Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Μικρή εξομολόγηση για την σημερινή επέτειο


[[ δαμ- ων ]]

Δυο λόγια θέλησα να γράψω για την σημερινή μεγάλη μέρα. Για να τιμήσω τη μνήμη των δικών μου. Του πατέρα μου, του παππού μου, των μπαρμπάδων μου, των συγχωριανών μας. Σιγά- σιγά τραβήχτηκαν τα πέπλα της λήθης και ήρθαν στην μνήμη σαν λευκοφτέρουγα περιστέρια οι παιδικές μου εικόνες.
Θυμήθηκα τις χειμωνιάτικες νύχτες, που μαζευόμασταν γύρω από το τζάκι κι ο παππούς, καθώς σκάλιζε το πυρωμένο χοντρό κούτσουρο από τα λιόδεντρα, ήταν σαν να σκάλιζε τη μνήμη του κι ωσάν τις σπίθες χόρευαν στο νου του οι θύμισες. Σύροντας αυτός το χορό των αναμνήσεων ακολουθούσαν κι οι υπόλοιποι, ο πατέρας μου, η γιαγιά και η μάνα μου, οι μπαρμπάδες και οι θειάδες. Κι εγώ, ακουμπισμένος στα γόνατα του παππού, ρουφούσα τις ιστορίες, που διηγούνταν.

Η συνέχεια >>


Έλεγαν για την κήρυξη του πολέμου από τους μακαρονάδες Ιταλούς, για την επιστράτευση και τον ενθουσιασμό, με τον οποίο τα παλικαρόπουλα μα και οι μεσήλικες ντύθηκαν το χακί και πήγαν στο πολεμικό μέτωπο. Ο πατέρας περιέγραφε τις δύσκολες μάχες στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, το θάνατο των συντρόφων και συγγενών, τη νικηφόρα πορεία μέσα στα χιόνια με τις κακουχίες και τα κρυοπαγήματα. Μας έλεγε πόσο θαύμασε τις ατρόμητες ηπειρώτισσες, που κουβαλούσαν στους ώμους τα πυρομαχικά.
Σαν έπεφτε η θράκα στο τζάκι ο παππούς έβαζε το ζυμωτό ψωμί να καψαλιαστεί, γέμιζε τις πήλινες κούπες με κρασί, έφερναν οι γυναίκες τις γαβάθες με τις ελιές και το γιδοτύρι, και οι αναμνήσεις αναδύονταν πιο εύκολα με τη βοήθεια του μπρούσκου κρασιού.
Μετά έλεγαν για την επίθεση των Γερμανών και τις τιτανομαχίες στο Ρούπελ. Για τις δύσκολες μέρες της κατοχής. Ο παππούς εξιστορούσε πως έπεισε τον Γερμανό διοικητή του χωριού κι έσωσαν το 6-χρονο παιδί του αντάρτη, που οι Ιταλοί ήθελαν να κάψουν ζωντανό. Ύστερα θυμήθηκαν πως έκρυψαν τον εγγλέζο στρατιώτη μέσα στο σωρό από το βαμπάκι στην αποθήκη, που τον καταζητούσαν οι Γερμανοί, καθώς έκαμαν μπλόκο κι έρευνα στο πατρικό σπίτι της γιαγιάς. Μίλαγαν για τους Γερμανούς στρατιώτες που οι αντάρτες σκότωσαν στο σταθμό και που από φόβο μήπως κάψουν το χωριό οι κάτοικοι πήραν λίγα ρούχα μόνο μαζί τους και σκόρπισαν στα γύρω χωριά. Στο νου τους έφεραν τους δύστυχους Αθηναίους, που κάνοντας πολλές φορές πορεία 100 χμ. με τα πόδια, έρχονταν για να ζητήσουν λίγο λάδι και λίγο σιτάρι, που το κουβαλούσαν μετά στην πλάτη άλλο τόσο δρόμο. Ένας θείος μου αναθυμήθηκε που πήρε τα βουνά με τους αντάρτες και τα τεχνάσματα του ανταρτοπόλεμου κατά των Γερμανών.
O πατέρας μου διηγιόταν πως τον συνέλαβαν οι κατακτητές και τον έκλεισαν στις φυλακές Αβέρωφ στην Αθήνα. Θυμήθηκε τις εκτελέσεις κάθε χάραμα των παλικαριών αλλά και των νεανίδων από τους στρατιώτες του Χίτλερ και δάκρυα κυλούσαν στα μάτια του όταν περιέγραφε τον αποχωρισμό του από τον συγκρατούμενο και φίλο, που πήραν για εκτέλεση οι Γερμανοί.
Κι εγώ μάθαινα τη νεώτερη ιστορία μας από τις διηγήσεις τους. Γιατί ακόμα δεν είχε στεγνώσει το μελάνι, που έγραψε την εποποιία του 1940-44. Αυτή ήταν η ιστορία, που έγραψαν με πόνο, δάκρυα και αίμα οι δικοί μας άνθρωποι. O παππούς μου, ο παππούς σου, ο πατέρας μου, ο πατέρας σου, ο μπάρμπας μου, ο μπάρμπας σου, ο φίλος του θειού σου, ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας, ο συμπατριώτης μας, ο κοντοχωριανός μας. Κι αυτό το έπος τιμούμε σήμερα…
Σαν τη δική μου μικρή διήγηση, ο καθένας της ανάλογης ηλικίας με τη δική μου έχει να αντιπαραθέσει τη δική του διήγηση…Κι όλες αυτές οι μικρές διηγήσεις συνθέτουν μια περίοδο της ιστορίας μας. Αυτήν που γιορτάζουμε σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: