Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Ο Ορέστης εκδικείται τη δολοφονία του πατέρα του Αγαμέμνονα με τη βοήθεια της αδελφής του Ηλέκτρας


[[ δαμ- ων ]]

β) Η παραλλαγή του Σοφοκλή
Ο Σοφοκλής παρουσιάζει κάποια άλλη εκδοχή του μύθου, με τον ίδιο πάντοτε κορμό, υφαίνοντας την παραλλαγή του γύρω από το πρόσωπο της Ηλέκτρας. Στην τραγωδία του αυτή είναι το κεντρικό- τραγικό πρόσωπο. Αυτής τα δεινά προβάλλει ο ποιητής, κι απ’ αυτή την ιστορία παρουσιάζεται ο φόνος, που διέπραξε ο Ορέστης με την προτροπή και τη συμπαράσταση της αδερφής του Ηλέκτρας.
Ας γνωρίσουμε τώρα και την παραλλαγή του μύθου όπως την παρουσιάζει ο Σοφοκλής στην ομώνυμη τραγωδία του, “Ηλέκτρα”:
[[ Η Ηλέκτρα, μετά τη θυσία της Ιφιγένειας, ήταν το μεγαλύτερο παιδί του βασιλικού ζευγαριού των Μυκηνών. Διέθετε ακεραιότητα χαρακτήρα και είχε ηθικές αρχές. Έτσι όλα όσα συνέβαιναν στο παλάτι την πλήγωναν. Δε μπορούσε να δεχτεί το παράνομο σμίξιμο της μάνας της με τον ξάδερφο του πατέρα της, όσο αυτός έλειπε στην Τροία για τη δόξα της Ελλάδας. Κι όταν με το γυρισμό του βρήκε φριχτό θάνατο από το σπαθί των μισητών γι’ αυτήν εραστών, έχασε τον κόσμο. Το μίσος της δηλητηρίαζε τη ζωή. Μισούσε τον Αίγισθο που καθόταν στο θρόνο του πατέρα της και κρατούσε το βασιλικό ραβδί του. Μα πιότερο μισούσε την κακούργα μάνα, βλέποντάς την να χορεύει και να χαίρεται, να κάνει θυσίες ευχαριστώντας τους θεούς για την τύχη της. Μαράζωνε μέσα στον πόνο της, συγκατοικώντας με δολοφόνους, και στις προσευχές της στους θεούς παρακαλούσε να ’ρθει εκδικητής ο αδερφός από τη Φωκίδα.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Όσο δεν έστεργε η κόρη στης μάνας τα καμώματα, η μάνα αντιδρούσε με μίσος. Έτσι την κρατούσε κλεισμένη στο παλάτι, δίχως να βλέπει κόσμο, την κακομεταχειριζόταν και την καταριόταν, έκανε κάθε τι για να την ταπεινώσει. Κι αυτό που δεν της συγχωρούσε με τίποτα, ήταν που πάνω στο φόνο του Αγαμέμνονα βρήκε την ευκαιρία και φυγάδεψε τον μικρό Ορέστη με τον παιδαγωγό του. Σούβλιζε το μυαλό της φόνισσας η σκέψη, πως μπορούσε να έρθει ο Ορέστης, όταν μεγάλωνε, να πάρει πίσω το αίμα του πατέρα του.
Στο παλάτι έμενε κι η άλλη κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμήστρας, η Χρυσόθεμη. Όσο άτρομη, δυνατή, αδέκαστη κι αλύγιστη ήταν η Ηλέκτρα, τόσο δειλή, αδύναμη, συμβιβαστική και μαλακή ήταν η Χρυσόθεμη. Χωρίς να παραγνωρίζει το έγκλημα της μάνας και του εραστή της, υποχωρούσε μπροστά στη δύναμή τους για να μην κακοπεράσει. Αυτή δεν ήταν περιορισμένη κι η μάνα την περιποιόταν.
Κάποια νύχτα η Κλυταιμήστρα είδε ένα παράξενο όνειρο. Είδε, λέει, τον Αγαμέμνονα να έχει έρθει από τον Κάτω Κόσμο και πλησίασε στο βασιλικό θρόνο, που καθόταν αυτή κι ο Αίγισθος. Άρπαξε το προγονικό σκήπτρο, που κρατούσε ο αγαπητικός της, και το έμπηξε μ’ ορμή στο χώμα, δίπλα στην εστία. Τότε πρόβαλε ένα κλωνάρι που ταχιά έγινε ψηλόκορμο φουντωτό δέντρο και σκέπασε όλη τη χώρα.
Σκιάχτηκε από τ’ όνειρο η ρήγισσα, και μιας και ίδια δεν τολμούσε να πάει στο μνήμα του θύματός της, έστειλε την πιστή της Χρυσόθεμη με χοές στον τάφο του Αγαμέμνονα, για να τον εξευμενίσει. Ξεκινώντας η κόρη για τον τάφο συνάντησε την αδερφή της. Η Ηλέκτρα την έπεισε αντί για τις χοές ν’ αφήσει δυο τούφες από μαλλιά, μια από κάθε κόρη, μαζί με μια ζώνη, ώστε σαν έρθει η ώρα της εκδίκησης να τους συνδράμει η σκιά του γονιού τους.
Το ίδιο πρωινό έφτασαν, φερμένοι από τη Φωκίδα, ο φυγαδεμένος Ορέστης με τον πιστό του παιδαγωγό και τον αχώριστο φίλο του Πυλάδη. Ο τωρινός ρήγας, ο Αίγισθος, είχε πάει με τους υπηρέτες στα κτήματα να μαζέψουν τον πλούτο της γης, καρπούς και ζαρζαβατικά. Κατέστρωσαν πανούργο σχέδιο, μιας και το φονικό του Αγαμέμνονα έγινε με δόλο, έτσι εξάλλου είχε προστάξει ο Απόλλωνας, για να εξαπατήσουν την Κλυταιμήστρα. Της παρουσιάστηκε ο παιδαγωγός, σταλμένος τάχα από τον Φαινοτέα, το θειό του Στρόφιου, για να της κάνει μια θλιβερή αναγγελία. Ο καημένος ο γιος της, ο Ορέστης, παίρνοντας μέρος στις αρματοδρομίες των Δελφικών αγώνων παρασύρθηκε και βρήκε φριχτό θάνατο. Οι τρεις αποσταλμένοι έφερναν μαζί του την υδρία, όπου είχαν φυλαγμένη τη στάχτη από το σώμα του άτυχου νέου, που με τιμές είχε κάψει ο Στρόφιος, για να ταφεί από τους συγγενείς του στα πατρικά χώματα.
Η κακόψυχη μάνα έκανε δήθεν πως θρηνεί, μα στο βάθος της καρδιάς της πολύ χάρηκε που είχε βγει από τη μέση αυτός που της χαλνούσε τον ύπνο. Τώρα θα κοιμόταν ήσυχη μιας και δεν ζούσε ο εκδικητής του Αγαμέμνονα. Την εξιστόρηση του δήθεν ατυχήματος με το θάνατο του αδερφού της παρακολούθησε και η Ηλέκτρα, που ξέσπασε σε μοιρολόγι ξεσκίζοντας τα μάγουλά της. Χάθηκε γι’ αυτήν κάθε ελπίδα κι όλα της φάνταζαν μαύρα κι άραχλα.
Φτάνοντας στον τάφο η Χρυσόθεμη, την περίμενε μια έκπληξη. Βρήκε το μνήμα στεφανωμένο με ευωδιαστά λουλούδια, να έχει ραντιστεί με γάλα και στην μια του άκρη έναν κομμένο βόστρυχο από ξανθά μαλλιά. Αυτά μόνον ο αδερφός τους ο Ορέστης θα μπορούσε να τα κάμει. Εξάλλου τα μαλλιά ήσαν σαν τα δικά της και της Ηλέκτρας, ατράνταχτο σημάδι για τον ερχομό του. Χαρούμενη πήρε το δρόμο του γυρισμού, λέγοντας τα ευχάριστα μαντάτα στην Ηλέκτρα. Αυτή, έχοντας ακούσει την πλανερή ιστορία του παιδαγωγού στην μάνα, δεν την πίστεψε. Προσπάθησε να την πείσει, αφού δεν ζούσε ο αδερφός τους, να πάρουν οι ίδιες την ευθύνη της εκδίκησης. Του κάκου όμως, δεν έπεισε την δειλή αδερφή. Γι’ αυτό αποφάσισε μόνη να κάνει το χρέος της.
Αφού ο παιδαγωγός είπε πως είχαν φερμένη τη στάχτη του αδικοχαμένου γιου του Αγαμέμνονα, παρουσιάζεται ο Ορέστης κουβαλώντας την υδρία. Σάστισε σαν είδε μπροστά του μια κακοντυμένη και κακοζωισμένη γυναίκα ν’ αρπάζει στην αγκαλιά της την υδρία και ν’ αρχίζει το μοιρολόι, τραβώντας τα μαλλιά της. Δεν άργησε να καταλάβει πως αυτή η σταφιδιασμένη γυναίκα ήταν η αγαπημένη του Ηλέκτρα. Πήγε να την παρηγορήσει και της είπε πως άδικα κλαίει για ζωντανό άνθρωπο. Κι αφού αυτή δεν πίστευε, της έδειξε το δαχτυλίδι του πατέρα τους, που του είχε βάλει μαζί σαν τον φυγάδευσε. Τότε χαρούμενη η Ηλέκτρα τον έσφιξε στην αγκαλιά της ζητώντας ταχιά να πάρουν εκδίκηση.
Η ρήγισσα ζήτησε από τους ξένους να κοπιάσουν στο παλάτι για να τους φιλοξενήσει. Εξάλλου της έφεραν τόσο ευχάριστα νέα, και δεν ήταν πρεπούμενο να μην τους φιλέψει στο παλάτι. Σαν μπήκαν στο πατρικό σπίτι, ο Ορέστης έβγαλε το ξίφος και ξάπλωσε νεκρή την δολερή γυναίκα.
Στο μεταξύ η Κλυταιμήστρα είχε στείλει κάποιον δούλο να μηνύσει στον Αίγισθο πως ο Ορέστης ήταν νεκρός κι είχαν φέρει το σώμα του. Γύρισε, λοιπόν, ο συνεργός του φόνου, και ζήτησε από τους ξένους να ξεσκεπάσουν το ξύλινο κουτί, όπου ήταν το σώμα του εχθρού του. Μα τι ήταν αυτό αντίκριζαν τα μάτια του; Αντί για το σώμα του Ορέστη, στο ξύλινο κιβούρι κείτονταν το κουφάρι της συντρόφισσάς του, μες στα αίματα κι ορθάνοιχτα τα μάτια. Έκανε να πιάσει το σπαθί του, μα μεμιάς ένιωσε το σπαθί του Ορέστη να του τρυπά τα σπλάχνα. Έπεσε κι ο Αίγισθος νεκρός, δίπλα στην Κλυταιμήστρα, οι δυο φονιάδες αντάμα, ποτίζοντας με το αίμα τους το ίδιο πάτωμα, που είχε ρουφήξει πριν από χρόνια του Αγαμέμνονα το αίμα. ]]
Στη συνέχεια θα γνωρίσουμε κάποια αποσπάσματα από την τραγωδία, για να δούμε με πόση τραγικότητα και δύναμη έδωσε ο Σοφοκλής την παραλλαγή του. Στην πρώτη σκηνή εμφανίζει τον Ορέστη να φτάνει στις Μυκήνες με τους συνοδούς του. Λέει ο νέος:
« Εγώ σαν έφτασα στο πυθικό
μαντείο για να μάθω πώς θα σηκώσω το φορτίο
της πατρικής εκδίκησης απ’ τους φονιάδες,
ο Φοίβος έτσι λάλησε που ευθύς θ’ ακούσεις:
« Χωρίς στρατό, ξαρμάτωτος και μόνος,
με δόλο να πράξεις το δίκαιο φόνο.»
Αφού τέτοιον ακούσαμε χρησμό….
……………………………………….
Ξέρω πως κι άνθρωποι σοφοί πολλές φορές
πεθάνανε στα ψέματα· ύστερα γύρισαν
ξανά στα σπίτια τους πιότερο τιμημένοι.
Κι εγώ καυχιέμαι ζωντανός από το ψέμα
πως θα βγω, σαν άστρο στους εχθρούς να λάμψω.
Του πατέρα μου γη και θεοί του τόπου μου,
καλοδεχτείτε με σ’ αυτά τα μονοπάτια,
κι εσύ, παλάτι πατρικό· έρχομαι
να ξεπλύνω τις ντροπές από θεούς σταλμένος.
Με καταφρόνια μη με διώξετε από δω,
μα κληρονόμο πάλι κι άρχοντα μες στο σπίτι μου. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 32-37 και 62-72 )
Aπό την αρχή μας τονίζει πως με πυθικό χρησμό φορτώθηκε το χρέος της πατρικής εκδίκησης. Ο Απόλλωνας του ζήτησε να έρθει στην πατρίδα χωρίς στρατό. Δεν ήταν ανάγκη να αιματοκυληθεί η χώρα. Θα πλήρωναν μόνο αυτοί που έφταιγαν!
Οι θεοί των Ελλήνων δεν ζητούν αθώο αίμα! Αν πρέπει κάποιος να τιμωρηθεί, είναι αυτός που διέπραξε το αδίκημα. Ο Ορέστης μας ξεκαθαρίζει πως ήρθε στις Μυκήνες να ξεπλύνει ντροπές, ν’ αποδώσει δικαιοσύνη, σταλμένος από τους θεούς. Άρα ό,τι θα κάνει, δεν το κάνει γιατί έχει εγκληματικό χαρακτήρα, αλλά γιατί το επιτάσσει το χρέος του.
Μετά ο τραγικός μας ποιητής παρουσιάζει την Ηλέκτρα ν’ απαριθμεί τις συμφορές της:
« Καθάριο φως,
κι αγέρα, της γης αδερφέ,
πόσες ακούς θρήνων κραυγές,
πόσες ακούς βροντερές χτυπιές
στέρνων καταματωμένων, κάθε φορά
που η ζοφερή νύχτα στερεύει.
Όσο για τα νυχτέρια μου, το μισερό
το ξέρει στρώμα του θλιβερού σπιτιού
πόσο θρηνώ για το δυστυχισμένο
τον πατέρα μου που σε βάρβαρη γη
δεν του χάρισε θάνατο ο Άρης,
η μάνα μου όμως κι ο εραστής ο Αίγισθος,
καθώς οι ξυλοκόποι πελεκούν βελανιδιά,
με φονικό τσεκούρι το κεφάλι του σκίζουν.
Κι άλλος από μένα κανένας
δε σε πόνεσε, πατέρα, που τέτοιο
φριχτό, πικρό θάνατο βρήκες.
Μα ποτέ δε θα πάψω να θρηνώ,
να βογγώ γοερά,
όσο θα βλέπω των άστρων το φέγγος
να τρέμει κι όσο της μέρας το φως·
να σκούζω σαν αηδόνα που τα παιδιά της έχασε
και στα πατρικά πεζούλια ο λάλος
να πηγαινοφέρνει τον αντίλαλο.
Της Περσεφόνης και του Χάρου κατοικιά,
του Κάτω Κόσμου Ερμή, Αρά- κατάρα (*18),
κόρες θεών, Ερινύες σεμνές
που βλέπετε τους αδικοχαμένους,
αλλά κι όσους τρυπώνουν σε κρεβάτια ξένα,
ελάτε, συντρέχτε, πληρώστε του δικού μου
πατέρα φόνο
και στείλτε μου τον αδερφό·
γιατί μόνη μου πια δεν μπορώ, δε βαστάω
το βαρύ τ’ αντιζύγι της λύπης. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 86-120 )
Στη συνέχεια απευθύνεται στις συμπατριώτισσές της Μυκηναίες, οι οποίες αποτελούν τον χορό της τραγωδίας, ζητώντας τη συμπάθειά τους. Ζητάει την κατανόησή τους λέγοντας τα βάσανά της και την αιτία του μίσους της:
« Γυναίκες, ντρέπομαι που φαίνομαι, τόσο πολύ
να σας στενοχωρώ με τους πολλούς μου θρήνους.
Η βία μ’ ανάγκασε να το κάνω·
συμπαθάτε·. Ποια της σειράς μου
βλέποντας τα πάθη του πατέρα της
δε θα ‘κανε έτσι, γι’ αυτά που μέρα νύχτα εγώ
να μπουμπουκιάζουν βλέπω αντί να ρεύουν·
και πρώτα η μάνα που με γέννησε,
ο πιο τρανός εχθρός μου εστάθη. Στο σπίτι πάλι
με τους φονιάδες του πατέρα μου κοιτάζομαι
και γονατίζω μπρος τους κι είναι στο χέρι τους
πότε να παίρνω, πότε να μου παίρνουν.
Τι μέρες θέλεις να περνώ; Να βλέπω
τον Αίγισθο στη θέση του πατέρα
θρονιασμένο, να βλέπω να φορεί
τις ίδιες φορεσιές, να θυσιάζει
στους βωμούς που πλάι τον μακέλεψε,
να βλέπω και την πιο στερνή ντροπή,
το μακελάρη στου πατέρα μου το στρώμα
με την πανάθλια μάνα, αν πρέπει
μάνα να την πω, μαζί του να κυλιέται.
Τόσην αποκοτιά να ζει με το μαγαρισμένο
και να μη σκιάζεται καμιά απ’ τις Ερινύες
και σα ν’ αναγελά με τα καμώματά της,
βρίσκει τη μέρα κείνη που τον πατέρα μου
με δόλο σκότωσε και τότε στήνει
χορό και φέρνει πρόβατα σφαχτά
στης σωτηρίας τους θεούς, μήνα το μήνα.
Να τα βλέπω στο σπίτι μου, μόνη,
κλαίω η δύσμοιρη και μονάχη μου λιώνω,
κρυφά βογκώ για το φαρμακωμένο το τραπέζι
που πήρε του πατέρα τ’ όνομα. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 254- 285 )
Σε επόμενη σκηνή παρουσιάζεται η Χρυσόθεμη κρατώντας τις νεκρικές προσφορές, με εντολή της μάνας της, προς τον δολοφονημένο πατέρα τους. Είναι συγκαταβατική, έχει αποδεχθεί την κατάσταση που επικρατεί στο παλάτι για να περάσει καλά. Λέει, λοιπόν, στην αδερφή της, που είναι απόλυτη και εμμένει στην αντιπαράθεση με τη μάνα και τον εραστή της:
« Αδερφή μου, τι φωνές ήρθες πάλι να βάλεις
στο πεζούλι της θύρας; ο χρόνος ο πολύς
δε σ’ έμαθε να θες να μη βουλιάζεις
σε κούφιο κι ανώφελο πάθος;
Εγώ το ξέρω πόσο πονώ για κείνο
που μας βρήκε· κι άμα είχα θάρρος,
θα το ‘δειχνα τι σκέφτομαι για κείνους.
Τώρα μαζεύω τα πανιά στη συφορά
και δεν καυχιέμαι πως κάτι κάνω,
ενώ δεν κάνω τίποτα· έτσι κι εσύ θέλω να πράξεις.
Το δίκιο, δεν είναι όπως το λέω,
Όπως εσύ το κρίνεις είναι. Μ’ αν θέλω λεύτερη
να ζω, θα σκύβω πάντα στους αφέντες. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 328- 340 )
Για να πάρει αποστομωτική απάντηση από την Ηλέκτρα, που είναι ασυμβίβαστη, έστω κι αν κακοπερνάει:
« Συ, κι αν μισείς, μισείς με λόγια μόνο,
στην πράξη όμως μόνοιασες με τους φονιάδες.
Εγώ ποτέ δε θα ζαρώσω μπρος τους
Ούτε κι αν ήταν να μου χάριζαν τα δώρα τους
που σ’ έχουν ξεσηκώσει. Να χαίρεσαι
το πλούσιο φαΐ, να κολυμπάς στον πλούτο.
Ας ήτανε το μόνο μου φαΐ, να μην πονάω.
Δε λαχταράω τις τιμές που σου ‘χουν τύχει. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 358-364 )
Για να φανεί το χάσμα στις σχέσεις Κλυταιμήστρας και Ηλέκτρας ο Σοφοκλής δίνει έναν διαπληκτισμό μεταξύ μάνας και κόρης. Λέει η μάνα:
« Επήγες και ξεστόμισες και σε πολλούς για μένα,
πως είμαι τύραννος και κυβερνώ παράνομα
και πως περιφρονώ και σε και τα δικά σου.
Δε σε περιφρονώ· σε βρίζω μόνο,
ακούγοντας συχνά βρισιές κι απ’ τη μεριά σου.
Μοναδικό, παντοτινό σου πρόσχημα,
πως ο πατέρας επέθανε από μένα. Από μένα!
Το παίρνω πάνω μου και δεν τ’ αρνιέμαι.
Η δίκη τόνε σκότωσε κι όχι μονάχη εγώ,
και χρώσταγες κι εσύ να τη συντρέξεις, αν είχες λίγο νου.
Γιατί αυτός ο πατέρας σου, που όλο τον κλαις, ήταν ο μόνος
Έλληνας που τόλμησε θυσία να προσφέρει
την αδερφή σου στους θεούς, μια κι όταν έσπερνε
δεν πόνεσε, καθώς εγώ σαν τη γεννούσα.
Ας είναι· μα πες μου τούτο· για ποιόνε τη θυσίασε;
Για τους Αργείτες; Στο χέρι τους δεν ήτανε
να σφάξουνε παιδί μου· για το Μενέλαο
τον αδερφό του σκότωσε την κόρη μου;
Και δε χρωστούσε να πληρώσει;
Δεν είχε κείνος δυο παιδιά, δεν ήτανε σωστό
αντί για το δικό μου αυτά να χάνονταν; πατέρα είχανε
και μάνα, που για χατίρι της ο στόλος αρματώθηκε.
Για τα δικά μου τα παιδιά είχεν ο Χάρος
όρεξη, για τα δικά του ήταν χορτασμένος; » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 520-543 )
Για να πάρει από την Ηλέκτρα την απάντηση:
« Μιλάω, λοιπόν· λες τον πατέρα μου πως σκότωσες·
Γίνεται λόγος πιο ξεδιάντροπος, είχες
δεν είχες δίκιο; Άδικα των αδίκων
τον εσκότωσες, σ’ το λέω, αλλά σε πλάνεψε
άντρας κακός, που τώρα μόνοιασες μαζί του.
Ρώτα την Άρτεμιν την κυνηγήτρα ποιος έφταιγε
και στην Αυλίδα κράτησε τον ταξιδιώτην άνεμο,
ή θα σ’ το πω εγώ. Δε γίνεται από κείνη να το μάθεις.
Ακούω να λένε, πως ο πατέρας στης θεάς το δάσος
περιδιάβαζε και σήκωσε με το περπάτημα
ελάφι παρδαλό με κέρατα μεγάλα· το ‘σφαξε
και καμαρώνοντας μεγάλο λόγο πέταξε.
Γι’ αυτό η κόρη της Λητούς (*19) οργίστηκε·
τους Αχαιούς κρατούσε ώσπου να πάρει πληρωμή
αντί τ’ αγρίμι την κόρη απ’ τον πατέρα μου.
Έτσι έγινε η θυσία της. Για το στρατό
κλειστός ο δρόμος και της Τροίας και της πατρίδας.
Για τούτο με τη βία, με δισταγμούς πολλούς, στο τέλος
τη θυσίασε κι όχι για το Μενέλαο.
Αν πάλι, για να τον πω το λόγο σου, για κείνον το ‘καμε
θέλοντας να τον σώσει, χρωστούσε να πεθάνει
από το χέρι σου; Με ποιο νόμο; Κοίτα καλά,
βάζοντας τέτοιο νόμο, βάζεις θηλιά κακή
στο σβέρκο σου και θα το μετανιώσεις.
Αν είναι να σκοτώνει ο ένας τον άλλο,
πρώτη θα πέθαινες εσύ με τέτοιο νόμο.
Κοίτα μη βρίσκεις πρόφαση που δεν περνάει.
Μα πες μου, αν αγαπάς, τι σ’ έπιασε και κάνεις
του κόσμου τα αισχρά πράγματα;
Με το φονιά κοιμάσαι, αφού ξεπάστρεψες
μαζί του τον πατέρα μου, κάνεις παιδιά,
ενώ τα νόμιμα και τα βλογητικά
στην εξορία κρατείς. Θες και να σε παινέψω;
Ή μήπως πεις πως το κορίτσι σου εκδικιέσαι;
Ντροπή σου κι αν το πεις. Ωραία ζευγαρώματα
με τους εχθρούς για χάρη του παιδιού σου!
Αλλά και μυαλό δεν μπορώ να σου βάλω,
μια και πήρες τους δρόμους και λες πως τη μητέρα μας
κακολογάμε, που τύραννο περσότερο
παρά μητέρα την έχω εγώ για μένα,
που τη βαστάω τη ζωή με χίλια βάσανα
ζώντας μαζί με σένα και τον άντρα σου·
κι ο άλλος μακριά, μόλις που ξέφυγε απ’ τα χέρια σου,
ζει μαύρη ζωή ο δύστυχος Ορέστης,
που πάντα μου χτυπάς πως τιμωρό τον μεγαλώνω.
Αν πέρναγε απ’ το χέρι μου, θα το ‘κανα κι αυτό,
βάλ’ το καλά στο νου σου. Μπορείς λοιπόν γι’ αυτά
να βγεις στο δρόμο και να πεις πως είμαι φαρμακόγλωσση,
κακιά γυναίκα ξεδιάντροπη.
Αν είναι φυσικό μου κάτι τέτοιο,
θαρρώ, το φυσικό σου δεν ντροπιάζω. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 558-609 )
Έτσι η νέα καταλήγει στην διαπίστωση: « αισχροίς γαρ αισχρά πράγματ’ εκδιδάσκεται » [ τα έργα της ντροπής από ντροπές μαθαίνουμε ]
Η Κλυταιμήστρα, μετά το παράξενο όνειρο, δεν έμεινε στο να στείλει χοές στο νεκρό Αγαμέμνονα, αλλά στους βωμούς του παλατιού κάνει θυσία και προσεύχεται. Απευθύνεται στις υπηρέτριες που την βοηθούν και τους θεούς μετά, λέγοντας:
« Ύψωσε της θυσίας τους καρπούς, γυναίκα,
στον Κύριο και Θεό μας, κάνω προσευχή,
να λύσει την τρομάρα που με δένει.
Τώρα μπορείς ν’ ακούσεις τα λόγια μου
τα σκεπασμένα, προστάτη Φοίβε· σε φίλους
δε μιλώ μπροστά κι ούτε στο φως μπορώ
όλα να ξεσκεπάσω με τούτη δω κοντά μου,
μήπως με γλώσσα φθονερή γεμίσει
αφύσικες την πόλη διαδόσεις.
Άκουσε κι έτσι, γιατί κι εγώ έτσι θα τα πω.
Αυτά τα δίστομα των ονείρων φαντάσματα
που είδα τη νύχτα, άναξ Απόλλων,
αν ήτανε καλό σημάδι, κάνε να βγουν αλήθεια·
αν ήτανε κακό, να πέσουν πάνω στους εχτρούς·
και να μην αφήσεις απ’ τα πλούτη μου να με πετάξουν
όσοι το μηχανεύονται κρυφά με δόλο,
αλλά να ζω ζωή γαληνεμένη πάντα,
να κυβερνώ των Ατρειδών τα σπίτια και το στέμμα·
με φίλους να ‘μια, τους ίδιους που καλοπερνώ και τώρα,
κι απ’ τα παιδιά μου κοντά μου να ‘χω
όσα δε με ποτίζουνε με λύπες και φαρμάκια.
Άκου με και σπλαχνίσου, Απόλλων Λύκειε,
και δώσε μας, καθώς παρακαλούμε, όλα τούτα.
Για τ’ άλλα πια, κι αν τα σωπαίνω εγώ,
είσαι θεός και καρτερώ πως θα τα καταλάβεις.
Του Διός τα τέκνα βέβαια βλέπουνε τα πάντα. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 634-659 )
Αμέσως μετά την θυσία παρουσιάστηκε ο παιδαγωγός του Ορέστη, σαν αποσταλμένος, δήθεν, από τη Φωκίδα φέρνοντας το νέο για τον χαμό του Ορέστη. Ανάμεσα στον παιδαγωγό και την βασίλισσα έγινε ο ακόλουθος διάλογος, όπου ο παιδαγωγός αναφέρει και τον τρόπο, που τάχατες σκοτώθηκε ο γιος της:
« ΠΑ.: Χαίρε, βασίλισσα. Καλά μαντάτα φέρνω.
σε σένα και τον Αίγισθο από δικούς σας φίλους.
ΚΛ.: Λόγος καλοδεχούμενος· θέλω να μάθω
πρώτα ποιος άνθρωπος σε στέλνει.
ΠΑ.: Ο Φωκίτης Φανοτεύς· σπουδαίο νέο φέρνω.
ΚΛ.: Ποιο, ξένε, πες το· φίλος σε στέλνει,
δεν αμφιβάλλω, καλό θα πεις μαντάτο.
ΠΑ.: Πέθανε ο Ορέστης· κοντολογίς, αυτό ‘ναι.
ΗΛ.: Ώχου μου, η μαύρη· σήμερα χάθηκα.
ΚΛ.: Τι λες; Τι λές, ξένε; Μην την ακούς.
ΠΑ.: Πως πέθανε ο Ορέστης, είπα και ξαναλέω.
ΗΛ.: Χάθηκα η άμοιρη και τίποτα δεν είμαι.
ΚΛ.: Κοίταξε τα δικά σου εσύ. Μα πες μου, ξένε,
την αλήθεια· πώς εχάθηκε;
ΠΑ.: Γι’ αυτό με στείλαν, και θα τα πω με τη σειρά.
Πήγε κι αυτός στους Δελφικούς αγώνες,
το καμάρι της Ελλάδας, για να κερδίσει το στεφάνι.
Όταν άκουσε τον κήρυκα δυνατά ν’ αναγγέλλει
το δρόμο, το πρώτο αγώνισμα, μπήκε
λαμπρός στο στίβο, κι όλοι τον θαύμασαν.
Σύμφωνα με τη φύση του, τον τέλειωσε το δρόμο
και βγήκε με πολύτιμο στεφάνι νίκης.
Πώς να σου πω με λόγια λίγα τις νίκες
τις πολλές που νίκησε τ’ αγόρι σου, δεν ξέρω.
Τούτο μονάχα: σ’ όσους προκήρυξαν αγώνες
οι αθλοθέτες πήρε μέρος και βγήκε νικητής·
τον μακαρίζαν· Αργείος, λέγαν,
ο Ορέστης με τ’ όνομα, του Αγαμέμνονος γιος,
που κάποτε ξεσήκωσε το δοξασμένο στρατό της Ελλάδας.
Έτσι μ’ αυτά. Όταν όμως κάποιος θεός χτυπήσει,
τρανός κι αν είσαι, να το ξεφύγεις δεν μπορείς.
Την άλλη μέρα, το ξημέρωμα,
στους γρήγορους αγώνες των αλόγων,
μπήκε στο στίβο με πολλούς αρματοδρόμους.
Ο πρώτος Αχαιός, ο άλλος απ’ τη Σπάρτη,
δυο Λίβυες ζεμένα είχαν τ’ άρματα ζευγαρωτά,
ο Ορέστης με θεσσαλικά πουλάρια πέμπτος,
έκτος ο Αιτωλός με τα ξανθιά φαριά του,
ο έβδομος από τη Μαγνησία κάποιος·
μ’ άτια λευκά ένας Αινιάνας όγδοος,
ο ένατος απ’ τη θεόχτιστη Αθήνα·
ο Βοιωτός το δέκατο κρατούσεν άρμα.
Σταθήκαν όπου τάξαν οι κριτές,
τραβώντας κλήρο· μπήκαν στ’ αμάξια
και με σκούξιμο της σάλπιγγας ορμήσαν.
Βαθιά κεντούσαν τ’ άλογα, ετίναζαν τα γκέμια.
Ο δρόμος όλος γέμισε χτύπους αρμάτων
βροντερών. Ο κουρνιαχτός σηκώθηκε
ψηλά· κι όλοι μαζί ανάκατα
κι αλύπητα μοιράζανε κεντιές για να περάσουν
τους τροχούς των άλλων αμαξιών και των φαριών τη λύσσα.
Αφρούς γεμίζαν πλάτες και τροχοί
που βγάζαν τα ρουθούνια των αλόγων.
Ορθά κρατιόνταν στην αρχή τ’ άρματα όλα.,
Ύστερα τ’ ατίθασα πουλάρια του Αινιάνα
του κεφαλιού τους κάνουν, κι όταν τελειώναν
τη στροφή την έκτη για την έβδομη του στίβου,
χτυπούν κατάμουτρα στο λιβυκό τ’ αμάξι.
Μετά το πρώτο το κακό, σωριάζεται ένας
πάνω στον άλλο τσακισμένοι, κι ο στίβος όλος
της Κρίσας γέμισεν άλογα και ναυάγια.
Καλός στο χαλινάρι ο Αθηναίος, σαν το ‘νιωσε,
τραβάει παράμερα κι ανοίγεται, το σάλο
αφήνοντας στη μέση των αλόγων να χτυπιέται.
Στερνός- στερνός ο Ορέστης οδηγούσε κρατώντας
τα πουλάρια του γι’ αργότερα και πίστευε στη νίκη.
Βλέπει τον Αθηναίο να ‘χει μείνει μοναχός, και σφυριχτή
καμουτσιά δίνει στ’ αυτιά των πουλαριών,
τον παίρνει το κατόπι και σα ζευγάρι τρέχανε
πότ’ ο ένας, πότ’ ο άλλος, ίσα- ίσα
ένα κεφάλι από τ’ αμάξια να περσεύει.
Αυτός [ο Ορέστης], στον ακρινό στύλο περνούσε
με του τροχού τον άξονα ξυστά· τ’ άλογο το δεξί
χαλάρωνε κι έσφιγγε τ’ από μέσα.
Κι όλους τους άλλους γύρους πέρασε στρωτά,
ορθός ο μαύρος κα μ’ ορθό τ’ αμάξι.
Απάντεχα τ’ αριστερό το γκέμι στη στροφή
λασκάροντας, χτυπά στον ακρινό το στύλο·
τ’ αξόνι τσάκισε στα δυο· γλιστράει
και πέφτει· μπερδεύεται στα δουλεμένα
χαλινάρια· πέφτοντας σκορπιστήκανε
καταμεσίς στο στίβο τα πουλάρια.
Όταν τον είδε σωριασμένον απ’ τ’ αμάξι,
λαός πολύς το θρήνησε το παλικάρι
που τέτοια μοίρα του ‘λαχε κάνοντας τόσα,
να σέρνεται στη γη, στον ουρανό να δείχνει
τα ποδάρια, ώσπου μόλις που μπόρεσαν
αρματηλάτες να σταματήσουν τ’ άλογα, που τρέχαν,
να τόνε λύσουν, ματωμένο τόσο, που φίλος
δε θα γνώριζε κανείς το θλιβερό κορμί του.
Τον κάψαν στη φωτιά ευθύς, και με μικρό λαγήνι
χάλκινο, το μέγα σώμα, στάχτη φριχτή,
το κουβαλούν Φωκίτες διορισμένοι,
στην πατρική του γη να βρει δυο μέτρα τάφο.
Έτσι που λες μ’ αυτά. και να τα πεις πονάς.
Μα κείνοι που τα ζήσαν, και τα ζήσαμε,
κακό μεγάλο σαν κι αυτό δεν είδαμε ποτέ μας. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 666-763 )
Η Ηλέκτρα είχε παρακολουθήσει την κουβέντα της μάνας της και του παιδαγωγού. Σπάραξε η καρδιά της σαν έμαθε το θάνατο του αδερφού της. Διέκρινε όμως στο ύφος της μάνας της την κρυφή χαρά και γι’ αυτό λέει:
« Είδατε πώς πικράθηκε και πόνεσε,
πώς δάκρυσε και βόγκησε η καημένη
που το παιδί της χάθηκε και πάει;
Κρυφογελώντας έφυγε. Αλίμονό μου, η μαύρη,
πέθανες και μ’ αφάνισες, Ορέστη μου, καλέ μου.
Πήρες το δρόμο σου, κι από τα σπλάχνα μου ξερίζωσες
όσες ελπίδες φύτρωναν, πως θα γυρίσεις
ζωντανός και του πατέρα τιμωρός και μένα
της ταλαίπωρης. Και τώρα πού να πάω;
Τώρα είμαι μόνη, δίχως πατέρα
δίχως εσένα. Πρέπει να σκύψω το κεφάλι
στους πιο τρανούς εχθρούς μου, στου γονιού μου
τους φονιάδες. Καλά δεν είμαι τάχα;
Στα χρόνια που θα ‘ρθουν δε θα πατήσω
σπίτι τους, θα πέσω στο κατώφλι τούτο δω,
δίχως δικούς σιγά- σιγά να λιώσω·
κι αν γίνω, πάλι, βάρος για τους μέσα,
να με σκοτώσουν· ο θάνατος χαρά,
λύπη να ζω· δεν τη διψάω τη ζωή. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 804-822 )
Κι ενώ μοιρολογούσε, γύρισε από τον τάφο του πατέρα τους η Χρυσόθεμη, η οποία της εξιστορεί όσα είδε:
« Σου λέω όσα είδα.
όταν πήγα στον παλαιό τον τάφο του πατέρα,
απάνω- πάνω στην κορυφή του βλέπω γάλα
χυμένο και νεοράντιστο και γύρω- γύρω
λουλούδια πλήθος νάν’ στο μνήμα σα στεφάνι.
Τα βλέπω και σαστίζω· τα μάτια στρέφω γύρα,
μήπως σιμώνει κατά κει κανένας.
Καθώς ο τόπος ήσυχος φαινόταν, ακόμη πιο κοντά
στο μνήμα σύρθηκα. Πάνω στου τύμβου την κορφή
βλέπω ένα βόστρυχο μαλλιών κομμένο πρόσφατα.
Τον είδα, η μαύρη, κι ευθύς σφηνώθηκε στο νου
γνωστή μορφή, πως βλέπω σημάδι αλάθευτο
του πιο αγαπημένου μέσα σ’ όλους, του Ορέστη μας.
Στα χέρια τον κρατώ, δεν έβγαλα μιλιά καθόλου
και δάκρυα χαράς μουσκέψανε το μάγουλό μου.
Και τώρα καθώς και κείνη τη στιγμή, βαθιά πιστεύω
ήταν δική του προσφορά κι άλλου κανένα.
Έξω από μας, ποιος άλλος χρώσταγε το τάμα;
Εγώ δεν το ‘καμα, αυτό το ξέρω, μήτε κι εσύ·
και πώς, αφού να ξεμακρύνεις δεν μπορείς,
ούτε για το ναό, δίχως πικρά να μετανιώσεις.
Μήτε η μητέρα πάλι· τέτοια δεν έχει διάθεση
να κάνει, ούτε θα το ‘κρυβε· λοιπόν
είναι του Ορέστη τα νεκρικά τα πρόσφορα.
Θάρρος, καλή μου· στους ίδιους ο ίδιος θεός
δεν παραστέκει πάντα· πικρός κι ανάποδος
μας στάθηκεν ως τώρα· μα ίσως η μέρα τούτη
για μύριες ομορφιές αρχή μπορεί να γίνει. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 892-919 )
Μα η Ηλέκτρα, που θαρρούσε πως είχε δει στην υδρία τη στάχτη του νεκρού αδερφού, δεν πίστεψε τα λόγια της Χρυσόθεμης. Με αποφασιστικότητα παίρνει πάνω της την ευθύνη, τώρα που χάθηκε ο Ορέστης της, να αποτελειώσει το χρέος. Τότε θα μπορέσει να νιώσει ελεύθερη και να κάνει γάμο ταιριαστό. Τότε όλος ο κόσμος θα νιώσει σέβας για τις αδερφές, και γι’ αυτό προσπαθεί να πείσει την Χρυσόθεμη να την συντρέξει. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να έχουν ψηλά το κεφάλι. Μ’ αυτά τα λόγια μίλησε στην Χρυσόθεμη:
« Άκου λοιπόν τι σκέφτομαι να κάνω.
Ξέρεις πως παραστάτη δικό μας δεν έχουμε πια·
ο Άδης μας τους πήρε κι ορφανέψαμε
κι έτσι μονάχες μείναμε στον κόσμο.
Εγώ ν’ ακούω τον αδερφό μας να φουντώνει
σα δεντρί, κρατούσα ελπίδες πως θα ‘ρθει,
το φόνο του πατέρα να λυτρώσει.
Τώρα που ο [ο Ορέστης] δεν υπάρχει πια, γυρνώ σε σένα
που του πατέρα το φονιά, τον Αίγισθο
μαζί μου θα σκοτώσεις.
Τίποτα πια δεν πρέπει να σου κρύβω.
Θα κάθεσαι και θα κοιτάς; ως πότε; Βλέπεις
καμιάν ελπίδα ορθή; Στέκεις και κλαις
δίχως να γεύεσαι τα πατρικά σου πλούτη·
στέκεις πικρή χρόνια και χρόνια τώρα,
γυρνώντας δίχως άντρα και κρεβάτι.
Αυτά να τα πετύχεις, μην ελπίζεις.
Άντρας τρελός δεν είναι ο Αίγισθος
ν’ αφήσει να φυτρώσει γενιά δική μου
και δική σου, του κεφαλιού του συμφορά.
Αν στέρξεις τις ορμήνιες μου, πρώτα θα τιμηθείς
για την ευσέβειά σου απ’ τον πατέρα
το νεκρό κι από τον αδερφό στον Κάτω Κόσμο.
Κατόπι, λεύτερη, καθώς γεννήθηκες,
θα γίνεις πάλι, και γάμο ταιριαστό θα κάνεις.
Καθένας αγαπά και βλέπει χάρες.
Φήμη και δόξα δε βλέπεις πόση θα ‘χεις
κι εσύ κι εγώ, αν θες να με πιστέψεις;
Ποιος πατριώτης και ποιος ξένος θα μας δει
και δε θα μας παινέψει χαιρετώντας;
« Δέστε τα δυο κορίτσια, φίλοι μου,
που σώσανε το πατρικό τους σπίτι,
χωρίς να λυπηθούνε τη ζωή τους
και τους εχθρούς που ‘χαν γερά στεριώσει σκότωσαν.
Χρωστάμε σεβασμό κι αγάπην όλοι.
Χρωστάμε σε χαρές και πανηγύρια
όλοι μας να τιμάμε την αντρεία τους ».
Τέτοια για μας οι άνθρωποι θα λένε·
νεκρές ή ζωντανές, δε θα μας λείψει δόξα.
Καλή μου, πείσου, βοήθα τον πατέρα,
σκύψε στον αδερφό, βγάλε με από τα βάσανα,
να βγεις κι εσύ, που ξέρεις ντροπή πως είναι
ζωή ντροπής σ’ ανθρώπους της σειράς μας. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 947-989 )
Η Ηλέκτρα δεν έκαμψε τις αντιρρήσεις της αδερφής της, η οποία προσπαθεί να την πείσει πως το εγχείρημά τους θα είναι άσκοπο. Τότε ο χορός παρεμβάλλεται και λέει: « προνοίας ουδέν ανθρώποις έφυ κέρδος λαβείν άμεινον, ουδέ νου σοφού » [ περίσκεψη και γνώση, ο άνθρωπος πιο σίγουρα δεν έχει κέρδη ]
Όταν έφυγε η Χρυσόθεμη, εμφανίστηκε ο Ορέστης με την υδρία, που δήθεν περιείχε τη στάχτη του νεκρού αδελφού της και η Ηλέκτρα ξέσπασε σε θρήνους, μοιρολογώντας έτσι τον αδελφό της:
« Ω θυμητάρι του πιο μου αγαπημένου,
απομεινάρι του Ορέστη, με τις ελπίδες
που σε προβοδούσα δε σε δέχομαι.
Τώρα το τίποτα βαστώ στα χέρια.
Όμορφο σ’ έβγαλα απ’ τα σπίτια μας, παιδί μου.
Μακάρι να ‘χα φύγει πρώτη,
προτού σε ξένη γη σε στείλω να σε σώσω,
από το φόνο κλέβοντάς σε με τα χέρια μου.
Γιατί νεκρός θα κείτοσουν εκείνη την ημέρα·
Λάκκο κοινό με τον πατέρα μας θα μοιραζόσουν.
Τώρα μακριά μας και σ’ άλλη γη φευγάτο
σε βρήκε το κακό χωρίς την αδερφή σου.
Και τα χεράκια μου, της δύστυχης εμένα,
μηδέ σε λούσαν, μηδέ σε στόλισαν,
μηδέ κρατήσαν στη φωτιά το καψερό κορμί σου.
Τα ξένα χέρια σε κηδέψαν, άμοιρε,
κι ήρθες μικρός- μικρός σ’ ένα λαγήνι.
Αλίμονο, της δύστυχης, χαράμι πάνε
οι κόποι μου γλυκά να σ’ αναστήσω.
Δεν ήσουνα της μάνας σπλάχνο παρά δικό μου
πιο πολύ κι άλλου κανένα μες στο σπίτι·
εμένα, παραμάνα σου, εμένα κι αδερφή σου
μέρα και νύχτα μ’ έκραζες.
Τώρα σε μιαν ημέρα χαθήκαν τούτα
και πέθαναν μαζί σου. Τ’ άρπαξες, όλα,
όπως η μπόρα, και πας. Πάει και ο πατέρας·
πέθανα κι εγώ. Πας του χαμού κι εσύ.
Γελάν οι εχθροί, χτυπιέται απ’ τη χαρά της
η κακομάνα η μάνα μας που μου ‘στελνες
μηνύματα πολλά, κρυφά πως θα φανερωθείς
εκδικητής της. τα ρήμαξε όλα
της δυστυχίας ο δαίμονας εμάς των δυο,
που μου ΄φερεν εδώ σκιά και στάχτη
ανήμπορη, αντίς τη λατρευτή μορφή σου. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 1126-1159 )
Τότε ήταν που λύγισε ο αδερφός της και της φανερώθηκε. Ο τραγικός ποιητής χρησιμοποιεί τον παρακάτω διάλογο:
« ΟΡ.: Αλιά μου, τι να πω; Αμήχανα λόγια;
Δεν αντέχω να κρατήσω τη γλώσσα μου πια.
ΗΛ.: Ποιος πόνος σε κρατεί, τι σ’ εμποδίζει να μιλήσεις;
ΟΡ.: Εσύ το περιλάλητο το πρόσωπο της Ηλέκτρας;
ΗΛ.: Ετούτο δω που έτσι δα κατάντησε.
ΟΡ.: Αλιά σου, δύστυχη, τι μαύρη συφορά.
ΗΛ.: Αδύνατο για μένα, ξένε, να στενάζεις έτσι.
ΟΡ.: Ρήμαξες, σώμα, μ’ άτιμο κι άθεο τρόπο.
ΗΛ.: Εμέ ξορκίζεις, ξένε, κι όχι άλλη;
ΟΡ.: Ώχου, π’ ανύπαντρη και δύσμοιρη μεγάλωσες.
ΗΛ.: Τι με ξετάζεις και στενάζεις, ξένε;
ΟΡ.: Γιατί δεν ήξερα κανένα απ’ τα δεινά μου.
ΗΛ.: Και τι κατάλαβες απ’ όσα λέμε τώρα;
ΟΡ.: Μες στα πολλά φαρμάκια σου σ’ αντίκρυσα.
ΗΛ.: Είδες τα λίγα απ’ τα πάθη μου.
ΟΡ.: Και θα γινότανε να δω κι άλλα χειρότερα;
ΗΛ.: Αφού συντροφεύω φονιάδες.
ΟΡ.: Ποιους και ποιανού; Τι ξεστομίζεις;
ΗΛ.: Του πατέρα, και τους δουλεύω με τη βία.
ΟΡ.: Και ποιος σε βάνει στην ανάγκη;
ΗΛ.: Μάνα τη λεν· μάνα δεν είναι όμως.
ΟΡ.: Τι κάνει; Με ντροπές ή απλώνει χέρια;
ΗΛ.: Με χέρια, με ντροπές και μ’ άλλα τόσα.
ΟΡ.: Κανείς δεν παραστέκεται να μπει στη μέση;
ΗΛ.: Κανείς. Ήταν αυτός που μου ‘φερες τη στάχτη.
……………………………………………………………
ΗΛ.: Δύστυχη πάλι, Ορέστη μου, για σένα,
σα μου στερήσουνε και την ταφή σου.
ΟΡ.: Άλλαξε λόγο. Άδικα τον κλαις.
ΗΛ.: Άδικα κλαίω το νεκρό αδερφό μου;
ΟΡ.: Άπρεπα λόγια λές γι’ αυτόν.
ΗΛ.: Τόσο του πεθαμένου είμαι ανάξια;
ΟΡ.: Ανάξια κανενός εσύ. Για τούτο δω ξενοιάσου.
ΗΛ.: Αφού βαστώ του Ορέστη μου το σώμα.
ΟΡ.: Δεν είν’ του Ορέστη. Είναι φκιαχτό, με λόγια.
ΗΛ.: Και πού έχει τάφο εκείνος ο ταλαίπωρος;
ΟΡ.: Δεν έχει. Οι ζωντανοί δεν έχουν τάφο.
ΗΛ.: Τι θες να πεις, παιδί μου;
ΟΡ.: Ψέματα δε σου λέω.
ΗΛ.: Ζει, ζει ο άνθρωπός μου;
ΟΡ.: Αν είμαι ζωντανός εγώ.
ΗΛ.: Εσύ είσαι κείνος;
ΟΡ.: Κοίτα το δαχτυλίδι του πατέρα μου
και πίστεψε πως καθαρά μιλάω.
ΗΛ.: Ευλογημένη μέρα.
ΟΡ.: Ευλογημένη, μάρτυρας κι εγώ.
ΗΛ.: Φωνούλα μου, ήρθες;
ΟΡ.: Απ’ άλλον μην το μάθεις.
ΗΛ.: Και σε κρατώ στην αγκαλιά μου;
ΟΡ.: ΄Ετσι θα μ’ έχεις πια για πάντα.
ΗΛ.: Γυναίκες της αγάπης μου και συμπολίτισσες,
κοιτάτε τον Ορέστη· με δόλο πέθανε,
με δόλο πάλι ζωντανός μας ήρθε.
ΧΟ.: Κόρη μου, τον κοιτώ κι απ’ την καλοτυχιά
δάκρυ κυλά στα μάτια μου χαράς. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 1174- 1198 και 1209- 1231 )
Αφού τα δυο αδέρφια έκλαψαν από χαρά, κατέστρωσαν το σχέδιο να βγάλουν από τη μέση τους τύραννους που έκαναν κατάχρηση της εξουσίας τους και ήσαν η αιτία της συμφοράς τους. Αυτούς που ατίμαζαν την οικογένεια και με δόλο είχαν σκοτώσει τον δοξασμένο πατέρα τους. Ζήτησαν τη συνδρομή των θεών προσκυνώντας τα αγάλματά τους στο παλάτι. Η Ηλέκτρα προσευχήθηκε στον Φοίβο λέγοντας:
« Απόλλων, βασιλιά, σπλαχνίσου κι άκουσέ τους,
και με μαζί μ’ αυτούς, που απλόχερα σου πρόσφερα
πολλά κι από τα λίγα που είχα. Τώρα, Λύκειε (*20)
Απόλλων, με όσα έχω προσπέφτω, σου ζητώ
και σ’ ικετεύω, βοήθα την πρόθεσή μας
πρόθυμα και δείξε στους ανθρώπους
με τι ποινές πληρώνουν οι θεοί τους παραβάτες. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 1376-1383 )
Με αποφασιστικότητα προχώρησε ο Ορέστης να βρει τη μάνα του για να της πάρει τη ζωή, κάνοντας το χρέος της. Του συμπαραστέκεται κι ο Ερμής ο Αργοφονιάς. Σε μια αντιστροφή λέει ο χορός:
« Με δόλο διαβαίνει τη θύρα
των νεκρών τιμωρός ίσια μέσα
στα πατρικά της κλήρας του πεζούλια,
τροχισμένο κρατώντας στο χέρι σπαθί.
Κι ο Ερμής, γιος της Μαίας,
με σκοτάδι τυλίγει το δόλο,
στο τέρμα τον σπρώχνει και δεν καρτερεί. » ( Σοφοκλής, “Ηλέκτρα” 1391- 1397 )
Ο Ορέστης με το καλοακονισμένο του σπαθί σωριάζει νεκρή πρώτα τη μάνα του και μετά τον Αίγισθο, έχοντας εκτελέσει το χρέος του απέναντι στον πατέρα του.

------------------------------------------------------------------------
(*18). Αρά- κατάρα: Αραί είναι δύο ειδών. Απευθύνονται στο θεό είτε για προσωπικό όφελος του προσευχόμενου είτε για βλάβη του εχθρού. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις ευχές και η δεύτερη τις κατάρες. Η κατάρα είναι μια σύντομη φράση, η οποία, βασιζόμενη στη μαγική δύναμη του λόγου, εκφράζει την επιθυμία κάποιου κακού, με την προσδοκία ότι αυτό θα πραγματοποιηθεί.

(*19). Λητώ: Κόρη των Τιτάμων Κοίου και Φοίβης. Από τον Δία απόκτησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Καταδιώχτηκε από την Ήρα, όταν την ερωτεύτηκε ο Δίας. Σαν ήταν να γεννήσει τα δίδυμά της καμιά περιοχή δεν την δεχόταν. Τελικά γέννησε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα στο περιπλανώμενο μέχρι τότε νησί Ορτυγία ( Δήλο ), που από τότε σταθεροποιήθηκε στη θέση όπου είναι σήμερα ( κι έτσι από άδηλος που ήταν έγινε φανερή= δήλος ).

(*20). Λύκειος Απόλλων: Ο Απόλλωνας ονομάζεται Λύκειος ως θεός του φωτός. Η ρίζα λυκ- σχετίχεται με το φως, όπως προκύπρει από τις λέξεις λυκαυγές, λυκόφως, ενώ στα λατινικά lux=φως. Το ίδιο επίθετο σημαίνει και τον λυκοφονιά ( λυκ-ος ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: