Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Ορφέας και Ευριδίκη

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Ο Έλληνας μύστης κατείχε τα μυστήρια και με τη γνώση που δίνουν αυτά μπόρεσε να κατεβεί στον Άδη, για να ζητήσει από τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, τους άρχοντες του κόσμου των ψυχών, να του δώσουν πίσω την αγαπημένη του, της οποίας τόσο σύντομα κόπηκε το νήμα της ζωής. Η παράδοσή μας αναφέρει κι άλλους, όπως τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Οδυσσέα, που κατόρθωσαν να κατεβούν στον Κάτω Κόσμο και μετά να επανέλθουν στον κόσμο των ζωντανών. Κι ο Ηρακλής μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια πριν κατεβεί στον Άδη. Ο μυημένος μαθαίνει ότι ζωή και θάνατος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Πως το ένα είναι προϋπόθεση για το άλλο. Ότι αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά είναι φάσεις στην πορεία της ψυχής. Κάτι παρόμοιο με τις φάσεις της Σελήνης.
Τον Ορφέα βοήθησε η μουσική, δηλαδή η τέχνη των δονήσεων. Ο ήχος παίζει σημαντικότατο ρόλο όχι μόνο στη ζωή, αλλά και στις μεταφυσικές τεχνικές. Μπορεί να διασπάσει αντικείμενα, αλλά μπορεί να προκαλέσει αναζωογόνηση, ακόμη και να ζωντανέψει οργανισμούς που η φθορά ήταν πάνω τους έντονα αποτυπωμένη. Έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Γι’ αυτό σταμάτησε, έστω και προσωρινά, το μαρτύριο των αιώνια καταδικασμένων παραβατών των θείων νόμων.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ο Οβίδιος στις “Μεταμορφώσεις” του γράφει:
« Και από κει με φορεσιά κροκάτη τον άπειρο διασχίζει
αιθέρα και στων Κικόνων ο Υμέναιος τα μέρη
φτάνει, αλλά του κάκου ο Ορφέας τον καλεί και κράζει.
Ήτανε βέβαια παρών, μα μήτε τα λόγια τα σωστά,
μήτε χαρούμενη την όψη, μήτε σημάδι ευτυχίας του δείχνει.
Και το δαδί που κράταγε με δακρυγόνα τσιτσίριζε καπνιά,
ώσπου έσβησε, και όσο και να το κουνά, εκείνο δεν φωτίζει
Το τέλος κι απ’ τον οιωνό πιο θλιβερό. Η νίοπαντρη στα χόρτα
μέσα ενώ γυρίζει, με τις νεράιδες αντάμα για παρέα,
πέθανε, όταν το δόντι ενός φιδιού στη φτέρνα της γατζώθη.
Σαν χόρτασε στον πάνω κόσμο ο βάρδος της Ροδόπης
να θρηνεί, και τις σκιές ακόμη θέλησε να δοκιμάσει,
στην Στύγα από του Ταίναρου τολμά να κατεβεί την πύλη
κι ανάμεσ’ από τ’ άυλα πλήθη και τα φαντάσματα των πεθαμένων
την Περσεφόνη βρίσκει και των απαίσιων σκιών τον βασιλέα
και κύρη. Τότε τη λύρα κρούει στου τραγουδιού του τον σκοπό
και λέει: « Θεοί του κόσμου που μες στη γη είναι κλεισμένος,
κι όποιος θνητός γεννήθηκε, εδώ θε να κατέβει,
αν μου επιτρέπεται τα δαιδαλώδη ψέματα ν’ αφήσω
και την αλήθεια να σας πω. Όχι, τα σκοτεινά να δω
τα Τάρταρα δεν ήρθα, ούτε του μεσουδαίου τέρατος
τους τρεις λαιμούς, φίδια γεμάτους, για να δέσω.
Για χάρη της γυναίκας μου ήρθα, που φίδι πάτησε
και την φαρμάκωσε και τ΄ άνθος της ζωής της πήρε.
Θα ‘θελα να μπορούσα να υπομείνω και προσπάθησα.
Νίκησ’ ο Έρωτας. Είναι μεγάλος ο θεός αυτός στον πάνω κόσμο,
μπορεί κι εδώ, δεν ξέρω. Μα ναι, κι εδώ, μαντεύω, είναι,
αν είναι αλήθεια αυτό, για την παλιά αρπαγή, που λένε,
και σας έσμιξε ο Έρως. Στα μέρη αυτά, φόβο γεμάτα,
στο Χάος το πελώριο ετούτο και στην απέραντη σιωπή του βασιλείου
σας εξορκίζω, της Ευριδίκης μου την άδικη τη μοίρα ξανακλώστε!
Σε σας τα πάντα είναι ταμένα, κι αν αργήσουμε και λίγο,
άλλος πιο αργά, άλλος γοργά, όλοι εδώ θα κατεβούμε.
Για εδώ τραβάμε οι πάντες, εδώ η τελευταία κατοικιά μας, κι εσείς
του γένους των ανθρώπων οι αιώνιοι βασιλιάδες.
Κι εκείνη, όταν ώριμη τη δίκαιη μερίδα της ζωής τελειώσει,
δική σας θα γενεί. Για δώρο, δανεική σας την ζητάω.
Μα αν οι μοίρες αρνηθούν τη χάρη στη γυναίκα μου να κάνουν,
να ξέρετε πως ούτ’ εγώ θα πάω πίσω. Με θάνατο διπλό χαρείτε! »
‘Ετσι τους είπε, τις κόρδες κρούοντας, να πάνε με τα λόγια,
και κλαίγαν οι ψυχές οι δίχως αίμα. Ούτε ο Τάνταλος γυρεύει
το νερό που του ξεφεύγει, και του Ιξίωνα ο τροχός εστάθη,
ούτε τα όρνια σκίσαν το συκώτι και τα λαγήνια λησμονήσαν
οι Βηλίδες· κι ο Σίσυφος εκάθησε στον βράχο!
Τότε απ’ το τραγούδι νικημένες ( έτσι λένε ) οι Ευμενίδες
πρώτη φορά με δάκρυα τις παρειές τους βρέξαν, ούτε η ρήγισσα
άντεξε ούτε του κάτω κόσμου ο ρήγας ν’ αρνηθεί στα παρακάλια.
Την Ευριδίκη φώναξαν, που ‘ταν με τους νεκρούς τους νέους
αντάμα, κι έφτασε με βήμα αργό απ’ της πληγής το τραύμα.
Την πήρε ο Ροδοπίτης ο Ορφέας με τον όρο
να μη γυρίσει πίσω του τα μάτια, ωσότου τα Αόρνια
να διαβεί φαράγγια· αλλιώς θα το ‘χανε το δώρο που του δώσαν.
Το μονοπάτι μέσα στη μουγκή σιγή τραβάει το πλαγιαστό,
το απότομο και σκοτεινό, στο πούσι το πυκνό κρυμμένο.
Δεν ήταν πια μακριά απ’ το σύνορο του πάνω κόσμου.
Εκεί από φόβο μην του λείψει η αντοχή ή από λαχτάρα να την δει
Στρέφει τα μάτια ερωτικά. Κι εκείνη εχάθη στη στιγμή.
Τα χέρια απλώνει να πιαστεί, να πιάσει προσπαθεί,
μα μόνο ( ο δύστυχος ) σκιές που χάνονται ακουμπά.
Και δεύτερη φορά πεθαίνοντας εκείνη κανένα από τον σύζυγο
παράπονο δεν έχει ( τι να πει; γιατί μ’ αγάπησες πολύ; ).
Ύστατο χαίρε, που μόλις πια στ’ αυτιά του φτάνει,
είπε και γύρισε στο ίδιο εκείνο μέρος πίσω.
Τόσο τα έχασε με το διπλό θανατικό ο Ορφέας της συζύγου,
όπως εκείνος που τους τρεις λαιμούς περίτρομος, με το μεσαίο
δεμένο μ’ αλυσίδα, είδε του σκύλου, κι ο φόβος δεν τον άφησε,
προτού ν’ αλλάξει η φύση του, και πέτρα γίνει το κορμί του. » ( Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, βιβλ. X, 1-67 )
Ο μύθος του Ορφέα και της Ευριδίκης συγκίνησε και πολλούς άλλους Λατίνους συγγραφείς. Απ’ αυτούς παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
[[ O Ορφέας, γιος του Οίαγρου και της Μούσας Καλλιόπης, όπως κάποιοι πιστεύουν, πήρε για γυναίκα του την κόρη του Απόλλωνα, την Ευριδίκη. Όταν αυτήν ο Αρισταίος, ο γιος της Κυρήνης, λάτρης των κοπαδιών, κυνήγησε θέλοντας να τη βιάσει, εκείνη απέφυγε το σμίξιμο, αλλά δεν απέφυγε ένα φίδι· κι αυτή υπήρξε η αιτία του θανάτου της. Ο Ορφέας, παρασυρμένος από τον πόθο για τη σύντροφό του, προσπάθησε να μαλακώσει τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη με τη μελωδία του τραγουδιού της κιθάρας του, μήπως μπορούσε να ξαναπάρει την Ευριδίκη στον κόσμο των ζωντανών. Κατεβαίνοντας λοιπόν στον Κάτω Κόσμο, τους έκανε με το τραγούδι του να τον λυπηθούν· και θα κατάφερνε να την πάρει την Ευριδίκη υπό έναν όρο, αν δεν κοίταζε πίσω του προτού φτάσει στον κόσμο των ζωντανών. Έπειτα, καθώς η επιμονή των ερωτευμένων είναι σκληρή, ο Ορφέας, φοβούμενος μήπως δεν υπήρχε αλήθεια στις υποσχέσεις του Πλούτωνα, κοίταξε πίσω και ακύρωσε το επίτευγμά του. ¨όταν επέστρεψε στον Πάνω Κόσμο, αυτός ο οποίος είχε δοκιμάσει δυστυχισμένο γάμο, μίσησε ολόκληρο το γένος των γυναικών και αφιέρωσε τον εαυτό του στη μοναξιά. ]] ( Myth. Vat. 1. 76 )
Δίνεται στη συνέχεια η ακόλουθη ερμηνεία, την οποία παραθέτουμε χωρίς να συμφωνούμε, απλά για να δείξουμε πως πάντα γίνονται προσπάθειες για να ερμηνευτούν οι μύθοι:
[ Ο Ρεμίγιος όμως άλλα πιστεύει γι’ αυτόν τον μύθο. Γιατί λέει ότι η Ευριδίκη αναφέρθηκε ως σύζυγος του Ορφέα επειδή η ευθυκρισία έπρεπε να είναι ακόλουθος του επόπτη λόγου (*13). Αυτή όμως, δαγκωμένη από φίδι, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, όταν λόγω των γήινων αγαθών λυγίζει από το θαυμαστό δηλητήριο της αδικίας και κλίνει προς λάθος κατεύθυνση. Αν όμως κοιτάξει πίσω παρασύρεται και πάλι από τα γήινα και δεν επιστρέφει στον Ορφέα που την παρακαλά. Όταν η γήινη ψυχή επιθυμεί πολύ τα εγκόσμια, με δυσκολία κάποιος λόγος την επαναφέρει στην κατάσταση της ορθότητας, επειδή από την Περσεφόνη, δηλ. τη μέγιστη κακία, κρατιέται μαγεμένη. ]]
( Myth. Vat. 3. 8. 21 )
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Απολλόδωρος, που γράφει:
« Καλλιόπης μεν ουν και Οιάγρου, κατ’ επίκλησιν δε Απόλλωνος, Λίνος, ον Ηρακλής απέκτεινε, και Ορφεύς ο ασκήσας κιθαρωδίαν, ος άδων εκίνει λίθους τε και δένδρα. αποθανούσης δε Ευριδίκης της γυναικός αυτού, δηχθείσης υπό όφεως, κατήλθεν εις Άιδου θέλων ανάγειν αυτήν, και Πλούτωνα έπεισεν αναπέμψαι. ο δε υπέσχετο τούτο ποιήσειν, αν μη πορευόμενος Ορφεύς επιστραφή πριν εις την οικίαν αυτού παραγενέσθαι· ο δε απιστών επιστραφείς εθεάσατο την γυναίκα, η δε πάλιν υπέστρεψεν. εύρε δε Ορφεύς και τα Διονύσου μυστήρια, και τέθαπται περί την Πιερίαν διασπασθείς υπό των μαινάδων. »
[ Μετάφρ.: Από την Καλλιόπη και τον Οίαγρο- ή, κατ’ όνομα, τον Απόλλωνα- γεννήθηκε ο Λίνος, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλής, και ο Ορφέας, που διακρίθηκε στην λύρα και το τραγούδι, αυτός που με το τραγούδι του κινούσε βράχους και δέντρα. Όταν πέθανε η γυναίκα του τελευταίου, η Ευριδίκη, από δάγκωμα φιδιού, ο ίδιος κατέβηκε στον Άδη, θέλοντας να τη φέρει πίσω, και έπεισε τον Πλούτωνα να τη στείλει στη γη. Εκείνος υποσχέθηκε να το κάνει, αρκεί ο Ορφέας προχωρώντας να μη στραφεί πίσω, προτού φτάσει στο σπίτι του. Αυτός όμως δεν υπάκουσε· έστρεψε το κεφάλι και κοίταξε τη γυναίκα, η οποία γύρισε πάλι πίσω. Ο Ορφέας καθιέρωσε και τα μυστήρια του Διονύσου και βρίσκεται θαμμένος στην Πιερία, κατασπαραγμένος από τις μαινάδες. ] ( Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη”, βιβλ. Α’, 14-15 (iii 2) )
Θέλει πολύ θάρρος κι αποκοτιά να πάρεις την απόφαση να φτάσεις στου Άδη τα μαύρα σκοτάδια. Η παράδοσή μας μεταφέρει πως όταν ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη, για να μάθει από τον νεκρό Τειρεσία, αν επιστρέψει στην πατρίδα του, την Ιθάκη, συνάντησε τον Αχιλλέα και τον μακάριζε για τον ένδοξο θάνατό του. Τότε ο τρανοδύναμος πολεμιστής, ο ξακουστός σ’ όλη την οικουμένη για την ανδρεία του, του απάντησε:
« Μη με παρηγορείς γι’ αυτό, έξοχε Οδυσσέα!
Στη γη να ξενοδούλευα πολύ θα προτιμούσα
σ’ έναν αφέντη άκληρο, λίγα αγαθά να έχει,
παρά να είμαι βασιλιάς σ’ όλους τους πεθαμένους. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. λ’, 488- 491)
Τόσο αποτροπιασμό προκαλεί στον γενναιότερο των γενναίων ο Κάτω Κόσμος! Κι εκεί δε δίστασε να φτάσει ο Ορφέας, παρακινούμενος από αγάπη. Φαίνεται πως είναι χαρακτηριστικό των πολύ ερωτευμένων να μην υπολογίζουν τους κινδύνους, προκειμένου να σώσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Γι’ αυτό κι ο πονεμένος Άδμητος λέει στην ψυχορραγούσα αγαπημένη του Άλκηστη:
« Αν ήξερα τα λόγια και τη μουσική του Ορφέα,
ώστε να μαγέψω της Δήμητρας την κόρη
με τραγούδια ή ακόμη και τον άντρα της
και να σε πάρω από τον Άδη, θα κατέβαινα. » ( Ευριπίδης, “Άλκηστις”, 357- 360 )
O Ισοκράτης αναφέρει: « Ο Ορφέας ανέβαζε τους νεκρούς από τον Άδη…» ( Ισοκράτους, “Βούσιρις” 8 )
Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Ορφέας κατάφερε κι έφερε, τελικά, την αγαπημένη του στον Πάνω Κόσμο:
« Τέτοιαν ο αγαπημένος γιος του Οίαγρου έφερε πάνω
τη Θρακιώτισσα Αγριόπη από τον Άδη, οπλισμένος
μόνος ,ε την κιθάρα του· ταξίδεψε στον κακοτράχαλο τόπο,
όπου ο Χάροντας τραβά σε κοινή βάρκα
τις ψυχές των πεθαμένων, και φωνάζει μακριά πάνω απ’ τη λίμνη
που απλώνει το ρεύμα της μέσα απ’ τα μεγάλα καλάμια.
Πολλά υπέφερε δίπλα στο κύμα ελαφριά οπλισμένος,
παίζοντας την κιθάρα του ο Ορφέας,
και κάθε λογής μετέπεισε θεούς· τον Κωκυτό
τον άνομο που θύμωσε κάτω απ’ τα φρύδια
και το βλέμμα του φοβερότατου σκυλιού υπόμεινε,
εκείνου που βγάζει πύρινη φωνή, πύρινη κι η ματιά του,
φόβο φριχτό που προκαλεί με το τριπλό κεφάλι.
Εκεί τραγουδώντας μετέπεισε μεγάλους βασιλιάδες
να λάβει η Αγριόπη την πνοή της τρυφερής ζωής. » ( Ερμησιάναξ, Λεόντιον 1-14 παρ’ Αθην. ΙΓ’ 597b )
Εδώ ο ποιητής χρησιμοποιεί αντί για το όνομα Ευριδίκη, το όνομα Αγριόπη, κάτι που συμβαίνει συχνά στην μυθολογία μας, όπου κάποιο μυθικό πρόσωπο, ανάλογα με την παράδοση και την περιοχή, φέρει διαφορετικό όνομα.
Υπάρχει κι ένας ορφικός ύμνος, που είναι γραμμένος για τον θάνατο:
« Εισάκουσέ με, εσύ που κρατάς το τιμόνι
όλων των θνητών και δίνεις χρόνο σε αυτούς
απ’ τους οποίους μακριά είσαι· γιατί ο δικός σου ύπνος
σπάει την ένωση ψυχής και σώματος,
όταν λύσεις της φύσης τα ισχυρά δεσμά
φέρνοντας στα έμβια τον μακρό αιώνιο ύπνο,
κοινός σε όλους, άδικος για μερικούς υπάρχοντας,
όταν γρήγορα σταματάς το νεανικό άνθος της ζωής·
γιατί από σένα μόνο απ’ όλους, εκτελείται
η τελική απόφαση· μόνο εσύ δεν πείθεσαι
από προσευχές και ικεσίες. Αλλά, μακάριε,
σου ζητώ να έρθεις μετά από μακρό χρόνο της ζωής,
παρακαλώντας σε με θυσίες και προσευχές, ώστε
να είναι τα γηρατειά καλό βραβείο στους ανθρώπους. » ( Ύμνος 87 )
Πολλοί ποιητές συγκινήθηκαν από τον μύθο του Ορφέα και της Ευριδίκης:
« Μπήκε και πήγε στον Άδη, και τον φοβερό βασιλιά
και την καρδιά που δεν γνωρίζει από ανθρώπινα παρακάλια μαλάκωσε.
Συγκινημένες από το τραγούδι στα βάθη του Ερέβους
οι λεπτές σκιές προχωρούσαν και τα είδωλα που στερούνταν το φως.
……………………………………………………………………………..
Έμεινε έκθαμβο το ίδιο το παλάτι και τα Τάρταρα
στα βάθη του θανάτου και οι Ευμενίδες
με τα πλεγμένα μαύρα φίδια στα μαλλιά τους·
κράτησε ανοιχτά να χάσκουν τα τρία στόματά του
ο Κέρβερος, και ο τροχός του Ιξίονα,
που γυρνούσε στον αέρα, σταμάτησε. » ( Verg. Georg. 4. 469-472 και 481-484 )
Άλλος ποιητής συνεχίζει:
« Όμως και ο Ιξίων και ο Τιτυός απρόθυμα
γέλασαν· σταμάτησε για λίγο η στάμνα
η άνυδρη, όταν με το ευχάριστο τραγούδι
γλύκανες τις κόρες του Δαναού. » ( Horat. Carm. 3. 11. 21 )
Και ο Οβίδιος έγραψε στη συνέχεια στις “Μεταμορφώσεις” του:
« Κι αυτόν ο οποίος μάταια παρακαλούσε και ήθελε
και πάλι να περάσει, ο θυρωρός εμπόδιζε·
εκείνος όμως επτά μέρες βρόμικος στην ακτή
χωρίς τροφή, της Δήμητρας δώρο, καθόταν · η έγνοια,
η θλίψη και τα δάκρυα ήταν τροφές της ψυχής του.
Κι αφού παραπονέθηκε ότι οι θεοί του Ερέβους
είναι σκληροί, επέστρεψε στην ψηλή Ροδόπη
και στον ανεμόδαρτο Αίμο…
Για Τρίτη φορά τον χρόνο τελείωνε ο Ήλιος
στο πέρας των Ιχθύων του νερού και ο Ορφέας αρνιόταν
κάθε γυναικείο έρωτα, είτε επειδή
είχε παραδοθεί σ’ αυτόν και βρήκε τη δυστυχία,
είτε επειδή είχε δώσει όρκο·
πολλές όμως κυρίευσε το πάθος να σμίξουν με τον μάντη,
πολλές όμως πόνεσαν, όταν τις απέρριψε. » ( Οvid. Metam., Χ. 72-82 )
Ενώ ο Βεργίλιος συμπληρώνει:
« Λένε ότι εκείνος κόσμια για επτά ολόκληρους μήνες
θρήνησε μόνος του κάτω από τον αέρινο βράχο
πλάι στο κύμα του έρημου Στρυμόνα,
και ότι αυτά αναπόλησε στα παγωμένα άντρα
ημερώνοντας τίγρεις και παρασύροντας
βελανιδιές με το τραγούδι του. » ( Verg. Georg. $. 507-510 )
Αναφέραμε ότι στην κατάβαση του Ορφέα στον Άδη βοήθησε η μύησή του στα μυστήρια. Ο μέγας ιερέας ήταν μυητής, μυώντας όσους ήσαν άξιοι να λάβουν αυτή τη θεία χάρη. Πριν τις μεγάλες δοκιμασίες ήταν πολύ ωφέλιμο στους ήρωες να παίρνουν κάποια μύηση, γιατί αυτή τους καθιστούσε ένθεους, κι επομένως άτρομους και γενναίους. Γνώριζαν ότι ο θάνατος ήταν το πέρασμα σε μια νέα κατάσταση ή, αν θέλετε, σε μια νέα διάσταση. Ο θάνατος είναι η ευκαιρία για μια νέα ευκαιρία ζωής, σε ανώτερη βαθμίδα από τούτην. Επομένως, γνωρίζοντας τη θέση τους στον κύκλο της δημιουργίας, γνωρίζοντας πως τίποτα στο θείο σχέδιο δεν είναι ασήμαντο και πως ακόμη κι ο πλέον ανάξιος στα μάτια των ανθρώπων είναι άξιος ενώπιον του Θεού, προχωρούσαν στο κατόρθωμα χωρίς φόβο. Ήσαν βέβαιοι πως συνέβαλαν στο θείο σχέδιο, όντας εργάτες για την πραγματοποίησή του.
Έτσι, καθώς ο Ορφέας εξιστορεί την Αργοναυτική εκστρατεία, αναφέρει και τα ακόλουθα:
« Του βαθύγκρεμου Ολύμπου τα απόκρημνα φαράγγια
είδαν οι Μινύες και τον Άθω, τη δεντροσκέπαστη
χερσόνησο, και την πλατιά Πελλήνη·
και τη θεϊκή Σαμοθράκη όπου στα φοβερά μυστήρια
των θεών, απόρρητα στους θνητούς,
πρόθυμα μπήκαν με τις δικές μου συμβουλές
οι ήρωες· γιατί είναι ωφέλιμο για τους ανθρώπους
σε τούτη την τελετή να μυηθεί κάθε ταξιδιώτης. » ( “Αργοναυτικά”, 464- 470 )
Πολλοί σημαντικοί πρόγονοί μας είχαν μυηθεί στα μυστήρια. Σχετικά με τη μυθολογική μας παράδοση γνωρίζουμε, όπως μας έχει μεταφερθεί, και τα ακόλουθα:
« και Οδυσσέα δε φασί μεμυημένον εν Σαμοθράκη χρήσασθαι τω κρηδέμνω αντί ταινίας· περί γαρ την κοιλίαν οι μεμυημένοι ταινίας άπτουσι πορφυράς.και Αγαμέμνονα δε φασί μεμυημένον εν ταραχή όντα πολλή κατά τροίαν ακαταστασίαν των Ελλήνων παύσαι πορφυρίδα έχοντα.»
[ Μετάφρ.: Λένε ότι και ο Οδυσσέας ο οποίος είχε μυηθεί στη Σαμοθράκη, χρησιμοποίησε μαντήλι αντί για κορδέλες· γιατί οι μυημένοι δένουν πορφυρές ταινίες γύρω από την κοιλιά. Γιατί λένε ότι και ο Αγαμέμνονας, ο οποίος ήταν μυημένος, όταν βρέθηκε σε μεγάλη ανησυχία στην Τροία, σταμάτησε την αναταραχή των Ελλήνων κρατώντας ένα πορφυρό μαντήλι. ] ( Σχολ. εις Απολλ. Ροδ. Α’ 917 )
« ηδ’ όσον Αιγυπτίων ιερόν λόγον εξελόχευσα,
Μέμφιν ες ηγαθέην περάσας, ιεράς τε πόληας
Άπιδος ας πέρι Νείλος αγάροος εστεφάνωται. »
[ Μετάφρ.: και όταν στην Αίγυπτο τον Ιερό Λόγο συνέθεσα
περνώντας στην άγια Μέμφη και τις ιερές πόλεις
του Άπη τις οποίες στεφανώνει ο πολυρέματος Νείλος. ] ( “Αργοναυτικά”, 43-45 )



Σχόλια:
• Κάποιους από τους καταδικασμένους του Άδη συνάντησε ο Oδυσσέας όταν είχε κατέβη στον Άδη. Ο επικός μας ποιητής μέσα από το στόμα του “πολύτροπου” βασιλιά της Ιθάκης διηγείται:
Τον Τιτυό, το γιο της Γης, της δοξασμένης, είδα
να κείτεται εννιά στρέμματα στο χώμα ξαπλωμένος·
δυο γύπες από δυο μεριές του ’τρωγαν το συκώτι
βυθίζοντας το ράμφος τους· δε σάλευε εκείνος.
Είχε πειράξει τη Λητώ, συντρόφισσα του Δία,
όταν τραβούσε στους Δελφούς από τον Πανοπέα.
Συνάντησα τον Τάνταλο βαριά να τυραννιέται,
σε λίμνη ορθός να στέκεται· του έφτανε στα γένια·
στεκόταν διψασμένος κει, μα να πιει δε γινόταν·
γιατί κάθε που έσκυβε να πιει λαχταρισμένος
ο γέρος, αποτραβιόνταν τα νερά και φαινόταν
στα πόδια του η μαύρη γη· την ξέραινε ένα θαύμα.
Δέντρα αψηλοφούντωτα έγερναν τον καρπό τους
πάνω του, αχλαδιές, ροδιές, μηλιές καρποφορούσες,
συκιές με τους γλυκούς καρπούς, ελιές δροσιές γεμάτες·
όμως κάθε που άπλωνε τα χέρια να τα πιάσει,
ο άνεμος τα σήκωνε ως τα ισκιωμένα νέφη.
Είδα ακόμη το Σίσυφο βαριά να τυραννιέται,
πελώριο βράχο να κρατά και με τα δυο του χέρια·
ήταν στυλωμένος γερά με χέρια και με πόδια
και σε βουνό ανέβαζε το βράχο· μα σαν ήταν
στην κορυφή να φτάσει πια, κάτω τραβούσε ο βράχος
κι αδιάντροπα τόσες φορές κατρακυλούσε κάτω.
Σφιγγόταν πάλι κι έσπρωχνε κι απ’ το κορμί του ιδρώτας
έσταζε και του τύλιγε την κεφαλή του η σκόνη. » ( Όμηρος, “Οδύσσεια”, ραψ. λ’ 576- 600 )

---------------------------------------------------------------------------------------------
(*13). Κάπου αλλού συναντήσαμε και τον ακόλουθο παραλληλισμό: « Ορφέας λέγεται η ωραία φωνή, δηλ. η άριστη φωνή, και Ευριδίκη η βαθυστόχαστη κρίση. » ( Fulgent. Mytholog. ii 10 )

Δεν υπάρχουν σχόλια: