Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ορφέας και Ευριδίκη

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος
Ο Ορφέας είναι ένας μυθικός αοιδός, του οποίου η μορφή είναι φορτισμένη με συμβολικά στοιχεία και με γνωρίσματα ήρωα, θεού και ημιθέου. Θεωρείται γιος του θρακικού ποταμού Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης (*1). Υπήρξε μουσικός και ποιητής, βασικά θρησκευτικός ποιητής, και χαρακτηρίζεται ως « γόης από μουσικής άμα και μαντικής », αλλά και ιδρυτής μυστηριακών τελετών, ιερέας και προφήτης. Να επισημάνουμε ότι τιμήθηκε στον τάφο του με θυσίες ως θεός και όχι με εναγίσματα όπως οι ήρωες.
Η παράδοση μας λέει: « πρώτος Ορφεύς μυστήρια θεών παραδέδωκεν· όθεν και θρησκεία το μυστήριον καλείται, από του Θρακός Ορφέως » ( Σχόλιον εις Ευριπίδη, Αλκ. 968 ) Σε άλλη αναφορά διαβάζουμε: « Και ο Θρακιώτης ιερέας με το μακρύ ράσο, ο Ορφέας, υπήρξε γιος της Καλλιόπης και του ποταμού Οίαγρου. Ο Ορφέας πρώτος εισήγαγε τα μυστήρια, πρώτος επίσης συνέλαβε την αρμονία, δηλαδή τον ήχο των κοσμικών σφαιρών, που ξέρουμε ότι είναι εννιά. » ( Servius, In Verg. Aen. vi 645 )
Σχετικά με την μουσική του δεινότητα μας έχουν φτάσει πολλές μαρτυρίες: Όταν έπαιζε τη λύρα του ή την κιθάρα του ή τραγουδούσε, τα άγρια ζώα ημέρωναν και γονάτιζαν δίπλα του (« θήρας αγρώτας »), σμήνη πουλιών πλησίαζαν γοητευμένα και πετούσαν πάνω από το κεφάλι του, τα ψάρια πετάγονταν πάνω από τα γαλάζια νερά για να τον ακούσουν. Τα δέντρα στα δασωμένα φαράγγια του Όλυμπου μετακινούνταν προς τον αοιδό και η φωνή του σταματούσε τα ρείθρα των ποταμών. Οι πέτρες ακολουθούσαν τη γλυκιά μελωδία της κιθάρας του και οι άνθρωποι ξεχνούσαν κάθε πόνο και στεναχώρια μπροστά στο αντιλάλημα της λύρας. Πολλοί έβρισκαν το γιατρικό τους από ψυχικές και σωματικές αρρώστιες.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Μέχρι την εποχή του η λύρα είχε εφτά χορδές. Ο Ορφέας την τελειοποίησε προσθέτοντας άλλες δύο, ώστε το σύνολο των χορδών να συμβολόζει τις εννιά Μούσες. Μετά το θάνατό του έγινε ο καταστερισμός της “Λύρας”, ώστε « του αοιδού μνημόσυνον είη εν τοις άστροις ». Σχετικά με την κατασκευή της λύρας, την οποία ο Ορφέας με περισσή τέχνη έπαιζε, έχουμε την ακόλουθη πληροφόρηση: « κατευσκευάσθη ( λύρα ) δε το μεν πρώτον υπό Ερμού εκ χελώνης και των Απόλλωνος βοών· έσχε δε χορδάς επτά ή από ζ’ πλανητών ή των Ατλαντίδων· μετέβαλε δ’ αυτήν Απόλλων και συναρμοσάμενος ωδήν ( Ορφεί ) παρέδωκεν, ( ος Καλλιόπης υιός ων ), μιας των Μουσών, εποίησε τα χορδάς ( εννέα ) από των Μουσών αριθμού…» [ μετάφραση και συνέχεια κειμένου: Η λύρα κατασκευάστηκε αρχικά από τον Ερμή, από το καβούκι και από τα βόδια του Απόλλωνα· είχε επτά χορδές είτε από τους επτά πλανήτες είτε από τις Ατλαντίδες· την παρέλαβε αυτήν ο Απόλλων και, αφού έπαιξε την μελωδία, την παρέδωσε στον Ορφέα, ο οποίος, όντας γιος της Καλλιόπης, μιας από τις Μούσες, έκανε τις χορδές εννέα από τον αριθμό των Μουσών και προηγείται σε δόξα ανάμεσα στους ανθρώπους σε τέτοιο βαθμό που έχουν γι’ αυτόν μια τέτοια άποψη, ότι δηλαδή μάγευε τα θηρία με το τραγούδι του.]
Γι’ αυτό ο Ευριπίδης βάζει την Ιφιγένεια να λέει στον πατέρα της Αγαμέμνονα:
« Αν είχα, πατέρα, τη μιλιά του Ορφέα
κι αν τραγουδώντας έσερνα τις πέτρες πίσω μου
κι αν με λόγια γήτευα εκείνους που ποθούσα,
θα πάσχιζα…… ( Ευριπίδης, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, 1211- 1214 )
Ο Σιμωνίδης συμπληρώνει:
« Άπειρα πουλιά πετούσαν πάνω
από το κεφάλι του Ορφέα,
και με το όμορφο τραγούδι του
τα ψάρια ψηλά πηδούσαν
μέσα από το γαλάζιο το νερό. » ( Σιμωνίδης, απόσπ. 567 (62) Ρ )
Ο Ορφέας έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, όπου με τη λύρα του έδινε το ρυθμό στους κωπηλάτες, τους ξεκούραζε και τους ηρεμούσε όταν μάλωναν μεταξύ τους. Με τη μουσική του καταλάγιαζε τη μανία των κυμάτων, έθελξε τις Συμπληγάδες και τις ακινητοποίησε, επισκίασε το τραγούδι των Σειρήνων και πέρασαν από τον τόπο τους ανώδυνα, αποκοίμησε τον δράκοντα του φύλαγε το χρυσόμαλλο δέρας.
Στα “Αργοναυτικά” ο ίδιος αφηγείται στον μαθητή του Μουσαίο πώς πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία:
« Κι όταν συγκέντρωσε τους πολυξάκουστους βασιλιάδες,
στην αλογοθρέφτα Θράκη έσπευσε ο θεϊκός Ιάσονας ,
και με συνάντησε να κουρδίζω την πολυποίκιλη κιθάρα,
για να σκορπίσω το γλυκόφωνο τραγούδι μου για σένα
και να μαγέψω τ’ αγρίμια, τα ερπετά και τα πτηνά.
Κι όταν στο πολυλατρεμένο άντρο μπήκε,
απ’ τα δασύτριχα στήθη του άφησε γλυκιά φωνή:
« Ορφέα, αγαπημένε γιε της Καλλιόπης και του Οίαγρου,
που στη Βιστονία βασιλεύεις στους πολυπρόβατους
Κίκονες, χαίρε, αφού φτάνω για πρώτη φορά
στις σπηλιές του Αίμου και στα ρέματα του Στρυμόνα,
κοντά στα απόκρημνα φαράγγια της Ροδόπης.
Είμαι εγώ ο γιος του Αίσονα από τη Θεσσαλία,
που έλαχα αίμα ξεχωριστό ανάμεσα στους Μινύες·
φίλος σου πατρικός από φιλοξενία καυχιέμαι πως είμαι.
Μα, φίλε, πρόθυμα δέξου με και άκου τον λόγο μου
με ακοή μειλίχια, εισάκουσέ με που σε ικετεύω,
του Άξενου Πόντου τα βάθη και τον δύσκολο Φάση
να πλησιάσεις με το πλοίο Αργώ, και να μας δείξεις
της θάλασσας της παρθένας τα μονοπάτια, βοηθός ηρώων,
που τη δική σου περιμένουν κιθάρα και τη θεϊκή φωνή
ελπίζοντας να σε έχουν κοινό βοηθό των δυσκολιών
στο πέλαγος. Πράγματι, δεν σκέφτονται να ταξιδέψουν
σε βάρβαρα έθνη χωρίς εσένα· γιατί στο ζοφερό σκοτάδι
στα έσχατα βάθη, στον πάτο της σεβάσμιας γης
μόνος απ’ τους ανθρώπους μπορείς
να πλησιάσεις και να βρεις επιστροφή·
γι’ αυτό ανάλαβε μαζί με τους Μινύες προσπάθεια κοινή
και δόξα για να τη μαθαίνουν οι μελλοντικές γενιές.» » ( “Αργοναυτικά”, 70-95 )
Όμως το σημαντικότερο περιστατικό της ζωής του ήταν η κάθοδός του στου Άδη το ζοφερό βασίλειο. Αυτός είναι ο μύθος που μας ενδιαφέρει και γι’ αυτό θα τον παραθέσουμε:
[[ Ο ισόθεος Ορφέας ένιωσε την καρδιά του να πάλλεται σαν την γλυκόλαλη λύρα του όταν αντίκρισε την πανώρια Ευριδίκη. Τότε το τραγούδι του πήρα άλλο νόημα κι άλλη έκφραση. Ύμνησε την Κύπριδα και το φτερωτό γιο της, τον Έρωτα, που ξεσηκώνει τις φρένες του ανθρώπου. Αυτό το τραγούδι, που το συνόδευε ένα σμάρι αηδονιών με το κελάηδημά του, άκουσε η παρθενοκόρη και κοκκίνησε, καθώς η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τρελά για τον όμορφο τραγουδιστή, ο οποίος περιτριγυρισμένος από αγρίμια ημερωμένα, που μαγεμένα κάθιζαν στα πόδια, τραγουδούσε της καρδιάς του το σεβντά. Καθώς τα βήματα της αργά- αργά την έφερναν στον ομορφονιό θείο τραγουδιστή, κάθισε στα πόδια του, ανάμεσα σ’ ένα λιοντάρι κι έναν πάνθηρα, κι ακούμπησε το χέρι της στα γόνατά του, όπου κρατούσε την εννιάχορδη λύρα. Αυτό το άγγιγμα σήμανε το παντοτινό δέσιμό τους. Ο Ορφέας της έπιασε το χέρι και της τραγούδησε του υμέναιου τραγούδι. Μετά βύθισε το βλέμμα του στα σμαραγδένια μάτια της και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Μεμιάς αυτή πέταξε στον ουρανό και πλημμυρισμένη από ευτυχία δέχτηκε. Έτσι έσμιξαν οι δυο καρδιές και γίναν μία, ζώντας μέσα στην ευτυχία.
Μα κάποιος θεός ζήλεψε την ευτυχία τους, και το ζευγάρι δεν χάρηκε για πολύ. Ο Αρισταίος (*3), γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης, είδε τη νιόπαντρη Ευριδίκη μια μέρα σ’ ένα ολάνθιστο λειβάδι, παρέα με τις ολόχαρες νύμφες, να μαζεύει ανοιξιάτικα λουλούδια. Λιμπίστηκε τα κάλλη της τρυφερής σαν αγριολούλουδο νέας, κι όπως οι μέλισσές του θέλησε να τρυγήσει τον ευωδιαστό ανθρωποανθό. Με πόθο γύρεψε να σφίξει στην αγκαλιά του τη νιόπαντρη, κι αυτή έφυγε μακριά του τρέχοντας, μη θέλοντας να προδώσει του αγαπημένου της τον έρωτα. Μα ήταν άτυχη, γιατί ξέφρενη τρέχοντας πάτησε φίδι φαρμακερό, που θυμωμένο δάγκωσε τ’ αλαβάστρινο ποδάρι της. Άγρια κραυγή πόνου βγήκε από τα τρυφερά της χείλια και μεμιάς, σαν να πυρπολήθηκε το νεανικό κορμί της, άγριος πόνος την συνεπήρε κι έγειρε στων σαστισμένων συντοφισσών την αγκαλιά, νιώθοντας ν’ αχνοφεύγει η ψυχή της. Νεκρική χλωμάδα απλώθηκε στο πρόσωπό της και με παράπονο, που η μοίρες θέλησαν τόσο γρήγορα να κοπεί της ζωής της η κλωστή και ν’ αφήσει μόνο τον πολυαγαπημένο της Ορφέα, ένιωσε το παγωμένο του χάροντα χέρι να της ξεριζώνει την ψυχή και να την παίρνει στον Άδη.
Αγρίκησε του μάντη Ορφέα η ψυχή το κακό κι αλαφιασμένος έτρεξε εκεί που η καρδιά τον οδηγούσε. Πάνω στης γης το χαλί ήταν ξέπνοη η καλή του. Βαθιά θλίψη τον συνεπήρε, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα κι από τα πονεμένα του στήθια βγήκε μοιρολόγι που ’κανε ακόμη και τις πέτρες να ραγίζουν. Έπαψαν τα πουλιά να κελαηδούν κι έπιασαν κι αυτά το μοιρολόγι. Δυο μαύρα σύννεφα έκρυψαν τον ήλιο και χοντρές σταλαγματιές πότισαν τη γης, λες κι έκλαιγε ακόμη κι ο ουρανός.
Κι αφού ο θάνατος του πήρε στο βασίλειο του Πλούτωνα και της Περσεφόνης την αγαπημένη του γυναίκα, τίποτα δεν απόμεινε στον θείο αοιδό, παρά του θρήνου το λυπητερό τραγούδι. Αναπαμό δεν έβρισκε η ψυχή του κι όλη η φύση, επηρεασμένη από τους ήχους της λύρας, του συμπαραστεκόταν στον πόνο θρηνώντας μαζί του. Μαράθηκαν τα λούλουδα, τα δέντρα έσκυψαν από θλίψη και τα ελάφια έπαψαν να τρέχουν και να χαίρονται της άνοιξης τη χαρά. Πίκρανε ακόμη και των μελισσών το μέλι.
Μέσα στην μεγάλη του απόγνωση ο γιος της Μούσας παίρνει την παράτολμη απόφαση να φτάσει μέχρι του Άδη το βασίλειο και να γυρέψει να επιστρέψει η αγάπη του στο φως του ήλιου. Το μοναδικό του όπλο ήταν ο ήχος της λύρας, που μάγευε τ’ αυτιά και των θνητών και των αθανάτων. Πήρε λοιπόν το δρόμο για τον ζοφερό Κάτω Κόσμο. Πέρασε την τρισκότεινη σπηλιά του Ταίναρου και κατέβηκε στις όχθες της ιερής Στύγας (*4). Εκεί περίμενε τον νεκρών τον περαματάρη με τη βάρκα. Σαν έφτασε αυτός, τον παρακάλεσε ο πονεμένος άντρας σιμά να τον φέρει στην καλή του, εκεί που κατοικούν οι ίσκιοι. Μα πήρε σαν απάντηση ένα μεγάλο «όχι». Τότε πήρε την ξελογιάστρα λύρα κι άρχισε να σκορπάει μαυλιστικές μελωδίες. Στιγμή δεν έπαψε να παίζει μέχρι που ο ήχος έφτασε στης Περσεφόνης το χρυσό παλάτι. Ο Χάροντας άκουγε συνεπαρμένος κι ευθύς χούφτωσε των κουπιών τις χερολαβές και λάμνοντας τον έφερε στην αντικρινή όχθη, όπου ήταν των νεκρών η κατοικία. Στην είσοδο το τρικέφαλο σκυλί, ο Κέρβερος, έπαψε να αλυχτά και κούνησε τη φιδωτή ουρά του ημερωμένο. Οι σκιές του Άδη τριγύρισαν τον χαροκαμένο τραγουδιστή κι ακούγοντας τον πόνο του δάκρυζαν. Σταμάτησαν και τα μαρτύρια των περιβόητων καταδίκων. Έτσι ο Ιξίονας (*5) σταμάτησε να γυρίζει τον τροχό του. Ο Τάνταταλος (*6) ξέχασε το ατέλειωτο μαρτύριο της πείνας και της δίψας. Ο Σίσυφος (*7) να κυλάει το βράχο του στην ανηφόρα. Κάθισε πάνω του να ξεκουραστεί. Του Τιτυού (*8) έπαψαν τα όρνια του Κάτω Κόσμου να τρώνε το συκώτι. Οι Δαναΐδες (*9) σταμάτησαν το νεροκουβάλημα για να γεμίσουν το τρύπιο πιθάρι. Οι φοβερές Ερινύες (*10) έπαψαν να κυνηγούν τις ψυχές των φονιάδων κι άρχισαν το κλάμα. Η τρομαχτική τρικέφαλη Εκάτη (*11) σκέπασε με τα χέρια το πρόσωπό της για να μη φανεί πως τα μάτια της ήσαν βουρκωμένα. Οι κριτές (*12) έπαψαν να κρίνουν τις ψυχές κι αμήχανοι κρατούσαν τα ραβδιά τους.
Ο Πλούτωνας, ο ρήγας του Κάτω Κόσμου, σαν άκουσε τη θλιβερή μουσική έγειρε την κεφαλή από λύπη, ενώ η ρήγισσα Περσεφόνη ακούμπησε στα γόνατά του δακρυσμένη. Μετά σφούγγισε με την ανάποδη του χεριού τα μάτια της και μίλησε στον Ορφέα:
« Θνητέ, τι ζητάς στο έρεβος του βασιλείου μας; Αγνοείς πως πρώτα έπρεπε ν΄ αφήσεις το άθλιο ράκος των σαρκών σου στο κατώφλι της ζωής; »
Αφού τραγούδησε ακόμη ένα τραγούδι, όπου ιστορούσε την άδεια του ζωή χωρίς τη γλυκιά παρουσία της Ευριδίκης, κι έκρουε με περισσή τέχνη της λύρας της χορδές, βγάζοντας όλο τον πόνο της ψυχής του, έκαμε στο άκουσμα ν’ ανατριχιάσουν άψυχα κι έμψυχα και σαν απόσωσε το θλιβερό τραγούδι, αποκρίθηκε:
« Αθάνατοι άρχοντες του ζοφερού Τάρταρου, δεν θα ’παιρνα το κατηφορικό μονοπάτι για τον Κάτω Κόσμο, αν εδώ δεν είχατε ό,τι πολυτιμότερο για μένα. Εδώ στον κόσμο των σκιών έχετε αυτήν που αγαπώ πιότερο απ’ όλους. Δεν έχει νόημα πια για μένα η ζωή στο φως του ήλιου. Έτσι αποφάσισα να έρθω στο παλάτι σας και να ζητήσω ή να μου δώσετε πίσω την Ευριδίκη μου, ή να μείνω κι εγώ για πάντα. Δε μπορώ να ζήσω μακριά της. Σκέψου, αρχοντικέ Πλούτωνα, θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς την Περσεφόνη σου; Για μένα είναι άδεια η ζωή χωρίς την Ευριδίκη. Προσπέφτω στα πόδια σου και σε παρακαλάω, να την αφήσεις να γυρίσει πίσω στο σπιτικό μας, στο φως του ήλιου. Την πήρες πολύ νέα. Δε σου τη ζητώ για πάντα. Σαν έρθουν τ’ αναπόφευκτα γηρατειά, τότε μπορείς να μας πάρεις. Όμως, τώρα είναι τόσο νέα! Δείξε συμπόνια κι άφησέ την να γευτεί της ζωής τις χαρές. »
Για λίγο στάθηκε σκεφτικός του Άδη ο ρήγας, ενώ η όμορφη Περσεφόνη του ψιθύρισε να συγκατανεύσει στο γυρισμό της Ευριδίκης. Έτσι ο αδερφός του Δία, που βασίλευε στον Κάτω Κόσμο, πρόσταξε να οδηγήσουν την Ευριδίκη, που ήταν σε μια ομάδα νεοφερμένων σκιών, μπροστά του. Συνάμα είπε στον Ορφέα:
« Άξιε μουσικέ και ιερέα θεοσεβούμενε, θα γίνει καταπώς το θέλεις. Μα ο πατέρας όλων μας έχει θεσπίσει νόμο απαράβατο: κανείς θνητός να μη μπορεί να ιδεί των νεκρών τον ίσκιο. Έτσι όσο θα είσαι στο βασίλειό μου θ’ ακολουθείς τον Ερμή, που θα προπορεύεται. Πίσω σου θα έρχεται αμίλητη η Ευριδίκη. Όσο θα βαδίζετε στου Άδη το σκοτάδι, δε θα στρέψεις να τη δεις. Θυμίσου το καλά! Αν πισωκοιτάξεις , αυτοστιγμής θα χάσεις τη γυναίκα σου, που θα γυρίσει για πάντα στο βασίλειό μου. »
Δέχτηκε χαρούμενος ο θείος τραγουδιστής. Ο Ερμής έφερε την Ευριδίκη κι ο Ορφέας άνοιξε την αγκαλιά του, μα τον αποπήρε ο θεός:
« Δεν βλέπεις πως ακόμη είναι ένας ίσκιος; Κάμε υπομονή κι όταν ανέβουμε στο φως του ήλιου θα είναι ολάκερη δικιά σου. Καιρός είναι να πηγαίνουμε, κι ο δρόμος μας δύσκολος. »
Μπροστά πήγαινε ο φτεροπόδαρος θεός, πίσω του ο Ορφέας παίζοντας χαρούμενο, τώρα, σκοπό και παραπίσω αμίλητη η Ευριδίκη. Όσο βάδιζαν στο ανηφορικό μονοπάτι του Κάτω Κόσμου, που ’βγαζε στο Πάνω Κόσμο, η γυναίκα διατηρούσε τ’ απόκοσμα και φοβερά γνωρίσματα των υπάρξεων του Άδη, που δεν έπρεπε να δει ο άντρας της. Μα σαν έβγαιναν στο φως του ήλιου, όλα αυτά θα εξαφανίζονταν και θ’ αποχτούσε της ζωντανής τα γνωρίσματα.
Μετά από πολλή ώρα, κι αφού βάδισαν με κόπο στην ανηφόρα μεσ’ στο πυκνό σκοτάδι , έφτασαν στον ποταμό, όπου ο περαματάρης με τη βάρκα του τους πέρασε στην αντικρινή όχθη. Εκεί βρήκαν το μονοπάτι που γρήγορα θα τους έφερνε στον κόσμο των ζωντανών. Τότε είδαν ν’ αχνοφέγγει από μακριά το φως του πάνω Κόσμου. Λαχτάρησε ο ερωτευμένος μουσικός και δεν κρατήθηκε άλλο. Γύρισε να δει στο λιγοστό φως την αγαπημένη του, που τόσο του είχε λείψει. Ακολουθούσε, άραγε; Όλη αυτή την ώρα δεν ακούγονταν τα βήματά της, ούτε έβγαλε την παραμικρή μιλιά. Μα ήταν δυνατό ν’ ακουστούν τα βήματα ενός ασώματου ίσκιου; Κι ως γύρισε όλο λαχτάρα να πισωκοιτάξει παραβίασε τον όρο που του είχε τεθεί. Είδε τον ίσκιο, μα, ω θεοί! γιατί ο ίσκιος απομακρυνόταν; Άπλωσε το χέρι απελπισμένος, αλλά ο ίσκιος δεν ερχόταν σιμά του, έφευγε. Με απόγνωση ρίχτηκε σ’ ένα βράχο, τον αγκάλιασε κι άρχισε να θρηνεί. Η αδημονία του ήταν η αιτία να χάσει την Ευριδίκη για δεύτερη φορά.
Αλλά δεν το ’βαλε κάτω, άρχισε να τρέχει ξοπίσω της. Όμως οι χθόνιοι θεοί όρθωσαν μπροστά του εξεπέραστα εμπόδια ενώ ο περαματάρης Χάροντας του αρνήθηκε να τον περάσει πάλι με την βάρκα. Πάει, την έχασε την ευκαιρία. Εννιά μερόνυχτα έμεινε εκεί στην όχθη του ποταμού, που χωρίζει τους δύο κόσμους χύνοντας δάκρυα πικρά. Έτσι, με σερνάμενα βήματα, αργά- αργά γύρισε στον κόσμο, όπου ανήκε. Μετά περπάτησε μέχρι τη Θράκη. Εκεί περιπλανήθηκε στα λειβάδια και τα δάση νηστικός και διψασμένος, όπου στιγμή δεν έπαψε να κλαίει και να τα βάζει με τον εαυτό του, που είχε δείξει αδυναμία κι ήταν ανυπόμονος. Γύρισε στα καθήκοντά του ως ιερέας χωρίς ν’ αφήσει άλλη γυναίκα να μπει στη ζωή του. Συνέθεσε πλήθος τραγούδια και ύμνους. Μα ο σκοπός τους δεν ήταν πιά χαρούμενος. Αντανακλούσαν τη θλίψη της καρδιάς του. ]]
Την κάθοδο στον Άδη εξιστορεί ο ποιητής, που έγραψε τα “Αργοναυτικά”, διαμέσου του προσώπου του Ορφέα, που χρησιμοποιεί για την διήγηση της εκστρατείας:
« Κι άλλα σου απαρίθμησα, που είδα και κατανόησα,
όταν πέρασα το Ταίναρο, δρόμο σκοτεινό,
στον Άδη μέσα, έχοντας εμπιστοσύνη
στην κιθάρα μου για τον έρωτα της συζύγου· » ( “Αργοναυτικά” 40-42 )

---------------------------------------------------------------------------------
(*1). Εφόσον υπήρξε μεγάλος μουσικός ήταν φυσικό η γέννησή του να είναι συνδεδεμένη με κάποια μούσα (*2). Εκτός από την Καλλιόπη, αναφέρεται σαν μητέρα του και η μούσα Μελπομένη, η μούσα του άσματος, ακόμη και η μούσα Κλειώ, αφού ο Ορφέας ήταν ποιητής σοφός, πολυμαθής ή πολυμερής. Κάποιοι θεωρούν σαν μητέρα του τη Μενίππη, κόρη του μουσικού Θάμυρη. Λέγοντας πως πατέρας του ήταν ο ποταμός Οίαγρος, εννοούμε το πνεύμα του ποταμού. Όμως για τον Οίαγρο υπάρχει η παράδοση πως ήταν γιος του Χάροπα, κάποιου Θράκα, ο οποίος είχε βοηθήσει τον Διόνυσο εναντίον του βασιλιά Λυκούργου. Όταν ο Διόνυσος εξόντωσε τον Λυκούργο, έκανε βασιλιά της Θράκης τον Οίαγρο.
Σπανιώτερα, και μόνο “κατ’ επίκληση” θεωρήθηκε σαν πατέρας του Ορφέα ο Απόλλωνας.
Στους Ορφικούς ύμνους διαβάζουμε: « Ορφεύ, Καλλιόπης τε και Οιάγρου φίλε κούρε, Βιστονίη Κικόνεσσι πολυρρήνοισιν ανάσσων » [ μετάφρ.: Ορφέα, αγαπημένε γιε της Καλλιόπης και του Οίαγρου, που βασιλεύεις στου πολυπρόβατους Κίκονες της Βιστονίας.] ( “Αργοναυτικά”, 77-78 )

Κάποιοι συνδέουν γενεαλογικά τους δύο μεγάλους μας ποιητές Ησίοδο και Όμηρο με τον Ορφέα:
[[ Λένε πως από τον Απόλλωνα και τη Θόωσα, την κόρη του Ποσειδώνα, γεννήθηκε ο Λίνος, κι από τον Λίνο ο Πίερος, κι από τον Πίερο και τη νύμφη Μεθώνη ο Οίαγρος, κι από τον Οίαγρο και την Καλλιόπη ο Ορφέας, κι από τον Ορφέα ο Όρτης, κι από αυτόν ο Εύφημος, κι από Αυτόν ο Επιφράδης, κι από αυτόν ο Μελάνωπος, κι από αυτόν ο Δίος και ο Απελλής, κι από τον Δίο και την Πυκιμήδη, την κόρη του Απόλλωνα, ο Ησίοδος και ο Πέρσης· από τον Απελλή γεννήθηκε ο Μαίονας, και από την κόρη του Μαίονα και τον ποταμό Μέλητα ο Όμηρος. ]] ( Αγών Ομήρου- Ησιόδου, σελ.436 1 Rzach, 36 8 Wilam )

(*2). Μούσες: θεότητες της ποίησης, της μουσικής, του χορού, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, της αστρονομίας και γενικά των τεχνών και των επιστημών. Προστάτευαν κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εκδήλωση. Ήσαν θυγατέρες της Μνημοσύνης και του Δία. Κάποιες παραδόσεις, τις θέλουν κόρες της Αρμονίας ή του Ουρανού και της Γαίας. Ο αριθμός τους ποικίλλει. Ο Παυσανίας αναφέρει τρεις με τα ονόματα Μελέτη, Μνήμη και Αοιδή. Άλλοτε αναφέρονται εφτά και ο Ηρόδοτος αναφέρει εννιά:
Η πρώτη και πιο σεβαστή είναι η Καλλιόπη, η μούσα του ηρωικού έπους, η Κλειώ της ιστορίας, η Τερψιχόρη αρχικά του χορού και μετά της λυρικής ποίησης, η Μελπομένη της τραγωδίας, η Ευτέρπη της αυλητικής τέχνης, η Πολύμνια της μιμικής, η Ερατώ της ερωτικής ποίησης, του υμεναίου και του γάμου και η Ουρανία που συνδέεται με την επική ποίηση αλλά και με την αστρονομία.
Αποκαλούνται “Ολυμπιάδες” από τον Όμηρο, κι αργότερα “Πιερίδες” και “Ελικωνίδες”, προσωνυμίες που έχουν σχέση με τους αρχικούς τόπους λατρείας. Οι Πιερίδες σχετίζονται με τον μύθο του Ορφέα και τη λατρεία του Διόνυσου. Οι “Ελικωνίδες” απαντώνται στο όρος Ελικών της Βοιωτίας και σχετίζονται κυρίως με τον Απόλλωνα. Γενικά αρχηγός τους θεωρείται ο Απόλλωνας, και γι’ αυτό ονομάζεται Μουσαγέτης ή Μουσηγέτης.

(*3). Αρισταίος: θεότητα της παλαιότερης ελλαδικής λατρείας, που με την πάροδο του χρόνου υποβιβάστηκε σε ηρωική μορφή. Ο Ησίοδος και ο Πίνδαρος τον αναφέρουν σαν γιο του Απόλλωνα και της Κυρήνης. Ο θεός είδε την κόρη να μάχεται μόνη μ’ ένα λιοντάρι, την θαύμασε για την τόλμη και τη δύναμή της κι ερωτεύτηκε την όμορφη θυγατέρα του Υψέως. Πάνω σ’ ένα χρυσό άρμα την μετέφερε στην Λιβύη, όπου για χάρη της έχτισε την πόλη Κυρήνη. Όταν γεννήθηκε ο καρπός του έρωτά τους, ο Ερμής παρέδωσε τον Αρισταίο στις Ώρες και στη Γη, που τον έθρεψαν με αμβροσία, κι έγινε αθάνατος. Όταν μεγάλωσε ήρθε στην Θήβα, όπου οι Μούσες του δίδαξαν ιατρική και θεοτροπία ( μαντική ) και τον έκαναν προστάτη των κοπαδιών τους. Στη Θήβα παντρεύτηκε την Αυτονόη, κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, με την οποία απόχτησαν πολλά παιδιά, ανάμεσά τους και τον Ακταίωνα. Στην Αρκαδία δίδαξε στον Αρκάδα την μελισσουργία, της εριουργία και την τυροκομία. Μετά τον τραγικό θάνατο του Ακταίωνα ( ήταν δεινός κυνηγός, τον κατασπάραξαν τα σκυλιά του, στα οποία η Άρτεμη προκάλεσε λύσσα γιατί την είδε γυμνή να λούζεται σ’ ένα ποταμό ), ο Αρισταίος πήγε στο Δελφικό μαντείο, όπου ο Απόλλωνας του έδωσε την εντολή να πάει στην Κέα για ν’ απαλλάξει τους κατοίκους της από την ξηρασία και τον τρομερό καύσωνα. Στη Σικελία έμαθε τους κατοίκους τις αγροτικές εργασίες και κυρίως την καλλιέργεια της ελιάς. Απάλλαξε τη Σαρδηνία από τα καταστρεπετικά όρνια και την καταφύτευσε.
Οι Λατίνοι μυθογράφοι μας λένε πως μετά την Μεγάλη Ελλάδα ο Αρισταίος πήγε στη Θράκη, όπου ερωτεύτηκε την Ευριδίκη, τη σύζυγο του Ορφέα, κι έγινε η αιτία να τη δαγκώσει το φίδι, προκαλώντας το θάνατό της. Εκεί μυήθηκε συα μυστήρια του Διόνυσου και τελικά αναλήφθηκε στους ουρανούς στο όρος Αίμος.
Συνδέεται με την εκτροφή των μελισσών, την καλιέργεια του σταφυλιού και της ελιάς, ήταν προστάτης των βοσκών και των κυνηγών, θεράπων της ιατρικής και της μαντικής.

(*4). Στύγα: φοβερός ποταμός του Άδη, στα νερά του οποίου οι θεοί έπεαιρναν τον μεγαλκύτερο όρκο, που ήταν απαράβατος. Αν κάποιος επιορκούσε αποκλειόταν από τα συμβούλια των θεών, του στερούσαν την αμβροσία και το νέκταρ και υφίστατο ολοκληρωτική απομόνωση. Η τιμωρία διαρκούσε δέκα χρόνια. Ο όρκος στα νερά της Στυγός ήταν το ίδιο δεσμευτικός και για τους θνητούς. Την τοποθετούσαν στην Αρκαδία, στους πρόποδες των Αροανίων, κοντά στην πόλη Νωνάκριδα. Το νερό πήγαζε από ένα απόκρημνο βράχο, ύψους 200 μέτρων. Οι αρχαίοι πίστευαν πως όποιος έπινε από το νερό της πέθαινε. Ο Παυσανίας το χαρακτηρίζει θανατηφόρο για τους ανθρώπους και τα ζώα. Επίσης αναφέρει πως το νερό αυτό σπάζει τα γυάλινα, λίθινα και πήλινα αντικείμενα, αποσαθρώνει τα μεταλλικά και τα οστέινα, ενώ αφήνει ανέπαφα μόνον τα χρυσά και τις οπλές των αλόγων. Κατά μια παράδοση στα νερά της Στύγας βύθισε η Θέτιδα τον Αχιλλέα για να τον κάνει άτρωτο.

(*5). Ιξίων: χαρακτηριστική μορφή που υφίσταται αιώνια τιμωρία. Ο Ιξίονας ήταν βασιλιάς των Λαπιθών, γιος του Φλεγύα και της Περιμήλης, της αδελφής της Κορωνίδας, μητέρας του Ασκληπιού. Για να παντρευτεί τη Δία (=σεβαστή), την κόρη του Δηιονέα (= καταστροφικός) υποσχέθηκε να δώσει στον πατέρα της πολλά δώρα. Δεν ήταν όμως συνεπής στην υπόσχεσή του κι όταν ο πεθερός του άρχισε να τα απαιτεί, χρησιμποιώντας δόλο, τον έριξε σε λεναν λάκο με φωτιά και τον απανθράκωσε.
Για να τον τιμωρήσουν οι θεοί του έβαλαν τρέλα, και περιπλανιώταν ζητώντας να τον καθάρουν για να ησυχάσει. Κανείς θνητός, ούτε και θεός δεν ήθελε να τον καθάρει από το αποτρόπαιο έγκλημα. Στο τέλος ο ίδιος ο βασιλιάς των θεών ,ο νεφελοσυνάχτης Δίας, τον λυπήθηκε και του έκανε καθαρμό. Μάλιστα του έδωσε να πιει κι αμβροσία κι έτσι τον έκανε αθάνατο.
Ο Ιξίονας φάνηκε εγκαταστάθηκε στα Ολύμπια δώματα κι έγινε συνδαιτημόνας των θεών, μα αποδείχτηκε αγνώμων. Ερωτεύτηκε παράφορα την Ήρα και προσπάθησε να τη βιάσει. Αυτή το φανέρωσε στον Δία, οπότε ο κεραυνορίχτης για να έχει χειροπιαστή απόδειξη, έφτιαξε ένα ομοίωμα της Ήρας από ένα σύννεφο, που την ονόμασε Νεφέλη, και μ’ αυτήν έσμιξε ο απερίσκεπτος Ιξίονας. Αυτό το πλάσμα έμεινε έγκυος κι αργότερα γέννησε τον Κένταυρο, τον γενάρχη των Κενταύρων. Για να τον τιμωρήσει για την ανόσια πράξη του ο Δίας, καταδίκασε τον Ιξίονα να μένει αιώνια δεμένος σ’ ένα τετράκνημο (= με τέσσερεις ακτίνες) πύρινο τροχό που περιστρεφόταν στον Άδη.

(*6). Τάνταλος: βασιλιάς της Σιπύλου της Φρυγίας, εξαιρετικά πλούσιος. Ήταν γιος του Δία και της Πλουτώς. Γυναίκα του έγινε η Διώνη ή η Ευρυάνασσα, από την οποία απόχτησε τον Πέλοπα, τη Νιόβη και τον Βροτέα. Υπήρξε τόσο αγαπημ’ενός στους θεούς, που του επέτρεψαν να γίνει συνδαιτημόνας τους, όπου έτρωγε αμβροσία κι έπινε νέκταρ. Κ¨αποτε όμως έκλεψε τη θεία τροφή και ποτό από τους θεούς και τα έδωσε στους θνητούς φίλους του, ενώ πρόδωσε τα θεία μυστικά στους ανθρώπους. ¨Όμως το μεγαλύτερο αμάρτημά του ήταν ,που θέλοντας ν’ ανταποδώσει τη φιλοξενία των θεών στα ουράνια δώματα, τους κάλεσε στο παλάτι του για τους παραθέσει γεύμα. Για να δοκιμάσει την παντογνωσία τους, έσφαξε το γιο του Πέλοπα, κι αφού τον τεμάχισε έβρασε τις σάρκες του και τις πρόσφερε στους θεούς. Αυτοί αντιλήφθησαν με φρίκη το κακούργημά του και δεν άγγιξαν το φαγητό τους. Μόνο η Δήμητρα έφαγε τη μερίδα της καθώς ήταν αφηρημένη λόγω της θλίψης της από την αρπαγή της Περσεφόνης. Σ’ αυτήν είχε πέσει η ωμοπλάτη. Ο Δίας έδωσε την εντολή στον Ερμή να συγκεντρώσει τα μέλη του Πέλοπα και να τα ανασυγκολλήσει. Από ελεφαντόδοντο ανασυστάθηκε και η φαγωμένη ωμοπλάτη.
Ο Τάνταλος ρίχτηκε τότε στο Τάρταρο και καταδικάστηκε από τους θεούς σε αιώνια τιμωρία. Τον έβαλαν σ’ έναν λάκο με νερό, ου ’φτανε μέχρι το λαιμό του. Πάνω από το κεφάλι του υπήρχαν δέντρα με λογίς- λογίς πλούσιους καρπούς. Όταν άπλωνε το χέρι του να πιάσει κάποιο καρπό, για να χορτάσει την πείνα του, φυσούσε αέρας και οι καρποί απομακρίνονταν, ενώ όταν διψούσε κι έσκυβε να πιει νερό, αυτό εξαφανιζόταν. Έτσι καταδικάστηκε σε αίώνια τιμωρία πείνας και δίψας.

(*7). Σίσυφος: βασιλιάς της πόλης Εφύρας, της μεταγενέστερης Κορίνθου. Ήταν γιος του Αιόλου και της Εναρέτης, αδελφός του Κρηθέα, του Σαλμωνέα, του του Αθάμαντα, της Αλκυόνης κ.α. Παντρεύτηκε την Μερόπη, την κόρη του Άτλαντα, από την οποία απόχτησε τους Άλιμο, Γλαύκο, Θέρσανδρο και Ορνυτίωνα. Κατά μια παράδοση ήταν και πατέρας του Οδυσσέα, γιατί λίγο πριν η μητέρα του Αντίκλεια παντρευτεί τον Λαέρτη είχε συνευρεθεί με τον Σίσυφο, από τον οποίο ο Οδυσσέας πήρε την πανουργία. Ο Όμηρος αποκαλεί τον βασιλιά της Εφύρας « κέρδιστον…ανδρών » (= τον πιο πανούργο ανάμεσα στους ανθρώπους) και οι μυθογράφοι τον μνημονεύουν για την πανουργία και την εφυϊα του.
Όταν ο Δίας είχε απαγάγει την Αίγινα, την κόρη του Ασωπού, ήταν αυτός που το αποκάλυψε στον πατέρα της. Αυτή είναι μια από τις αιτίες της τιμωρίας του. Άλλοι λένε πως αποκάλυπτε στους ανθρώπους τα σχέδια των θεών. Όταν ο Δίας έστειλε το Θάνατο να τον πάρει, αυτός τον ξεγέλασε και τον έδεσε. Πριν πεθάνει όρκισε τη γυναίκα τουνα μην τον θάψει και να μην αποδώσει τις καθιερωμένες θυσίες στους θεούς του Κάτω Κόσμου. Έτσι όταν κατέβηκε στον Άδη, παραπονέθηκε στην Περσεφόνη και της ζήτησε να γυρίσει στη ζωή για να φροντίσει να γίνουν τα αναγκαία. Ανέβηκε στον Πάνω Κόσμο, αλλά δεν κράτησε την υπόσχεσή του να επιστρέψει και πάλι στον Άδη. Τότε ο δίας διέταξε τον Ερμή να τον οδηγήσει με τη βία στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Εκεί για να τον τιμωρήσει τον καταδίκασε αιώνια να ανεβάζει έναν πελώριο βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Μόλις όμως έφτανε στην κορυφή, του ξέφευγε και κατρακυλούσε πάλι στους πρόποδες. Έτσι άρχιζε την προσπάθεια από την αρχή, κι αυτό δεν είχε τελειωμό.

(*8). Τιτυός: πελώριος γίγαντας, γιος του Δία και της Ελάρας, κόρης του Μινύα ή του Ορχομενού. Το ύψος του ήταν εννιά πλέθρα ( 1 πλέθρο= 30,82 μέτρα ). Ο κεραυνόχαρος Δίας για να γλυτώσει την ερωμένη του από την οργή της ζηλιάρας Ήρας την έκρυψε στα έγκατα της γης, όπου γεννήθηκε ο Τιτυός. Γι’ αυτό κάποιοι θεωρούσαν τη Γαία ως μητέρα του.
Κάποτε, που πήγαινε στους Δελφούς ο γίγαντας, συνάντησε τη Λητώ, στην οποία επιτέθηκε να τη βιάσει. Αυτή φώναξε, ζητώντας βοήθεια, και στη φωνή της έτρεξαν για βοήθεια τα παιδιά της Απόλλωνας και Άρτεμη, που τον τόξευσαν και τον σκότωσαν. Κάποια άλλη παράδοση λέει πως τον κατακεραύνωσε ο δίας και τον έριξε στον Τάρταρο. Εκεί καταδικάστικε για το ανοσιούργημά του να του κατατρώγουν το συκώτι, που συνέχεια αναγεννιόταν.

(*9). Δαναϊδες: θυγατέρες του Δαναού, βασιλιά της Λιβύης. Κατά τον Ηρόδοτο ήσαν πενήντα ενώ κατά τον Εκαταίο είκοσι.
Όταν ο Δαναός για τη διαδοχή του βασιλείου του πατέρα του Βήλου ήρθε σε ρήξη με τον αδελφό του Αίγυπτο, του πρότεινε ο αδελφός του για να σταματήσει ο μεταξύ τους αγώνας να παντρευτούν οι πενήντα γιοι του τις κόρες του Δαναού. Ο Δαναός υποπτεύτηκε πως αυτό ήταν τέχνασμα για να σκοτώσει τις θυγατέρεςτου και ν’ αρπάξει την εξουσία. Αυτή η υποψία επιβεβαιώθηκε κι από το μαντείο, από το οποίο ζήτησε χρησμό. Έτσι να να σώσει την οικογένειά του, με τη βοήθεια της Αθηνάς, ναυπήγησε μια πεντηκόντορο, στην οποία επιβιβάστηκαν κι έπλευσαν για την Ελλάδα. Σαν έφτασαν στη Ρόδο έχτισαν ναό προς τιμή της προστάτιδας Αθηνάς, στο οποίο αφιέρωσαν άγαλμα της θεάς. Κατέληξαν στο Άργος, απ’ όπου καταγόταν ο Δαναός, όπου κι έγινε βασιλιάς
Στην Ελλάδα οι Δαναϊδες έφεραν τα Θεσμοφόρια κι άλλες τελετές της λατρείας της Δήμητρας. Στο άνυδρο Άργος έμαθαν τους κατοίκους να σκάβουν πηγάδια. Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά έφτασαν στο Άργος οι γιοι του Αίγυπτου για να παντρευτούν τις ξαδέλφες τους. Ο Δαναός αρνήθηκε και πάλι αυτό τον γάμο, οπότε οι ανιψιοί του, που είχαν φέρει και πολύ στρατό μαζί τους, άρχισαν την πολιορκία της πόλης. Έτσι αναγκάστηκε ο βασιλιάς να συγκατανεύσει κι όρισε τα ζευγάρια για να γίνουν οι γάμοι. Συμβούλεψε, όμως, τις θυγατέρες του να σκοτώσουν την πρώτη νύχτα του γάμου τους άντρες τους και γι’ αυτό τους έδωσε κι από ένα εγχειρίδιο.
Πράγματι, έσφαξαν τους άντρες τους. Μόνο μία, η Υπερμνήστρα λυπήθηκε τον άντρα της Λυγκέα και παράκουσε τον πατέρα της. Οι Δαναϊδες, αφού έκοψαν τα κεφάλια των αντρών τους τα έθαψαν στη Λέρνα και τα σώματά τους έξω από τα τείχη του Άργους. Ο Δίας έκρινε πως δεν έπρεπα να τις βαραίνει το μίασμα κι έστειλε την Αθηνά και τον Ερμή να τις καθάρουν στης Λέρνας τα νερά. Σαν πέθαναν και πήγαν στον Άδη, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου δεν τις συγχώρεσαν για το φονικό και τις καταδίκασαν αιώνια να κουβαλούν νερό για να γεμίσουν ένα τρύπιο πιθάρι, που ποτέ του δε γέμιζε.

(*10). Eρινύες: τρεις θεότητες της τιμωρίας και της εκδίκησης, τιμωρώντας το φόνο, τη βεβήλωση του ασύλου και της φιλοξενίας, την επιορκία και γενικά κάθε έγκλημα που απειλούσε να καταστρέψει την ισορροπία της οικογένειας και της κοινωνίας. Τα ονόματά τους είναι Αληκτώ, Τεισιφόνη και Μέγαιρα. Γεννήθηκαν από τις σταγόνες του αίματος, που κύλησαν όταν ο Κρόνος έκοψε, με προτροπή της μητέρας του Γαίας, τα γεννητικά όργανα του Ουρανού. Οι αρχαίοι τις φαντάζονταςν σαν απαίσια όντα με πρόσωπο χλωμό και αντί για μαλλιά να έχουν φίδια, από τα μάτια τους να βγαίνουν φωτιές και από το στόμα τους, που έσταζε αίμα, έβγαινε ανυπόφορη δυσοσμία. Είχαν σαν έργο να καταδιώκουν αμεόιλικτα κάθε εγκληματία και να τον βασανίζουν με τον σκληρότερο τρόπο. Ο καταδιωκόμενος δεν έβρισκε αναπαμό ούτε στον Άδη, αφού η εξουσία τους έφτανε μέχρι εκεί. Μπορούσε να βρει την ησυχία του ο εγκληματίας μόνον μετά από κάθερση σε ειδικές νυχτερινές τελετές.

(*11). Εκάτη: αρχαία ελληνική θεότητα χθόνιου χαρακτήρα, που συνδεόταν με τη Σελήνη. Σχετιζόταν με τον κόσμο των νεκρών, των φαντασμάτων, της μαγείας και της δεισιδαιμινίας. Κατά τον Ηρόδοτο ήταν κόρη του Τιτάνα Πέρση και της Αστερίης, από τον Μουσαίο θεωρείται κόρη του Δία και της Αστερίης, ο Βακχυλίδης μας λέει ότι γεννήθηκε από τη Νύχτα, ενώ ο Ευριπίδης τη θεωρεί κόρη της Λητούς, γιατί συσχετιζόταν με την Άρτεμη. Κάποιες φορές την παρουσιάζουν με τρομαχτική μορφή, όπως η Μέδουσα ή οι Ερινύες. Στην τέχνη παριστάνεται τρίμορφη.

(*12). Κριτές του κάτω Κόσμου: τρεις γιοι του Δία με θνητές, οι οποίοι μετά το θάνατό τους ορίστηκαν να κρίνουν τις ψυχές που πήγαιναν στον Άδη. Ήταν ο Αιακός, γιος της Αίγινας, που έκρινε τις ψυχές των νεκρών που ζούσαν στην Ευρώπη, και οι Ραδάμανθυς και Μίνωας, γιοι της Ευρώπης. Ο Ραδάμανθυς έκρινε τις ψυχές αυτών που ζούσαν στην Ασία, ενώ ο Μίνωας ερχόταν σαν επίκουρος όταν η κρίση των δύο άλλων ήταν δύσκολη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: