούς η αντίθεη γυναίκα,
τις προσφορές ετούτες έχει στείλει.
ΟΡ.: Μάθατε τ’ όνειρό της να μου πείτε;
ΧΟ.: Της φάνηκε πως γέννησε ένα φίδι.
ΟΡ.: και τ’ όνειρό της πού τελειώνει;
ΧΟ.: Το τύλιξε στα σπάργανα σα βρέφος.
ΟΡ.: και ποια το νιόγεννο θεριό τροφή ζητούσε;
ΧΟ.: Μες στ’ όνειρο του ‘δωσε το βυζί της.
ΟΡ.: Κι απλήγωτο έμεινε το στήθος από το τέρας;
ΧΟ.: Έβγαλε κι αίμα αντάμα με το γάλα.
ΟΡ.: Τ’ όνειρο τούτο ψεύτικο δεν είναι.
ΧΟ.: Κι έσυρε τρομαγμένη από τον ύπνο
φωνή μεγάλη. Ευθύς στην προσταγή της
πλήθος ανάψανε πυρσοί που εστέκαν
τυφλοί μες στο σκοτάδι· έπειτα στέλνει
τις προσφορές αυτές με την ελπίδα
πως θα γιατρέψει τα κακά σημάδια.
ΟΡ.: Μα εύχομαι στη γη και στου πατέρα
τον τάφο, αλήθεια τ’ όνειρο να γίνει.
Λογιάζω πως μ’ αυτό ταιριάζουν όλα.
Γιατί αν γεννήθηκε απ’ τον ίδιο κόρφο
με μένα ο δράκοντας και μπήκε ως βρέφος
στα σπάργανά μου κι έγειρε στο στήθος
που μ’ έθρεψε κι αντάμα με το γάλα
σταγόνες αίμα ανάμιξε κι εκείνη
περίτρομη έχει σκούξει από τον πόνο,
πρέπει να πάει σφαγμένη, αφού ένα τέρας
φριχτό έθρεψε· κι εγώ που ‘γινα φίδι,
θα τη σκοτώσω, ως τ’ όνειρο προλέγει. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 522- 549 )
Ο Ορέστης πήρε το μήνυμα από το όνειρο, που ήταν θεόσταλτο. Αυτός είχε την ευθύνη, γιατί αυτός ήταν το γέννημα της Κλυταιμήστρας, να την κάνει να αιματώσει. Αυτός έπρεπε να δώσει το μάθημα στους δολοφόνους του Αγαμέμνονα. Κι όταν ανακοινώνει την απόφασή του να δώσει τέλος στη ζωή του ζευγαριού, που έβαψε τα χέρια του με το αθώο αίμα του πολύπαθου στρατηγού των Ελλήνων στην εκστρατεία της Τροίας, ο χορός σχολίασε:
« αλλ’ υπέρτολμον αν- « Μα ποιος μπορεί για την παράτολμη
δρός φρόνημα τις λέγοι να πει γενναία καρδιά του άντρα
και γυναικών φρεσίν τλημόνων και των ξερφενιασμένων γυναικών
παντόλμους έρωτας, ά- τον αχαλίνωτο έρωτα, που φέρνει
ταισι συννόμους βροτών; τη δυστυχία στους θνητούς; Ο ακράτητος
συζύγους δ’ ομαυλίας πόθος που κυβερνάει τα θηλυκά,
θηλυκρατής απέρωτος έρως παρανικά σ’ ανθρώπους και σε ζώα, του γάμου
κνωδάλων τε και βροτών. » την ένωση νικά και σπάζει. »
Κατά τον Αισχύλο, πρώτα σκότωσε τον Αίγισθο ο Ορέστης. Το πτώμα βρήκε κάποιος δούλος. Μόλις είδε τον ξέπνοο βασιλιά, έβαλε τις φωνές:
« Αλίμονο, αχ! σκοτώσαν τον αφέντη·
αλίμονο και πάλι, τριπλά κράζω.
Πέθαν’ ο Αίγισθος· ανοίξτε αμέσως,
σηκώστε τις αμπάρες απ’ τις πόρτες
του γυναικίτη· εδώ χρειάζεται άντρας
πολύ γερός, μα όχι να βοηθήσει
τον σκοτωμένο· ποια η ανάγκη τώρα;
Έε, έε!
Φωνάζω σε κουφούς και μάταια κράζω
σε κοιμισμένους. Πού είναι η Κλυταιμήστρα;
Τι κάνει; Τώρα φαίνεται πως είναι
κοντά στην κόψη του σπαθιού ο λαιμός της
και δίκαια θα πέσει χτυπημένος. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 875- 885 )
Παρακινημένη από τις φωνές η Κλυταιμήστρα έτρεξε να δει τι συμβαίνει, και βρέθηκε απέναντι στον ξένο από τη Φωκίδα, που διαπίστωσε πως ήταν ο γιος της, έτοιμος να στείλει και την ίδια στον Άδη. Τότε για να τον λυγίσει η μάνα του έδειξε το στήθος με το οποίο τον έθρεψε. Κλονίστηκε ο Ορέστης, δεν ήξερε τι να κάνει. Στο να πάρει την οριστική απόφαση τον βοήθησε ο πιστός του σύντροφος Πυλάδης. Έτσι λίγο πριν της κόψει το νήμα της ζωής, έγινε ο ακόλουθος διάλογος ανάμεσα στη μάνα και το γιο:
« ΟΡ.: Εσέ κι εγώ ζητώ· πλήρωσε τούτος.
ΚΛ.: Ώω! Αίγισθε αγαπημένε, σε σκοτώσαν.
ΟΡ.: Τον αγαπάς; Θα πας λοιπόν στον ίδιο τάφο.
Δε θα τον χωριστείς νεκρό ποτέ σου.
ΚΛ.: Στάσου, παιδί μου, ετούτο εδώ σεβάσου
το στήθος, γιε μου, που έτσι μες στον ύπνο
τόσες φορές απάνω του γερμένος
το θρεπτικό του έχεις βυζάξει γάλα.
ΟΡ.: Πυλάδη, τι να κάμω; Να τη σφάξω;
ΠΥ.: Και τότες οι μαντείες του Λοξία
κι οι πυθολάλητοι χρησμοί κι η ορκοδοσμένη
πίστη, που πάνε; Κάλλιο εχθρούς σου να ‘χεις,
αντί για τους θεούς, όλους τους άλλους.
ΟΡ.: Κρίνω πως έχεις δίκιο, οι συμβουλές σου
σωστές. Έλα μαζί μου εσύ, κοντά του
θα σε σκοτώσω· τι από το γονιό μου
τον λόγιαζες καλύτερο, όταν ζούσε.
Στο πλάι του πεθαμένη θα πλαγιάσεις,
αφού αγαπάς αυτόν, κι εκείνον
που έπρεπε ν’ αγαπούσες δεν τον στέργεις.
ΚΛ.: Σ’ έθρεψα και μ’ εσένα θέλω να γεράσω.
ΟΡ.: Να ζεις μαζί μου εσύ, φόνισσα του πατέρα;
ΚΛ.: Αιτία γι’ αυτά, παιδί μου, η Μοίρα.
ΟΡ.: Κι αυτός ο θάνατος είναι της Μοίρας. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 893- 912 )
Κι αφού η μάνα έπεσε δίπλα στον εραστή της, που ήταν ο αίτιος των δεινών της οικογένειας, ο χορός σε κάποιο χορικό είπε αυτά τα λόγια:
« Ήρθεν εκείνος που φροντίδα του έχει
τη δολερήν εκδίκηση· στους κρύφιους
αγώνες και στη μάχη απάνω
το χέρι του οδηγούσε η Δίκη
- σωστά οι θνητοί Δίκη (*15) τη λέμε
μ’ όνομα ταιριασμένο- αληθινή
κόρη του Δία, που για τους φίλους της
πικρό θυμό φυσάει θανάτου.

Κι όσα του Παρνασσού ο Λοξίας
μες από το βαθύ χάσμα της γης
φώναξε δίχως δόλο, πέσαν πάνω
στο δολερό κακό που τόσα
χρόνια ατιμώρητο έμενε. Γιατί
πάντα οι θεοί νικούν, δε βοηθούνε
τους άνομους και την ουράνια αξίζει
δύναμη να τιμάμε. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 947- 961 )
Μετά τον φόνο της εκδίκησης ο τραγικός ποιητής παρουσιάζεις τη σκηνή τον Ορέστη, στα πόδια του οποίου κείτονται τα νεκρά σώματα του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας. Κοντά του στέκει ο Πυλάδης κι έρχονται οι ακόλουθοι κρατώντας το αιματοβαμμένο υφαντό με το οποίο η γυναίκα είχε παγιδέψει τον Αγαμέμνονα για να τον σκοτώσει. Τότε ο Ορέστης λέει:
« Τους δυο κοιτάξτε τύραννους της χώρας,
που το γονιό μου σφάξαν και ρημάξαν
το σπίτι μου. Περήφανοι ήσαν τότε
που κάθονταν στο θρόνο, μα και τώρα
αγαπημένοι, καθώς δείχνει ετούτος
ο θάνατός τους, κι έχουνε κρατήσει
πιστά τον όρκο που ’δωσαν: με φόνο
το δόλιο μου πατέρα να χτυπήσουν
και να πεθάνουνε μαζί· κι έμειναν
πιστοί στον όρκο τους. Εσείς που ακούτε
τις συμφορές αυτές, κοιτάχτε ακόμη
το δολερό τους έργο που το μαύρο
γονιό μου παγιδέψαν και του βάλαν
σφιχτά δεσμά στα χέρια και στα πόδια.
Σταθείτε γύρω, απλώστε την παγίδα
του άντρα, δείχτε την, να δει ο πατέρας-
όχι ο δικός μου, μα ο Ήλιος (*16)
που όλα τα εποπτεύει- στις κακούργες
πράξεις της μάνας μου, μάρτυρας να ’ναι,
σαν έρθει η ώρα που θα με δικάσουν,
πως δίκαια την εσκότωσα· το φόνο
δε λογαριάζω του Αίγισθου· ως ο νόμος
για τους ατιμαστές, ορίζει, βρήκε
την τιμωρία του. Μια τέτοια φρίκη
σοφίστηκε στον άντρα της ετούτη,
που ’χε μέσα στα σπλάχνα της βαστάξει
το βάρος των παιδιών του- γλυκό βάρος
τότε- μα τώρα μισητό, όπως δείχνει,
κακό γι’ αυτήν. Με τι θαρρείς πως μοιάζει;
Δράκαινα ή οχιά είναι γεννημένη,
που μόνο τ’ άγγιγμά της σε σαπίζει
δίχως να σε δαγκώσει, με τη μαύρη
τόλμη της και την άνομη ψυχή της;
Και ποιο όνομα σ’ αυτό να δώσω τάχα,
για να πετύχω το σωστό; Θεριού παγίδα,
ή πεθαμένου νεκρικό σεντόνι,
που τον σκεπάζει απ’ την κορφή ως τα νύχια
μέσα στη νεκροθήκη; Κάλλιο δίχτυ,
θηλιές πανούργες να το πεις και πέπλους,
δεσμά των ποδαριών. Αν το ’χε κάποιος
ληστής που ζει με την κλεψιά και την απάτη,
πλήθος σκοτώνοντας μ’ αυτόν το δόλο,
θα γιόμιζε χαρά η ψυχή του πάντα.
Στο σπίτι μου γυναίκα όπως ετούτη
να μη μου τύχει· ας έδιναν πιο πρώτα
δίχως παιδιά οι θεοί ν’ αφανιζόμουν. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 974-1007 )
Ο Ορέστης έχει συναίσθηση της πράξης του. περιμένει να δικαστεί. Αναγνωρίζει πως είναι μητροκτόνος. Μα η φρίκη από τη δολερή και γι’ αυτόν αναίτια πράξη της μάνας, που την παρομοιάζει με δράκαινα ή οχιά, τον εξώθησε να φέρει την τάξη και την δικαιοσύνη στο παλάτι. Ενοχές έχει μόνον για της μάνας το θάνατο. Τον Αίγισθο τον λογιάζει ως ατιμαστή, και τον τιμώρησε κατά όπως όριζε ο νόμος. Γι’ αυτόν δε νιώθει καμιά ενοχή. Στο τέλος ο Ορέστης καταλήγει με την ευχή να μη του λάχει τέτοια γυναίκα, προτιμώντας ν’ αφανιστεί χωρίς ν’ αφήσει απογόνους.
Ο νέος ήταν πολύ ευαίσθητος. Δεν καυχιέται πως έκανε μόνος του το φόνο, παρά ότι παρακινήθηκε από τον Απόλλωνα. Δεν έτρεφε πρωτόγονα ένστικτα, δεν ήταν από τη φύση του αιμοδιψής. Αλλά δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Ήταν αναγκασμένος να γίνει φονιάς. Ο Αισχύλος τον παρουσιάζει να λέει:
« Κι όσο στέκεται ο νους μου ακόμη, λέω
στους φίλους μου και διαλαλώ πως έχω
τη θεομίσητη και πατροκτόνα
μάνα μου με το δίκιο εγώ σκοτώσει.
Και μαγικό κεντρί γι’ αυτήν την τόλμη
καυχιέμαι ο πυθικός μάντης Λοξίας
πως είναι, που προφήτεψε πως άμα
θα πράξω αυτά, δε θα με βρούνε φταίχτη,
κι αν όμως δεν τα πράξω- δε σας λέω
την τιμωρία· γιατί ούτε με το τόξο
των συμφορών μου θα ΄φτανε κανένας
το μάκρος. Τώρα ιδέστε με, κρατώντας
στεφανωμένο με μαλλί τον κλώνο ετούτο,
πηγαίνω στο μεσόμφαλο του Φοίβου
ιερό ναό, όπου άσβηστο λαμπάζει
το φέγγος της φωτιάς, για να ξεφύγω
απ’ το συγγενικό αυτό αίμα· κι ούτε
σ’ άλλην εστία με πρόσταξε να πέσω. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 1029- 1042 )
Ακόμη δεν αποτέλειωσε το θλιβερό καθήκον κι η συνείδηση του νέου αρχίζει να τον ελέγχει. Νιώθει τύψεις, οι Ερινύες (*17) αρχίζουν να τον ενοχλούν. Ο Ορέστης τα βάζει με τον εαυτό του για την αποτρόπαια πράξη, ενώ ο χορός του θυμίζει πως η πράξη του δεν είναι άδικη:
« ΧΟ.: Σωστά έχεις πράξει και μη βάζεις λόγια
πικρά στο στόμα σου μηδέ για σένα
κακό να λές. Την πόλη των Αργείων
λευτέρωσες, καθώς με μια χτυπιά σου
των δυο φιδιών επήρες το κεφάλι.
ΟΡ.: Άα! Άα!
Σκλάβες γυναίκες· νάτες, σα Γοργόνες,
σταχτόμαυρα φορώντας και με πλήθος
φίδια ζωσμένες· άλλο δε θα μείνω.
ΧΟ.: Ποια οράματα σε συνεπαίρνουν έτσι,
αγαπημένε του γονιού σου; Στάσου,
μην τρέμεις, μη σε πλημμυρίζει ο τρόμος.
ΟΡ.: Δεν είναι οράματα τα πάθη ετούτα·
Της μάνας μου είναι να, οι άγριες σκύλες.
ΧΟ.: Γιατί ζεστό στα χέρια σου είναι ακόμα
το αίμα· και τα φρένα σου ταράζει.
ΟΡ.: Ω! βασιλιά μου Απόλλωνα, πληθαίνουν
και μισητό απ’ τα μάτια στάζουν αίμα.
ΧΟ.: Ένας ο καθαρμός σου· αγγίζοντάς σε ο Φοίβος,
Από τις συμφορές θα σε λυτρώσει.
ΟΡ.: Δεν τις θωρείτε εσείς, μα εγώ τις βλέπω·
με κυνηγούν και δεν αντέχω άλλο να μείνω. » ( Αισχύλος, “Χοηφόροι” 1047- 1066 )
Ο Ορέστης δεν είναι ο στυγνός εγκληματίας που διψάει για αίμα. Είναι το σκεύος απόδοσης δικαιοσύνης. Το έγκλημά του είναι υποκινούμενο από τους θεούς, ώστε οι θνητοί να πάρουν το μάθημά τους, ώστε να μην οδηγούνται από μίσος σε φόνους.

-----------------------------------------------------

(*12) Σκιά: το φάσμα του ανθρώπου, η ψυχή, που ζει στον Κάτω Κόσμο.

(*13) Χοές: προσφορά υγρού μίγματος, συνήθως από μέλι- κρασί και νερό ( ή γάλα ), πάνω σε τάφο προς τιμή ν του νεκρού. Οι χοές προορίζονται αποκλειστικά και μόνον για τους νεκρούς, σε αντίθεση με τις σπονδές που τελούσαν μόνον προς τιμήν των θεών.

(*14). Λοξίας: Επίθετο του Απόλλωνα, γιατί έδινε λοξούς- πλάγιους, δηλ. διφορούμενους χρησμούς.

(*15). Δίκη: Μία από τις τρεις Ώρες, που είναι καλοπροαίρετες, ευεργετικές θεότητες, οι οποίες χαρίζουν πολλές χαρές στους ανθρώπους. Λένε πως είναι κόρες του Δία και της Θέμιδας, τρεις αδελφές, η Δίκη, η Ειρήνη και η Ευνομία, που είναι φύλακες των έργων των ανθρώπων. Αργότερα θεωρήθηκαν κόρες του Χρόνου ή του Κρόνου και της Ανάγκης. Η Δίκη αποτελεί την προσωποποίηση της ανταποδοτικής δικαιοσύνης και έχει σχέση με την καταδίωξη του ενόχου.

(*16). Ήλιος: Ο θεός του άστρου ήλιος, που κατοικεί στον ουρανό. Σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν γιος του Υπερίωνα και της Ευρυφάεσσας, ενώ κατά τον Ησίοδο μητέρα του ήταν η Θεία, αδελφός της Σελήνης και της Ηώς. Θεωρείται πηγή της ζωής,, του φωτός και της θερμότητας. Ανεβασμένος πάνω στο χρυσό του άρμα βλέπει και ακούει τα πάντα και τίποτα δεν του διαφεύγει. Ένα από τα επίθετά του είναι πανόπτης (=αυτός που όλα τα βλέπει ), από το πας= όλος και το θέμα οπ- που σημαίνει βλέπω. Ας θυμηθούμε και την έκφραση « ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον ».

(*17). Ερινύες: Θηλυκές θεότητες της ελληνικής και της ρωμαïκής μυθολογίας. Είναι προστάτιδες του οικογενειακού δικαίου, του χρέους έναντι των προγόνων, της συγγένειας του αίματος και γενικά τιμωρούν κάθε πράξη, που έρχεται σε αντίθεση με τους άγραφους νόμους της ηθικής.
Αρχικά φαίνεται πως ήταν μία κι όχι τρεις, όπως καθιερώθηκαν αργότερα. Ο Όμηρος αναφέρει αδιακρίτως Ερινύς ή Ερινύες, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στο αν πρόκειται για μία ή περισσότερες. Σαν τριάδα εμφανίζονται πρώτα στον Ευριπίδη. Τα ονόματά τους είναι Αληκτώ, Μέγαιρα και Τεισιφόνη, που δηλώνουν αντίστοιχα: της πρώτης πως καταδιώκει ως το τέλος και τιμωρεί, της δεύτερης την εχθρική διάθεση και της τρίτης την τιμωρία του φόνου.
Κατά τον Ησίοδο οι Ερινύες γεννήθηκαν, όπως και οι Γίγαντες και οι Μελιές Νύμφες, από το αίμα του Ουρανού, που χύθηκε πάνω στη Γη, όταν ο γιος του Κρόνος, με προτροπή της ίδιας της Γης, απέκοψε με δρεπάνι τα γεννητικά μόρια του πατέρα του και τα πέταξε στη θάλασσα. Κατά τον Αισχύλο οι Ερινύες είναι θυγατέρες της Νύχτας, ενώ κατά τον Σοφοκλή θυγατέρες του Σκότους και της Γης.
Απεικονίζονται σε παραστάσεις αρχαίων μνημείων σαν νεαρές παρθένες με αθλητικό παράστημα, ή κυνηγοί ή και γριές, άλλοτε φτερωτές κι άλλοτε όχι. Η όψη τους είναι τρομερή, αντί για μαλλιά έχουν φίδια ή κρατούν φίδια ή έχουν στη μέση τους ζωσμένα φίδια. Από τα μάτια τους έβγαζαν φωτιές και δηλητηριασμένο αφρό. Από το στόμα τους έβγαζαν επίσης φωτιές και η αναπνοή τους είχε δυσώδη οσμή, που ήταν ανυπόφορη ακόμη και στους θεούς. Η φωνή τους έμοιαζε με μυκηθμούς ταύρων, ενώ όταν πλησίαζαν τον καταδιωκόμενο αλυκτούσαν. Είχαν σκούρο δέρμα, όπως επίσης σκούρο ήταν και το ένδυμά τους, που άλλοτε ήταν μακρύ, κι άλλοτε κοντό, σαν αυτό που φορούσαν οι κυνηγοί, για να μπορούν να τρέχουν και να καταδιώκουν πιο εύκολα.
Κρατούσαν στα χέρια τους φίδι, το οποίο συμβόλιζε πιθανώς την ψυχή του φονευθέντος, που ζητούσε εκδίκηση. Η φύση τους μοιάζει με των Αρπυιών, δηλ. κυνηγούν για να αρπάξουν το θύμα τους και η αμείλικτη αυτή καταδίωξη του φονιά γίνεται πάνω στη γη και τη θάλασσα, όσο και στον Άδη. Όταν τον φτάσουν του κόβουν το κεφάλι, του βγάζουν τα μάτια, τον μαστιγώνουν, τον λιθοβολούν και του πίνουν το αίμα.
Παρά τη δαιμονική και καταχθόνια φύση τους έχουν και κάποιες ανθρώπινες συνήθειες. Όπως λ.χ. κουράζονται και βυθίζονται σε βαθύ ύπνο.
Έχουν όμως και μια δεύτερη φύση, μια δεύτερη υπόσταση με την οποία εμφανίζονται. Όταν ικανοποιηθούν, όταν εξευμενιστούν , τότε γίνονται “Ευμενίδες” καλοσυνάτες προς τους ανθρώπους, ήρεμες. Ο Αισχύλος και άλλες φιλολογικές πηγές ταυτίζουν τις Ερινύες και τις Ευμενίδες ή Σεμνές. Η ονομασία Ευμενίδες είναι μεταγενέστερη των Ερινύων. Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, το όνομα Ευμενίδες αποτελεί ευφημισμό αντί του Ερινύες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: